Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Λόγος Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου στήν Ἀνάσταση


TOY EN ΑΓIΟIΣ ΠΑΤΡΟΣ HMΩN ΙΩΑΝΝΟΥ  TOY  ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΛΟΓΟΣ  ΕΙΣ  ΤΗΝ   ΑΝΑΣΤΑΣΙΝ



Ας εορτάσουμε την εορτή αυτή τη μεγίστη και λαμπρά, κατά την οποία ανέστη ο Κύριος. Κι ας την εορτάσουμε με φαιδρότητα μαζί και θεοσέβεια. Ανέστη ο Κύριος και ανέστησε μαζί του και την οικουμένη. Αμάρτησε ο Αδάμ και πέθανε. Ο Χριστός δεν αμάρτησε, αλλά πέθανε. Και ανέστη κατόπιν, σπάζοντας του θανάτου τα δεσμά. Πρωτοφανές και παράδοξο πράγμα. Εκείνος αμάρτησε και πέθανε. Αυτός δεν αμάρτησε και πέθανε. Γιατί; Για να μπορέση εκείνος που αμάρτησε και πέθανε να γλυτώση από τον θάνατο χάριν εκείνου που δεν αμάρτησε αλλά πέθανε.
Ένας οφείλει πολλά και μην έχοντας να πληρώση, μένει στη φυλακή. Άλλος δεν οφείλει τίποτε και καταβάλλει για τον πρώτο και πετυχαίνει την άπόλυσί του. Αυτό συνέβηκε με τον Αδάμ. Χρωστούσε ο Αδάμ, δεν είχε να πληρώση και ήταν δέσμιος του διαβόλου. Δεν χρωστούσε τίποτε ο Χριστός, ούτε ήταν κάτω από την εξουσία του διαβόλου, αλλά μπορούσε να πληρώση. Ήλθε, πλήρωσε με τον θάνατό του για εκείνον που δεσμευόταν από τον διάβολο, για να απολύση τον κρατούμενο.
Είδες της αναστάσεως τα κατορθώματα;
Διπλό θάνατο πεθάναμε εμείς και διπλή άρα περιμένουμε τώρα ανάστασι. Εκείνος απλό θάνατο πέθανε, κι έτσι, απλή ανάσταση αναστήθηκε. Πώς; Θα σας το εξηγήσω. Πέθανε ο Αδάμ και κατά το σώμα και κατά την ψυχή. Πέθανε και με την αμαρτία και με την φύσι. Η  αν ήμερα φάγητε από του ξύλου, θανάτω αποθανείσθε. Δεν πέθανε όμως την ίδια μέρα με την φύσι, αλλά μονάχα με την αμαρτία. Ο ένας ήταν θάνατος της ψυχής, ο άλλος, ο δεύτερος, ήταν θάνατος του σώματος. Κι όταν ακούσης θάνατο της ψυχής, μη νομίσης ότι πεθαίνει η ψυχή. Η ψυχή είναι αθάνατη. Ο θάνατος της ψυχής είναι η αμαρτία και η αιωνία κόλασις. Γι’ αυτό κι ο Χριστός λέγει: Μη φοβηθήτε από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι φοβήθητε δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και  σώμα απολέσαι εν γεένη. Ό,τι χάνεται, υφίσταται, αλλά ξεφεύγει από τ η ματιά εκείνου που το απώλεσε. Όπως έλεγα, λοιπόν, διπλός είναι ο θάνατος σε μας. Επομένως και διπλή πρέπει να είναι η ανάστασίς μας. Στον Χριστό ήταν απλός θάνατος. Διότι ο Χριστός δεν αμάρτησε. Αλλά και ο απλός θάνατός του για μας συνέβη. Δεν χρωστούσε να τον υποστή Εκείνος. Διότι δεν ήταν ένοχος αμαρτίας, άρα ούτε και θανάτου.. Γι’ αυτό Εκείνος μεν ανέστη την ανάστασι την από απλό θάνατο. Ενώ εμείς, έχοντας πεθάνει διπλό θάνατο, διπλή ανάστασι έχουμε. Μια φορά αναστηθήκαμε χθες από την αμαρτία. Ταφήκαμε μαζί του στο βάπτισμα και εγερθήκαμε μαζί του μες από το βάπτισμα. Η μία, λοιπόν, είναι αυτή η ανάστασις, δηλαδή η απαλλαγή από τα αμαρτήματα. Η δε ανάστασις η δεύτερη είναι εκείνη του σώματος. Μας χάρισε τη σπουδαιότερη, ας περιμένουμε λοιπόν και την λιγώτερο σπουδαία. Η πρώτη είναι πολύ μεγαλύτερη από τη δεύτερη. Διότι πολύ σπουδαιότερο είναι να απαλλαγή κανείς από την αμαρτία, παρά να αναστή σωματικά. Το σώμα έπεσε, διότι αμάρτησε. Επομένως, αν αιτία της πτώσεως είναι η αμαρτία, αιτία της αναστάσεως θα είναι η απαλλαγή από την αμαρτία. Αναστηθήκαμε, λοιπόν, τη μεγαλύτερη ανάστασι, έχοντας ρίξει από πάνω μας τον χαλεπό θάνατο της αμαρτίας και ξεντυθή το παλαιό ιμάτιο. Ας περιμένουμε λοιπόν και τη μικρότερη. Αυτή την πρώτη ανάστασι αναστηθήκαμε εμείς από καιρό, όταν βαπτισθήκαμε.
Και όσοι καταξιώθηκαν να βαπτισθούν απόψε, αυτά τα καλά πρόβατα. Προχθές ο Χριστός σταυρώθηκε, αλλά αναστήθηκε χθες τη νύκτα. Και αυτοί προχθές ήταν ακόμη δέσμιοι στην αμαρτία, αλλά αναστήθηκαν μαζί του. Εκείνος κατά το σώμα πέθανε και κατά το σώμα ανέστη. Αυτοί κατά την αμαρτία ήταν νεκροί και ελευθερώθηκαν κι αναστήθηκαν από την αμαρτία. Η γη, αύτη την εποχή, ρόδα και γιούλια και τα λοιπά άνθη μας δίνει. Και τα δροσερά νερά ρέουν με περισσότερη φαιδρότητα στα λιβάδια. Μη θαυμάσης αν από τα νερά βλάστησαν άνθη. Η γη, όχι από μόνη της, αλλά με το πρόσταγμα του Δεσπότη ντύνεται τη χλόη. Και στις αρχές τα νερά έβγαλαν ζώα κινούμενα. Λέγει η Γραφή: ε ξ α γ α γ έ τ ω   τα ύδατα ερπετά ψυχών ζωσών και το πρόσταγμα έγινε πραγματικότης και εκείνη η άψυχη ύλη έβγαλε ζωντανά όντα. Έτσι και τώρα εξαγαγέτω τα ύδατα όχι ερπετά ζωντανά, άλλα πνευματικά χαρίσματα. Έβγαλαν τότε τα νερά ψάρια χωρίς λογικό και άφωνα, έβγαλαν τώρα ψάρια λογικά και πνευματικά, ψάρια που τα έπιασαν οι απόστολοι. Διότι τους είπε: Δ ε ύ τ ε και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων. Και εννοούσε αυτό το είδος αλιείας. Καινούργιος πραγματικά της αλιείας ο τρόπος. Οι ψαράδες βγάζουν από τα νερά, εμείς μπάσαμε στα νερά και έτσι ψαρέψαμε. Υπήρχε κάποτε και στους ιουδαίους η κολυμβήθρα. Άκου τι δύναμι είχε εκείνη η κολυμβήθρα, για να δης την ιουδαϊκή φτώχεια, για να μάθης τον πλούτο της Εκκλησίας. Κολυμβήθρα με νερό ήταν και κατέβαινε ο άγγελος εκεί και τάρασσε τα ύδατα. Ύστερα, μετά το τάραγμα των υδάτων, έπεφτε μέσα ένας από τους αρρώστους και γινόταν καλά. Ένας μονάχα κάθε χρόνο γινόταν καλά και ευθύς ξοδευόταν όλη η χάρις, όχι από φτώχεια εκείνου που την παρείχε, αλλά από την αδυναμία εκείνων που τη δέχονταν. Κατέβαινε, λοιπόν, ο άγγελος στην κολυμβήθρα και ετάρασσε το νερό και γινόταν καλά ένας. Κατέβηκε ο Δεσπότης των αγγέλων στον Ιορδάνη και ετάραξε το νερό και όλη την οικουμένη θεράπευσε. Έτσι, στην πρώτη περίπτωσι, ο δεύτερος που έμπαινε στα νερά μετά τον πρώτο, δεν γινόταν καλά. Διότι οι ιουδαίοι, που έπαιρναν αύτη τη χάρι, ήταν αδύνατοι και φτωχοί. Ενώ στην προκειμένη περίπτωσι, μετά τον πρώτο ο δεύτερος, μετά τον δεύτερο ο τρίτος, μετά τον τρίτο ο τέταρτος. Δέκα, είκοσι, εκατό, χίλιους, χίλιες χιλιάδες, όλη την οικουμένη αν βάλης στην κολυμβήθρα, η χάρις δεν σώνεται, δεν εξαντλείται η δωρεά, δεν λερώνονται τα νάματα.
Καινούργιος τρόπος καθάρσεως· διότι δεν είναι σωματικός. Τα σώματα όταν είναι πολλά, τα νάματα καταντούν να βρωμίσουν. Ενώ εδώ  όσοι περισσότεροι πλύνονται, τόσο  καθαρώτερα γίνονται.
Είδες όγκο δωρεάς; Φύλαξε αυτή τη μεγάλη δωρεά, άνθρωπε. Δεν έχεις δικαίωμα να ζης αδιάφορα. Βάλε στον εαυτό σου νόμο με κάθε ακρίβεια.  Αγώνας είναι μπροστά σου και παλαίσματα. Και ο αγωνιστής από όλα κάνει εγκράτεια, θέλεις να σου δείξω ένα τρόπο άριστο και ασφαλή για να πετύχης τη νίκη; Εκείνα που φαίνονται αδιάφορα και αντιθέτως κυοφορούν την αμαρτία, ας τα βγάλουμε από τη σκέψι μας. Υπάρχουν αμαρτωλά πράγματα, και πράγματα όχι αμαρτωλά, αλλά που γίνονται αιτία να αμαρτήση κανείς. Λόγου χάριν, το γέλοιο δεν είναι αυτό καθεαυτό αμάρτημα, γίνεται όμως αμάρτημα αν βγη από τα όρια. Διότι από το γέλοιο έρχονται οι αστειότητες, από τις αστειότητες η αισχρολογία, από την αισχρολογία οι αισχρές πράξεις κι από τις αισχρές πράξεις η κόλασις και η τιμωρία. Βγάλε, λοιπόν, μια και καλή τη ρίζα, για να γλυτώσης απ’ όλο το κακό. Διότι αν φυλαγόμαστε από τα αδιάφορα, ποτέ δεν θα πέσουμε στα απαγορευμένα. Έτσι σε πολλούς φαίνεται αδιάφορο πράγμα το να κυττάζουν τις γυναίκες, αλλ’ από αυτό γεννιέται η ακόλαστη επιθυμία, από την επιθυμία η πορνεία κι από την πορνεία πάλι η κόλασις και η τιμωρία. Έτσι, το να διασκεδάση κανείς λίγο στο τραπέζι φαίνεται όχι φοβερό πράγμα κι όμως απ’ αυτό γλυστρά κανείς στη μέθη και στις αναρίθμητες κακές συνέπειες της μέθης.  Ας ξερριζώσουμε, λοιπόν, από παντού τις αρχές της αμαρτίας.
Γι’ αυτό διαρκώς, κάθε μέρα, τρέφεσθε με τα κήρυγμα. Γι’ αυτό συνέχεια όλες τις μέρες σας συναθροίζουμε, παραθέτοντάς σας πνευματικό τραπέζι και κάνοντας σας ν’ απολαμβάνετε τα θεία λόγια, αλείφοντας την. ψυχή σας με το λάδι του κηρύγματος που της είναι απαραίτητο για να αθλή και οπλίζοντάς σας εναντίον του διάβολου. Διότι αγριώτερα τώρα σας επιτίθεται. Όσο μεγαλύτερη η δωρεά τόσο μεγαλύτερος και ο πόλεμος. Αν μέσα στον παράδεισο είδε μονάχα ένα άνθρωπο ο διάβολος και δεν τον ανέχθηκε, πώς τι ανεχθή τόσους στον ουρανό, πες μου; Εξαγρίωσες το θηρίο αλλά μη φοβηθής. Μεγαλύτερη δύναμι πήρες, μάχαιρα ακονισμένη. Μ’ αυτή να κεντήσης τον όφι. Γι’ αυτό ο Θεός τον άφησε να εξαγριωθή εναντίον σου, για να λάβης έτσι πείρα της δυνάμεως που απόκτησες. Κι όπως ένας καλός προπονητής παίρνει τον ακάθαρτο, εξαντλημένο κι αμελημένο αθλητή και αφού του αλείψη με λάδι το κορμί, αφού τον γυμνάση, αφού τον ξανακάνη εύρωστο, υστέρα δεν τον αφήνει σε ησυχία,  αλλά τον σπρώχνει στο στάδιο για ν’ αγωνισθή και να λάβη έτσι πείρα της δυνάμεως που απόκτησε, το ίδιο έκαμε και ο Χριστός.
Μπορούσε να ξεκάμη μονομιάς τον εχθρό. Αλλά για να μάθης εσύ την υπερβολή της χάριτος, το μέγεθος της πνευματικής δυνάμεως, που έλαβες με το βάπτισμα, σας αφήνει και τους δυο να πιάνεσθε μέση με μέση, επιφυλάσσοντας σε σένα πολλούς στεφάνους. Γι’ αυτό κάθε μέρα, όλη την εβδομάδα, αδιάκοπα διδάσκεσθε, για να πάρετε ακριβή γνώσι για όλα τα καθέκαστα της πάλης. Ακόμη και ως γάμος πνευματικός μπορεί να θεωρηθή ό,τι ήδη έγινε. Και στους γάμους επί επτά μέρες μένει κλειστή η παστάδα. Γι’ αυτό κι εμείς επί επτά μέρες σας καθοδηγούμε πώς να συμπεριφέρεστε στους νυμφικούς θαλάμους. Αλλά στους γάμους, μετά την πάροδο των επτά ημερών, ανοίγει η παστάδα. Ενώ εδώ όσο θέλεις μένεις στη νυμφική απόλαυσι. Στους γάμους τους άλλους η νύμφη ύστερα από τον πρώτο και τον δεύτερο μήνα δεν είναι το ίδιο ποθητή στον γαμπρό. Εδώ όμως συμβαίνει το αντίθετο. Όσο περνά ο καιρός, τόσο θερμότεροι οι έρωτες του νυμφίου, τόσο γλυκύτεροι οι εναγκαλισμοί, τόσο πνευματικώτερη η συνουσία, αν γρηγορούμε και νήφουμε. Έπειτα· στα σώματα, μετά τη νεότητα, έρχονται τα γηρατειά. Εδώ, μετά τα γηρατειά, η νεότης, και μάλιστα νεότης που δεν έχει τέλος αν θέλουμε. Μεγάλη η χάρις, αλλά θα είναι αφθονώτερη αν το θελήσουμε. Και ο Παύλος μέγας ήταν όταν βαπτιζόταν, αλλά πολύ μεγαλύτερος έγινε υστερότερα, όταν κήρυττε και έρριχνε σε σύγχυση τους ιουδαίους. Κατόπιν αρπάχθηκε στον παράδεισο, στον τρίτο ανέβηκε ουρανό. Ώστε μπορούμε κι εμείς, αν θέλουμε, να αυξηθούμε , και τη χάρι που λάβαμε με το βάπτισμα να τη μεγαλώσουμε. Και μεγαλώνει με τα καλά έργα και γίνεται έτσι λαμπρότερη και φαιδρότερο φως στον νυμφώνα και θ’ απολαύσουμε τ’ αγαθά που περιμένουν όσους τον αγαπούν.  Τα οποία είθε σε όλους μας να δοθούν, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μεθ’ ου τω Πατρί  και τω Αγίω Πνεύματι δόξα και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙ ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΕΩΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ








Το θεσπέσιο γεγονός της εκ νεκρών Αναστάσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί για τη συνείδηση της Αγίας μας Εκκλησίας την φλόγα και τη ζέση, η οποία δίνει τη δύναμη και την ενέργεια σε Αυτή να πορεύεται αταλάντευτη στους αιώνες. Στην αντίθετη περίπτωση « ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών. Ευρισκόμεθα δε και ψευδομάρτυρες του Θεού, ότι εμαρτυρήσαμεν κατά του Θεού ότι ήγειρε τον Χριστόν, όν ουκ ήγειρεν» (Α΄Κορ.15,14-15). Εάν έλειπε από την Εκκλησία το γεγονός της Αναστάσεως, Αυτή θα ήταν καταδικασμένη να σβήσει συγχρόνως με τη γέννησή της! Γι' αυτό το λόγο η Ανάσταση του Κυρίου μας είναι για ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο, και ιδιαίτερα για την Ορθοδοξία μας, η «εορτή των εορτών και η πανήγυρις των πανηγύρεων» και όλοι οι πιστοί «αγαλομένω ποδί» προσέρχονται να απολαύσουν την πλούσια πνευματική τράπεζα του Αναστάντα Λυτρωτή μας.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας με εμφανή ενθουσιασμό έδωσαν στα συγγράμματά τους την αληθινή διάσταση στο μεγάλο γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού μας. Ο άγιος Ειρηναίος επίσκοπος Λουγδούνου (Λυώνος),(+199) είναι ένας από αυτούς. Στην περίφημη περί ανακεφαλαιώσεως θεολογία του εντάσσει το γεγονός αυτό στο γενικότερο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Στο θεανδρικό Πρόσωπο του Ιησού Χριστού συντελέσθηκε η αναδημιουργία του πεπτωκότος ανθρώπου και ολοκλήρου της κτίσεως (Ειρην. C.H.. III,16,6). Η Ενανθρώπηση και η Ανάσταση του Λυτρωτή είναι οι δύο κορυφαίοι σταθμοί του έργου της απολυτρώσεως. Δια της Ενανθρωπήσεως του Λόγου ο Θεός εισέρχεται στην ιστορία, δια της Αναστάσεώς Του ο άνθρωπος εισέρχεται στην αιωνιότητα! Η Ενανθρώπηση είναι η ευλογημένη αρχή η Ανάσταση είναι το θριαμβευτικό πέρας του θείου έργου της σωτηρίας του κόσμου.
Ο πρώτος Αδάμ, ο χοϊκός προπάτοράς μας, σύμφωνα με τον ιερό Πατέρα, εξαιτίας του πονηρού και της δικής του συγκαταθέσεως εξέπεσε και έγινε φορέας του κακού και της αμαρτίας και υποκείμενος του θανάτου. Ο Χριστός, ο δεύτερος Αδάμ (Α΄Κορ.15,45) επειράσθη και Αυτός από τον πονηρό για την ικανοποίηση της φυσικής ανάγκης της τροφής ( Γεν.3, 15 ). Όμως Αυτός δεν υπέκυψε, όπως ο πρώτος Αδάμ, στην παγίδα του πονηρού. Έμεινε υπάκουος στο θέλημα του «πέμπψαντός του Πατρός» (Ιωάν.4,34). Η έπαρση του χοϊκού Αδάμ απέκοψε το ανθρώπινο γένος από τη ζωή και το οδήγησε στο θάνατο. Αντίθετα η έσχατη υπακοή και η ταπείνωση (Φιλιπ.2,8) του Χριστού νίκησε το θάνατο και επανένωσε την ανθρωπότητα με τη ζωή, (Ειρην. C.Η.V.21,3, P.G.7,1181-1182 και Επίδ. Αποστ. Κηρύγμ. 33 ).
Ο θάνατος δεν είναι στοιχείο της ανθρωπίνης φύσεως, αλλά είναι προϊόν της αμαρτίας (Ρωμ.6,23 ). Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό να ζει αθάνατος. Η αμαρτία όμως εισήγαγε τον θάνατο στην ανθρώπινη φύση ως αφύσικη κατάσταση. Η νίκη του Χριστού κατά του θανάτου και του ’δη θεράπευσε την ανθρώπινη φύση από το ξένο και αφύσικο αυτό στοιχείο. Η Ανάσταση δε του Λυτρωτή « απαρχή (της αναστάσεως) των κεκοιμημένων εγένετο» (Α΄Κορ.15,20 ). Η Ανάσταση του Κυρίου κατέρριψε όλους τους φραγμούς που εμποδίζουν τον άνθρωπο να εισέλθει στην αιωνιότητα,(Ειρην. C.H.V.23, 2, P.G.7, 1182-1183). Η εν Χριστώ σωτηρία είναι ουσιαστικά «εκκένωσις του θανάτου» και χορήγηση της ζωής (Ειρην. C.H.III,23,7).
To ξύλο της Εδέμ (Γεν.2ο κεφ) έγινε η αιτία της πτώσεως του πρώτου ανθρώπου. Δι' αυτού ο γενάρχης ξέπεσε και κατεστάθη θνητός. Το ξύλο του Σταυρού έγινε αιτία να ξαναγίνει πάλι ο άνθρωπος αθάνατος. «Η αμαρτία, γράφει ο ιερός πατήρ, η οποία προήλθεν εκ του ξύλου, εξηλείφθη δια του ξύλου της υπακοής, επί του οποίου εσταυρώθη ο Υιός του ανθρώπου, υπακούων εις τον Θεόν, καταργήσας ούτω την γνώσιν του κακού συνετέλεσεν, ώστε να ανθίση εις τας ψυχάς των ανθρώπων η γνώσις του καλού. Επειδή δε το κακόν συνίσταται εις την ανυπακοήν κατά του Θεού, το καλόν συνίστα εις την υπακοήν. . . Ώστε δια της μέχρι θανάτου, και δη θανάτου Σταυρού, υπακοής του εξιλέωσε την αρχαίαν διά του ξύλου προκληθείσαν ανυπακοήν. . . Ήτο δίκαιον και αναγκαίον αυτός, ο οποίος κατέστη ορατός, να οδηγήση όλα τα ορατά πράγματα εις την εις την συμμετοχήν του Σταυρού Του και ούτως υπό την ορατήν Του μορφήν η επίδρασίς Του εγένετο αισθητή εις όλα τα ορατά πράγματα» ( Ειρην. Επίδ. Αποστ. Κηρύματος 34).
Το μέγα γεγονός της Αναστάσεως του Σωτήρος ο άγιος Ειρηναίος το συνδυάζει με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Η πραγματικότης της Αναστάσεως συνδέεται με την πραγματικότητα της αληθούς μεταβολής του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού (Ειρην. C.IV,18,4-5). Ο κοινωνών του αναστημένου και αυθαρτοποιημένου Σώματος του Κυρίου, καθίσταται και ο ίδιος δυνάμει αναστηθείς και αφθαρτοποιηθείς εν Χριστώ (C.IV,5,5 και 33,2).
Η πίστη στην Ανάσταση του Κυρίου, κατά τον ιερό πατέρα, αποτελεί το θεμελιώδες κεφάλαιο της χριστιανικής σωτηριολογίας. «Εάν (ο Χριστός) δεν εγεννήθη, άρα δεν απέθανε, και εάν δεν απέθανε, δεν ανέστη εκ νεκρών, δεν εθριάμβευσεν άρα επί του θανάτου και δεν κατήργησε το κράτος του, και εάν δεν εθριάμβευσεν επί του θανάτου, πως θα δυνηθώμεν να υψωθώμεν μέχρι της ζωής ημείς, οι οποίοι εξ αρχής υποκείμεθα εις τον θάνατον, Όσοι λοιπόν δεν παραδέχονται την σωτηρίαν του ανθρώπου, και δεν πιστεύουν, ότι ο Θεός θα τους αναστήση εκ νεκρών, ούτοι περιφρονούν την γέννησιν του Κυρίου ημών. Ο Λόγος του Θεού, ευδοκήσας να σαρκωθεί, εδέχθη αυτήν την γέννησιν, δια να μας αποδείξη την ανάστασιν της σαρκός και να προηγηθή όλων ημών εις τον ουρανόν» ( Ειρην. Επίδ. Αποστ. Κηρυγμ. 39).
Ο Θεός Λόγος με την θεία Ενανθρώπησή Του έγινε όμοιος με τον άνθρωπο κατά πάντα εκτός της αμαρτίας. Αυτήν την ανθρώπινη τραυματισμένη και αμαυρωμένη από την αμαρτία εικόνα με την Ανάστασή Του την αυθαρτοποίησε και τη θέωσε, έτσι ώστε «και την εικόνα έδειξεν αληθώς, αυτός τούτο γενόμενος όπερ ήν εικών αυτού, και την ομοίωσιν βεβαίως κατέστησε, συνεξομοιώσας τον άνθρωπον τω αοράτω Πατρί» (Ειρην. C.H.IV,16,2). H νέα αναδημιουργηθείσα εν Χριστώ ανθρώπινη φύση είναι η ίδια η ένδοξη μεταναστάσιμη ανθρώπινη φύση του Χριστού. Ο «κολλώμενος τω Κυρίω» (Α΄Κορ.6,17) μετέχει αυτής της θεωμένης και δοξασμένης φύσεως. Χάρη στο σωτηριώδες έργο του Χριστού, με επιστέγασμα την Ανάστασή Του, «ο γεννητός και πεπλασμένος άνθρωπος κατ΄εικόνα και ομοίωσιν του αγεννήτου γίνεται Θεού» (Ειρην. C.H.IV, 38,3).
Ο Αναστάς Χριστός, όπως ευστοχότατα θεολόγησε ο μεγάλος αυτός πατέρας της αρχαίας Εκκλησίας μας, ανακεφαλαίωσε στον εαυτό του τον πεπτωκότα άνθρωπο και δια του εκουσίου Πάθους και της Αναστάσεώς Του συνέτριψε ολοκληρωτικά και μόνιμα το κράτος του διαβόλου και κατήργησε τον «ολετήρα της κτίσεως». Η Ανάσταση του Σωτήρος μας είναι το επιστέγασμα της αποκαταστάσεως και ανακεφαλαιώσεως του μεταπτωτικού ανθρώπου και ολοκλήρου της δημιουργίας. Γι' αυτό δικαιολογημένα η αγία μας Εκκλησία μας καλεί να «Προσέλθωμεν λαμπαδηφόροι, τω προϊόντι Χριστώ εκ του μνήματος, ως νυμφίω, και συνεορτάσωμεν, ταις φιλεόρτοις τάξεσι, Πάσχα Θεού το σωτήριον» ( Κανών του Πάσχα, 2ο τροπ. Της ε΄ ωδής).
 ΛΑΜΠΡΟΣ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΣ Θεολόγος - Καθηγητής.

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

ANAΣΤΑΣΙΜΟ ΜΗΝΥΜΑ


ΙΕΡΟΣ  ΝΑΟΣ  ΑΓΙΟΥ  ΙΩΑΝΝΟΥ  ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ  ΓΟΜΟΣΤΟΥ
                                                              ΠΑΣΧΑ  2012

            







Ο Χριστός ανεστήθη απο τους νεκρούς, αφού νίκησε και κατήργησε τον θάνατο με τον δικό Του θάνατο επάνω στο Σταυρό κι έτσι εχάρισε σ’ αυτούς που ήσαν θαμμένοι στα μνήματα την αιώνιο ζωή.

Μέσα σε αυτή την ευφρόσυνη χαρά της Αναστάσεως , έχουμε χρέος ώς γνήσιοι χριστιανοί να συγχωρήσουμε όλους αυτούς που μας έβλαψαν , διότι λέμε στην Εκκλησία:  ‘  Συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει και ούτω βοήσωμεν Χριστός Ανέστη...’ .

Εύχομαι ολόψυχα η Αναστάσιμη χαρά να πληρεί τις καρδιές όλων μας και η πίστη στην Ανάσταση να μας εμπνέει αισιοδοξία, δύναμη  στις δυσκολίες της ζωής και αγάπη για όλο τον κόσμο! ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΥ ΦΙΛΟΥ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ





Θά σας ενθυμίσω ένα ώραίο ρητό του μεγάλου μας πατρός Επιφανίου Επισκόπου Κύπρου, το οποίον εξεφώνησε κάποτε στην αρχή ενός λόγου του. «Προ εξ ημερών του Πάσχα, διά των πέντε αισθήσεων, τον τετραήμερον ο τριήμερος, ταις δυσί τον έναν χαρίζεται».
Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος αποτε­λείωσε την αποστολή Του και θεράπευσε το πανανθρώ­πινο τραύμα και σε έξι ημέρες θα παρεδίδετο στα πανάχραντά Του πάθη, όπου θα εσφράγιζε την επιτυχία της σωτηρίας μας, έδειξε, σαν προοίμιο σε μας τους μαθητές Του και γενικά σε όλον τον κόσμο, ότι υπάρχει ανάσταση νεκρών και ότι Αυτός είναι όντως «η Ανάστασις και η Ζωή». Ακριβώς πριν από τα συνταρακτικά τούτα γεγονότα, της αναστάσεως δηλαδή του Κυρίου, προηγήθηκεν κατά έξι μέρες η ανάσταση του Λαζάρου, ο οποίος, όπως ξέρετε, ήταν φίλος του Χριστού. Και ο Σίμων ο λεπρός, ο Φαρισαίος, ο πατέρας του Λαζάρου, επειδή ήταν πιστός, αρεσκόταν ο Κύριος να συχνάζη στην οικία του και να έχη φιλικές σχέσεις με αυτήν την οικογένεια.
Ανέστησε φυσικά τον Λάζαρο, όχι τόσο για να δείξη την δύναμη της θεοπρεπούς Του μεγαλωσύνης, άλλωστε το είχε κάνει και ενωρίτερα αυτό σε άλλες περιπτώσεις, αλλά για να δείξη ότι πλησιάζει το προοίμιο της συντριβής του θανάτου και της γενικής αναστάσεως της ανθρωπινής φύσεως και της αποκαταστάσεως συμπάσης της κτίσεως «της υποταγείσης εις την φθοράν» εξ αιτίας της πτώσεως του ανθρώπου.
Το ιστορικό γεγονός της αναστάσεως του Λαζάρου το φέρομε στην αναγωγή, καθώς πολλές φορές κάνουν οι Πατέρες μας ερμηνεύοντας την Γραφή, για να ορθάσωμεν έτσι σ΄ ένα πόρισμα πνευματικό, το οποίο πολύ θα μας ώφελήση. Κάθε τί το οποίο περιέχεται στην Γραφή, έχει πολλαπλές ερμηνείες. Η ανάσταση του ιστορικού Λαζάρου έγινε τότε, αλλά αυτό, μεταφερό­μενο στην αλληγορία, ενεργείται κάθε μέρα στις ψυχές των ανθρώπων. Η αναγωγή λοιπόν είναι η εξής. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος είναι πάντοτε μαζί μας, όπως ο Ίδιος ομολογεί, «ιδού εγώ μεθ΄ υμών είμι πάσας τάς ημέρας, εώς της συντέλειας του αιώνος», περιστρέφεται και ανασκοπεί του καθενός την κατά­σταση και μυστικώς εκφράζει στις ουράνιες Του δυνάμεις και στους σεσωσμένους· «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται». Κάθε ένας από μας είναι νεκρός Λάζαρος και φίλος του Ιησού μας, χάριν του ότι για μας εθυσιάσθη, για όλους ενδιαφέρεται. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο παντογνώστης Θεός, ο πανάγαθος Δεσπότης και ο αληθινός μας πατέρας, βλέποντας την νέκρωσή μας, συνεχώς φωνάζει προς τις ουράνιες δυνάμεις Του. «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται». Τώρα ποιος από μας τους κεκοιμημένους θα είναι ικανός να προκαλέση την συμπάθειά Του, ούτως ώστε να επέμβη και να τον αναστήση; Γιατί αυτός μόνος Του ομολόγησε ότι, «εγώ είμι η ανάστασις και η ζωή». Όπως αναφέρεται, όταν η αδελφή του Λαζάρου η μεγαλύτερη, η Μάρθα, αν και πίστευε στον Ιησού Χριστό, εν τούτοις, από το βόγγο του πόνου πού έχασε τον μονάκριβο της αδελφό, ξεχνώντας την δύναμη της αναστάσεως πού βρισκόταν σ΄ Αυτόν, άρχισε να του λέη με παράπονο: «Κύριε, ει ης ώδε, ουκ αν απέθανε μου ο αδελφός». Και ο Ιησούς απαντά: «Αναστήσεται ο αδελφός σου». Πάλιν αυτή δεν καταλαβαίνει το νόημα και επιμένει: «Ναι, Κύριε, ξέρω ότι στην έσχατη ήμερα της παλιγγενεσίας και αυτός θα αναστηθή». Τότε ο Ιησούς διακηρύττει: «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή.
Λοιπόν αυτός είναι ο Ιησούς μας ο οποίος μένει μαζί μας σαν η αιωνία και μόνιμος ανάσταση και προσδοκά του καθενός μας την ανάσταση. Πότε θα στραφούμε προς Αυτόν να έκφράσωμε τον πόνο της νεκρώσεως μας, για να φωνάξη και σε ΄μάς: «Λάζαρε, δεύρο έξω». Για να γίνη αυτό χρειαζόμαστε συμπαρα­στάτες, όπως είχε και ο Λάζαρος τις δύο αδελφές, την Μάρθα και την Μαρία. Η μέν Μάρθα συμβολίζει κατά τους Πατέρες την πρακτική εργασία, την πρακτική μετάνοια και τα σωματικά έργα. Η δε Μαρία συμβολίζει την θεωρία, την πνευματική εσωστρέφεια μέσω της οποίας επικοινωνεί κάθε λογική ψυχή με τον Θεό. Η πρακτική μετάνοια συνίσταται στον πόνο, στο πένθος και στο κλάμα «υπέρ των προτέρων αμαρτημάτων» και στο πένθος υπέρ της ανακτήσεως των αρετών και των χαρισμάτων, τα όποια κληρονομικά μας παρέδωσε ο Ιησούς μας και ανήκουν στον καθένα από ‘μάς. Όύπω γάρ έφανερώθη -λέγει ο Άγιος Ιωάννης- τί έσόμεθα, οίδαμεν δε, όταν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα». Δηλαδή θα δούμε τον Κύριο μας στην ήμερα εκείνη της παλιγγενεσίας και θα είμεθα όμοιοι με αυτόν. «Ο Θεός εν μέσω Θεών» εκμαγεία του αρχετύπου.
Για να φθάσωμε σ΄ αυτήν την αξία, πρέπει, όπως είπα, να αποκτήσωμε πρωτίστως την συνεχή ειλικρινή πρακτική μετάνοια, πού αυτή θα μας οδηγήση στην θεωρία. Επειδή πρακτικά αμαρτήσαμε, πρακτικά αρ­νηθήκαμε τον Ιησού μας, πρακτικά τον προσβάλαμε και τον προδώσαμε, πρακτικά τώρα να επιστρέψωμε πίσω και ν΄αποδείξωμεν ότι πλέον δεν θα ξανακάμψω­με τα γόνατα μας μπροστά σε κάθε είδωλο της αμαρτίας.
Είμεθα υπόχρεοι τώρα, ο καθ’ ένας από ‘μάς, ν’ αποκτήσωμε τις δύο αδελφές, την πραγματική πράξη της μετανοίας πού μας οδηγεί μακριά από κάθε παράβαση της εντολής. Άρνηση στον Θεό δεν υπάρχει από κανένα λογικό όν, και από αυτούς ακόμα τους άθεους, τους ύλιστές, τους αναρχικούς. Ας κομπάζουν με τα χείλη. Δεν μπορούν ν΄ αρνηθούν τον Θεό, διότι, για να μπορέσωμε να αρνηθούμε ένα πράγμα, πρέπει να είμαστε δυνατοί να το καταργήσωμε. Τότε θα καυχη­θούμε πάνω στην απιστία μας ότι όντως αυτό δεν υπάρχει, το καταστρέψαμε. Αν εμείς αρνηθούμε Αυτόν, λέει ο Παύλος, αυτός πιστός μένει. Ποία λοιπόν είναι η άρνηση αφού τα πράγματα είναι έτσι; Η άρνηση είναι στην παράβαση της εντολής. Αυτό μας διδάσκει η πα­γκόσμια ιστορία. Και τα δύο στοιχεία, το ανθρώπινο και το αγγελικό, τα όποια κατέβησαν και συνετρίβησαν, δεν άρνήθησαν τον Θεό, αλλά την εντολή. Και ακριβώς η παράβαση της εντολής, πού θεωρείται άρνηση, προκά­λεσε την πτώση, την συντριβή και τον θάνατο. Τώρα και σε μας ο τρόπος της επιστροφής είναι η πρακτική ομολογία. Από εκεί πού πλανηθήκαμε και παρασυρ­θήκαμε και αρχίσαμε να παραβαίνουμε τις εντολές του Χριστού μας και καταρρακώσαμε την προσωπικότητα μας, από την Ίδια θύρα θα επιστρέψωμε. Να παύσωμε να άμαρτάνωμε, να τον άρνούμεθα και να τον προδί­δουμε. Αφού φθάσωμε σ’ αυτήν την κατάσταση διά της Χάριτος Του, τότε βαθύτερα μέσα στο είναι μας θα ριζώση η αίσθηση αυτή της μετανοίας πού θα μας προκαλέση το πένθος και τον πόνο και το δάκρυ. Τότε ο νους ελεύθερος από την επίδραση και την αιχμαλωσία των εξωτερικών σφαλμάτων, της εξωτερικής χρεωκοπίας, γυρίζει προς τον Θεό και συνεχώς πενθών ζητεί το έλεος Του· και αυτή είναι η θέση της Μαρίας. Όταν οι δύο αδελφές αποκτηθούν, να είστε βέβαιοι ότι τότε ο Λάζαρος νους, το ψυχικό μας είναι, θα αναστηθή, όπως τότε στον ιστορικό Λάζαρο. Και τότε, όπως αναφέρει το ευαγγέλιο, επισκέφθηκε ο Ιησούς μας την οικία του Λαζάρου και του παρέθεσαν εκεί τράπεζα και ο Λάζαρος «ην εις των συνανακειμένων». Έτσι και ο Λάζαρος νους θα ευρίσκεται μαζί με τον Ιησού μας στην πνευματική ευφροσύνη, εκεί όπου μας διαβεβαιώνει ότι «ετοιμάσω ημίν τόπον». Εκεί στην ουράνια πανευφροσύνη, ως κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Ιησού μας, θα ευρισκόμαστε και ΄μείς, όπως τότε ο Λάζαρος, στην ιδία τράπεζα «συνευοχούμενοι» και όχι πενθούντες για τον θάνατο, αλλά χαίροντες για την δική μας ανάσταση.
Ο καθένας από μας λοιπόν ας επΙσπεύση να αποκτήση χωρίς χρονοτριβή τις αρετές πού αντιπρο­σωπεύουν οι δύο αδελφές, Μάρθα και Μαρία, πού είναι ικανές να πείσουν τον Ιησού μας να παρουσιάση το πτώμα του νεκρού νου και να διατάξη ως Πανσθενουργός Λόγος το «Λάζαρε, δεύρο έξω» από τον τάφο της αναισθησίας και «είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου». Αμήν.
Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ (Βατοπαιδινού), § Περί της Αναστάσεως του Λαζάρου Αθωνικά Μηνύματα, σελ. 139-145, Έκδοσις Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1995.

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Η χρήση των πατερικών κειμένων στη διδασκαλία του θρησκευτικού μαθήματος


Φώτιος Σω

τ. Ιωαννίδης
Λέκτορας Τμ. Θεολογίας Α.Π.Θ.
Επιμορφωτικη Ημεριδα των Θεολογων-Αρτα 22/11/2004





Χαιρετισμοί
Η εισήγηση θα αναφερθεί με συντομία στο κύρος και την προσφορά των Πατέρων της Εκκλησίας, σε κάποιες βασικές αρχές για την ερμηνευτική προσέγγιση της σκέψης τους, στον εντοπισμό προβλημάτων γύρω από το θέμα που μας απασχολεί καθώς και στη διατύπωση ορισμένων απόψεων, που ίσως αποτελέσουν αφορμή για προβληματισμό και συζήτηση στο διάλογο που θα ακολουθήσει.
1.   Η σπουδαιότητα και το κύρος των Πατέρων
Η Ορθόδοξη Εκκλησία διαφυλάττει ανόθευτη την αποστολική αλήθεια και ακέραιες τις διδασκαλίες των Πατέρων της. Έχοντας μάλιστα τη βεβαιότητα της αγιοπνευματικής συνεργίας στο θεολογικό τους έργο, χαρακτηρίζει τους ίδιους θεόπνευστους και θεοπαράδοτα τα συγγράμματα τους (Πενθέκτη Σύνοδος, ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδος, Τόμος Συνόδου έτους 1351). Εξαιτίας αυτής της βεβαιότητας, αποδίδει στην πατερική Παράδοση κύρος ίσο με αυτό της Αγίας Γραφής.
   Η διδασκαλία των Πατέρων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη αλήθεια της Γραφής.  Η θεολογική  συμβολή  της συνίσταται στη  φανέρωση  του  κρυμμένου θησαυρού που βρίσκεται κάτω από το γράμμα της Γραφής και αποτελεί συνέχεια, επεξεργασία και   βιωματική   έκφραση   αυτής.   Στη   συνείδηση   της   Εκκλησίας   ο πατερικός λόγος αποτελεί συνέχεια και προέκταση του αποστολικού λόγου κι έτσι Γραφή και Παράδοση δεν αποτελούν μόνο την ενιαία έκφραση της θείας αλήθειας, αλλά και την οδό που οδηγεί τον άνθρωπο στη σωτηρία του.
    Οι άγιοι Πατέρες είναι τα γνήσια πρότυπα της χριστιανικής ζωής. Με το έργο και τη ζωή τους συνδέουν το υπεραισθητό με το αισθητό, το κτιστό με το άκτιστο, το χρόνο με την αιωνιότητα. Κατά συνέπεια, η παρουσία και η μαρτυρία τους δεν εξαντλείται στην αρχαιότητα, γιατί η αγιαστική ενέργεια του Πνεύματος συνεχίζει να τελοιεί τα μέλη της Εκκλησίας και να αναδεικνύει Πατέρες και διδασκάλους.
2.   Το έργο και η προσφορά των Πατέρων
Το έργο και η προσφορά των Πατέρων δεν εξαντλείται στο θεολογικό πεδίο της ερμηνείας της αλήθειας και της ορθής διατύπωσης των δογμάτων της Εκκλησίας. Το πλούσιο και πολύπλευρο έργο τους συμβάλλει, σε κάθε εποχή, στο ανθρωπιστικό ιδεώδες και προσφέρει καρπούς στην ιστορία του πνεύματος και του πολιτισμού, ενώ με το φρόνημα, το ήθος και το βίο τους γίνονται οι εκφραστές του ανακαινισμένου εν Χριστώ ανθρώπου.
Οι Πατέρες ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο, πλούσιο ή φτωχό, ισχυρό ή αδύνατο, μορφωμένο ή απαίδευτο, για τη δικαιοσύνη, την αξία και την ελευθερία του ανθρώπου, για την ισότητα και την ειρήνη. Ο λόγος τους είναι προφητικός, επαναστατικός, χαρισματικός, απελευθερωτικός, κενωτικός και θεραπευτικός. Προσλαμβάνουν τον κόσμο και τα πνευματικά αγαθά του, χρησιμοποιώντας τα και εντάσσοντας τα αριστοτεχνικά στην έκφραση της αλήθειας και στην προοπτική της μεταμόρφωσης.
3.   Προϋποθέσεις κατανόησης της πατερικής θεολογίας
   Η ουσιαστική κατανόηση του πνεύματος της πατερικής θεολογίας    προϋποθέτει πρωτίστως τη ριζική μεταβολή της προσωπικής ζωής του ανθρώπου και τη μετοχή του στη ζωή της Εκκλησίας. Η αυτονόμηση του τελευταίου από το εκκλησιαστικό βίωμα και άρα από τις εμπειρίες των Πατέρων δυσχεραίνει την κατανόηση αυτού του πνεύματος και αποτελεί τον πρώτο λόγο ακαταληψίας της πατερικής θεολογίας. Συνεπώς, η κατανόηση της πατερικής γραμματείας βρίσκεται πέρα από τις δυσχέρειες που γεννούν τα ιστορικοφιλολογικα προβλήματα των κειμένων και οπωσδήποτε δεν εξαντλείται σ' αυτά. Έτσι, για την κατανόηση της διδασκαλίας ενός Πατέρα, ενώ κρίνεται   αναγκαία   η   καλή   γνώση   του   εκφραστικού   μέσου,   του   πολιτιστικού περιβάλλοντος και της ιστορίας της εποχής του, εντούτοις τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν και ασφαλή τεκμήρια για την κατανόηση της.
Οι Πατέρες ερμηνεύουν την αλήθεια χωρίς να αλλοιώνουν το περιεχόμενο της, χωρίς να την υποτάσσουν σε φιλοσοφικές κατηγορίες και χωρίς να κατασκευάζουν θεολογικά συστήματα. Οι διδασκαλίες τους είναι απόρροια της προσωπικής τους πνευματικής εμπειρίας, την οποία βιώνουν μέσα στην Εκκλησία με την προσευχή, τη μετοχή στα μυστήρια και την άσκηση. Η φωνή των Πατέρων είναι η φωνή του Αγίου Πνεύματος, που κατευθύνει και φωτίζει τη σκέψη τους.
Οι Πατέρες δεν αυτονομούν τις αρετές ούτε όμως και τις αστοχίες των ανθρώπων. Τις εντάσσουν στο εκκλησιαστικό σώμα. Έτσι, οποιαδήποτε πράξη του ανθρώπου χαρακτηρίζεται ως αρετή ή αμαρτία όχι τόσο από τα θετικά ή αρνητικά της αποτελέσματα, αλλά από το αν εκπηγάζει ή προάγει ή λυμαίνεται την αγάπη και την ενότητα του Σώματος του Χριστού. Κατά συνέπεια, ο Χριστιανός εκλαμβάνεται ως οικουμενικό πρόσωπο, που καλείται να ενσαρκώσει στην επίγεια ζωή του την αγάπη, με σκοπό τη δική του μεταμόρφωση, αλλά και του κόσμου.
Η πατερική διδασκαλία τονίζει την χωρίς προϋποθέσεις αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. Αναδεικνύει την οικειότητα που υπάρχει ανάμεσα στο Θεό εν Χριστώ και τον άνθρωπο, τοποθετεί τις σχέσεις των ανθρώπων στη βάση του φιλάδελφου πνεύματος και του διαλόγου, δίνει διέξοδο στα υπαρξιακά αδιέξοδα και φανερώνει τα χαρίσματα και τις εσωτερικές δυνάμεις του ανθρώπου.
4.   Η αναγκαιότητα της μελέτης των πατερικών έργων στη διδασκαλία του θρησκευτικού μαθήματος
Με βάση όλα όσα εκτέθηκαν παραπάνω πιστεύουμε πως η προσέγγιση και η σπουδή των Πατέρων της Εκκλησίας στο μάθημα των Θρησκευτικών κρίνεται αναγκαία, όχι μόνο για να πληροφορήσουμε τους μαθητές ποιοι και τι ήσαν αυτοί, τι δίδασκαν και ποιο το πνευματικό κλίμα της εποχής τους, αλλά κυρίως για να ψηλαφίσουμε την αγωνία τους για την αλήθεια, να παρακολουθήσουμε την πιστότητα στην Παράδοση και την εμπιστοσύνη τους στο Αγιο Πνεύμα. Να γνωρίσουμε το εύρος της πνευματικής τους καλλιέργειας, την ευγένεια, τη γενναιοψυχία και την αισθαντικότητά τους. Να εκπλαγούμε από το θάρρος και την αγωνιστικότητα τους. Να ζήσουμε την ελπίδα τους, τις στιγμές της χαράς και  της αγωνίας τους, να θαυμάσουμε το μεστό και πάντα επίκαιρο λόγο τους, αλλά και να γευτούμε κάτι από τις θείες εμπειρίες τους.
Σύμφωνα με την αρχαία ασκήτρια Θεοδώρα: «ο δάσκαλος οφείλει να φροντίζει τους μαθητές του σαν πατέρας και να ενδιαφέρεται για την ψυχή τους». Αυτή η διαχρονική αλήθεια νομίζω πως αφορά πρωτίστως το θεολόγο και το περιεχόμενο των διδαχών του, αφού άλλωστε κατά το Γέροντα Πορφύριο: «από τους Πατέρες θα μάθουν τα παιδιά. Η διδασκαλία των Πατέρων θα μάθει στα παιδιά μας για την εξομολόγηση, για τα πάθη, για τις κακίες, πώς νικούσαν οι άγιοι τον εαυτό τους. Κι εμείς θα προσευχόμαστε ο θεός να εγκύψει μέσα τους».
Παρόλα αυτά, είναι άξιο παρατήρησης και αναφοράς το γεγονός πως στη νεοελληνική εκπαίδευση, συμπεριλαμβανομένης και της πανεπιστημιακής, το ενδιαφέρον μας για τους Πατέρες και τη θεολογία τους είναι όψιμο, αφού μας απασχολεί μόλις τα τελευταία 40 χρόνια. Σ' όλα αυτά τα χρόνια, οι ιθύνοντες των εκπαιδευτικών προγραμμάτων για το μάθημα των Θρησκευτικών στη Μέση παιδεία, ενώ αναγνώριζαν την αξία και τη σπουδαιότητα της πατερικής γραμματείας, δεν την περιέλαβαν στα αναλυτικά προγράμματα ως κύρια ύλη. Στις δύο μόνο περιπτώσεις που αυτό συνέβη, κατά τις σχολικές χρονιές 1979-1980 στην Α' τάξη του Λυκείου και 1983-1984 στην Γ' τάξη του Γυμνασίου, πρέπει να λεχθεί πως επιβλήθηκε από λόγους ανάγκης, εξαιτίας της μη έγκαιρης συγγραφής των νέων σχολικών εγχειριδίων που θα αντικαθιστούσαν τα παλαιά. Τότε, όμως, η εσπευσμένη και πρόχειρη απόφαση για την είσοδο της πατερικής γραμματείας στα αναλυτικά προγράμματα της Μέσης παιδείας ουσιαστικά θυσίασε τη σπουδαιότητα της. Και τούτο, γιατί η επιλογή των κειμένων, που είχε γίνει το έτος 1969 και είχε περιληφθεί στο Ανθολόγιο Πατερικών Κειμένων, παρουσιαζόταν ανακόλουθη προς τα ισχύοντα την εποχή εκείνη νέα αναλυτικά προγράμματα του θρησκευτικού μαθήματος. Κατά συνέπεια, χάθηκε μία αγαθή συγκυρία να εισαχθεί σε μονιμότερη βάση ο πατερικός λόγος στην εκπαίδευση και να αποδειχθεί η σπουδαιότητα και η αξία του.
   Από   τότε,   και   μέχρι   τις   ημέρες   μας,   η   διδασκαλία   των   Πατέρων   στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση εξακολουθεί να είναι αποσπασματική και να κινείται στο περιθώριο   των   διδακτικών   ενοτήτων.   Τα   ισχύοντα   διδακτικά   εγχειρίδια   του μαθήματος των Θρησκευτικών στις τρεις τάξεις του Λυκείου παρουσιάζουν στις διδακτικές τους ενότητες σύντομα αποσπάσματα - τριών ή τεσσάρων γραμμών – από πατερικά έργα, τα οποία φρονούμε πως δεν προσφέρουν καμία συμβολή στη γνώση και την κατανόηση της πατερικής σκέψης. Στο διδακτικό εγχειρίδιο της Γ΄ τάξης του Γυμνασίου μπορεί να αντικρίσει κανείς καλύτερη εικόνα, σε σχέση με την προηγούμενη, αφού η έκθεση της ιστορικής ύλης προσφέρεται για την όποια αναφορά στους Πατέρες. Εκεί, υπάρχουν συγκεκριμένες διδακτικές ενότητες που ασχολούνται με το βίο και τη δράση κάποιων Πατέρων, ενώ υφίσταται, όπως και στο Λύκειο, η παράθεση σύντομων αποσπασμάτων από τα έργα τους. Αντιθέτως, στα διδακτικά εγχειρίδια των δύο πρώτων τάξεων του Γυμνασίου απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά σ' αυτούς ακόμα και η περιφερειακή παράθεση αποσπασμάτων από τη συγγραφική παραγωγή τους.
Από τα παραπάνω καθίσταται εμφανές πως ο πατερικός λόγος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση είναι υποτονικός και ο ρόλος του περιφερειακός. Οπωσδήποτε, γι' αυτό το φαινόμενο δεν ευθύνονται αποκλειστικά οι εκάστοτε συγγραφείς των διδακτικών βιβλίων, αλλά όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς κατάρτισης των αναλυτικών προγραμμάτων στη Μέση παιδεία, αφού το ζήτημα, κατά την άποψη μας, δεν είναι μόνο θεολογικό ή παιδαγωγικό, αλλά γενικότερων επιλογών της παιδευτικής στρατηγικής.
Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς πώς μία γραπτή Παράδοση, που έχει να παρουσιάσει τέτοιο γραμματειακό πλούτο, με χρονικό εύρος δύο χιλιάδων ετών, γραμμένη σ' όλους τους γλωσσικούς τύπους του έλληνα λόγου, να βρίσκεται στο περιθώριο και να μη μελετάται συστηματικά. Πώς η πλούσια Παράδοση της Φιλοκαλίας, αυτής των έντεκα αιώνων, ενώ σήμερα έχει μεταφραστεί σε πλήθος γλωσσών κι έχει αγγίξει την ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου σε Δύση και Ανατολή, Χριστιανού και μη, δεν ενδιαφέρει άμεσα τη Μέση ελληνική παιδεία κι αφήνει ανυποψίαστο για την ύπαρξη της τον Έλληνα μαθητή. Πώς αυτή η Παράδοση, που υμνεί τη ζωή, αποκαλύπτει την αλήθεια, κομίζει πανανθρώπινες αξίες, αγγίζει όλες τις πτυχές της καθημερινότητας και εξανθρωπίζει τον άνθρωπο, να αποτελεί ζήτημα διανοητικής και μόνο προσέγγισης από τους μαθητές και να είναι αποκομμένη από τη ζωντάνια και τον πλούτο των γραπτών μνημείων της, τα οποία μάλιστα μοιάζει σαν να. τα περιφρονεί. Λυτά τα παράδοξα διεκδικούν σίγουρα μία θέση στο βιβλίο Guinness!!!
Οι σύγχρονες απόψεις αρκετών θεολόγων, που θέλουν το θρησκευτικό μάθημα να είναι κυρίως προσφορά πολιτιστικού αγαθού προς τους μαθητές, μολονότι αρκετοί θα είχαν σοβαρές ενστάσεις, φρονούμε πως, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και ύστερα από σοβαρή επεξεργασία, βρίσκονται προς τη σωστή κατεύθυνση. Σύμφωνα λοιπόν με αυτές τις απόψεις, τα θρησκευτικά ως πολιτιστικό μάθημα δε θα αναφέρονται στις
διάφορες λαογραφικές κι εθιμικές παραδόσεις, αλλά στις θεμελιώδεις απαντήσεις, επιλογές και προτεραιότητες που καθορίζουν τη συνολική πρόταση ζωής την οποία αντιπροσωπεύει ένας πολιτισμός. Χωρίς να απονευρώνεται ο θεολογικός χαρακτήρας του  μαθήματος,  αλλάζει  η   μέθοδος  του.   Αν  δηλαδή   το  ομολογιακό   μάθημα χρησιμοποιούσε την αξιολογική  και κατηχητική μεθοδολογία, το πολιτιστικό θα χρησιμοποιεί την περιγραφική,  ιστορική κι ερμηνευτική,  σεβόμενο πλήρως την ελευθερία και τη θρησκευτική ετερότητα.  Η διδασκαλία των Θρησκευτικών ως πολιτιστικού μαθήματος δε θα αποβλέπει στην κατήχηση ή τον προσηλυτισμό, αλλά στην παροχή εκείνων των θρησκευτικών μορφωτικών αγαθών και στοιχείων που σημάδεψαν την πορεία του ελληνικού κι ευρωπαϊκού πολιτισμού. Θα αποβλέπει, δηλαδή, στο να βοηθήσει το μαθητή να γνωρίσει και να κατανοήσει τον κόσμο που τον περιβάλλει, στη διαμόρφωση του οποίου σπουδαίο ρόλο έπαιξε η Ορθοδοξία και ο Χριστιανισμός γενικότερα. Δε θα προέχει πλέον ο ομολογιακός χαρακτήρας, αλλά η συμβολή της θρησκείας και της θεολογίας στον ελληνικό κι ευρωπαϊκό πολιτισμό.
Φρονούμε όμως πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς τον πρωταγωνιστικό ρόλο της πατερικής γραμματείας, που άλλωστε δικαιωματικά της ανήκει, γιατί, τότε, το μάθημα των Θρησκευτικών θα ήταν κενό ουσιαστικού περιεχομένου, αφού ο Ορθόδοξος εκκλησιαστικός πολιτισμός είναι στην ουσία του ευχαριστιακός, λατρευτικός εν τέλει βιωματικός. Δεν ξέρω βέβαια με ποιον τρόπο ή κατά πόσο είναι εφικτό να απεμπολήσουμε τον ευρύ ομολογιακό χαρακτήρα από το μάθημα, γιατί ο Χριστιανισμός είναι ομολογιακή τοποθέτηση. Μάλιστα το πολιτιστικό αγαθό που έχει παραχθεί είναι προϊόν αυτής ακριβώς της ομολογίας στη γνήσια όμως και αληθινή ερμηνευτική της προσέγγιση. Επιπροσθέτως, η υιοθέτηση της περιγραφικής και ιστορικής μεθόδου για την παρουσίαση της Ορθοδοξίας θα εγκυμονεί τον κίνδυνο να μην παρουσιαστεί αυτή ως υπάρχουσα και ζώσα πρόταση αληθινής ζωής, όπως προκύπτει μέσα από κάθε σελίδα της πατερικής γραμματείας, αλλά ως πτυχή του θρησκευτικού φαινομένου ή ως απλό πολιτιστικό προϊόν. Η Ορθόδοξη Εκκλησία έδωσε και δίνει πολιτιστικό αγαθό με τα μνημεία του λόγου και της τέχνης της. Δεν πρέπει όμως να διαφύγει της προσοχής μας πως το προϊόν αυτό προέρχεται από τα πιστά μέλη της και είναι αποτέλεσμα της προσωπικής μετοχής τους στην αλήθεια της.
Προσωπικά θεωρώ πιο ρεαλιστική και εγγύτερη προς τον πυρήνα της Ορθοδοξίας την πρόταση του πανεπιστημιακού δασκάλου Νίκου Ματσούκα, ο οποίος, ήδη από τη δεκαετία του ’80 υπερασπίζεται την άποψη για τη σύνδεση του θρησκευτικού μαθήματος με την παιδεία και τον πολιτισμό, που όμως δε θα έχει βιωματικό ή κατηχητικό χαρακτήρα αλλά γνωστικό.  Σε ό,τι αφορά στο περιεχόμενο του θα περιλαμβάνει τα μνημεία του πολιτισμού όχι μόνο της ελληνορθόδοξης παράδοσης, αλλά όλης της Ορθοδοξίας. Η ελληνορθόδοξη παράδοση, που εμπνεύστηκε από τη θεολογία,   τη   λατρεία   και   τη   ζωή   της   Εκκλησίας   είναι   αδιαμφισβήτητα   μία πολιτιστική κληρονομιά και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού πολιτισμού. Ο καθηγητής Ματσούκας λοιπόν είναι της άποψης να γίνεται το μάθημα μέσα από δόκιμες   σχολιασμένες   μεταφράσεις    βιβλικών,    πατερικών,   λειτουργικών    και ασκητικών κειμένων, καθώς κι εκλεκτών έργων από την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
   Από την πλευρά μας, θα προτιμούσαμε η σπουδή της πατερικής γραμματείας στη Μέση παιδεία να είναι το κύριο αντικείμενο του θρησκευτικού μαθήματος σε μία τουλάχιστον τάξη του Γυμνασίου και σε μία του Λυκείου. Η ανάπτυξη της μπορεί να γίνει κλιμακωτά,  με επιλογή  κατάλληλων  κειμένων  και στις ήδη υπάρχουσες διδακτικές ώρες. Σε ό,τι αφορά στα κείμενα, υπάρχουν στις μέρες μας πολλές και καλές νεοελληνικές μεταφράσεις, οι οποίες θα απάλλασσαν το δάσκαλο και το μαθητή  από  τη  μορφολογική   επεξεργασία  του  κειμένου,  που  άλλωστε  είναι αντικείμενο άλλων μαθημάτων, και θα βοηθούσαν στην ερμηνευτική προσέγγιση της σκέψης των Πατέρων, αλλά και της γνησιότερης γνωριμίας με την Ορθοδοξία ως πρόταση και στάση αληθινής ζωής.
Η υπάρχουσα θεματική του αναλυτικού προγράμματος για το θρησκευτικό μάθημα στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση φρονούμε πως μπορεί κάλλιστα να αναπτυχθεί μέσα από την πατερική γραμματεία. Σήμερα, όμως, παρουσιάζεται το παράδοξο να ομιλούμε στα παιδιά για τις βιβλικές αλήθειες χωρίς την άμεση προσφυγή στην ασφαλή ερμηνεία των Πατέρων. Μιλούμε για ορθόδοξη πίστη και λατρεία χωρίς να αναφερόμαστε πρωτίστως στις πηγές, που επεξεργάστηκαν το περιεχόμενο της πίστης, πλούτισαν, αλλά και διαμόρφωσαν τη λατρεία της Εκκλησίας. Επιπροσθέτως, η διδασκαλία μέσα από τα κείμενα αποφεύγει το στείρο βερμπαλισμό του διδάσκοντα, προσδίδει ζωντάνια και δημιουργικότητα στην παράδοση του μαθήματος, καλλιεργεί κριτικό πνεύμα στους μαθητές, αναδεικνύει την ορθοπραξία των Πατέρων, τη δυναμική σκέψη και τον προβληματισμό τους, που στις περισσότερες περιπτώσεις παραμένει επίκαιρος, ενώ παράλληλα τοποθετεί το μήνυμα τους στη σημερινή εποχή.
Η πιο πάνω αντίληψη των πραγμάτων είναι παντελώς ξένη προς την καλλιέργεια κάθε είδους θρησκευτικού φονταμενταλισμού ή οπισθοδρόμησης ή επιβολής της θρησκευτικής κατήχησης στα σχολεία ή ακόμα και διάπλασης ενός συγκεκριμένου ηθικού τύπου. Η ορθόδοξη εκκλησιαστική Παράδοση δεν καλλιεργεί ηθικούς τύπους ανθρώπων, αλλά ελεύθερα πρόσωπα. Άλλωστε, η δυναμική θεώρηση της Παράδοσης, απαλλαγμένη από τις όποιες ιδεολογικές της χρήσεις, βρίσκεται πολύ μακριά από κάθε ακρότητα και αποτελεί την ασφαλή πορεία του ανθρώπου στην προοπτική της πνευματικής του ελευθερίας και ανάτασης.
Ευχαριστώ για την υπομονή και την προσοχή σας

προσεγγισεις σύγχρονων θεματων βίοηθικης και βιοτεχνολογιας



Στον 20ο αιώνα, τον τελευταίο της δεύτερης χιλιετίας, η εξέλιξη των Εφηρ-μοσμένων Επιστημών ξεπέρασε κάθε λογική πρόβλεψη. Η διαπίστωση αναφέρε­ται στις κατακτήσεις της Τεχνολογίας. Σήμερα στην αρχή του νέου αιώνα, ψηλα­φίζουμε τις βιοτεχνολογικές απειλές που διαφαίνονται και βέβαια δεν αναιρούν ού­τε την αξία του τεχνικού πολιτισμού ούτε τον ευεργετικό ρόλο των ερευνητών στην υπηρέτηση του.
Η έκρηξη της Τεχνολογίας άνοιξε ορίζοντες, με απροσδόκητες συνέπειες πάνω στη ζωή, τους θεσμούς και τους στόχους των κοινωνιών. Οι διαπιστώσεις δείχνουν να κατακτήσαμε το «θαύμα». Σήμερα με την αποκωδικοποίηση του αν­θρώπινου γονιδιώματος, την κλωνοποίηση, τις γενετικές μεταλλάξεις την εξωσωμα­τική γονιμοποίηση και την τελική χαρτογράφηση του ανθρώπινου εγκεφάλου αποτολμάται ίσως μια τολμηρή αναδιάταξη των φυσικών νόμων. Βέβαια είναι νωρίς για μια επίσημη τοποθέτηση των Ανθρωπολογικών Επιστημών πάνω στις γενικότε­ρες συνέπειες. Όμως είναι φανερό ότι οι εξελίξεις αυτές πραγματοποιούνται με ταχύτατους ρυθμούς που δεν προσφέρουν δυνατότητες θεσμικών προσαρμογών.
Υπενθυμίζουμε ότι η θεσμική πλευρά των πολιτισμών εξελίσσεται με αργούς ρυθμούς. Οι εξελίξεις, όμως, που προαναφέρθηκαν, πραγματοποιούνται με τέτοιους ρυθμούς, που δεν προσφέρουν δυνατότητες ανάλογων πνευματικών και θεσμικών προσαρμογών. Φυσικά, από τη δεκαετία του 1930 ο Aldous Huxley είχε αναφερ­θεί προφητικά στις κατευθύνσεις της γονιδιακής έρευνας, και μάλιστα μίλησε με ιδιαίτερη ακρίβεια ακόμη και γι' αυτήν την κλωνοποίηση. Αλλά, είναι άλλο να λες τι θα συμβεί κάποτε, στο απώτερο μέλλον, και άλλο να ακούς για τις συνέπειες των σημερινών εφαρμογών. Και σήμερα ακούμε όχι γι' αυτά που θα συμβούν, αλλά για ό,τι μπορεί ήδη να συμβαίνει και αποσιωπάται επιμελώς ή ενδεχομένως συμβαίνει και χρειάζεται κάποια προετοιμασία της κοινής γνώμης από τα media για να το αποδεχτεί πιο ανώδυνα.
Με τα δεδομένα αυτά ήταν λογικό να αρχίσουν να διατυπώνονται επιφυ­λάξεις, που αναφέρονται μάλλον στο ενδεχόμενο κακής χρήσης των νέων δυνατο­τήτων, όταν η κλωνοποίηση, πέρα από τις «λογικές» προσπάθειες για την παραγω­γή βελτιωμένων φυτικών ή ζωικών ειδών, στραφεί στην εξασφάλιση επιλεγμένων ανθρώπων ή βιολογικών οργάνων-ανταλλακτικών, με μη ελεγχόμενα κριτήρια. Εδώ αποκτούν την ηθική τους βαρύτητα μια σειρά ερωτημάτων, όπως λ.χ.: γιατί τόπι, μυστικότητα στα πειράματα; ή πόσο κοστίζω η παραγωγή ενός κλωνοποιημένου υποκειμένου; ή ποιοί επενδύουν στην πολυδάπανη έρευνα και τις εφαρμογές της; ή ακόμη πώς εκτιμάται η ανθρώπινη ζωή από τους συντελεστές του εγχειρήματος; ή τι τελικά κερδίζουμε ως ανθρωπότητα από την κλωνοποίηπη;
Τα ερωτήματα αυτά δεν απαντήθηκαν ποτέ. Αντίθετα δημιουργούν πλήθος προβλημάτων. Ας σημειωθεί ότι προβλήματα αυτού του είδους αποκτούν συχνά υψηλή δημοσιότητα, αφού αναφέρονται σε ασυνήθη γεγονότα, που διαταράσσουν τον ύπνο της συνειδησιακής στατικότητας των κοινωνιών. Η δημοσιότητα αυτή αναπαράγεται από τα Μ.Μ.Ε. και ευαισθητοποιεί τη συλλογική συνείδηση. Στο βάθος όμως θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι είναι ελάχιστος ο πραγματικός προβλη­ματισμός.
Η εξήγηση του φαινομένου οδηγεί στη διαπίστωση μιας κοινωνικο-ηθικής παθολογίας που επιβεβαιώνεται και στατιστικά. Από κοινωνιομετρικές προσεγγί­σεις της κοινής γνώμης έχει προκύψει ότι κάθε μαζική ευαισθητοποίηση της συν­δέεται με δύο τύπους αποδεκτών της συγκλονιστικής είδησης. Ο ένας τύπος είναι ειδησεογραφικός και ο άλλος, συνειδησιακός. Ο πρώτος, που υπερτερεί αριθμητικά, χρειάζεται εναλλασσόμενη επικαιρότητα. Μ' αυτήν σπάζει τη μονοτονία της καθη­μερινότητας. Οι ειδήσεις έχουν γι' αυτόν μόνο ενημερωτική σημασία, και χάνουν τη φόρτιση τους, μόλις εμφανιστούν νέες με πιο προκλητική επικαιρότητα.
Ο δεύτερος τύπος, που δυστυχώς υστερεί αριθμητικά, προβληματίζεται από την είδηση, την μετακινεί στο επίπεδο της προσωπικής ηθικής, αγωνιά για τις συνέπειες της, συνδέει ενδεχόμενες απειλές γενικά με την ανθρώπινη και ειδικά με την προσωπική του ζωή και αναζητεί υπεύθυνη ενημέρωση και αυθεντικές απα­ντήσεις. Εδώ η είδηση είναι μια πύλη εισόδου στη γνώση του γεγονότος, που συγ­κλονίζει, γιατί επηρεάζει την πορεία του ανθρώπινου πεπρωμένου που μπορεί κάποτε να γίνει και προσωπικό αδιέξοδο. Στην περίπτωση μας αυτός ο δεύτερος τύπος φαίνεται να ενδιαφέρεται πραγματικά για το πρόβλημα της κλωνοποίησης, γιατί οι κοινωνικές, οι ηθικές και οι μεταφυσικές ευαισθησίες του τον τοποθετούν τροπικά πολύ κοντά στο μυστήριο της ανθρώπινης ζωής και βέβαια στον συνάν­θρωπο, που τον θεωρούν με την ηθική σημασία, «πλησίον».
Η επισήμανση αυτής της κοινωνικής ιδιομορφίας, με λογική την κάποια απατηλή εξωτερικότητά της, δείχνει πώς και σε ποιο βαθμό τα πλήθη, που ενημε­ρώνονται με τον ίδιο τρόπο, γνωρίζουν και αποδέχονται την κλωνοποίηση.
Με δεδομένη αυτήν την πορεία δημοσιοποιείται πρόσφατα ο προβληματι­σμός της Βίοηθικής που, εκτός από τις αγωνίες και τους φόβους της, διατυπώνει επι­φυλάξεις για το ενδεχόμενο κακής χρήσης των νέων δυνατοτήτων.
Είναι φανερό, λοιπόν, ότι ο ορίζοντας της Βιοηθικής δεν αποτελεί μια πρό­σφατη έκρηξη κοινωνικού ή θεσμικού πουριτανισμού, αλλά μια σκεπτικιστική στάση, μπροστά στην αποδέσμευση και τη χρήση δυνάμεων που μπορούν να οδη­γήσουν σε διασάλευση λεπτών ισορροπιών, σαν εκείνες που ορίζουν τους φυσι­κούς νόμους και την όλη ζωή του πλανήτη μας. Ήδη οι γνωστές ανθρώπινες υπερ­βολές στην παράχρηση των φυσικών πόρων του πλανήτη μας έδειξαν τις τελευταίες δεκαετίες πόσες εύθραυστες ισορροπίες έχουν ανατραπεί και πόσες πραγμα­τικές απειλές άρχισαν να μολύνουν και να αλλοιώνουν τον ευεργετικό ρόλο του φυσικού περιβάλλοντος.
    Στην κλωνοποίηση λ.χ., βλέπουμε να παρακάμπτεται τεχνολογικά η αρχή φυσικών νόμων που απαιτεί την ετερότητα του φύλου των γεννητόρων. Στο μέλλον οι νέες υπάρξεις δε θα συνδέονται βιολογικά κατ' ανάγκη με κάποια, οποιαδήποτε πατρότητα. Εδώ υπάρχει και είδηση: Το Φεβρουάριο του '98 σε φεμινι­στική ημερίδα στο Ρότερνταμ υποστηρίχθηκε από κάποια μαχητική σύνεδρο ότι «στη νέα χιλιετία ο ανδρικός ρόλος θα περιοριστεί σε υπηρετικές δραστηριότητες, α­φού ο άνδρας δε θα έχει πλέον θέση στην αναπαραγωγή, που προσδιορίζει τα προνό­μια του. Έτσι δεν είναι διόλου απίθανο να τεθεί σε αχρηστία και εξελικτικά να εκλεί­ψει σαν είδος» (Περιοδικό: New Interpretations, 6.2.1998, σ. 21).
Εξάλλου η κλωνοποίηση σε συνδυασμό με τις ανακαλύψεις της βιοτεχνολο­γίας προϋποθέτει το σχεδιασμό και τον προσανατολισμό της βούλησης στην επι­λογή του αποτελέσματος. Εδώ αρχίζει να τίθεται ζήτημα προσωπικών επιλογών είτε προς την κατεύθυνση της απόφασης για τη γέννηση τέκνων είτε ακόμη και προς τη διόρθωση ορισμένων χρωμοσωματικών ιδιαιτεροτήτων που δεν επιθυ­μούν οι μέλλοντες γονείς να κληρονομήσουν στις επόμενες γενιές. Βέβαια μια τέ­τοια στάση είναι λογικό να ευνοεί «κοινωνικούς διαχωρισμούς» και αντίστοιχες «κοινωνικές ανισότητες», αφού οι συζητούμενες εφαρμογές όχι μόνο σήμερα, αλ­λά και στο απώτατο μέλλον θα είναι ιδιαίτερα δαπανηρές και απαγορευτικές για τους «μη έχοντας». Έτσι μια πρώτη βιοηθική επιφύλαξη διαβλέπει την προοδευ­τική ανάπτυξη μιας «ευγονικής στάσης» έναντι της ζωής και της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, πορευόμαστε ίσως σε έναν κόσμο που μέσω της βιοτεχνολογίας θα θέσει τις μελλοντικές προδιαγραφές του. Όποιος τις πληροί έχει θέση, ενώ όποιος δεν τις πληροί δε θα έχει θέση σ' αυτόν.
Είναι αυτονόητο, λοιπόν, ότι στις επόμενες φάσεις η συλλογική βούληση θα εκφραστεί σύμφωνα με την κυρίαρχη λογική των πολιτισμών και των «προνομοι-ούχων εχόντων» που, παρά τις περί ισότητας των φύλων διακηρύξεις, παραμένουν σκληρά ανδροκρατικοί και θα απαιτήσουν μέσω της τεχνητής επιλογής πιο αντι­προσωπευτικά δείγματα του κυρίαρχου φύλου. Και οι περιπτώσεις επιλογής προς κλωνοποίηση από το λεγόμενο «ασθενές φύλο» θα έχουν ως κίνητρα την αισθησι­ακή σκοπιμότητα, τον ωφελιμισμό και τον ηδονισμό. Άλλωστε με την ίδια λογική για κάποιους υπερβολικά απαισιόδοξους, στη θεραπευτική κλωνοποίηση δεν απέ­χει πολύ, η ιδέα για μια μελλοντική προοπτική παραγωγής άβουλων αφυών, που θα καλύψουν ανάγκες μεταμοσχεύσεων, σκληρών χειρωνακτικών εργασιών ή και επικίνδυνων στρατιωτικών αποστολών.
    Φυσικά ένας σεβαστός αριθμός ερευνητών αναφέρεται στα ενδεχόμενα ευ­εργετικά αποτελέσματα για την ανάκαμψη της εξαφάνισης των ειδών, για τη δημι­ουργία τραπεζών με όργανα και ιστούς προς μεταμόσχευση και επίσης για την έ­ρευνα που συνδέεται με την προσέγγιση των μυστικών της θεραπείας ορισμένων ασθενειών ή την καταπολέμηση των αιτίων του γήρατος. Μάλιστα με αφορμή την αποκωδικοποίηση ενός γονιδίου, που λέγεται ότι είναι το γονίδιο του γήρατος, σι: πρόσφατο συνέδριο γενετιστών στην Αθήνα, πριν τρία χρόνια, υποστηρίχθηκε ότι το   αργότερο σε μια εικοσαετία θα γίνει πραγματικότητα η επέκταση του ορίου ηλικίας στα 120-130 χρόνια. Επιπλέον υποστηρίζεται ότι «οι πιο συνηθισμένες ασθένειες τα ψυχικά νοσήματα, οι καρδιαγγειοπάθειες, οι καρκίνοι, η παχυσαρκία και η οστεοπόρωση συνδέονται με τη γενετική … και αναζητούνται τα γονίδια που ευθύνονται για τις διαφοροποιήσεις αυτές. Όταν ανακαλυφθούν, θα αλλάξει ο τρόπος θεραπείας» Οι απαντήσεις παρ’ ότι τόσο πειστικές, δε φαίνεται να καθησυχάζουν την κοινή γνώμη, που γενικά αισθάνεται αμήχανη, γιατί οι δημόσιοι φορείς ενημέρωσης είτε αποφεύγουν να μιλούν είτε δεν τα λένε όλα.
Από την άλλη πλευρά οι τεχνικές που σε κάποια στιγμή μετεξελίχθηκαν στην μικρο-εξωσωματική γονιμοποίηση, με τις τράπεζες του ανώνυμου σπέρμα­τος η των ανώνυμων ωαρίων και τους μεγάλους αριθμούς των in vitro γονιμοποιουμένων ωαρίων που οδηγούνται στην κατάψυξη, ενώ είναι ανθρώπινη ζωή, επι­κρίνονται ήδη από πολλούς. Σημειώστε ότι σε ολόκληρο τον κόσμο υπάρχουν πολλές δεκάδες χιλιάδες τέτοιων ωαρίων που «περίσσευσαν» σε διαδικασίες τε­χνητών γονιμοποιήσεων και παραμένουν στην κατάψυξη, αναμένοντας εμφύτευ­ση, καταστροφή ή χρησιμοποίηση ως πειραματόζωα «για το καλό της ανθρωπότη­τας». Είναι φανερό ότι πίσω από το εγχείρημα υπάρχουν σοβαρά ηθικά, θεσμικά και μεταφυσικά προβλήματα.
Η πρακτική τέτοιων εφαρμογών είναι γνωστό ότι με την διαρκή επανάλη­ψη εξοικειώνει τους συντελεστές τους και έχει ως αποτέλεσμα την προοδευτική α­πομάκρυνση από τα αρχικά συνειδησιακά αδιέξοδα. Είναι βέβαιο άλλωστε ότι σχετικοποιήθηκαν επικίνδυνα οι άλλοτε ηθικά και μεταφυσικά φορτισμένες έννοι­ες της μητρότητας και της πατρότητας, ενώ πλήττεται σοβαρά από σύγχρονες ιδεολο­γίες η ιερότητα του μυστηρίου του γάμου.
Απομυθοποιήθηκε το μυστήριο της ζωής και ειδικά στην εξωσωματική γο­νιμοποίηση αντιμετωπίζεται ως φυσικοχημική διεργασία με λογικό το εργαστηρι­ακό κόστος, λογικές τις αμοιβές των εργαστηριακών συντελεστών, λογική και αυ­τήν την αμοιβή του ανώνυμου-επώνυμου δότη ή και της αντίστοιχης δότριας, λο­γική την αμοιβή της ενοικιασμένης μήτρας και λογικά και τα ποσοστά επιτυχίας του εγχειρήματος. Αυτή η πορεία λογικοποίησης μεταβάλλει την ανθρωπολογική δομή του είδους μας και διασπά επικίνδυνα την ισορροπία ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, τις εφαρμογές των επιστημονικών επιτευγμάτων και τη δημι­ουργία, το ανθρώπινο επίτευγμα και την πίστη.
    Αν θελήσουμε να εμβαθύνουμε περισσότερο, διαβλέπουμε τις πιθανές απειλές  από μια πορεία διαταραχής των φυσικών ισορροπιών, με ίσως ανεξέλεγκτες
συνέπειες. Πολλοί φοβούνται μια προοδευτική αναστάτωση της αναπαραγωγής,
αλλά και της ισορροπίας των φύλων, που συγκρατούν οι φυσικοί νόμοι. Διατυπώ-
νονται φόβοι για εμφάνιση νέων επιδημιολογικών κινδύνων εξαιτίας της ανάπτυξης
παθογόνων βακτηριδίων. Αν απελευθερωθούν τέτοιοι γενετικά μεταλλαγμένοι
οργανισμοί, τότε θα έχουμε κινδύνους ίσως και μεγαλύτερους από την απελευθέρωση
ραδιενεργών και χημικών τοξικών. Οι γενετικά μεταλλαγμένοι οργανισμοί μπορούν να αναπαραχθούν, να μεταλλαχθούν και να μεταφέρουν τα γονίδια τους στο υλικό άλλων οργανισμών. Και από όσα γράφονται, η μετάλλαξη ενός στοιχείου στο περιβάλλον μπορεί να προκαλέσει χείμαρρο αλλαγών κατά την μηχανιστική λογική του «
domino effect».
    Υπάρχουν ακόμη επιφυλάξεις για πιθανές αλλοιώσεις της ποικιλομορφίας του είδους μας και πολλά ερωτηματικά για τις λεπτές ισορροπίες των διανθρώπινων σχέσεων και της προσωπικής μας ελευθερίας. Ήδη εμφανίστηκαν αδιέξοδα, με περίεργες σχέσεις συγγένειας και γονεϊκών δεσμών που δεν προέβλεψαν μέχρι σήμερα οι οικογενειακοί θεσμοί. Ίσως αύριο να μη προκαλεί απορία, σήμερα ό­μως είναι δύσκολο να καταλάβουμε πώς είναι δυνατό η κόρη να είναι δίδυμη α­δελφή του πατέρα της και ο γιός, δίδυμος αδελφός της μητέρας του· ή το πιο εύ­κολο, πώς γίνεται η γιαγιά να είναι και μητέρα της εγγονής της. Αναφερόμαστε φυσικά στις απλούστερες σχέσεις, γιατί θα προκύψουν και πιο σύνθετες με πιο σύνθετα προβλήματα συγγενειών που δεν υποπτεύονται οι κοινωνίες και δεν γνω­ρίζει αν πρέπει να αναγνωρίσει και να ευλογήσει η Εκκλησία. Γι' αυτό κι οι εφαρ­μογές της βιοτεχνολογίας αντιμετωπίζονται δικαιολογημένα σήμερα με κάποια ε­πιφύλαξη. Αφήνουν ενδεχόμενα εκμετάλλευσης του ανθρώπινου πόνου και των συναισθηματικών αδιεξόδων μας.
Αλλ' υπάρχουν και φόβοι, φόβοι που αναδύονται από τη σύζευξη σύντο­μα της γενετικής μηχανικής και της πληροφορικής, όταν θα είναι δυνατή η παρα­γωγή βιολογικών μικροτσίπς, που, όπως λέγεται, θα αναλαμβάνουν να συμπληρώ­νουν τα νέα υποκείμενα με επιθυμητές υπερ-λειτουργίες. Αναφερόμαστε σε υπερ-μνήμη ή υπερ-γνώση, που θα περιλάβει ολόκληρες βιβλιοθήκες, σε αθλητική υπερ-δύναμη ή σε αισθητική υπερ-ομορφιά. Και όλα αυτά χωρίς να λάβουμε υπόψη μας μια κορυφαία θεσμική και ηθική αρχή-δικαίωμα που πρέπει να σεβαστούμε στη νέα ύπαρξη. Την αρχή-δικαίωμα, ο νέος άνθρωπος να μη διαφέρει από τους φίλους του και να έχει, όπως όλοι οι φυσιολογικοί άνθρωποι, πατέρα και μητέρα.
Τελικά, φαίνεται ότι στο βάθος καταστρατηγείται η αξία του ανθρώπινου προσώπου και η σχέση του με τη δημιουργία. Διασαλεύεται η φυσική τάξη της γέννησης και οι μυστικές λειτουργίες της δείχνουν να παρακάμπτονται ως «πεπα­λαιωμένες». Είναι φανερό ότι το θαύμα της «κατ' εικόνα Θεού» δημιουργίας μετατο­πίζεται σε άλλη οντολογική βάση, που αναιρεί τη θεανθρώπινη κοινωνία, διαγράφει το φυσικό δίκαιο και μετασχηματίζεται σε μηχανιστική αναπαραγωγή αντιγράφων ενός εγωκεντρικού προτύπου που «αυτοθεοποιείται» και επιθυμεί φιλάρεσκα να απολαμ­βάνει το θέαμα της εξω-υπαρξιακής του προέκτασης.
    Οι κλασικοί μας πρόγονοι θα έκαναν λόγο για «νέαν ύβριν». Αναμφίβολα στε­κόμαστε θεατές στη βάση μιας ίσως νεοβαβελικής κατασκευής, χωρίς να γνωρίζουμε λεπτομέρειες από τα σχέδια των «μηχανικών» της. Δεν αποκλείεται να μπαίνουμε στην ευθεία μιας δεύτερης «πτώσης», σαν εκείνη την πρώτη αδαμική, με νέες α­ς τώρα, αύριο ίσως μη αναστρέψιμες συνέπειες για το ανθρώπινο είδος και πεπρωμένο του. Θα μπορούσα να πω πως δε φοβούμαι. Προσθέτω όμως· «ο Θεός να βάλει το χέρι Του».

Βα­σί­λει­ος Τ. Γι­ούλ­τσης
Ομότιμος Κα­θη­γη­τής Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­ας
στη Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή του Α.Π.Θ.