Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Πατριαρχική Απόδειξις επί τω Αγίω Πάσχα σωτηρίω έτει 2013




Ἀδελφοὶ συλλειτουργοὶ καὶ τέκνα εὐσεβῆ καὶ φιλόθεα τῆς Ἐκκλησίας,
Χριστὸς Ἀνέστη!
 Ἡ ἀναγγελία τῆς Ἀναστάσεως ὑπὸ τῶν Μυροφόρων πρὸς τοὺς Μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ ἐθεωρήθη ὑπὸ αὐτῶν παραλήρημα. Καὶ ὅμως ἡ εἴδησις, ἡ ἐκληφθεῖσα ὡς παραλήρημα, ἐβεβαιώθη ὡς  Ἀ λ ή θ ε ι α. Ὁ ἀναστημένος Ἰησοῦς ἐνεφανίσθη εἰς τοὺς Μαθητὰς Του ἐπανειλημμένως.
Εἰς τὴν ἐποχήν μας τὸ κήρυγμα τῆς Ἀναστάσεως ἀκούεται καὶ πάλιν ὡς παραλήρημα διὰ τοὺς ὀρθολογιστάς. Ἐν τούτοις, οἱ πιστοὶ ὄχι μόνον πιστεύομεν, ἀλλὰ καὶ βιοῦμεν τὴν Ἀνάστασιν ὡς  γ ε γ ο ν ὸ ς  ἀληθέστατον.
Τὴν μαρτυρίαν μας ἐπισφραγίζομεν, ἐὰν χρειασθῇ, διὰ τῆς θυσίας τῆς ζωῆς μας, διότι ἐν Χριστῷ Ἀναστάντι ὑπερβαίνομεν τὸν θάνατον καὶ ἀπαλλασσόμεθα ἀπὸ τὸν φόβον αὐτοῦ. Τὸ στόμα μας εἶναι πλῆρες χαρᾶς ἐν τῷ λέγειν  Ἀ ν έ σ τ η  ὁ  Κ ύ ρ ι ο ς. Οἱ Ἅγιοί μας, κατὰ κόσμον νεκροί, ζοῦν μεταξύ μας, ἀπαντοῦν εἰς τὰ αἰτήματά μας.
Ὁ μεταθανάτιος κόσμος εἶναι ἀληθέστερος τοῦ προθανατίου. Ὁ Χριστὸς ἀνέστη καὶ ζῇ μεταξὺ ἡμῶν. Ὑπεσχέθη ὅτι θὰ εἶναι μαζί μας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Καὶ πράγματι εἶναι. Φίλος καὶ ἀδελφὸς καὶ θεραπευτὴς καὶ χορηγὸς παντὸς ἀγαθοῦ.
Εὐλογητὸς ὁ Θεός, ὁ Ἀναστὰς ἐκ τῶν νεκρῶν καὶ χαριζόμενος εἰς πάντας ζωὴν τὴν αἰώνιον. Ποῦ σου θάνατε τὸ νῖκος; Ἀνέστη ὁ Χριστός, "καὶ τὸν πάλαι ἄμετρα καυχώμενον, ὡς γελοῖον παιζόμενον ἔδειξε" (πρβλ. Κανὼν Σταυροανα-στάσιμος Δ΄ ἤχου, Θ΄ Ὠδή, ποίημα Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ). Τὰ πάντα πεπλήρωται Φωτὸς καὶ αἱ καρδίαι μας χαρᾶς ἀνυπερβλήτου.
Καὶ ὄχι μόνον χαρᾶς, ἀλλὰ καὶ δ υ ν ά μ ε ω ς. Ὁ πιστεύων εἰς τὴν Ἀνάστασιν δὲν φοβεῖται τὸν θάνατον· καὶ ὁ μὴ φοβούμενος τὸν θάνατον εἶναι ψυχικῶς ἄκαμπτος καὶ ἀλύγιστος, διότι ὅ,τι διὰ τοὺς πολλοὺς καὶ ἀπίστους εἶναι ἡ φοβερωτέρα ἀπειλή, διὰ τὸν πιστὸν χριστιανὸν εἶναι μικρᾶς σημασίας γεγονός, διότι εἶναι ἡ  ε ἴ σ ο δ ο ς  εἰς τὴν ζωήν.
Ὁ πιστὸς χριστιανὸς ζῇ τὴν ἀνάστασιν καὶ πρὸ τοῦ φυσικοῦ θανάτου του. 
Ἡ συνέπεια τοῦ βιώματος τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ἡ  μ ε τ α β ο λ ὴ  τοῦ κόσμου. Ἐνθουσιάζει τὴν ψυχήν. Καὶ ἡ ἐνθουσιώδης ψυχὴ ἑλκύει εἰς τὸν δρόμον της τὰς ἄλλας ψυχάς, αἱ ὁποῖαι συγκινοῦνται ἀπὸ τὰ ἀληθινὰ βιώματα τῆς χαρᾶς τῆς ἀθανασίας. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἰδικὴ μας ἀνάστασις δὲν εἶναι μία θεωρητικὴ ἀλήθεια.
Εἶναι  δ ό γ μ α  τῆς πίστεώς μας. Εἶναι μία χειροπιαστὴ πραγματικότης. Εἶναι ἡ δύναμις ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, παρὰ τοὺς ἐναντίον της σκληροτάτους διωγμούς. "Αὕτη ἐστὶν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν" (Α΄ Ἰωάν. ε΄, 4) εἰς τὴν Ἀνάστασιν. Διὰ τῆς Ἀναστάσεως ὁ ἄνθρωπος γίνεται κατὰ χάριν Θεός. Διὰ τῆς νίκης τοῦ ἀναστασίμου φωτὸς ἐπὶ τῶν ἀκαθάρτων παθῶν, ἐνιδρύεται εἰς τὴν ψυχήν μας ἔρως θεῖος καὶ ἀγάπη τις ξένη, τὸν ἀνθρώπινον ὅρον ὑπερβαίνουσα.
Χριστὸς Ἀνέστη, λοιπόν! Αἱ καρδίαι μας εἶναι πλημμυρισμέναι ἀπὸ τὸ Ἀναστάσιμον φῶς καὶ τὴν ἀναστάσιμον χαράν. Προσερχόμεθα μὲ γνησιότητα καὶ ἁπλότητα εἰς τὸν Ἀναστάντα Χριστόν. Διότι, ὡς λέγει ὁ Προφητάναξ Δαυΐδ, ὁ ἐπόπτης τῶν καρδιῶν μας ἄνωθεν Θεός "καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπει-νωμένην οὐκ ἐξουδενώσει" (Ψαλμ. Ν΄,19).
Ἡ Ἀνάστασις εἶναι ἡ δύναμίς μας, ἡ ἐλπίς μας, ἡ χαρά μας, τὸ ἀγαλλίαμά μας. Διὰ τῆς Ἀναστάσεως ὑπερβαίνομεν τὸν πόνον καὶ τὴν θλῖψιν δι' ὅλα τὰ κακὰ τῆς φυσικῆς ἐπιγείου ζωῆς. Ἡ Ἀνάστασις εἶναι ἡ ἀπάντησις τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν ἀπορίαν τοῦ πληγωμένου ἀπὸ τὰ δεινὰ τοῦ κόσμου ἀνθρώπου. 
Εἰς τὰς δυσκολίας καὶ τὰ παθήματα, τὰ ὁποῖα διέρχεται σήμερον ὁ κόσμος, ἡμεῖς δὲν ἀποκάμνομεν. Ἡ ἐπὶ τὸ αὐτὸ σύναξις τῶν φοβισμένων Μαθητῶν τοῦ Κυρίου εἰς τὸ Ὑπερῷον τῆς Σιὼν μᾶς ἐνδυναμώνει. Δὲν φοβούμεθα, διότι ἀγαπῶ-μεν τοὺς πάντας, ὅπως ἠγάπησεν ἡμᾶς Ἐκεῖνος καὶ τὴν ψυχὴν Αὐτοῦ ἔθηκεν ὑπὲρ ἡμῶν. Θεανδρικῶς ὁ Ἀναστὰς Κύριος ἀοράτως μᾶς  συνοδεύει. Ἀρκεῖ νὰ ἔχωμεν, -καὶ ἔχομεν-  ἀ γ ά π η ν. Καὶ μὲ τὴν ἀγάπην ἐπιγινώσκομεν τοῦ Μυστηρίου τὴν δύναμιν. Τοῦ  Μυστηρίου!
Καὶ ἂν ἄλλοι διστάζουν ἀνθρωπίνως καί "δράγματα στοιβάζουν πράξεων τὰς θημωνίας" (πρβλ. Στιχηρὰ Ἑσπερινοῦ Κυριακῆς Ἀσώτου), ἡμεῖς καυχώμεθα. Καὶ ἐὰν ἡμεῖς δὲν "ἀπολικμίζωμεν φιλευσπλαγχνίᾳ τὸ ἄχυρον τῶν ἔργων τῆς ἀδικίας καὶ τὰ πάθη μας καὶ δὲν καταστρώνωμεν ἅλωνα μετανοίας", ὁ Ἀναστὰς Χριστὸς εἶναι Ἀγάπη καὶ διαλύει τὸ κάθε εἴδους σκότος καὶ τὸν φ ό β ο ν γύρω μας  καὶ εἰσέρχεται ἐντὸς ἡμῶν καὶ εἰς τὸν κ ό σ μ ο ν, τῶν θυρῶν τῶν καρδιῶν μας πολλάκις κεκλεισμένων.
Καί "μένει μεθ΄ ἡμῶν" μονίμως διὰ τοῦ  σ τ α υ ρ ο ῦ  τῆς  ἀ γ ά π η ς.  Τὸ  κάλεσμά Του εἶναι ἡ  ε ἰ ρ ή ν η.  Τὴν Ἑαυτοῦ εἰρήνην χαρίζει εἰς ἡμᾶς.
Οἱ ἰσχυροὶ τοῦ κόσμου τούτου ἐπαγγέλλονται καὶ ὑπόσχονται εἰρήνην, μηδέποτε ἐμπειρικῶς πραγματοποιουμένην. Ἡ δύναμις τῆς Θείας Ἀγάπης καὶ Εἰρήνης καὶ Σοφίας μένει ἔξω ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινον πανικόν.
Δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ περιθώριον τῆς πραγματικότητος οὔτε εἰς τὴν περιφέρειαν κάποιων ἀτομικῶν δοξασιῶν. Εἶναι ἡ καρδία καὶ τὸ κέντρον τῶν γεγονότων. Εἶναι ἡ  κ α ρ δ ί α  τῆς ἀνθρωπότητος. Εἶναι τὸ  κ έ ν τ ρ ο ν  τῆς ζωῆς. Εἶναι ἡ κυριεύουσα ζώντων καὶ νεκρῶν. Εἶναι ἡ  Ἀ λ ή θ ε ι α. 
Ἡ ἀδιαφιλονίκητος ὑπεροχὴ τῆς  Δ υ ν ά μ ε ω ς  κρατεῖ ἀοράτως τὰ  ἡ ν ί α  καὶ κατευθύνει τὰ π ά ν τ α, καθ' ἣν ὥραν πολλοὶ ἐπώνυμοι κατ΄ ἄνθρωπον "σκότος εἰς τὰς φρένας ἔχουν". 
Τὴν περίοδον τῆς σημερινῆς γενικῆς  ἀ π ο σ υ ν θ έ σ ε ω ς  παγκοσμίως, ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς, ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ  π α ρ ο υ σ ί α  τῆς οὐρανίας  σ υ ν θ έ σ ε ω ς  καὶ ἁρμονίας. Τὸν καιρὸν τῆς  κ α τ α ρ ρ ε ύ σ ε ω ς  καὶ τοῦ προσδοκωμένου θανάτου ὑπάρχει τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως καὶ ἡ ἐνίσχυσις τῆς πεποιθήσεως ἐπὶ τὸν Κύριον.
Ἡ εἰρήνη τοῦ θανάτῳ τὸν θάνατον διὰ τῆς κενώσεως Αὐτοῦ πατήσαντος καὶ ἡ χαρὰ τῆς ἀ γ ά π η ς  διαχέονται καὶ θεραπεύουν τὸν στενάζοντα καὶ ὀδυνώμενον πάντοτε σύγχρονον "ἄ ν θ ρ ω π ο ν"  καὶ τὴν συνωδίνουσαν καὶ συστενάζουσαν μετ' αὐτοῦ κτίσιν, τήν "ἀπολύτρωσιν καὶ τὴν υἱοθεσίαν ἀπεκδεχομένους" (πρβλ. Ρωμ. η΄, 20-23) τῆς "ἐλευθερίας τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ".
Ἀληθῶς Ἀνέστη ὁ Κύριος, πατέρες καὶ ἀδελφοὶ καὶ τέκνα!
Ἅγιον Πάσχα 2013
† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως
διάπυρος πρὸς Χριστὸν Ἀναστάντα                                                                                                 
εὐχέτης πάντων ὑμῶν

TΟ ΑΡΧΕΤΥΠΟ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ




Η εποχή μας έχει ως σημείο αναφοράς την εξουσία και τη δύναμη. Αυτός που αγαπά δεν σημαίνει και πολλά πράγματα, έχει χάσει την αξία της η λέξη αγάπη. Ακόμα λοιπόν και η αγάπη εγκλωβίζεται στη λογική της αυτάρκειας και της απόλαυσης και γίνεται εγωισμός για δύο ή για πολλούς. Η Εκκλησία μας προτείνει την αγάπη που ελευθερώνει. Την αγάπη του Σταυρού και της Ανάστασης, γιατί τελικά η Αγάπη είναι ο Χριστός. Αλλά και όσοι Τον ακολούθησαν, όπως εχθές η αμαρτωλή γυναίκα, την αγάπη αυτήν βίωσαν και γεύτηκαν, τη χαρά της αληθινής ελευθερίας.
Δεν απελευθερώνουν τον άνθρωπο οι γνώσεις, οι ηδονές, η δύναμη της τεχνολογίας, του χρήματος, η θαλπωρή του σώματος. Ούτε αποτελούν η φιλανθρωπία και η κοινωνική αλληλεγγύη λυτρωτικές δυνάμεις. Συμβάλλουν, αλλά δεν αντιμετωπίζουν αυτή την βαθύτατη υπαρξιακή ανάγκη του καθενός. Μονάχα η γνήσια κοινωνία με τον Χριστό οδηγεί στην επίγνωση του τρόπου της ελευθερίας.
Σήμερα η Εκκλησία μας υπενθυμίζει τέσσερα γεγονότα:
- τον Ιερό Νιπτήρα, το πλύσιµο δηλαδή των ποδιών των μαθητών από τον Κύριο,
- το Μυστικό ∆είπνο, δηλαδή την παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας,
- την Προσευχή του Κυρίου στο Όρος των Ελαιών,
- την Προδοσία του Ιούδα, την αρχή δηλαδή των Παθών του Κυρίου
Σήμερα λοιπόν ο Δημιουργός του κόσμου μας δείχνει άλλη μία φορά, μας διδάσκει την άριστη οδό της ταπείνωσης, πλένοντας ο ίδιος τα πόδια των μαθητών του, διακονώντας ο Δημιουργός τα κτίσματά του.
Και ενώ ο Θεός μας είναι ταπεινός…το βασικότερο χαρακτηριστικό, η βασικότερη αμαρτία του ανθρώπου είναι ο εγωισμός. Αυτός οδηγεί τον άνθρωπο στην εμπάθεια, αυτός δηλητηριάζει τις ανθρώπινες σχέσεις, καθώς δεν επιτρέπει την υποχώρηση και τη θυσία, αυτός οδηγεί στη ρήξη της αγάπης, αυτός βάζει τον άνθρωπο να θεωρεί τον εαυτό του θεό στη θέση του Θεού.
«Μα πώς μπόρεσε να μου το κάνει Εμένα αυτό; Πώς τολμάς και μου μιλάς Εμένα έτσι; Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» Και διάφορα τέτοια δυστυχώς βγαίνουν από το στόμα μας σε καθημερινή βάση, λέγοντας, εξωτερικεύοντας ακριβώς την κατάσταση της ψυχής μας. Και ενώ έχουμε για αρχηγό της ζωής μας, τουλάχιστον αυτό λέγει το όνομά μας χριστιανός, τον Χριστό και όμως απέχουμε πολύ από το δικό του παράδειγμα, από τον τρόπο ζωής που μας προτείνει. Τι είδους χριστιανοί είμαστε λοιπόν; Είμαστε αδελφοί μου άνθρωποι που έχουμε μπερδέψει μέσα μας την πρόταση ζωής του Χριστού η οποία οδηγεί στην κοινωνία μαζί Του. Νομίζουμε ότι ζώντας προσεκτική ζωή από ηθικής πλευράς θα σωθούμε σίγουρα, νομίζουμε ότι ζώντας σύμφωνα με το γράμμα του νόμου θα γίνουμε ευάρεστοι στα μάτια του Θεού. Και όμως όχι μόνο δεν θα πετύχουμε τον σκοπό μας, αλλά δυστυχώς οδηγούμεθα σε λάθος κατεύθυνση όπως οι γραμματείς και οι φαρισαίοι, αν δεν αποκτήσουμε ταπείνωση. Αν δεν καταλάβουμε ότι όσες φορές και να πάω στην εκκλησία αν νομίζω ότι κάποιος είμαι, τότε σίγουρα είμαι ένας άγνωστος στα μάτια του Θεού. Αν όμως προσπαθώ όσο μπορώ να τηρώ αυτά που η Εκκλησία μου λέγει και ζω ταπεινά μέσα στην ιστορία θεωρώντας τον εαυτό μου κάποιον ασήμαντο, όχι μόνο μπροστά στον Θεό, αλλά μπροστά στον κάθε άνθρωπο έστω και τον έσχατο αδελφό μου, τότε γίνομαι οικείος του Θεού, γνώριμος και γνήσιος φίλος Του.
Ταπείνωση είναι η γνήσια θυσία και προσφορά στον Άλλο, είναι το να πλύνεις τα πόδια του, να θεραπεύσεις τις ανάγκες του, να διακονήσεις και όχι να διακονηθείς, να συγχωρέσεις ακόμα και τους εχθρούς σου!
Η εποχή μας έχει ως σημείο αναφοράς την υπερηφάνεια και την υπεροχή έναντι του άλλου, το υπερτροφικό εγώ μας ως κέντρο της ζωής. Προτιμούμε οι άλλοι να υπηρετούν τις ανάγκες μας και αρνούμαστε να δούμε τις δικές τους. Το "δικαίωμα" ως έννοια του πολιτισμένου κόσμου θριαμβεύει. Η Εκκλησία μας προτείνει την ταπείνωση του Χριστού ως τρόπο έκφρασης της αγάπης, για να ξαναβρούμε την αληθινή ελευθερία. Γιατί ελευθερία σημαίνει τελικά να παραιτείσαι από τα δικαιώματά σου, χάριν της αγάπης προς τον άλλο. Κι αυτό δε γίνεται αν ο άλλος δεν είναι μοναδικής και ανυπέρβλητης αξίας για σένα. Δεν γίνεται αν ο Άλλος, ο συνάνθρωπός μας δεν κατανοηθεί ως Αυτός για τον οποίο ο Χριστός ταπεινώθηκε και σταυρώθηκε, Αυτός που αγαπιέται από τον Χριστό εξίσου με εμένα.
Το αρχέτυπο λοιπόν της ταπεινώσεως ο Χριστός μας δείχνει τον δρόμο της διακονίας, της αυτοπαραίτησης από κάθε είδους κύρους και αξιότητος ώστε να καταφέρουμε και εμείς με την δική του πάντα βοήθεια να ορθοποδήσουμε πνευματικά, να βιώσουμε μαζί με τον Χριστό το πάθος, να εντρυφήσουμε μέσα στην άκρα ταπείνωση του Κυρίου μας που όλα τα υπέμεινε, όχι νοησιαρχικά και συναισθηματικά αλλά υπαρξιακά, διότι αν πάλι «λυπηθούμε τον καημένο τον Χριστούλη» για όλα αυτά που η εμπάθεια των  κακών ανθρώπων μιας άλλης  εποχής του έκανε και μόνο αυτό, τότε είμαστε εκτός κλίματος αδελφοί μου.
 Εμείς! Τώρα… είμαστε οι συναίτιοι της προδοσίας του Κυρίου, των παθών, του Σταυρού, διότι και εμείς έχουμε αμαρτήσει, και εμείς τον έχουμε προδώσει όχι μία αλλά αμέτρητες φορές με τις πράξεις μας, με τα λόγια μας, με τις σκέψεις μας.
Όλα μέσα στην Εκκλησία είναι ένα διαρκές παρόν με εσχατολογική προοπτική, το οποίο μας αφορά άμεσα.
Το θέμα είναι ότι μας δίδεται η ακατανόητη, για το κοσμικό φρόνημα των ανθρώπων, δυνατότητα να μεταμορφώσουμε τον εαυτό μας σε κατά χάριν χριστό, δηλαδή να παθαίνουμε και εμείς αλλά να υπομένουμε, να μας προδίδουν αλλά εμείς να συγχωρούμε, να μας σταυρώνουν και εμείς να προσευχόμαστε γι’ αυτούς. Αυτή θα πρέπει να είναι αδελφοί μου η ζωή μας, και όχι ένα ακόμα πασχαλινό πυροτέχνημα το οποίο θα χαθεί με το πρώτο Χριστός Ανέστη, διότι δεν είναι το θέμα να γιορτάσουμε έτσι στείρα πνευματικά τον εορτασμό του Πάσχα, αλλά να γίνει η αφορμή αυτό το Πάσχα να ζήσουμε την προσωπική μας Ανάσταση, μαζί με τον Σταυρωθέντα και Αναστάντα Κύριό μας. αμήν

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

ΕΙΣΟΔΙΚΟΝ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ






Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. Πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης  
α) Ο Ιωσήφ ο Πάγκαλος ηγείται του χορού των εορτα­ζό­ντων στο μέγιστο και παγκοσμίων διαστάσεων γε­γο­νός της θείας συγκατάβασης, της πορείας του Κυρίου προς το εκούσιον πάθος. Στο πρό­σω­πό του βρίσκουν εφαρμογή τα ευαγ­­γε­λικά μη­νύ­ματα της συμφιλίωσης και της συγχω­ρη­τικότητας, της σωφροσύνης και της καρδια­κής καθαρότητας. Μπορεί εκείνος να μην άκουσε το γλυκόηχο άγγελμα της αγάπης προς τους εχθρούς· μπορεί να μην γνώρισε από κοντά το ιλαρόν πρόσωπο του Νυμφίου της Εκκλησίας, το οποίο εμπνέει τη διακονία, τη θυσία και την τιμιό­τη­τα· μπο­ρεί να έζησε εκατοντάδες χρόνια πριν από Αυτόν. Όμως, όλα αυτά δεν τον ε­μπό­­δισαν να αναδειχθεί άνθρωπος του Θεού, ευαγγελιστής πριν το ευ­αγ­γέλιο, σώ­φρων σε καιρούς αφροσύνης, υπάκουος  μαθητής πριν την εμφάνιση του Διδα­σκά­λου.
β) Ο Ιωσήφ αποτελεί τύπο, προ­τύ­πω­ση και προεικόνιση του Χριστού στην Πα­λαιά Διαθήκη. «Και ην Ιωσήφ καλός τω εί­δει και ωραίος τη όψει σφόδρα», ανα­φέ­ρει ο συγγραφέας της Γένεσης (39,6), που α­να­δείχθηκε σπου­δαία φυσιογνωμία, στην οποία συνδυάσθηκε άριστα το εξωτερικό κάλ­­­λος με τη λαμπρότητα του  ψυχικού κόσμου. Σκεπτόμενος τον Ιωσήφ, ο νους  α­νά­γεται στον ερά­σμιο Νυμφίο της Εκκλη­σίας, ο οποίος είναι «τω κάλλει ωραί­ος παρά πά­­ντας αν­θρώ­πους», που προσκαλεί σε εστίαση πνευματική κάθε διψασμένη και πει­να­­­σμένη ψυχή. Και πρά­­γματι, η Μεγάλη Εβδομάδα αποτελεί συμπόσιο πνευ­μα­τικό, στο οποίο έχουν κλη­θεί να μετάσχουν όλοι οι άνθρωποι· χορταίνουν όμως α­πό τα πνευ­­­­­ματικά εδέσμα­τα, όσοι έ­χουν «ένδυ­μα γάμου», δάκρυα μετανοίας και φό­βο Θε­ού.

γ) ΄Οπως ο Χριστός, «αμαρτίαν ουκ εποίησεν ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στο­ματι αυτού» (Α΄Πέτρ. 2,22), έτσι κι ο Ιωσήφ, στάθηκε τίμιος με τον εαυτό του με το Θεό των πατέρων του αλλά και τους συνανθρώπους του. Κι ενώ οι πειρασμοί της φι­λη­δονίας και της εκδίκησης στην περίπτωσή του ήταν ιδιαίτερα απειλητικοί, εκείνος κοσμούμενος με σωφρο­σύνη ούτε την τιμή του κυρίου του προσέβαλε ούτε τα αδέλ­φια του που τον πούλησαν σκλάβο εκδι­κή­θηκε. Και μπορεί η Αιγύπτια σύζυ­γος του αρχιμάγει­ρα του Φαραώ Πετεφρή να είδε τον Ιωσήφ ως σκεύος ηδονής, εκείνος όμως δεν ενέδωσε στο πάθος. Με αμετάτρεπτη γνώμη «έφυγε την α­μαρ­τίαν, και γυμνός ουκ ησχύ­νε­το, ως ο πρωτόπλαστος προ της παρακοής».

δ) Η τιμιότητα όμως πληρώθηκε ακριβά, αφού οδηγήθηκε στη φυλακή. Αλλά κι εκεί η χάρη του Θεού δεν τον εγκατέλειψε. Αντίθετα, όπως γράφει ο όσιος Νικό­δη­μος, έγινε αφορμή «με την επί­λυ­σιν των ονειράτων, οπού εκεί εις την φυλακήν τινών βα­σιλικών καταδίκων έκαμε, τον εβγάνουν από την φυλακήν και εις τον βασιλέα παρ­ρησιάζεται και κύριος πάσης γης Αιγύπτου γίνεται». Ο Ιωσήφ παρά τις αντίξοες ε­ξω­τε­ρι­κές συνθήκες  ακο­λού­θησε πιστά το θέλημα του Θεού, αλλά και τη φωνή της αγνής του συ­νεί­δησης. Διότι, ενώ τα α­δέλφια του τον πούλησαν, κινούμενα από φθό­νο εξαιτίας της αγάπης του πα­τέρα τους προς αυτόν, εκείνος όχι μόνο τα δέχθηκε και τα στήριξε στην αδυ­να­μία τους, ως «΄Αρχων γης Αιγύπτου», αλλά θεώρησε και την πώ­λησή του στους Ισμαηλίτες ως θέ­λη­μα Θεού!

ε) Τον πάγκαλο Ιωσήφ ακολουθούν στο πνευματικό χορό οι φρόνιμες παρθέ­νες, που κρατάνε λαμπάδες ολόφωτες γεμίζοντάς τες με λάδι, τις θείες αρετές. ΄Ε­πο­νται οι πιστές μαθήτριες, η πόρνη γυναίκα, και ο ευγνώμων ληστής. Αναρωτιέται ο ευλαβής προσκυνητής της Μεγάλης Εβδομάδας, τί να πρωτοθαυμάσει από τη ιερή αυτή χορεία, την φιλόθεη ξυνωρίδα; Την επαγρύπνηση και εγρήγορση των πέντε φρονίμων παρθένων; Τα δάκρυα και τους στεναγμούς της πόρνης; Του ληστή τη με­τά­νοια; Την παρρησία και των θάρρος των μαθητριών; Όλα μπορούν να εμπνεύ­σουν. ΄Ολα κρύβουν τη φύτρα της εν Πνεύματι ζωής.

στ) Ακολουθούν τον Χριστό στο εκούσιο πάθος και συμπληρώνουν τη μεγάλη χορεία, οι φοβισμένοι, ταραγμένοι και σκεπτικοί μαθητές, που παρότι μυσταγω­γού­νται στο μυστήριο του σταυρού από τον ίδιο τον Κύ­ριο, τα γεγονότα τους υπερ­βαί­νουν και σκανδαλίζονται. Ο Ιούδας προδίδει το Δι­δά­σκα­λο και χάνεται μέσα στην εωσφορική μοναξιά και το πάθος της φιλαργυρίας. Ο Πέτρος αρνείται τον Κύριο, άλλοι μαθητές ραθυμούν, ενώ άλλοι σκορπίζονται «ως πρόβατα μη έχοντα ποι­μένα». Χρει­άσθη­καν τα δάκρυα της μετάνοιας, οι λαμπηδόνες της θείας αγάπης και η ανα­στά­σιμη εμπειρία, για να αποκα­τα­στήσουν οι μαθητές ως απόστολοι πλέον πλήρη κοι­­νω­νία με τον Ζωοδότη Χριστό.

 ζ) Υπάρχουν κι άλλοι, που δεν θεωρούν απλώς «μακρόθεν» τα γενόμενα, αλλά  καταδικάζουν ως κακούργο τον ευεργέτη, ως παράνομο το νομοθέτη, «ως κα­τά­κριτον τον πάντων βασιλέα». Και δεν είναι μόνο οι Γραμματείς και Φαρισαίοι, είναι οι αρνητές αλλά και οι θρη­σκό­λη­πτοι όλων των αιώνων που κατακρίνουν και δικάζουν όλους τους άλλους, αλλά οι ίδιοι δεν κουνούν το δάκτυλό τους να μπουν στη βασιλεία Του. Λόγω της σκληροκαρδίας και της οίησης αδυνατούν να αγα­πή­σουν το Θεό και το συνάνθρωπο και μένουν έξω «του νυμφώνος του Σωτήρος Χρι­στού».
π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης


ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ





Γράφει ο Παντελής Πάσχος
Περάσαμε πιά τό πέλαγος τής νηστείας τής Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Καί τώρα στεκόμαστε μπροστά στή θύρα τής Μεγάλης Εβδομάδος, οπού ονομάζεται Μεγάλη όχι γιατί είναι μεγαλύτερη, ή έχει περισσότερες μέρες, αλλά «επειδή μεγάλα ημίν γέγονεν εν αυτή παρά τού Δεσπότου κατορθώματα. Καί γάρ εν αυτή τή εβδομάδι τή Μεγάλη, όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, η χρονία τού διαβόλου κατελύθη τυραννίς• ο θάνατος εσβέσθη• ο ισχυρός εδέθη• τά σκεύη αυτού διηρπάγη• αμαρτία ανηρέθη• η κατάρα κατελύθη... ο Παράδεισος ανεώχθη• ο Ουρανός βάσιμος γέγονεν• άνθρωποι αγγέλοις ανεμίγησαν• τό μεσότοιχον τού φραγμού ήρθη• τό θριγγίον περιηρέθη• ο τής ειρήνης Θεός ειρηνοποίησε τά άνω καί τά επί τής γής• διά τούτο Μεγάλη καλείται Εβδομάς».

Όντως φοβερά αυτής τής εβδομάδος τά Μυστήρια! Όλη η ποίηση τού Χριστιανισμού καί όλη η δόξα τής Ορθοδοξίας, από αυτή τήν εβδομάδα πηγάζουν. Απ' τόν καιρό πού, μαθητούδια ακόμη, παίρναμε απ' τό ζεστό χέρι τής μάνας μας τή σύνοψη καί τό κερί, πού καθώς ήταν αγνό μοσκοβολούσε σάν λιβάνι όταν έκαιγε, καί πηγαίναμε στίς ακολουθίες τού Νυμφίου, ή στίς Μεγάλες Ώρες τών Παθών, τής Μεγ. Πέμπτης καί τής Μεγ. Παρασκευής, όπου κλαίγαμε από καρδιάς μπρός στόν Εσταυρωμένο, καθώς αποθέταμε μέ τρέμοντα δάχτυλα τά παρθενικά αγριολούλουδα, πού μέ μίαν ολόζεστη λαχτάρα τρέχαμε νά μάσουμε στούς κήπους καί στά χωράφια• απ' τά μικρά μας εκείνα χρόνια, πού προσμέναμε νά 'ρθει η εβδομάδα τών Παθών, γιά νά δεχτούμε ύστερα καί τήν Ανάσταση, μέχρι τά γηρατειά μας τά βαθιά, αυτή η Εβδομάδα είναι πού μάς κρατάει συντροφιά μέ τόν πόνο της, μέ τά δάκρυά της, μέ τή λύπη της, αλλά καί μέ τή χαρά καί τήν ευφροσύνη τής Αναστάσεως, πού ακολουθεί.

Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη φιλοσοφία τής ζωής, πού η αγία Εκκλησία μας τήν δίνει μέ τόν πιό ωραίο, απλό καί κατανυκτικό τρόπο στή Μεγάλη Εβδομάδα. Καί είναι αλήθεια, ότι αυτή η φιλοσοφία, πού δέν είναι άλλη από τήν υψηλή θεολογία τού Σταυρού, δέν θά μπορέσει ποτέ κανείς νά τήν αφομοιώσει καί νά τήν κατανοήσει έξω από τόν εκκλησιαστικό περίβολο, έξω από τή λειτουργική ζωή τής Εκκλησίας.

Έξω από τήν Εκκλησία, ο Σταυρός ή η Μεγάλη Εβδομάδα γίνεται λογοτεχνία, γίνεται θέατρο ή κινηματογράφος, γίνεται στοχαστική διάλεξη ή δημοσιογραφικό άρθρο, γίνεται ευκαιρία γιά νά δοκιμάσει κανείς τίς ικανότητές του μ' έναν τρόπο – οποιοδήποτε – επάνω σ' ένα σοβαρό θέμα. Καί μόνο μέσα από τίς ιερές Ακολουθίες καί τή λειτουργική ζωή τής Εκκλησίας μας, μπορεί ο άνθρωπος νά φτάσει στήν κορφή τής πνευματικής φιλοσοφίας καί στή δόξα τής Αναστάσεως, ανεβαίνοντας τόν ανηφορικό δρόμο τού Γολγοθά καί περνώντας πνευματικά μέσα από τήν αγωνία τής Σταυρώσεως.

O ορθόδοξος χριστιανός, όλη τήν Εβδομάδα έχει ένα μεγάλο δρόμο νά οδοιπορήσει. Μεγάλο, όχι μέ τίς εξωτερικές, αλλά μέ τίς εσωτερικές διαστάσεις. Ένα δρόμο, πού περπάτησε ο ίδιος ο Χριστός. Ναί, κι άς μή φανεί σέ κανέναν αυτό τό πράγμα παράδοξο. Άν δέν «συμπορευθώμεν αυτώ καί συσταυρωθώμεν», δέν θά μπορέσουμε ούτε τή Μεγαλοβδομάδα νά νιώσουμε, ούτε καί στήν Ανάσταση νά φτάσουμε μαζί του. Σ' αυτό τό δρόμο, πού βρίσκεται πάντα κάτω απ' τή σκιά τού Σταυρού, καί αντικρύζει στό βάθος τό φωτεινό λόφο τής Αναστάσεως, οι άγιοι Πατέρες έβαλαν μερικά σημάδια σάν ορόσημα, πού μάς βοηθούν κι αυτά μ' έναν ειδικό τό καθένα τρόπο, γιά νά πετύχουμε τό σκοπό μας.

Τή Μεγάλη Δευτέρα, μετά τό Κοντάκιο καί τόν Οίκο τής ημέρας, θ' ακούσουμε μαζί μέ τό σύντομο συναξάρι, αυτό τό υπόμνημα: «τή Αγία καί Μεγάλη Δευτέρα, μνείαν ποιούμεθα τού μακαρίου Ιωσήφ τού παγκάλου καί τής υπό τού Κυρίου καταρασθείσης συκής». Δοξάζεται καί τιμάται ο πάγκαλος Ιωσήφ, γιατί «τής Αιγυπτίας τότε ταίς ηδοναίς μή δουλεύσας», εσκλαβώθηκε μέν κατά τό σώμα, αλλά κατά τήν ψυχή έμεινε αδούλωτος, ο αοίδιμος καί σώφρων, καί έτσι αξιώθηκε νά γίνει κυρίαρχος όλης τής Αιγύπτου. «Ο Θεός γάρ παρέχει τοίς δούλοις αυτού στέφος άφθαρτον». Η κατάρα έπειτα τής άκαρπης συκιάς, μάς λέει ν' αποφεύγουμε τό πάθος καί νά κάνουμε έργα καί καρπούς πνευματικούς, γιά νά μή μάς εύρη ο Χριστός μέ φύλλα μοναχά σάν έρθει, καί μάς δείξει τή φωτιά, σάν μοίρα αναπόφυγη τών ακάρπων μας δέντρων.

Τή Μεγάλη Τρίτη θ? ακούσουμε: «τής τών δέκα παρθένων παραβολής μνείαν ποιούμεθα», δηλ. τών πέντε φρονίμων καί τών πέντε μωρών παρθένων, μέ τίς διδακτικές λαμπάδες τους. Μάς συμβουλεύει κ' εδώ μέ ύμνους εξαίσιους η Εκκλησία μας, «νά σπουδάσωμεν νά ανάψωμεν τάς νοητάς λαμπάδας τών ψυχών μας, ως αι φρόνιμοι εκείναι παρθένοι. Διατί; Ίνα μέ τό λαμπρόν φώς τών λαμπάδων μας καί μέ ύμνους πνευματικούς, συναπαντήσωμεν τόν αθάνατον νυμφίον τών ψυχών, δηλαδή τόν Δεσπότην μας Ιησούν Χριστόν, όστις θά έλθει εν τή συντελεία τού κόσμου, διά νά εμβάσει τάς δρονίμους ψυχάς μέσα εις τόν ουράνιον νυμφώνα τής αϊδίου τρυφής τεσ καί βασιλείας».

Τή Μεγάλη Τετάρτη: «τής αλειψάσης τόν Κύριον μύρω πόρνης γυναικός μνείαν ποιείσθαι οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν, ότι πρό τού σωτηρίου Πάθους μικρόν τούτο γέγονεν». Ποιός δέν δακρύζει, όταν σκεφθεί ότι, ενώ όλοι αμαρτάνουμε (καί πολλές φορές βαρύτερα από τήν πόρνη) ωστόσο δέν ακολουθούμε τό παράδειγμά της, γιά νά σβήσουμε μέ δάκρυα μετανοίας τό χειρόγραφο, πού είναι φορτωμένο μέ τό πλήθος τών αμαρτιών μας.

Τή Μεγάλη Πέμπτη «εορτάζομεν τόν Ιερόν Νιπτήρα, τόν Μυστικόν Δείπνον, τήν υπερφυά προσευχήν καί τήν Προδοσίαν». Η κυριαρχούσα μορφή – αιώνιο σύμβολο σκότους συνειδήσεως καί παράδειγμα πρός αποφυγήν – είναι η προδοτική όψη τού Ιούδα.

Τή Μεγάλη Παρασκευή «τά Άγια καί Σωτήρια καί Φρικτά Πάθη τού Κυρίου καί Θεού καί Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού επιτελούμεν».

Καί τό Μέγα Σάββατον «τήν Θεόσωμον Ταφήν καί τήν εις Άδου κάθοδον τού Κυρίου καί Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εορτάζομεν».

Είπαμε, ότι πίσω από τά μαρτύριο καί τό Πάθος τής Σταυρώσεως, ο ορθόδοξος χριστιανός βλέπει πάντοτε τό γλυκό φώς τής Αναστάσεως. Είναι αυτό πού τόν εμποδίζει νά ιδεί τά Πάθη μέσα σ? ένα ζοφερό καί καταλυτικό σκοτάδι. Ο ορθόδοξος – καί ο Έλληνας ιδιαίτερα, πού πέρασε τόσα καί τόσα πάθη μέσα στή μακραίωνη πορεία τής ιστορίας του – είναι ντυμένος μέ τό ζεστό ένδυμα τής χαρμολύπης. Πάσχει καί υποφέρει, αλλά όχι μέ ασυγκράτητο σαρκικό πόνο. Η πνευματική φιλοσοφία τού Σταυρού, αυτές τίς ημέρες ειδικώτερα, πρέπει νά είναι ο επιούσιος άρτος μας, ο άρτος τής ζωής μας. Ιδού πώς βλέπουν μερικοί από τούς αγίους Πατέρας τό Σταυρό καί τό μυστήριο τής Σταυρώσεως.

Ο ακάνθινος στέφανος φανέρωσε ότι ο Κύριος εξάλειψε τήν κατάρα πού έλαβε η γή, νά βλαστάνει αγκάθια καί τριβόλια καί ότι ο Χριστός αφάνισε τίς μέριμνες καί τίς οδύνες τής παρούσης ζωής.

«Εξεδύθη τά ιμάτια καί ενεδύθη τήν πορφύραν, διά νά εκδύσει τούς δερματίνους χιτώνας τής νεκρώσεως, οπού εφόρεσεν ο Αδάμ μετά τήν παράβασιν. Κάλαμον έλαβεν ο Κύριος εις τήν δεξιάν, ως σκήπτρον, διά νά θανατώσει τόν αρχαίον όφιν καί δράκοντα• έλαβε κάλαμον, διά νά σβήσει τό χειρόγραφον τών αμαρτιών μας. Έλαβε τόν κάλαμον διά νά υπογράψει βασιλικώς, μέ τό κόκκινον αίμα του, τό γράμμα τής συγχωρήσεως τών αμαρτιών μας, καθότι καί οι βασιλείς μέ κόκκινον κιννάβαρι υπογράφουσιν».

»Εις τό ξύλον εσταυρώθη, διά τό ξύλον τής γνώσεως. Έλαβε τήν γεύσιν τής χολής καί τού όξους, διά τήν γλυκείαν γεύσιν τού καρπού τού απηγορευμένου. Έλαβε τά καρφία διά νά καρφώσει τήν αμαρτίαν. Άπλωσε τάς χείρας εις τόν Σταυρόν, διά νά ιατρεύσει τό άπλωμα τών χειρών τού Αδάμ καί τής Εύας, οπού εποίησαν εις τό απηγορευμένον ξύλον, καί διά νά ενώσει τά μακράν διεστώτα, αγγέλους καί ανθρώπους, ουράνια καί επίγεια. Έλαβε τόν θάνατον, διά νά θανατώσει τόν θάνατον. Ετάφη, διά νά μή στρεφώμεθα πλέον ημείς εις τήν γήν, ως τό πρότερον…».

»Εσκοτίσθησαν οι φωστήρες, διά νά φανερώσουν ότι πενθούσι τόν Σταυρωθέντα. Αι πέτραι εσχίσθησαν, διότι έπασχεν η πέτρα τής ζωής. Εις τό ύψος τού Σταυρού ανέβη, διά τό πτώμα οπού έπαθεν ο Αδάμ. Καί τελευταίον ανέστη, διά τήν ιδικήν μας ανάστασιν!».

Ώ! Ευτυχισμένοι καί τρισμακάριοι, όσοι μπορέσουν ν' αφήσουν τίς βιοτικές τους μέριμνες αυτές τίς μέρες, κι αρχίσουν από τώρα, από αυτή τήν ώρα κιόλας, τήν ευλογημένη πορεία δίπλα στόν πορευόμενο πρός τό Πάθος Χριστό! «Δεύτε ούν καί ημείς, συμπορευθώμεν αυτώ καί συσταυρωθώμεν, καί νεκρωθώμεν δι? αυτόν, ταίς τού βίου ηδοναίς», «ίνα μή μείνωμεν έξω τού νυμφώνος Χριστού».

Ο ΝΥΜΦΙΟΣ




O Νυμφίος «ο κάλλει ωραίος»
ο μεγάλος έρωτας κάθε ορθόδοξης χριστιανικής ψυχής,
ο αγαπημένος Νυμφίος της Εκκλησίας!!!
O Νυμφίος για την Eκκλησία μας
είναι το πρόσωπο του Θεανθρώπου Λυτρωτού,
που μας καλεί κατ’ αρχήν σε μία αιώνια,
ουσιαστική και οντολογική ένωση μαζί Του.
Σε μία ένωση πιο δυνατή από κάθε άλλη σχέση του κόσμου τούτου.
Σε μία ένωση όπως του σίδερου με τη φωτιά,
που, όταν επιτυγχάνεται, το κρύο σίδερο μεταμορφώνεται σε φωτιά.
Έτσι και ο άνθρωπος, όταν ενώνεται με τον Θεάνθρωπο Χριστό,
γίνεται και εκείνος θεούμενος και θεοτόκος,
κυοφορώντας μέσα στην καρδιά του
τον ερασμιώτατο Νυμφίο Χριστό!!!
O Χριστός ως Νυμφίος προσκαλεί την ψυχή ως νύμφη
να ενωθεί μαζί της για π ά ν τ α και αδιάσπαστα!!!

Ας ψηλαφήσουμε όντας τυφλοί...
με τις άκρες των δακτύλων μας την ζωηφόρο αυτή
Αγία και Μεγάλη εβδομάδα των Παθών του Κυρίου,
ώστε ν' αξιωθούμε να αναφωνήσουμε
μαζί με τον Θωμά "ο Κύριος μου και ο Θεός μου"
βλέποντας παρόντα τον Αναστάντα Κύριον!!!

Kυριακή των Βα'ί'ων



Έξη ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα, ἦλθε ὁ Ίησοῦς εἰς τὴν Βηθανίαν, ὅπου ἦτο ὁ Λάζαρος, ὁ ὁποῖος εἶχε πεθάνει καὶ τὸν ὁποῖον ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν. Ἐκεῖ τοῦ ἔκαναν δεῖπνον καὶ ἡ
Μάρθα ὑπηρετοῦσε, ὁ δὲ Λάζαρος ἦτο μεταξὺ ἐκείνων ποὺ ἦσαν μαζί του στὸ τραπέζι.
Ἡ Μαρία τότε ἐπῆρε μίαν λίτραν γνησίου πολυτίμου μύρου νάρδου, ἄλειψε τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὰ εσφόγγισε μὲ τὰ μαλλιά της, καὶ τὸ σπίτι ἐγέμισε ἀπὸ τὴν μυρωδιὰ τοῦ μύρου. Λέγει τότε ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητάς του, ὁ Ἰούδας, ὁ υἱὸς τοῦ Σίμωνος ὁ Ἰσκαριώτης, ἐκεῖνος ποὺ θὰ τὸν παρέδιδε, «Γιατὶ δὲν ἐπουλήθηκε αὐτὸ τὸ μύρον γιὰ τριακόσια δηνάρια καὶ δὲν ἐδόθηκε εἰς τοὺς πτωχούς;». Αὐτὸ τὸ εἶπε ὄχι ἀπὸ ἐνδιαφέρον διὰ τοὺς πτωχούς, ἀλλὰ διότι ἦτο κλέπτης καὶ εἶχε τὸ ταμεῖον καὶ ἀφαιροῦσε ἐκεῖνα ποὺ ἔβαζαν μέσα.
Τότε εἶπε ὁ Ἰησοῦς, «Ἄφησέ την· διὰ τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τὸ ἐφύλαξε· διότι τοὺς πτωχοὺς τοὺς ἔχετε πάντοτε μαζί σας, ἐνῷ ἐμὲ δὲν μὲ ἔχετε πάντοτε. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἔμαθαν ὅτι εἶναι ἐκεῖ, καὶ ἦλθαν ὄχι μόνον διὰ τὸν Ἰησοῦν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἰδοῦν τὸν Λάζαρον, τὸν ὁποῖον ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν. Οἱ ἀρχιερεῖς τότε ἀπεφάσισαν νὰ θανατώσουν καὶ τὸν Λάζαρον, διότι ἐξ αἰτίας του πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ἔφευγαν καὶ ἐπίστευαν στὸν Ἰησοῦν.
Τὴν ἑπομένην ἡμέραν πολὺς κόσμος ποὺ εἶχε ἔλθει εἰς τὴν ἑορτήν, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἐπῆραν κλάδους ἀπὸ φοίνικας καὶ ἐβγῆκαν πρὸς προϋπάντησίν του καὶ ἔκραζαν, «Ὡσαννά, εὐλογημένος νὰ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἔρχεται εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Ὁ δὲ Ἰησοῦς εὑρῆκε ἕνα μικρὸν ὄνον, καὶ ἐκάθησε ἐπάνω του, καθὼς εἶναι γραμμένον, «Μὴ φοβᾶσαι, θυγατέρα Σιών, νά, ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθισμένος εἰς ἕνα πουλάρι ὄνου».
Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν τὰ κατάλαβαν τότε οἱ μαθηταί του, ἀλλ’ ὅταν ἐδοξάσθηκε ὁ Ἰησοῦς, τότε θυμήθηκαν ὅτι αὐτὰ ἦσαν γραμμένα γι’ αὐτόν καὶ ὅτι τοῦ τὰ ἔκαναν. Ὁ δὲ κόσμος ποὺ ἦταν μαζί του ἔδινε μαρτυρίαν ὅτι ἐφώναξε τὸν Λάζαρον ἀπὸ τὸ μνῆμα καὶ τὸν ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν. Διὰ τοῦτο καὶ τὸν ὑποδέχθηκε ὁ κόσμος διότι ἄκουσαν ὅτι ἔκανε αὐτὸ τὸ θαῦμα.

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Ατενίζοντας τον Ιησού Χριστό εν σιωπή



του Θεολογου κ. Παν. ΣΗΜΑΤΗ 

Κάθε χρόνο, όταν φτάνει η Μεγάλη Εβδομάδα, ο πιστός προσκαλείται για μία επανατοποθέτηση της ζωής του μπρος στο μυστήριο του πάθους του Χριστού.

Ο Χριστός μας ατενίζει καθηλωμένος εκεί στα μεσούρανα, στο Σταυρό Του, προσκαλώντας μας και προκαλώντας ταυτόχρονα πιστούς και λιγότερο πιστούς. Και ποιος άραγε θα μπορούσε να διαβεβαιώσει ότι προσπέρασε το Σταυρό του Χριστού, το αιώνιο αυτό σκάνδαλο της λογικής ανθρώπων και αγγέλων, χωρίς κλυδωνισμούς αμφιβολιών, χωρίς κραδασμούς στο επίπεδο των αυτονόητων ενδοκοσμικών βεβαιοτήτων;

Φέτος, αντικρίζουμε λίγο πριν την Ανάσταση και πάλι το Χριστό, μέσα σε μια πρωτόγνωρη εσχατολογική σύγχυση των άλλοτε αυτονόητων, φαντάζει περισσότερο μόνος: δεμένος σαν κακούργος, περιτριγυρισμένος και λοιδορούμενος από τον όχλο και το αρχοντολόϊ της πολιτικής και εκκλησιαστικής εξουσίας του «καιρού εκείνου»· με τους μαθητές Του αποσυναρμολογημένους, διασκορπισμένους και ανήμπορους να του προσφέρουν κάτι περισσότερο από την άρνηση του Πέτρου.

Κι Αυτός σιωπηλός, να ατενίζει όλους, όπως τότε τον Πέτρο πριν λαλήσει ο πετεινός, και να αναμοχλεύει μέσα μας όλες τις αρνήσεις κι όλες τις προδοσίες στο πρόσωπό Του, όλα τα πάθη κι όλες τις πληγές.

Να μας κοιτά με μιαν απέραντα μεγαλόπρεπη Σιωπή -όση κι η αγάπη Του- που θεραπεύει την κούφια και υβριστική πολυλογία των «εκπροσώπων» Του, κάθε μεγαλόστομη και υπερφίαλη καπηλεία της Σιωπής και του Πάθους.

Μία αγιασμένη, πονεμένη Σιωπή για τους πόνους και τις αποτυχίες των ανθρώπων όλων των αιώνων, μυστική φωνή στα μύχια της ψυχής μας. Μία μεγαλειώδης, εύγλωττη, κατανυκτική Σιωπή Αγάπης.

* * *

«Ο δε Ιησούς εσιώπα». Στον πόνο και στον θρίαμβο. Και όταν έκανε τα θαύματα, και όταν δεχόταν τα ραπίσματα. Και όταν εισέρχεται θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα «μετά βαΐων και κλάδων», και όταν ερωτάται από τον αρχιερέα Καϊάφα, τον Πιλάτο, τον βασιλιά Ηρώδη: «Ουδέν αποκρίνη; ουκ ακούεις πόσα σου καταμαρτυρούσιν; Ο δε Ιησούς εσιώπα».

Σιωπά όταν ο όχλος και οι στρατιώτες τον χλευάζουν, όταν τον προκαλούν λέγοντας: «Σώσον σεαυτόν ει Υιός ει του Θεού». Όταν καταφέρουν στο άγιο πρόσωπό Του ραπίσματα και με σαρκαστική ειρωνεία τον εξωθούν να «προφητεύσει» ποιος τον εράπισε. Ανταποδίδει στην παράλογη πρόκληση της ανθρώπινης κακότητας την πορφυρά Σιωπή των σταυρωμένων Του χεριών, τη ματωμένη καρδιά της Αγάπης.

Σιωπά ο Ιησούς μπροστά στην μισαλλοδοξία εχθρών, στην αλαζονεία και την υποκρισία των «φίλων», γιατί οι λέξεις δεν μπορούν να πουν τίποτα περισσότερο απ' όσα πολυσήμαντα μαρτυρούν τα πάθη, ο Σταυρός και η Ανάστασή Του.

Η Σιωπή του Ιησού είναι διακριτική συνομιλία, ένας αέναος διάλογος αγάπης με τις ψυχές, όταν τα λόγια καθίστανται ανήμπορα να διασπάσουν τα τείχη του ορθολογισμού και της αμφιβολίας που έχουν ερμητικά σφραγίσει τα «ώτα» μας. Όταν τα πάθη έχουν αλλοιώσει την «λογική» ψυχή μας και την έχουν παραδώσει στο παράλογό της τυχαιότητας, το χαοτικό ενήδονο κυνήγι της οδύνης.

Συνομιλεί και τότε «εν τη σιωπή» ο Χριστός μαζί μας, γιατί ο άνθρωπος ποτέ δεν παύει να είναι Εικόνα του Θεού, ποτέ δεν χάνει την ικανότητα να διαισθάνεται, να ξέρει, να «καταλαβαίνει πολύ περισσότερα πράγματα απ' όσα μπορεί να εκφράσει», απ' αυτά που μπορεί να ακούσει. Ο Σιωπών Χριστός του Πάθους, μας έχει εξασφαλίσει το προνόμιο, ώστε «νυν και αεί» να μπορούμε να ψιθυρίζουμε το «μνήσθητί μου, Κύριε» του ληστού, ακόμα και πάνω στο σταυρό της πιο μεγάλης ντροπής, της πιο μεγάλης απελπισίας.

Ο Χριστός της Σιωπής, είναι ο Χριστός της αγάπης, ο Χριστός της αναμονής, δηλαδή ο Χριστός της ελευθερίας: κανένα δεν εξαναγκάζει, μα αγαπά, σιωπά και περιμένει την μετάνοιά μας. «Η σιωπή είναι ο εσχατολογικός τρόπος με τον οποίον μιλεί και πράττει ο Θεός... Όποιος αγαπά δεν φλυαρεί... μα υποφέρει και υπομένει».
* * *

Η Σιωπή του Λόγου! Τα λόγια είναι τα εργαλεία της χρονικότητας. Η κατανόηση της ουσίας των λόγων εισάγει στην αιωνιότητα του υπέρ-λογου, εκεί όπου τα λόγια είναι περιττά. Η «σιωπή είναι η γλώσσα της Βασιλείας του Θεού». «Η σιωπή μυστήριόν εστι του αιώνος του μέλλοντος· οι δε λόγοι όργανόν εστι τούτου του κόσμου» (Ισαάκ ο Σύρος).

Η Σιωπή του Λόγου λογοποιεί την παράλογη λογική του πεπτωκότος ανθρώπου. Σιωπηλά ανασκάπτει τις καρδιές, αποκόπτει τα καρκινώματα του άλογου εγωισμού, δένει τα τραύματα, ζωντανεύει την ερειπωμένη πίστη, ετοιμάζει την εξανάσταση.

Μέσα στην σιωπή συντελείται η θεανθρώπινη συνάντηση. «Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός». Ο άνθρωπος εκεί, στη σιγή της ησυχίας, «των υπερφυών γεύεται αγαθών και υπερκοσμίων απολαύει καλών, και της του Θεού αγάπης καθίσταται χώρημα· και ούτω ερωτοληπτείται και χαίρει και ευθυμεί» (άγιος Κάλλιστος).

«Ο φίλος της σιωπής προσεγίζει τον Θεό και συνομιλώντας μυστικά μαζί Του, φωτίζεται απ' Αυτόν» (άγιος Ιωάννης Κλίμακος).

Όσοι αυτή την ύστατη ώρα τη Μεγάλης Εβδομάδος, κατορθώσουμεατενίζοντες τον Ιησού ν' αφουγκραστούμε ταπεινά τη πολύφθογγη Σιωπή Του, αποφασίσουμε «εν μετανοία» να εναποθέσουμε στα χέρια Του την ζωή μας και μπούμε στη σιωπή του «όλβιου» τάφου, θα λάβουμε σαν δώρο την έξοδο από την πολυδαίδαλη σύγχυση, θα ζήσουμε άλλη μία φορά δια του θανάτου Του την «εκ νεκρών Ανάσταση»

Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΥ ΦΙΛΟΥ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ ΤΟΥ ΤΕΤΡΑΗΜΕΡΟΥ





Το Σάββατο του Λαζάρου κατέχει ξεχωριστή θέση στο λειτουργικό ημερολόγιο. Δεν ανήκει στις σαράντα ημέρες της μετάνοιας της Μ. Τεσσαρακοστής ούτε και στις οδυνηρές ημέρες της Μ. Εβδομάδας, αυτές που αρχίζουν από τη Μ. Δευτέρα και τελειώνουν τη Μ. Παρασκευή. Μαζί με την Κυριακή των Βαΐων συνθέτουν ένα σύντομο χαρούμενο πρελούδιο των γεμάτων πόνο ημερών που ακολουθούν. Δύο σημαντικά περιστατικά συνδέονται με τη Βηθανία: εκεί ανέστησε τον Λάζαρο και από εκεί ξεκίνησε ο Ιησούς την πορεία και άνοδο Του προς τα Ιεροσόλυμα.
Η ανάσταση του Λαζάρου είναι ένα γεγονός που, όπως θα δούμε, έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία. Συνδέεται μυστηριωδώς με την Ανάσταση του Κυρίου μας και παίζει, ως προς αυτή, το ρόλο μιας έμπρακτης προφητείας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Λάζαρος μας παρουσιάζεται στο κατώφλι της Μ. Εβδομάδας αναστημένος, ως προάγγελος της νίκης του Χριστού επί του θανάτου, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, παραμονές των Θεοφανείων, προανήγγειλε τον Επιφανέντα Χριστό. Πέρα όμως από τον πρωταρχικό αυτό χαρακτήρα της, η ανάσταση του Λαζάρου έχει και κάποιες δευτερεύουσες πτυχές τις οποίες είναι χρήσιμο να εξετάσουμε: Η ανάσταση του Λαζάρου αναγγέλλει την ανάσταση των νεκρών η οποία έρχεται ως συνέπεια της Αναστάσεως του Κυρίου: « Λάζαρον τεθνεώτα τετραήμερον ανέστησας εξ Άδου, Χριστέ, προ του σου θανάτου διασείσας του θανάτου το κράτος και δι’ ενός προσφιλούς την πάντων ανθρώπων προμηνύων εκ φθοράς ελευθερίαν». Το Σάββατο του Λαζάρου είναι, κατά κάποιο τρόπο, η εορτή όλων των νεκρών. Μας δίνει την ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε και να συγκεκριμενοποιήσουμε την πίστη μας στην Ανάσταση. Ο Κύριός μας, τονώνοντας το ηθικό της Μάρθας, μας δίνει σχετικά με τους κεκοιμημένους μας μια πολύτιμη διδασκαλία. Είπε στη Μάρθα: « Αναστήσεται ο αδελφός σου». Η Μάρθα απάντησε: « Γνωρίζω ότι ο αδελφός μου θα αναστηθεί κατά τη γενική ανάσταση της εσχάτης ημέρας». Και ο Ιησούς ανταπάντησε: « Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή». Η πίστη της Μάρθας ήταν ανεπαρκής σε δύο σημεία. Προέβαλε στο μέλλον, και μόνο στο μέλλον, την ανάσταση του αδελφού της και, δεύτερον, δεν αντιλαμβανόταν αυτή την ανάσταση παρά μόνο σε σχέση με ένα γενικό νόμο. Ο Ιησούς όμως της δείχνει ότι η ανάσταση είναι ένα γεγονός ήδη παρόν, επειδή Αυτός δεν προξενεί απλώς, αλλά είναι η ανάσταση και η ζωή. Οι κεκοιμημένοι μας ζουν διά και εν Χριστώ. Η ζωή τους συνδέεται με την προσωπική παρουσία του Χριστού και εκδηλώνεται εν αυτή. Εάν θελήσουμε να ενωθούμε πνευματικά με ένα κεκοιμημένο αδελφό μας που αγαπούσαμε πολύ, δεν θα προσπαθήσουμε να τον ζωντανέψουμε στη φαντασία μας, αλλά θα έρθουμε σε επικοινωνία με τον Ιησού και εν Αυτώ θα τον βρούμε.
Η ανάσταση του Λαζάρου είναι μια θαυμάσια επεξήγηση του χριστολογικού δόγματος. Μας δείχνει πώς, στο πρόσωπο του Ιησού, η θεία και η ανθρώπινη φύση ενώνονται χωρίς να συγχέονται: «Ανάστασις και ζωή των ανθρώπων υπάρχων, Χριστέ, εν τω μνήματι Λαζάρου επέστης, πιστούμενος ημίν τας δύο ουσίας σου». Αφενός, στον Ιησού ο άνθρωπος μπορεί να λυγίσει μπροστά στη συγκίνηση και να θλιβεί για την απώλεια ενός φίλου: « Εδάκρυσεν ο Ιησούς. Έλεγον δε οι Ιουδαίοι, ίδε πως εφίλει αυτόν». Αφετέρου, ο Θεός, εν Χριστώ, μπορεί να διατάξει τον θάνατο ως έχων εξουσία: « Φωνή μεγάλη εκραύγασε· Λάζαρε, δεύρο έξω. Και εξήλθεν ο τεθνηκώς…».
Τέλος, η ανάσταση του Λαζάρου παρακινεί τον αμαρτωλό να ελπίζει ότι, ακόμη και αν είναι πνευματικά νεκρός, μπορεί να ξαναζήσει: « Καμέ, φιλάνθρωπε, νεκρόν τοις πάθεσιν, ως συμπαθής εξανάστησον, δέομαι». Είναι κάποιες φορές που μια τέτοια πνευματική ανάσταση φαίνεται εξίσου αδύνατη όπως και η ανάσταση του Λαζάρου: « Κύριε, ήδη όζει, τεταρταίος γαρ εστί». Όλα όμως είναι δυνατά για τον Ιησού, από το να μεταστρέψει τον πιο σκληρόκαρδο αμαρτωλό μέχρι να αναστήσει ένα νεκρό: « Λέγει ο Ιησούς, άρατε τον λίθον…».
Να λιοπόν τι θα μάθουμε, αν πάμε το Σάββατο αυτό στη Βηθανία, στον τάφο του Λαζάρου. Εμείς όμως δεν θέλουμε να συναντήσουμε τον Λάζαρο. Θέλουμε να συναντήσουμε στη Βηθανία τον Ιησού και να ξενινήσουμε μαζί Του τη φετινή Μ. Εβδομάδα. Μας προσκαλεί ο ίδιος και μας περιμένει. Η Μάρθα ήρθε κρυφά να πει στην αδελφή της: « Ο διδάσκαλος πάρεστι και φωνεί σοι». Και η Μαρία « ως ήκουσεν, εγείρεται ταχύ και έρχεται προς Αυτόν». Ο Κύριος με καλεί. Θέλει κατά τις ημέρες του Πάθους Του να μην τον εγκαταλείψω. Θέλει, αυτές ακριβώς τις μέρες να αποκαλυφθεί σε μένα – που μπορεί ήδη να «όζω» – με ένα τρόπο καινούριο και υπέροχο. Κύριε, έρχομαι.

( Lev Gillet,(ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας) Πασχαλινή κατάνυξη, Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ ( Φεβρουάριος 2009) σ. 51- 55). 

Ὁσίου Μακαρίου τῆς Ὄπτινα:Ἐμπιστοσύνη στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ Ἀπό τό βιβλίο «Πνευματικές Νουθεσίες»






Ὁσίου Μακαρίου τῆς Ὄπτινα

(ἀποσπάσματα ἐπιστολῶν)


Ἄκουσε! Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος λέει γιά τόν ἄνθρωπο πού ἐμπιστεύεται τόν ἑαυτό του στή θεία πρόνοια: «Ἐπ᾿ ἐμέ ἤλπισε, καί ρύσομαι αὐτόν· σκεπάσω αὐτόν, ὅτι ἔγνω τό ὄνομά μου. Κεκράξεται πρός με, καί ἐπακούσομαι αὐτοῦ, μετ᾿ αὐτοῦ εἰμι ἐν θλίψει· ἐξελοῦμαι αὐτόν καί δοξάσω αὐτόν» (Ψαλμ. 90. 14-15). Οἱ θλίψεις καί τά βάσανα ἑδραιώνουν τήν πίστη μέσα μας, καί μᾶς διδάσκουν νά περιφρονοῦμε τόν κόσμο καί τή δόξα του. Πίστευε πάντοτε ὅτι κανένα κακό, καμιά λύπη δέν μπορεῖ νά μᾶς βρεῖ – οὔτε μιά τρίχα δέν μπορεῖ νά πέσει ἀπό τό κεφάλι μας – χωρίς νά τό παραχωρήσει ὁ Θεός. Τίποτα δέν γίνεται, λέει ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος, χωρίς τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ.
Καί ὅπου ὑπάρχει ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὁπωσδήποτε αὐτό πού συμβαίνει, ὅσο πικρό κι ἄν εἶναι, θά φέρει ὠφέλεια στήν ψυχή. Μή λυπᾶσαι λοιπόν καί μή μικροψυχεῖς γιά τούς πειρασμούς σου. Νά τούς δέχεσαι ἀτάραχα, μέ ταπεινοφροσύνη καί ἐλπίδα στόν Θεό. Πίστεψέ το: Ποτέ δέν εἶναι δυνατό νά πάρουν τά πράγματα καλύτερη ἐξέλιξη, παρά μόνο ἔτσι ὅπως τά ἐπιτρέπει ὁ Θεός μέσα στό ἔλεός Του. Γι᾿ αὐτό δόξαζέ Τον γιά ὅλα. Καί μή ρίχνεις τίς εὐθύνες, γιά ὅ,τι σοῦ συμβαίνει, σέ ἄλλους ἀνθρώπους. Ἄν καί ἔχουμε πάντα τήν τάση ν᾿ ἀποδίδουμε τά προβλήματά μας στούς ἄλλους, στήν κακία ἤ τήν ἀνικανότητά τους, στήν πραγματικότητα αὐτοί δέν εἶναι παρά ἐργαλεῖα στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἐργαλεῖα, πού τά χρησιμοποιεῖ γιά νά οἰκοδομήσει τή σωτηρία μας.

Πάρε λοιπόν θάρρος καί προσευχήσου. Προσευχήσου θερμά στόν Κύριο, πού πάντοτε ἐργάζεται γιά τή σωτηρία μας, χρησιμοποιώντας γι᾿ αὐτό τό σκοπό καί τά δυό μέσα: Καί ὅ,τι έμεῖς ἀποκαλοῦμε εὐτυχία, καί ὅ,τι ἐμεῖς ἀποκαλοῦμε δυστυχία.

***

Γιά μᾶς, πού σταθερά καί ἀκλόνητα πιστεύουμε στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἀκόμα καί ἡ χειρότερη ἀναποδιά δέν εἶναι παρά μιά κίνηση τοῦ χεριοῦ Ἐκείνου, τοῦ Κυρίου μας, πού δέν κουράζεται ποτέ νά ἑλκύει τόν ἄνθρωπο στό δικό Του δρόμο πρός τήν αἰωνιότητα. Καί δέν κουράζεται ποτέ νά δείχνει αὐτό τό δρόμο.

Ἀλλά γι᾿ αὐτούς πού δέν ἔχουν τήν πίστη μας, οἱ θλίψεις αὐτοῦ τοῦ κόσμου εἶναι πραγματικά πικρές, πικρότατες. Τούς λείπει, βλέπεις, ἡ ἐλπίδα. Ἡ ἐλπίδα πού, ὅπως εἶπε κάποιος ἅγιος, γεννιέται ἀπό τή γεύση καί τήν ἐμπειρία τῶν δώρων τοῦ Κυρίου.

Εἶναι μετά ν᾿ ἀπορεῖ κανείς, ὅταν ὁ θάνατος κάποιου ἀγαπημένου τους προσώπου τούς ἀφήνει ἀπαρηγόρητους καί τούς γεμίζει ἀπελπισία;

***

Μή λιποψυχεῖς καί μή λυπᾶσαι τόσο πολύ, πού ἡ ἀρρώστια σ᾿ ἐμποδίζει νά πηγαίνεις στήν ἐκκλησία. Ὁ ἀπόστολος μᾶς ἔχει διαβεβαιώσει ὅτι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι εἴμαστε ναοί τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ (Β΄ Κορ. 6. 16). Γιά σένα εἶναι ἀρκετός αὐτός ὁ ναός.

Ἐσύ ἰδιαίτερα, πού ὑποστηρίζεις ὅτι δέχεσαι εἰδικές ἐπισκέψεις τῆς χάριτος μέσα στήν ἐκκλησία, πρέπει νά φυλάγεσαι ἀπό τήν «οἴηση τῆς ἁγιότητος», καί ν᾿ ἀναγνωρίζεις ὅτι τώρα τίς στερήθηκες ἐπειδή δέν εἶσαι ἄξιος γι᾿ αὐτές. Ὅσο πιό ταπεινοί γινόμαστε, τόσο πιό σταθερή καί ἀσφαλής γίνεται ἡ πνευματική μας ζωή.

Νά βρίσκεσαι, βέβαια, σέ ἐγρήγορση. Σέ συνεχή ἐγρήγορση καί ἀγώνα. Ἀλλά μήν ἐλπίζεις πώς θά κατορθώσεις πολλά γιά τή σωτηρία σου εἴτε μέ τά ἔργα σου εἴτε μέ τήν ἀξία καί τά προσόντα σου. Μόνο τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ μᾶς σώζει. Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν δέν εἶναι μισθός ἔργων, ἀλλά χάρη τοῦ Κυρίου, πού εἶπε: «Ὅταν ποιήσητε πάντα τά διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι ὅ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. 17. 10).

Μή γογγύζεις λοιπόν καί μή μεμψιμοιρεῖς γιά τήν ἀρρώστια σου. Ὁ ὅσιος Μάρκος γράφει, ὅτι ὅποιος ἀντιστέκεται στά λυπηρά συμβάντα, πολεμάει χωρίς νά τό ξέρει τή διαταγή τοῦ Θεοῦ. Καί ὅποιος τά ὑπομένει, γνωρίζει καλά γιατί ἔρχονται καί ἀπό ποῦ: ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Στίς ἀκούσιες θλίψεις εἶναι κρυμμένο τό θεῖο ἔλεος, πού ὁδηγεῖ σέ μετάνοια ὅποιον δείχνει ὑπομονή, καί τόν γλυτώνει ἀπό τήν αἰώνια κόλαση.

***

Ἄκουσα γιά τή συμφορά πού σέ βρῆκε καί γιά τούς πειρασμούς πού σέ τριγυρίζουν. Βιάστηκα λοιπόν νά σοῦ γράψω μερικές συμβουλές καί δυό λόγια παρηγοριᾶς. Ὑπῆρξε ποτέ κανένας ἄνθρωπος, πού νά μή χρειάστηκε καί νά μή ζήτησε τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τῶν φίλων του, σέ στιγμές μεγάλου πόνου; Σέ τέτοιες στιγμές, ἀλλοίμονο, ἀκόμα καί τῶν πιό σοφῶν τό μυαλό σκοτίζεται καί ἡ καρδιά ταράζεται... Σέ τέτοιες στιγμές ὁ προφήτης Δαβίδ κραύγαζε περίλυπος: «Ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι· ἴασαί με, Κύριε, ὅτι ἐταράχθη τά ὀστᾶ μου, καί ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα· καί σύ, Κύριε, ἕως πότε;...» (Ψαλ. 6. 3-4).

Ἀφοῦ δέν εἶσαι ἔνοχος, καί ἀφοῦ σέ καμιά περίπτωση δέν μπορεῖς νά θεωρήσεις τόν ἑαυτό σου ἔνοχο γιά τό ἔγκλημα πού σοῦ ἀποδίδουν, δέξου αὐτή τήν «ἐπίσκεψη» σάν τιμωρία γιά ἄλλα σφάλματα, πού ὄντως ἔχεις διαπράξει. «Ἐν ἄλλοις πταίομεν, καί ἐν ἄλλοις παιδευόμεθα»...

Ὅλα ὅσα συμβαίνουν στόν καθένα μας, παραχωροῦνται ἀπό τό Θεό. Ἔτσι, πρέπει ν᾿ ἀναγνωρίσεις, ὅτι ἀκόμα κι αὐτό ἔχει παραχωρηθεῖ ἀπό Ἐκεῖνον. Γιά τό καλό σου. Γιά νά ξεπλυθοῦν μερικές ἀπό τίς ἁμαρτίες σου.

Προσπάθησε ἤρεμα νά ἐλέγξεις, νά κριτικάρεις καί ν᾿ ἀναθεωρήσεις τό σύνολο τῆς ζωῆς σου, προσπαθώντας νά τή δεῖς μέ τόν τρόπο πού τή βλέπει κι Ἐκεῖνος. Ὕστερα ξερίζωσε σχολαστικά κάθε κακό, πού ἀναπόφευκτα θά σοῦ ἀποκαλύψει μιά τέτοια ἔρευνα. Καί ἀπόφευγε νά κατακρίνεις τούς ἄλλους ἀκόμα καί μέ τούς πιό μυστικούς λογισμούς σου. Οἱ λογισμοί τῆς κατακρίσεως σκοτώνουν τήν ἐσωτερική μας εἰρήνη, χωρίς νά ἐξυπηρετοῦν κάτι ἄλλο.

***

Κανένα ἀπό τά προβλήματά σου δέν ἔχει προκληθεῖ τυχαῖα. Τίποτα δέν μπορεῖ νά μᾶς συμβεῖ χωρίς τή συγκατάθεση τοῦ Κυρίου μας. Καί ἡ συγκατάθεσή Του ὄχι μόνο πηγάζει ἀπό τήν πανσοφία Του, ἀλλά καί ὑπαγορεύεται πάντοτε ἀπό τήν ἀγάπη Του γιά μᾶς.

Ἐρεύνησε προσεκτικά τή συνείδησή σου καί τή ζωή σου. Καί τότε, εἶμαι βέβαιος, θά καταλάβεις τί ἐννοῶ.

Ἡ λύπη σέ πιέζει; Δέν πειράζει. Μιά καρδιά γεμάτη εὐγνωμοσύνη, ταπείνωση καί σοφία – ἡ καρδιά πού μέ ἀγώνα καί κόπο ἔχει πληρωθεῖ μ᾿ εὐγνωμοσύνη, ταπείνωση καί σοφία – θά παρηγορηθεῖ πλούσια καί θά εὐλογηθεῖ μέ τήν ἀπόκτηση τῆς γαλήνης καί τῆς χαρᾶς.

***

Τό ὅτι ἔχουμε πίστη δέν σημαίνει μόνο ὅτι πιστεύουμε στό Θεό σάν δημιουργό μας. Σημαίνει ἐπίσης ὅτι ἀναγνωρίζουμε τήν ἀκατάπαυστη πρόνοια καί μέριμνά Του γιά τό καλό μας, ἀκόμα καί στίς ἀσήμαντες πτυχές τῆς ζωῆς μας. Αὐτό, βέβαια, εἶναι λίγο-πολύ ἀδύνατο νά τό ἀντιληφθεῖ ὁ νοῦς μας, ἔτσι ὅπως εἶναι βυθισμένος μέσα στό σκοτάδι τῶν παθῶν...

Ἐκεῖνο πού πρέπει νά ἐπιζητοῦμε, ὅταν βρισκόμαστε μέσα στή θύελλα τῶν θλίψεων, δέν εἶναι ἡ συναισθηματική νάρκωση, οὔτε κάποια μέθοδος πού θά μᾶς κάνει ἀναίσθητους, ἀλλά ἡ τέχνη ν᾿ ἀποδεχόμαστε καί νά ὑπομένουμε μ᾿ εὐγνωμοσύνη κάθε λύπη.

Καί μήν ξεχνᾶς: Στήν πραγματικότητα, δέν εἶναι αὐτό καθεαυτό τό βάρος τῆς μιᾶς ἤ τῆς ἄλλης λύπης, πού μᾶς καταβάλλει καί μᾶς τσακίζει. Ὄχι. Τά κύματα τῆς καταθλίψεως ταράζουν μόνο μιά καρδιά πού τή διακρίνουν ἡ ἀστάθεια, οἱ μεταπτώσεις, ἡ ἔλλειψη ἰσορροπίας. Ἀγωνίσου, λοιπόν, γιά νά σταθεροποιήσεις μέσα σου τήν εἰρήνη.

Μήν ἀγωνιᾶς γιά τό μέλλον. Ὁ Κύριος μεριμνᾶ! Προσπάθησε μόνο νά ἐφαρμόζεις μέ ἀκρίβεια τίς ἐντολές Του στό παρόν. Καί μήν τρέφεις τήν παραμικρή ἐχθρότητα γιά ὁποιονδήποτε, «μετά πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύων» (Ρωμ., 12. 18).

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Περί μετανοίας




ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΒΒΑΣ – Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗΣ


Ὅλα τά φυσικά σώματα τείνουν στό κέντρο τῆς γῆς καί ὅλες οἱ ἀνθρώπινες ψυχές φυσικά στρέφονται στό πνευματικό τους Κέντρο ἤ τό Ἀρχέτυπό τους, τό Θεό. Ἡ ἁμαρτία ἦταν πού διέστρεψε αὐτή τή φυσική κατεύθυνση τῆς ψυχῆς.
Στήν καρδιά τοῦ ἄνθρώπου συμβαίνει ἄλλοτε νά προσεγγίζει πρός τό Θεό καί ἄλλοτε νά ἀπομακρύνεται ἀπό τό Θεό, πότε ἡσυχία καί χαρά, πότε σύγχυση, φόβος καί στεναχώρια ΄ πότε ζωή καί πότε θάνατος πνευματικός.
Ἡ ἐγγύτης στό Θεό συμβαίνει μέσα στίς θλίψεις. Τό κυριώτερο ζητούμενο τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ ἕνωση μέ τό Θεό, ἀλλά ἡ ἁμαρτία ἐμποδίζει ἀπόλυτα τό σκοπό αὐτό. Γι’ αὐτό ἀπόφευγε τήν ἁμαρτία καί πρόσφερε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μεταμέλεια γιά τά κακά πού πράττεις μέ καθαρή μετάνοια.
Ἡ μετάνοια, κατά τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδοξης Ἐκκλησίας, εἶναι ἀνάκληση τοῦ Βαπτίσματος, Δευτέρα Χάρις, κάθαρση τῆς συνειδήσεως, ὑπόσχεση στό Θεό νέας ζωῆς, συμφιλίωση μέ τό Θεό μέ τό μέσο τῶν καλῶν ἔργων πού εἶναι ἀντίθετα ἀπό τή πτώση τῆς ἁμαρτίας.
Ἀλλά ποιός δέ γνωρίζει πόσο δύσκολο εἶναι γιά τόν ἁμαρτωλό, χωρίς τήν ἰδιαίτερη Χάρη τοῦ Θεοῦ νά στραφεῖ ἀπό τήν προσφιλῆ σ’ αὐτόν ὁδό τῆς ἁμαρτίας στήν ὁδό τῆς ἀρετῆς; Πόσο βαθειές ρίζες πιάνει ἡ ἁμαρτία στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί σ’ὅλη τήν ὕπαρξή του, πῶς δίνει στόν ἁμαρτωλό τή δική της ὅραση, ἡ ὁποία βλέπει τά πράγματα τελείως ἀλλοιώτικα! Γι’ αὐτό βλέπουμε ὅτι οἱ ἁμαρτωλοί δέ βάζουν στόν νοῦ τους τή μεταστροφή τους καί δέ θεωροῦν τούς ἑαυτούς τους μεγάλους ἁμαρτωλούς ἐπειδή ἡ φιλαυτία καί ἡ ὑπερηφάνεια τυφλώνουν τά μάτια τους κι ἄν θεωρήσουν τούς ἑαυτούς τους ὡς μεγάλους ἁμαρτωλούς τότε παραδίδονται στήν ἀπελεπισία.
Οἱ ἀνομίες ὅπως ἔρχονται στόν ἄνθρωπο, ἔτσι καί ἀναχωροῦν διά τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας. Σκέψου ὄτι οἱ ἀνομίες εἶναι ὄνειρα, ἀνοησία καί παραφροσύνη. Κράτησε τήν ἀπόφασή σου ἀπό δῶ καί στό ἐξῆς νά ζεῖς μέ ἐπιμέλεια καί ὁ Θεός θά σέ καθαρίσει διά τοῦ λειτουργοῦ τῶν μυστηρίων Του.
Πλησιέστεροι ὅλων ὅσων ἀκολουθοῦν τό Χριστό εἶναι οἱ Ἀπόστολοι, οἱ παρθένοι καί ἡ ἁμαρτωλή γυναίκα πού ἄρχισε νά πλένει τά πόδια Του, καθώς λέγει σχετικά ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Πρίν ἡ γυναίκα ἦταν ἄσωτη, ἀλλά τώρα εἶναι παρθένος, ἀδελφή τοῦ Χριστοῦ, νύμφη τοῦ Λόγου». Στ΄ ἀλήθεια, χαίρονται οἱ Ἅγιοι διότι καί οἱ ἁμαρτωλοί συναριθμοῦνται μαζί τους. Χαίρονται καί οἱ μετανοημένοι ἁμαρτωλοί, διότι καί γι’ αὐτούς βρίσκεται θέση ἀνάμεσα στούς Ἁγίους.
Εἶναι πάντοτε δυνατόν νά σωθεῖ ὁ μετανοήσας ἁμαρτωλός μέ τήν ἄρρητη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ἀνάγκασε τόν ἑαυτό σου στό καλό κι αὐτό θά παρεμείνει μαζί σου.
Εἶναι κακό, ὅταν ἁμαρτάνεις καί δέ σπεύδεις νά διορθωθεῖς. Ἄς μή δώσει ὁ Θεός νά φύγουμε μέ ἁμαρτίες γιά ἐκεῖ, ὄπου πλέον δέν εἶναι δυνατον νά τις ἀποβάλουμε. Μήν ἀναβάλλεις τή μετάνοια καί τή διόρθωση τῆς ζωῆς σου για αὔριο. Σ’ αὐτό τό αὔριο δέ θά ὑπάρχει τέλος.
Μιά φοβερή ἀλήθεια: Οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί μετά τό θάνατο χάνουν κάθε δυνατότητα νά ἀλλάξουν πρός τό καλύτερο΄ δηλαδή μόνιμα θά μείνουν παραδομένοι στά αἰώνια βάσανα.
Ὅποιος δέν προστρέξει στό σωτήριο τῆς μετάνοιας θά ἀκούσει αὐτή τή φοβερή ἀπόφαση τοῦ Κυρίου: «Ἐάν μή μετανοῆτε, πάντες ὡσαύτως ἀπολεῖσθε» ( Λουκ.13,3) Ἀλλά καί ὅσοι προστρέχουν στό μυστήριο τῆς μετάνοιας δέν καθαρίζονται ὅλοι, ἐπειδή ὅλοι δέν προσέχουν ἐκείνους τούς ὅρους πού εἶναι ἀπαραίτητοι γιά τήν ἀληθινή μετάνοια.
Ἀρχή τῆς μετάνοιας εἶναι ἡ συναίσθηση τῶν ἁμαρτιῶν μας καί ἡ συντριβή γι’ αὐτές. «Ὅταν ἀποστραφεῖς στενάξης, τότε σωθήσῃ» (Ἠσ. 30,15)
Μερικοί ἀπό ἄγνοια ἤ ἀπό ἀπροσεξία στό ἔργο τῆς μετάνοιας, ἑναποθέτουν τό μυστήριο τῆς μετάνοιας σέ μιά μόνο ἐξομολόγηση. Νομίζουν ὅτι μέ τήν προφορική ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτιῶν στόν πνευματικό πατέρα τελείως καθαρίζονται ἀπ’ αὐτές. Ἀλλά εἶναι μάταιη ἡ ἐλπίδα τους. Δέν περιμένει τέτοια εἴδους μετάνοια ἀπό μᾶς ὁ Κύριος. Θέλει ἐμεῖς νά αἰσθανθοῦμε ὅλο τό βάρος τῶν ἁμαρτιῶν μας, νά πονέσουμε γι’ αὐτές, νά τίς πλύνουμε μέ καρδιακά δάκρυα συντριβῆς καί νά δώσουμε στήν καρδιά μας σταθερή ὑπόσχεση ὅτι θά διορθώσουμε τή ζωή μας. Τότε μόνο ἡ μετάνοιά μας εἶναι πραγματικά εὐάρεστη στό Θεό.
Παραδείγματα τέτοιας μετάνοιας χρησιμεύουν σέ μᾶς, ὁ ἄσωτος υἱός, ὁ τελώνης, ἠ Μαρίας ἡ Αἰγυπτία, ὀ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ἱερομάρτυρας Κυπριανός καί ἄλλοι. Μέ βαθειά λύπη πρέπει νά ποῦμε ὅτι μεγάλο μέρος τῶν σημερινῶν χριστιανῶν δέν προσφέρει τήν πρέπουσα μετάνοια καί ἐξ αἰτίας αὐτοῦ δέ διορθώνεται ἡ ζωή τους, ἡ ἁμαρτία τούς κυριεύει, τά πάθη τους δέν τιθασεύονται κι αὐτοί, ἀφοῦ δέν καθαρίζονται ἀπό τίς ἐσωτερικές πληγές δέν ἀφήνουν τίς κακές τους συνήθειες καί δέ φέρουν καρπούς ἀξίους τῆς μετανοίας.
Ἡ ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτιῶν πρέπει νά γίνεται ἐκ βάθους καρδίας, χωρίς τήν παραμικρή ἀπόκρυψη ἤ δικαιολογία τοῦ ἑαυτοῦ μας. Καί ὅποιος καλύπτει κάτι στήν ἐξομολόγηση, ἐκεῖνος ἰδιαίτερη διπλῆ ἁμαρτία παίρνει στήν ψυχή του.
Ἄν, ἔχοντας ἀνάγκη τό γιατρό γιά τήν ἀνημπόρια σου, κρύβεις τήν ἀσθένειά σου, τότε δέν σώζεσαι ἀπό τήν ἀθεράπευτη σήψη.
Δέν πρέπει νά ντρέπεσαι νά ἀποκαλύπτεις στόν πνευματικό σου πατέρα τίς ἁμαρτίες σου, ὅσο μεγάλες κι ἄν εἶναι.
Συνεχῶς πρέπει νά πονᾶς γιά τίς ἁμαρτίες σου καί πάντοτε νά τίς ἔχεις ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν σου, ὅπως λέγει ὁ Ψαλμωδός: «Ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστί διά παντός»(Ψαλμ. 50,5).
Ὑπάρχουν δύο εἴδη ἀσθένειας, τά ὁποῖα χρησιμεύουν σέ κάποιους σάν αἰτία τῆς ἀμετανοησίας, τῆς μή ἐγκαταλείψεως τῶν ἁμαρτιῶν τους. Ἡ πρώτη ἀρρώστια εἶναι ἡ πλήρης ἀπελπισία γιά την σωτηρία τους καί ἡ δεύτερη ἡ ὑπερβολική ἐλπίδα στή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ.
Ἡ ἀπελπισία συνίσταται στό ὅτι ὁ ἄνθρωπος, συναισθανόμενος τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν του, δέν ἐλπίζει πλέον νά λάβει γι’ αὐτές συγχώρηση ἀπό τό Θεό, βυθιζόμενος ἀκόμη περισσότερο στήν ἄβυσσο τῆς ἀνομίας. Τά κακά πνεύματα χρησιμοποιοῦν τήν ἀπελπισία καί ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο στόν τέλειο ὄλεθρο.
Μέχρι νά πέσουμε, οἱ δαίμονες μᾶς παρουσιάζουν τό Θεό ὡς φιλάνθρωπο, ἀλλά μετά τήν πτώση μας ὡς ἀδυσώπητο. Μή πεστεύεις τόν ψεύτη διάβολο, μή χάνεις τήν ἐλπίδα σου στή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ἔχοντας στό νοῦ σου τόν προφητικό λόγο: «Μή ἐπίχαιρέ μοι, ἡ ἐχθρά μου, ὄτι πέπτωκα΄ καίι ἀναστήσομαι, διότι ἐάν καθίσω ἐν τῷ σκότει, Κύριος φωτιεῖ μοι»(Μιχ. 7,8).
Καμμιά ἁμαρτία δέν εἶναι ἀσυγχώρητη πλήν τῆς ἀμετανόητης. Ὁ Ἰούδας ὁ προδότης θά συγχωρεῖτο, ἄν μετανοοῦσε.
Τίποτε δέν συγκρίνεται μέ τή γενναιοδωρία τοῦ Θεοῦ, τίποτε δέν τήν ξεπερνᾶ. Γι’ αὐτό, ὄποιος ἀπελπίζεται, εἶναι αὐτόχειρας.
Ὅποιος εἰλικρινά προσέρχεται στό Θεό, ἐκεῖνον δέν τόν ἀφήνει νά πέσει τελείως, ἀλλά βλέποντας τήν ἀδυναμία του, συνεργεῖ καί τόν βοηθεῖ φανερά ἤ μυστικά, δίνοντάς του ἄνωθεν χεῖρα βοηθείας.
Ὅμως δέν πρέπει νά χρησιμοποιοῦμε στό κακό, στήν ἐπιείκεια γιά τίς ἁμαρτίες μας, τήν ἀπέραντη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἁμαρτωλό. Ὁ Θεός ὅσο εἶναι φιλάνθρωπος, τόσο εἶναι καί δικαιοκριτής. Γι’ αὐτό σέ ὅλους καί στόν καθένα χωριστά εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἀληθινή μετάνοια. Τού μή μετανοοῦντας ὁ Θεός δέν τούς συγχωρεῖ.
Ὅταν ἁμαρτάνουμε, πρέπει χωρίς καθυστέρηση νά μετανοοῦμε, διότι ὅσο εἶναι ἀκόμα φρέσκο τό τραῦμα, εὔκολα θεραπεύεται. Τά τραύματα πού χρονίζουν μέ μεγάλο κόπο ἰατρεύονται.
Ἐάν ἐπιθυμοῦμε νά λάβουμε συγχώρηση, τότε καί ἐμεῖς οἰ ἴδιοι πρέπει νά συγχωροῦμε: «Ἐάν γάρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καί ὑμῖν ὀ πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος»(Ματθ. 6,14).
Οἱ ἁμαρτίες πού δέ θά καθαρισθοῦν διά τῆς μετανοίας εἶναι μαῦρες κηλῖδες στήν ψυχή πού ἐκπλύνονται μόνο μέ τά δάκρυα τῆς καρδιακῆς μετανοίας. Σημεῖο ἐγκαταλείψεως τῶν προηγούμενων ἁμαρτιῶν εἶναι ὄχι μόνο ἠ πραγματική ἀπομάκρυνση ἀπ’ αὐτές, ἀλλά καί ἡ ἀδιάκοπη μάχη ἐνάντια στίς ἐπιθυμίες τους πού πρέπει νά συνοδεύονται ἀπό τό φόβο, ὥστε νά μήν πέσουμε πάλι κάτω ἀπό τήν ἐξουσία τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ Σατανᾶ, δηλαδή τό τέλειο μίσος πρός τίς ἀμαρτίες μας. Πρέπει συνεχῶς νά θυμόμαστε τίς ἁμαρτίες μας, γιά νά συγκρατοῦμε τόν ἑαυτό μας ἀπό τήν ἐπανάληψή τους. Ὅμως δέν πρέπει νά θυμίζουμε στόν ἑαυτό μας τίς λεπτομέρειές τους. Αὐτό δέν εἶναι ὠφέλιμο ΄ ἀλλά πρέπει νά διατηροῦμε στήν μνήμη μας μόνο ὅτι εἴμαστε μεγάλοι ἁμαρτωλοί ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Γιά νά λάβουμε ἄφεση ἁμαρτιῶν, δέ φθάνει νά προσευχόμαστε δυό –τρεῖς μέρες, ἀλλά πρέπει νά πραγματοποιήσουμε ἀλλαγή σ’ ὁλόκληρη τή ζωή μας καί, ἀφήνοντας τά ἐλαττώματά μας, νά παραμείνουμε σταθεροί σέ καλά ἔργα.
Ἡ μετάνοια εἶναι πόλεμος μέ τήν ἁμαρτία. Γιά νά διαφυλάξεις τόν ἑαυτό σου ἀπό τήν ἁμαρτία μετά τήν μετάνοια, προσπάθησε, ἰδιαιτέρως τίς πρῶτες στιγμές, ὅταν ἀκόμη δέν εἶσαι ἠθικά ἰσχυρός, νά ἀποφεύγεις τή συνάντηση μέ τήν ἁμαρτία. Νά ἀπομακρύνεσαι ἀπό ἐκεῖνα τά πρόσωπα καί τούς τόπους, τά ὁποῖα μποροῦν νά δώσουν τήν εὐκαιρία νά ἁμαρτήσεις.
Πῶς μποροῦμε νά ἐλπίζουμε ὅτι ὁ Θεός θά συγχωρήσει τίς ἁμαρτίες μας, ὅταν ἐμεῖς δέ διορθώνουμε τό κακό τό ὁποῖο προέκυψε ἀπό τίς ἁμαρτίες μας; Πῶς ὁ Θεός νά δώσει ἄφεση γιά τίς ἀδικίες μας, ὅταν ἐμεῖς ὥς τώρα ἀκόμα χρησιμοποιοῦμε αὐτό πού ἀποκτήσαμε μέ ἀδικίες; Πῶς ὀ Θεός θά λησμονήσει τίς προσβολές πού ἔγιναν ἀπό μᾶς στόν πλησίον μας, ὅταν οἰ ἀδικημένοι ἀπό μᾶς ὥς τώρα ἀκόμα ὑποφέρουν ἀπό μᾶς; Πῶς ὁ Θεός θά εἶναι σέ μᾶς εὔσπλαχνος, ὅταν ἀπό τήν ἀγριότητητά μας ἀκόμη τώρα ὑποφέρουν οἱ ἄλλοι;
Εἶναι καλύτερο γιά τίς βαρειές μας ἁμαρτίες νά λάβουμε ἐπιτίμια ἀπό τόν ἱερέα, παρά νά περιμένουμε τή θεία τιμωρία.
Οἱ σαρκικές ἁμαρτίες περισσότερο ἀπό κάθε τί ἄλλο καθαρίζονται μέ νηστεία καί τήν ταπείνωση.
Μή θαυμάζεις πού ἁμαρτάνεις καθημερινά. Τόσο μετανοήσες κι ὄμως ἀμέσως πάλι ἁμάρτησες. Στάσου σέ προσευχή καί πές: «Κύριε! Ἔπεσα, βοήθησέ με. Ἐάν Ἐσύ δέ μέ βοηθήσεις, θά καταστραφῶ τελείως. Κατά τό κρίμα Σου, σῶσε με, γιατί θά χαθῶ».
Ἐάν κάθε μέρα πέφτεις στήν ἁμαρτία, ἀμέσως νά μετανοεῖς. Ἐάν ὁρμᾶς νά κατανικήσεις τά ἁμαρτωλά πάθη, τότε ὁ Κύριος χάριν τῆς ἐγκάρδιας ἐπιθυμίας σου θά σε βοηθήσει καί θιά ἀναδειχθεῖς νικητής ἐπί τοῦ διαβόλου.
Μήν ἀποθαρρύνεσθε, ἔστω κι ἄν ἄναρίθμητες φορές ἁμαρτάνετε, ἀλλά ἀμέσως νά μετανοεῖτε μέ ταπείνωση ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Σπεύσατε σ’ Αὐτόν μέ συντετριμμένη καρδία καί κλάψτε καί θρηνήσατε γιά τίς ἁμαρτίες σας καί ἱκετεύσατε τόν Κύριο γιά νά νικήσετε τά πάθη σας. Καί ὁ Κύριος χάριν τῆς ταπεινώσεώς σας θά νικήσει τά πάθη σας καί θά σᾶς σώσει.
Ξεπλένοντας μέ δάκρυα μετανοίας τήν ψυχή μας, λευκαίνοντας τό χιτῶνα τοῦ γάμου πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός μέ τό φόβο Του, μέ βαθειά ταπείνωση καί ἀγάπη ἄς πλησιάσουμε στήν Πηγή τῆς Ζωῆς, στήν Τράπεζα τῆς Ἀθανασίας γιά νά γίνουμε μέτοχοι τῆς Αἰωνίου Ζωῆς καί γιά νά μή γίνει ἡ Κοινωνία τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων εἰς κρῖμα ἤ εἰς κατάκριμα, ἀλλά εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί ζωήν αἰώνιον.
Ἡ μετάνοια μέ τήν ὁποία ἐπιτυγχάνεται ἡ ἄφεση ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν κατεβάζει στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου τό Πανάγιο Πνεῦμα καί δι’ Αὐτοῦ δίνεται στόν πιστό ἡ ἐγγύηση τῆς αἰωνίου σωτηρίας ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.

Περί Αγάπης και Συγχωρητικότητος προς τους αδελφούς


Γέροντος Εφραίμ του Φιλοθεϊτου

Βιάζου, παιδί μου, δια την ψυχήν σου, βιάζου να αναπαύσης τους αδελφούς και ο Κύριος θα αναπαύση εσένα, θα σου δώση την χάριν Του. Κάμνε υπομονήν, κάμνε υπακοήν, γίνε «σκουπίδι» εις όλους και θα σε φωτίση ο Κύριος. Εκείνος είναι μεγάλος, όστις έχει περισσοτέραν ταπείνωσιν. Ο Θεός δίδει χάριν εις εκείνον, ο οποίος έχει φόβον Θεού και υπακούει εις όλους σαν παιδάκι μικρόν και διαρκώς ζητεί το άγιον θέλημα του Θεού. Ποτέ δεν ζητεί να γίνη το θέλημα το ιδικόν του, αλλά το θέλημα του Θεού και των άλλων. Πάντοτε λέγει: «Όπως θέλετε, όπως ηξεύρετε», την ιδικήν του γνώμην δεν δίδει, διότι έχει τον εαυτόν του μικρότερον πάντων, όταν του είπουν να κάνη κάτι είναι πρόθυμος λέγοντας: «Νάναι ευλογημένον». Λοιπόν, παιδί μου, αυτά να κάμνης και εσύ, όπου τρέμουν οι δαίμονες και φεύγουν μακράν και πλέον δεν πλησιάζουν, πολύ φοβούνται όταν βλέπουν ταπείνωσιν, υπακοήν και αγάπην εις όλους.
6η.Επιστολή

Εσύ, παιδί μου, κάνε το καθήκόν σου, εάν δεν κάμνουν υπακοήν, άφηνέ τους εις τον Θεόν και ησύχαζε. Είναι φθόνος του διαβόλου, παιδί μου, μήπως ο διάβολος εις τα βουνά θα πάη; Πηγαίνει εκεί που αγωνίζονται δια να σωθούν, και επειδή και ημείς θέλομεν να σωθώμεν, μας ανακατεύει χωρίς να το εννοώμεν. Σήκωνε, παιδί μου, το βάρος των αδελφών. Ο δε Θεός είναι δίκαιος ανταποδότης εις τον καθένα. Θα έλθη καιρός και θα ίδης πόσα θα σου δώση δια τους κόπους που κατέβαλες δια τόσας
ψυχάς. Κοπίασον εις αυτόν τον κόσμον, βοήθει και ποτέ δεν θα στερηθής της βοηθείας του Θεού. Τώρα σπείρεις, θα έλθη καιρός που θα θερίσης. Προσεύχου να σε τονώνη ο Θεός εις την υπομονήν, εις την διάκρισιν, εις την φώτισιν κ.λ.π. Εγώ δια σε προσεύχομαι συνέχεια, αλλά δεν έχω παρρησίαν εις τον Θεόν και ούτω δεν φέρει καρπόν η προσευχή μου. Σκέψου τι υπέφεραν οι πατέρες, δια να σώσουν άλλους, δεν είναι μικρόν το θέμα, εσύ βοηθείς τους άλλους, εις σε θα ξεθυμάνη ο διάβολος, δι’ αυτό και σε θλίβει. Λοιπόν βάλε την υπομονήν και την ανδρείαν εμπρός και ειπέ: «Θα αποθάνω επάνω εις τον αγώνα βοηθώντας τους αδελφούς μου δια να σωθούν και ο Θεός δεν με αφήνει να χαθώ, αφού δια την αγάπην Του το κάνω». Ναι, έτσι πράξε, και θα ίδης πόσην δύναμιν θα πάρης εις το αγώνισμα και πόσην χαράν. Διότι ενίοτε η ανυπομονησία, η απελπισία και η απαισιοδοξία υστερούν την χάριν του Θεού και ο άνθρωπος το αποδίδει εσφαλμένα εις τα βάρη που σηκώνει. Αλλά το θάρρος, η θυσία, η ανδρεία, η πίστις προς τον Θεόν φέρει την χάριν του Θεού. Εύχομαι να σου τονώση ο Θεός τα πνευματικά νεύρά σου δι’ αγώνα με νέας δυνάμεις.

7η.Επιστολή

Μείνατε εν τω συνδέσμω της αγάπης της εις αλλήλους, διότι η αγάπη είναι η αρχή και το τέλος, το θεμέλιον.
Εις την αγάπην την εις τον Θεόν και τους αδελφούς «όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται» (Ματθ. 22,40).
Άνευ αγάπης είμεθα κύμβαλον αλαλάζον, ένα στρογγυλώτατον μηδέν και κατά τον Απόστολον Παύλον, εάν το σώμα μας παραδώσωμεν εις το πυρ δια τον Χριστόν
και εάν τα υπάρχοντά μας σκορπίσωμεν και όλη μας την ζωήν κατατήξωμεν τη σκληρά ασκήσει δια τον Χριστόν, αγάπης λειπούσης, μηδέν κατωρθώσαμεν.
Άρα επιμελητέον πάση δυνάμει, ίνα την αγάπην την εις αλλήλους κρατήσωμεν ισχυρώς, όπως τα ελάχιστα έργα μας επικυρωθούν παρά του ετάζοντος τα κρύφια των καρδιών μας.