Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΠΟΥ ΕΛΑΒΕ ΓΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΟΣ



Στό ιερό ψαλτήριο του προφητάνακτος Δαυίδ, το όποιο αποτελεί καθημερινό εντρύφημα των μοναχών αλλά και πολλών ευλαβών πιστών, υπάρχει ένας στίχος, ο όποιος λέγει: «Χίλια έτη εν όφθαλμοίς σου Κύριε, ώς η ήμερα η εχθές» (ψαλμ. 89). Χίλια χρόνια λέγει, Κύριε μπροστά στους οφθαλμούς σου, είναι σαν μία μέρα δική μας που ήδη πέρασε ...
Αυτόν το στίχο που έχει όντως ένα βαθύτατο θεολογικό νόημα, θέλησε να κατανοήσει ένας ευλαβής και ενάρετος μοναχός, ο όποιος βρισκόταν σε κάποιο ιερό κοινόβιο και αγωνιζόταν με άσκηση και πνευματική ζωή για την ψυχική του σωτηρία. Πώς τα χίλια έτη ισοδυναμούν με μία ημέρα; Παράδοξο πράγμα, μυστήριο ακατάληπτο, σκάνδαλο στην ανθρώπινη λογική. Βεβαίως αυτόν το χαρακτήρα έχουν τα μυστήρια του Θεού, το υπερβατικό στοιχείο, το απροσπέλαστο για τον πεπερασμένο άνθρωπο ...
Και όπως ωραία έχει διατυπωθεί, μυστήριο δεν είναι αυτό που, δυστυχώς, δεν μπορώ να κατανοήσω, αλλά είναι αυτό πού, ευτυχώς, με υπερβαίνει! Δεν είναι θέμα κατανοήσεως αλλά βιώσεως. Βασάνιζε, λοιπόν, τη διάνοια του ο εν λόγω μοναχός, προκειμένου να συλλάβει την έννοια του στίχου αυτού. Δεν το κατόρθωνε όμως. Η έλλειψη, παράλληλα, από εκείνο το ιερό κοινόβιο, σοφού και πεπαιδευμένου μοναχού, ο όποιος κάπως θα του ερμήνευε το δύσκολο χωρίο, θα του ανάπαυε την καρδία και θα του ικανοποιούσε τη φιλομάθεια, καθιστούσε ακόμη μεγαλύτερη την ψυχική του ανησυχία.
Τί πράγμα άραγε να είναι αυτή η αώνιότητα, η οποία βρίσκεται πίσω από το χάσμα της αγνωσίας μας και πέραν από κάθε κατάληψη των αισθήσεων μας; Πως είναι τόσο ασύλληπτη στη σκέψη και απόμακρη στην αίσθηση; Πως μπορούμε να τη βιώσουμε κάπως, έστω και αν δέν την καταλαβαίνουμε; Πώς θά είναι η ζωή στήν άδιάδοχη Βασιλεία του Θεού; Πώς «χίλια έτη ως η ημέρα η εχθές;» Πώς το χίλια ισούται με τη μονάδα; Πώς ...; πώς ...; πώς;;;
  Όλες αυτές οι σκέψεις στροβίλιζαν στο μυαλό του μοναχού, ιδιαιτέρως, μάλιστα, κάποια μέρα πού παρέμεινε μόνος, «μόνος πρός μόνον» πού θά έλεγε ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, μέσα στο ναό μετά την πρωινή ακολουθία του όρθρου. Οι πατέρες της μονής, πήγαν στά κελιά τους να αναπαυθούν. ο αγωνιών μοναχός όμως, παρέμεινε στόν οίκο του Θεού, προσευχόμένος, σκεπτόμενος, προβληματιζόμενος, διαπλατυνόμενος σέ θεωρίες πνευματικές, βυθισμένος μέσα σέ ιερή άδολεσχία, διακατεχόμένος συγχρόνως άπό έντονη επιθυμία να ζήσει κάποτε την αιώνια ζωή, να εννοήσει κάτι άπό την άπεραντωσύνη του άλλου κόσμου. και του απάντησε ο Θεός! Τόν αξίωσε να αισθανθεί μία μικρή, μία ελάχιστη γεύση της αίωνιότητος! Έγινε δέ ώς έξης:
  Ένώ προσευχόταν με κατάνυξη και περισυλλογή, βλέπει ξαφνικά μπροστά του, έναν μεγάλο, ασυνήθιστο σέ μέγεθος αετό, να πετάει χαμηλά μέσα στο ναό. το πλατάγισμά του τόν τρόμαξε στήν αρχή. Σύντομα όμως, ήρθε η εξοικείωση με το περίεργο πτηνό και δοκίμασε να το αγγίξει, καθώς εκείνο πλησίαζε, έφευγε και πάλι κατέβαινε ... Κάποια στιγμή άρχισε να απομακρύνεται άπό το ναό. το ακολούθησε με απορία και έκπληξη ο μοναχός. Έφθασαν, αετός και μοναχός κοντά στή μονή, σέ ένα πανέμορφο τοπίο με οργιώδη βλάστηση, στο οποίο, άλλωστε, συχνά πήγαινε ο μοναχός, με σκοπό να ενώνεται διά προσευχής με το Θεό, στο περιβάλλον της ησυχίας και της ήρεμούσης φύσεως.
Ξαφνικά, ο ... περίεργος αετός, άρχισε να άδη ένα τόσο γλυκύφθογγο ρίσμα, τόσο ασυνήθιστο και ύπερκόσμιο, ώστε άπό εκείνο το άκουσμα έξέστη ο μοναχός, έχασε τις αισθήσεις του, έχασε την επαφή με τόν κόσμο αυτόν, κάτι άλλο συνέβη, κάποια αλλοίωση, κάποια μεταβολή. Τί ήταν αυτό πού του συνέβη; Θά το δούμε στή συνέχεια. Κάποτε όμως συνήλθε, έπανέκτησε τις αισθήσεις του, ήρθε σέ επαφή με την επίγεια πραγματικότητα. Πότε επανήλθε; και αυτό θά το δούμε. ο αετός μετά την επαναφορά του μοναχού άφαντος. Ο μοναχός ένεός, εκστατικός! Η χαρά του ανείπωτη. Άλλά έπρεπε να επιστρέψει και στο μοναστήρι του. Πήρε το δρόμο της επιστροφής, έμπλεως άγαλλιάσεως πνευματικής!
Κρούοντας την πόρτα, ένα παράδοξο αίσθημα τόν κατέλαβε, βλέποντας παρηλλαγμένο το χώρο της μονής.
- Δέ σέ γνωρίζω αδελφέ, του λέγει ο θυρωρός, ποιος είσαι;
- Είμαι ο τάδε μοναχός, άλλά ... και έγώ εσένα δέ σέ γνωρίζω! Την πρώτη εκεί διένεξη, διαδέχθηκε και δεύτερη και τρίτη με άλλους μοναχούς, οι όποιοι και αυτοί με τη σειρά τους διαβεβαίωναν ότι δέ γνώριζαν τόν διαπορούντα μοναχό πού και εκείνος, ωστόσο, επέμενε ότι δέν του θύμιζε την ώρα αυτή τίποτε άπό το άλλοτε οικείο του περιβάλλον της μονής. Όλα του ήταν άγνωστα! «Πώς συνέβη αυτό, μία ώρα απουσιάζω άπό τη μονή, και τώρα πού επέστρεψα τά βλέπω όλα άγνωστα, διαφορετικά», έλεγε με απορία και ανησυχία ψυχική. Η υπόθεση έφθασε στόν ηγούμενο της μονής. το ίδιο σκηνικό έλαβε χώρα πάλι. Άγνωστος ο ηγούμενος στο μοναχό. Άγνωστος όμως και ο μοναχός στόν ευλαβέστατο και απορούντα προεστώτα εκείνου του κοινοβίου. Κατά παράκληση όλων, ανέφερε λεπτομερώς τά στοιχεία του, όνομα, καταγωγή, ημερομηνία της μοναχικής του κούρας κ.λ.π. Έφεραν τά παλαιά βιβλία, το λεγόμενο «μοναχολόγιο», όπου είναι καταγεγραμμένοι όλοι οι μοναχοί του κάθε μοναστηριού, άπό κτίσεως του.
Καί τί να δουν! Μέγα θαύμα! το όνομα και τα στοιχεία του «περίεργου» μοναχού, υπήρχαν, ναι, υπήρχαν κατεχωρημένα και απεδεικνύετο από ότι όντως υπήρξε ο συγκεκριμένος μοναχός στο κοινόβιο εκείνο, αλλά πρό 300 ετών!!!
Μπορούμε να καταλάβουμε τί σημαίνει αυτό; Ότι ο Κύριος αξίωσε τόν ευλαβή μοναχό να λάβει μια μικρή γεύση της αιωνιότητος με την ύπερκόσμια εκείνη θεωρία του φαινομένου αετού, πού δεν ήταν αετός αλλά Άγγελος Κυρίου. Το γλυκύτατο εκείνο κελάηδημα, τόν έφερε σέ κατάσταση θείας έκστάσεως, ώστε να νομίσει ότι αποκοιμήθηκε μία ώρα, ενώ πέρασαν 300 χρόνια, μένοντας σέ κατάσταση αφθαρσίας. Μας υπενθυμίζει αυτή η περίπτωση τούς επτά παίδας έν Έφέσω, οι όποιοι κοιμήθηκαν επί 375 έτη μέσα σ' ένα σπήλαιο και εορτάζονται από την Εκκλησία μας στίς 4 του μηνός Αυγούστου.
Αυτά είναι τά θαυμάσια του Θεού! Στή συνέχεια ο ευλαβέστατος μοναχός πού με τόν πλέον πνευματικό τρόπο -σύν Θεώ - έλυσε τόν προβληματισμό του σχετικά με το αναφερόμενο ψαλμικό εδάφιο και την αιωνιότητα, μετέλαβε των ' Αχράντων Μυστηρίων με μεγάλη αγάπη Θεού και ευλάβεια. Μετά δέ τη Θεία Κοινωνία, άνελύθη «εις τά εξ ων συνετέθη», έκοιμήθη έν Κυρίω ενώπιον τών θαυμαζόντων πατέρων εκείνου του ιερού κοινοβίου, πού δόξασαν τόν Πανάγιο Θεό γιά τά ύπερφυή και εξαίσια, πού χαρίζει στους ηγαπημένους δούλους του.

Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΖΩΟΠΟΙΟ ΣΤΑΥΡΟ



Γιά μας τους μοναχούς το νόημα του Σταυρού είναι το κέντρο του σκοπού μας, είναι το καύχημα μας, είναι η ελπίδα μας και η προσδοκία μας. Όταν βλέπωμε την λύσσα του εχθρού, όταν βλέπωμε τις πολύμορφες αδυναμίες της δικής μας φύσεως, όταν βλέπωμε τα πάθη και τις επιθυμίες πού μας πολιορκούν και απειλούν να μας εκμηδενίσουν, τότε άτενίζομε τον Σταυρό και αντλούμεν όλο το θάρρος να αγωνιστούμε και στο τέλος γινόμεθα νικητές.
Το άξιωσημείωτο είναι πώς να τον άγκαλιάσωμε και πώς να τον σηκώσωμε απρόσκοπτα. Διότι μόνον έτσι, διά της αναβάσεως μας επί του Σταυρού, θα δούμε πίσω από αυτόν τα σύμβολα της αναστάσεως. Μόνον εκείνοι πού αποθνήσκουν, εκείνοι και θα ζήσουν. Όποιος θέλει να βρή την ζωήν του, θα την «όπωλέση»· κι όποιος «τήν απωλέση ένεκεν εμού και του Ευαγγελίου», δηλαδή όποιος σηκώσει τον Σταυρό, εκείνος βέβαια δικαιούται να την αναστήση. Γι’ αυτό απόψε με μεγαλύτερη ευλάβεια να άκούσωμε τα ωραία εκείνα ύμνολογικά ποιήματα των Πατέρων μας- να προσκυνήσωμε το σύμβολο εκείνο το όποιο ο διάβολος πρόβαλε σαν κατάρα και ο Κύριος μας το μετέβαλε σε ευλογία για νά καταστρέψη αυτόν καί, δεύτερον, για να δώση σε μας όπλο ακαταμάχητο
 Ατενίζοντες τον Σταυρό του Κυρίου μας, αναζητούμε με δίψα συνεχώς να μην παύσωμε να «αίρωμεν» αυτόν, γιατί πίσω από αυτόν είναι το πάν της επιτυχίας μας.
Τιμώντες τον Σταυρό, κατ’ ουσία δίδομεν δόξα στον Εσταυρωμένο Κύριο μας, πού ποικιλοτρόπως Τον εύρίσκομε να αναμορφώνη την παραμορφωθείσα εικόνα της διαστροφής την οποία έπαθε η ανθρώπινη φύση με την πτώση. Καί, περιερχόμενος από τόπου είς τόπον, ευεργετών τους ανθρώπους, συνεχώς παρήγγελλε τον τρόπο της θεραπείας και επιστροφής. Το έσχατο της; προσφοράς Του ήταν, αφού θεράπευσε όλες τις μορφές της πανανθρώπινης αρρώστιας και άδυναμίας, να δώση σκληρή μάχη με τις δυνάμεις του σκότους και να καταστέψη αυτόν τούτον τον θάνατον και τήν πηγή πού οδηγεί προς τον θάνατο, τον διάβολο και έτσι να μας χαρίση την υιοθεσία. Και ακριβώς, το μέσο αυτό διά του οποίου κατηργάσθη το θαύμα της ανθρωπινής αναστάσεως και επαναφοράς στην ισορροπία της ύπο-ταγείσης στην φθορά φύσεως είναι ο Τίμιος Σταυρός, του οποίου την ύψωση σήμερα η Εκκλησία μας εορτάζει. Για μας ο Σταυρός δικαίως ονομάζεται από τους Πατέρες «η ζωή ημών». Μέσω του Σταυρού ανακτούμε ο καθένας από μας την προσωπικότητα του. Δεν έχει σημασία σε τί πάθη και αδυναμίες έχει ο κάθε ένας μας αιχμαλωτισθεί. Η επίκληση της δυνάμεως και της χάριτος του Σταυρού, τον ανασύρει ν’ ανεύρη την προσωπικότητα του, να δρασκελίση και να ύπερβή όλες εκείνες τις αδυναμίες. Θέλει να ανέβη ο άνθρωπος από το βάραθρο της παρά φύσιν ζωής στην κατά φύσιν, θα πατήση πάλι στη σκάλα αυτή πού λέγεται Σταυρός. Θέλει να ανέβη από εκεί ψηλότερα, στον ουρανό, όπου το πολίτευμα μας υπάρχει; Πάλι αυτή η σκάλα είναι ο Σταυρός.
Τί τώρα είναι ο Σταυρός; Φυσικά σαν πράγμα ο Σταυρός είναι το σύμβολο αυτό το όποιο κατέχομε. Δεν είναι δμως ένα σύμβολο το όποιο μπορεί κανείς να δημιουργήση. Σημασία έχει η δύναμη η οποία επικάθηται σ’ αυτό το σύμβολο. Αύτη η δύναμη είναι εκείνη μέσω της οποίας ο Θεός Λόγος «ήνωσε τα διεστώτα είς έν» και επανέφερεν, όπως είπα, σε ισορροπία την «στασιάσασαν φύσιν, την ύποταγείσαν είς την φθοράν». Κατήργησε τον θάνατο και αυτόν τούτον τον διάβολο και άνοιξε την είσοδο στους ανθρώπους να μπουν από εκεί ακριβώς πού βγήκαν, αλλά και να εισέλθουν «υπεράνω πάσης αρχής και εξουσίας και ονόματος ονομαζόμενου και κυριότητος έκ δεξιών του Θεού και Πατρός», πού είναι οι θείες επαγγελίες τις όποιες μας υπόσχεται. «Θέλω, Πάτερ Ίνα όπου ειμί εγώ, Ίνα ώσι και αυτοί». Αυτή την υπεραξία αποκτά ο άνθρωπος δι’ αύτού του μέσου, του Τιμίου Σταυρού. Όχι όμως αφηρημένα να επικαλούμεθα την επίδραση της χάριτος του Σταυρού, αλλά να προσπαθήσωμε να φορέσωμε τον Σταυρό και να τον πάρωμε επάνω μας. Κοιτάξετε τί είπε ο Κύριος μας- «όσα έχεις πώλησον και δός πτωχοίς, και έξεις θησαυρόν έν ούρανώ και δεύρο ακολουθεί μοι, άρας τον Σταυρό σου».
Ιδού το νόημα του Σταυρού. Ο τρόπος της αποπλανήσεως και των δύο λογικών φύσεων, της αγγελικής και της ανθρωπινής, οι όποιες απεστάτησαν από τον Θεό και δημιούργησαν, τρόπον τινά, την πτώση και την καταστροφή τους, η πλάνη τους ήταν το ότι γύρισαν στην ιδιοτέλεια, η όποια ιδιοτέλεια ολοκληρώνεται διά της επαράτου φιλαυτίας. Η φιλαυτία είναι η αιτία της καταστροφής. Αυτή η αρρωστημένη κατάσταση, εξουδετερώνεται διά της φιλοπονίας με την οποία ερμηνεύεται και ο Σταυρός, τον όποιο προτίμησε ο Κύριος μας χωρίς να του χρειάζεται, αλλά για να δείξη σε μας πρακτικά τον τρόπο της θεραπείας μας. Ο Σταυρός λοιπόν ερμηνεύεται σε μας μόνο με την έννοια της φιλοπονίας. Η δε φιλοπονία ολοκληρώνεται στο να έγκαταλείψωμε κάθε τί δικό μας, να αφιερωθούμε δε και να αφοσιωθούμε στο θείο θέλημα. Και μόνον αυτός ο κόπος, αύτη η αγωνία λέγεται καί- είναι Σταυρός. Είδατε τί είπε ο Κύριος μας; Τον καλούσε ο Πιλάτος σε απολογία και δεν μιλούσε. Γιατί δεν αποκρινόταν ο Ιησούς μας; Εάν αποκρινόταν θα σήμαινε ότι ζητούσε δικαίωση και το μόνο πού δε ζητούσε ήταν η δικαίωση. Σε μια άλλη περίσταση, για να μας ανοίξη την διάνοια να μπούμε μέσα στο νόημα του μυστηρίου, λέει: «Πό:τερ, σώσον με έκ της ώρας ταύτης» και αμέσως προσθέτει· «άλλά διά τούτο ήλθον είς την ώραν ταύτην».
Ο κάθε ένας από μας πρέπει να έχη καταλάβη ότι στην ζωή μας αύτη δεν έχομε κανένα άλλο νόημα, απολύτως; κανένα. Μόνο στο πώς να είμαστε συνεχώς έτοιμοι να αίρωμε τον Σταυρό μας στην περιεκτική του μορφή. Καμμιά αφορμή, καμμιά πρόφαση η οποία περιέχει μέσα αποκάλυψη του θείου θελήματος να μην μας ξεφεύγη. Με όλες τις μορφές της αυτοθυσίας να είμαστε έτοιμοι να ανταποκριθούμε στο θείο θέλημα. Αυτό είναι το νόημα του προορισμού μας. Δεν ζούμε στον κόσμο αυτό για να μετακινούμε τα στοιχεία από το ένα μέρος στο άλλο, ούτε για να μεταβάλλωμε τις διάφορες ύλες. Με αυτό το νόημα διήνυσαν την ζωή τους οι προγενέστεροι Πατέρες. Εξέχουσα θέση έχει ο Δαβίδ, ο όποιος μέσω των ψαλμών του μας περιγράφει το όλο νόημα της ανθρωπολογίας και της χριστολογίας. Αναφέρει δε σε ένα στίχο του: «Διά τους λόγους των χειλέων Σου, Κύριε, ένώ έφύλαξα οδούς κληράς»· κι αυτά ένώ ήταν βασιλέας και μάλιστα ύπό την παλαιά έννοια, όταν οι βασιλείες ήταν αυταρχικές και παντεξούσιες. Αυτόν δεν τον ενδιέφερε τόσο η εξουσία πού είχε. Ομολογούσε ότι στην ζωή του είχε ως πρωταρχικό σκοπό να αίρη συνεχώς τον Σταυρό, το πώς να φυλάξη με λεπτομέρεια το θέλημα του Θεού. Μόνο για να προσεύχεται είχε ορίσει χρόνους απαράβατους για τους οποίους πάλι έκαυχάτο, «έπτάκις της ημέρας ήνεσά Σε» και ήταν βασιλεύς και στρατηγός και κυβερνήτης και δικαστής. Όμως, κανένα από τούτα, ούτε οι πολλές του γυναίκες, ούτε τα πολλά του παιδιά, ούτε τα πολλαπλά του καθήκοντα τον εμπόδιζαν από του να προσεύχεται «έπτάκις της ημέρας» και ο νους του ήταν πάντοτε στραμμένος στον Θεό.
Βλέπετε πώς αγωνίζεται ένας φιλόθεος άνθρωπος για να εκπλήρωση τον προορισμό του; Όποιος νομίζει ότι προσκυνεί και τιμά σωστά τον Σταυρό, αφαιρεί άλλους στόχους πού είναι ξένοι προς το θείο θέλημα. Μπορεί τα χέρια και τα πόδια του να κινούνται για να φέρη σε πέρας το διακόνημά του. Ο νους όμως άσχολήται με τον Θεό. Σαν άνθρωποι πού έχομε σώμα, θα ασχολούμαστε κατ’ ανάγκην με τα υλικά. Ο νους όμως να μην αιχμαλωτίζεται από αυτά, αλλά να είναι στραμμένος προς τον Θεό. Συνεχώς πρέπει να προσπα-θή να άγαπήση «Κύριον τον Θεόν αυτού έξ όλης ψυχής, έξ όλης καρδίας, έξ όλης ισχύος, έξ όλης διανοίας» καί, έν συνεχεία, «καί τον πλησίον ως εαυτόν». Εάν έτσι είναι σκιαγραφημένος εκείνος ο όποιος αίρει τον Σταυρό, οπωσδήποτε θα δικαιούται και της αναστάσεως καθώς ο Παύλος διηγείται· «Εί γάρ συ-ναποθάνομεν» κρατούντες το Σταυρό, «άρα και συζήσομεν … εί αρνούμεθα, κακείνος αρνήσεται ημάς». Το δίλημμα εδώ είναι τρομερό. Είτε ομολογία, είτε άρνηση- δεν υπάρχει ενδιάμεσο. Είτε θα κρατούμε τον Σταυρό συνεχώς, «συσταυρούμενοι» μετά του Κυρίου μας, ούτως ώστε και να συναναστηθούμε, αλλιώς είτε θέλομεν είτε όχι θα βρεθούμε στην μερίδα των άρνητών και Εκείνος κατ’ ανάγκην θα μας άρνηθή, όπερ μη γένοιτο!.
Έχοντες «τάς όσφύας περιεζωσμένας και τους λύχνους καιομένους» ένα έχομε φρόνημα και νόημα- την συνεχή άρση του Σταυρού, ούτως ώστε οποιαδήποτε ώρα ο Κύριος μας, ο όποιος μας κάλεσε στην επίγνωση Του, στρέψει το βλέμμα Του για να έξετάση πού βρισκόμαστε, να μας βρή οπίσω Του άκολουθούντας και κρατούντος σφικτά στον ώμο μας τον Σταυρό. Πάντοτε να έχομε σαν ένδυμα την φιλοπονία, για να μη μας ξεφύγη καμμιά αφορμή στην φυλακή και τήρηση της θείας εντολής. Τότε είμαστε αληθινά προσκυνητές του Τιμίου Σταύρου. Τέτοιους προσκυνητές ζητεί ο Θεός.
Στον κόσμο τούτο εμείς ιδιαίτερα, οι μοναχοί, είμαστε «ως πρόβατα έν μέσω λύκων». Έτσι δεν μας ξενίζουν οι πειρασμοί πού είναι οι διάφορες αντιθέσεις οι όποιες προέρχονται από την αμαρτία και την άμαρτωλότητα- μέσω δε των καταλλήλων της οργάνων προσπαθούν να μας εμποδίσουν να προσκυνήσωμε Κύριον τον Θεόν μας. Προσπαθεί η πολύμορφη αμαρτία, η νέα αυτή και παλαιά θεότης, να μας απόσπαση από την λατρεία προς τον Χριστό μας. Εμείς όμως, με αναπεπταμένο το φρόνημα, ανά πάσαν ώραν φωνάζομε, «ύπαγε οπίσω μου σατανά, Κύριον τον Θεό μου προσκυνήσω και Αύτώ μόνω λατρεύσω». Ένα είναι το νόημα της δικής μου ζωής, το να ανακαλύψω και να φυλάξω το θέλημα του Χριστού. Και αν ακόμα κινδυνεύσω προσωπικά, ουδέ αυτής της ζωής μου θα φεισθώ.
Αυτός είναι ο δρόμος των μαρτύρων, των ομολογητών, των οσίων και όλων των δικαίων, «τών απ’ αρχής μέχρι και των έσχατων». Αυτής της κληρονομιάς είμαστε συνεχιστές και έχομε για μας πρέσβεις όλα τα πνεύματα των δικαίων και Αγίων πού κοσμούν την θριαμβεύουσα Εκκλησία, τα όποια συνεχώς εύχονται για μας και μας αναμένουν. Κανείς να μην ύστερηθή, κανείς μην μείνη πίσω. Όλοι μπρος για να επιτύχωμε τον σκοπό μας, χάριτι του Σταυρού του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αμήν.

Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ, Αθωνικά μηνύματα, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά,Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1999.

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

Σταμάτης Σπανουδάκης για την πορεία από τα ναρκωτικά στον Χριστό και τη προσευχή




Σταμάτης Σπανουδάκης,  Μουσικοσυνθέτης

Η προσευχή είναι ένα άπιαστο όνειρο. Υποτίθεται ότι προσεύχομαι λίγο κάθε μέρα, αλλά την αληθινή προσευχή, την κραυγή εκείνη που είναι σαν να πεθαίνεις μέσα στη μοναξιά σου και τότε να αισθάνεσαι ότι έρχεται ο Χριστός, είναι ζήτημα αν την έχω ζήσει μια-δύο φορές στη ζωή μου. Η προσευχή είναι το αμέσως επόμενο μάθημα από τη μουσική. Όταν εξαντλήσω τη μουσική, ή με εξαντλήσει εκείνη, στρέφομαι αμέσως στην προσευχή.
Οι «σκεπτικιστές» και οι «εκσυγχρονιστές» και οι «μοντέρνοι» θεωρούν τον πιστό, τη γριούλα, τον παπά, τους ανθρώπους που ζητούν τη δύναμη του Θεού, σαν ένα πράγμα αναχρονιστικό, σαν αδύναμους ανθρώπους. Κάθε άνθρωπος που πιστεύει στον Θεό είναι άνθρωπος που έχει πονέσει, έχει ζητήσει βοήθεια, έχει πει «δεν τα καταφέρνω μόνος». Καθένας που πιστεύει αποδεικνύει την ύπαρξη του Θεού. Όντως κι εγώ είχα περιόδους μεγάλης μαυρίλας και ζήτησα τον Θεό και με προσέτρεξε. Από τότε θέλω να είμαι κοντά Του και είμαι κοντά Του όσο μπορώ.
Στο Άγιον Όρος ακούς μοναχούς να τραγουδούν μελωδίες σεμνά, ταπεινά, χαμηλόφωνα. Εκεί κατάλαβα τη βυζαντινή μουσική. Γι’ αυτό δεν μπορώ τους τραγουδιστές που φωνάζουν. Με ενοχλούν αφόρητα. Η ένταση είναι εκβιασμός. Μου αρέσουν αυτοί που τραγουδούν τρυφερά. Η ένταση της φωνής είναι εκβιασμός της προσωπικότητας του τραγουδιού και είναι απόρροια της στάσης ζωής που έχουν πολλοί τραγουδιστές: «Θα σκίσω». Άλλο μεγάλο λάθος. Σκίζεις μόνο όταν αισθάνεσαι ασήμαντος.
Εγώ ανήκα στη νεολαία της δεκαετίας του ’60, των λουλουδιών, των ναρκωτικών, του ελεύθερου έρωτα, της αγγλοσαξονικής μουσικής, των Beatles κ.λπ. Και ως νέος και θέλοντας να τα δοκιμάσω όλα, έπεσα και σ’ αυτή την παγίδα των ναρκωτικών. Βέβαια τότε τα ναρκωτικά δεν ήταν η ηρωίνη, η οποία είναι θάνατος, ήταν πιο «ελαφρά». Ήταν το χασίς, ήταν το LSD, δηλαδή πιο πολύ κάτι παρεΐστικο… Όλοι οι άνθρωποι, είτε της εποχής εκείνης είτε της τωρινής, οι οποίοι παίρνουν ναρκωτικά, είναι όλοι πεπεισμένοι ότι υπάρχει ο σατανάς, τον βλέπουν, παρόλο που δεν πιστεύουν στον Θεό. Όλοι οι χρήστες ξέρουν ότι υπάρχει κόλαση, ξέρουν ότι υπάρχει ο σατανάς. Απλώς δεν έχουν δει τον Χριστό. Κι εκεί, για έναν Χριστιανό, είναι ένας κώδικας, μια διέξοδος, δηλαδή να τους μιλήσει για το «αντίπαλο δέος», για τον Χριστό. Για μένα προσωπικά αυτή ήταν η λύση, όχι μόνο για τα ναρκωτικά, αλλά και για όλη την ως τότε ζωή μου. Γιατί τα ναρκωτικά δεν είναι η αιτία, τα ναρκωτικά είναι το αποτέλεσμα. Δηλαδή, αυτό που σε οδηγεί στα ναρκωτικά είναι ένα τεράστιο κενό, το οποίο έχεις μέσα σου, το οποίο θέλεις να γεμίσεις. Δεν υπάρχει εξαρτημένος που να μην είναι ευαίσθητος. Συνήθως οι ευαίσθητοι άνθρωποι είναι αυτοί που φτάνουν στα ναρκωτικά. Οι άνθρωποι που είναι υλιστές, δεν έχουν ανάγκη τα ναρκωτικά, γιατί τα καταφέρνουν πολύ καλά στη ζωή, η οποία είναι στο λάθος στρατόπεδο. Οι άνθρωποι οι οποίοι μπορούν να κλέβουν, να λένε ψέματα, να επιβιώνουν με τον άγριο και σημερινό τρόπο, δεν έχουν ανάγκη τα ναρκωτικά. Αυτοί που «την πατάνε» είναι οι ευαίσθητοι, οι οποίοι πιστεύουν σε έναν καλύτερο κόσμο χωρίς να έχουν γνωρίσει τον Θεό. Συνήθως, αυτοί δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα στην κοινωνία που ζούμε. Όλα αυτά τα είπα για να τονίσω ότι οι άνθρωποι που πηγαίνουν στα ναρκωτικά είναι άνθρωποι που «κάτι» τους λείπει. Αλλά εκείνοι δεν το ξέρουν. Κι αυτοί τον Χριστό ψάχνουν. Με λάθος τρόπους…
Όταν έζησα στο Άγιον Όρος το 1975-1977 τη μουσική τη βυζαντινή, όπως την ψέλνουν οι μοναχοί, γλυκά, τρυφερά, χωρίς καμία έπαρση, με μεγάλη κατάνυξη και μέσα σ’ έναν ναό, ο οποίος δεν έχει φώτα, έχει μόνο ρασοφορεμένους που σκύβουν θροΐζοντας, υποκλίνονται στις εικόνες, εκεί μαγεύτηκα! Αυτό μου άνοιξε μια πόρτα προς την Ελλάδα. Και το λέω γενικότερα προς την Ελλάδα, γιατί ήμουν αγγλοτραφής, ήμουν δυτικοτραφής. Έχω ζήσει τουλάχιστον δέκα χρόνια στην Αγγλία, στη Γερμανία και στη Γαλλία. Από εκεί και πέρα άρχισα πια ν’ αγαπάω τη βυζαντινή μουσική. Και στη συνέχεια τα παραδοσιακά, τα νησιώτικα, τα σμυρναίικα, όλη την προϋπάρχουσα Ελληνική μουσική. Αυτό σιγά-σιγά με οδήγησε στους δικούς μου πειραματισμούς, οπότε στη δεκαετία του ’80 έγραψα για κλαρίνο, ένα όργανο που τότε ήταν για τα πανηγύρια. Έγραψα τα «Πέτρινα χρόνια», την «Εαρινή ώρα», το «Ω, γλυκύ μου Έαρ», που ήταν πολύ τρυφερή και γλυκιά μουσική γι’ αυτό το όργανο. Δοκίμασα να χρησιμοποιήσω λαϊκούς τραγουδιστές, όπως την Ελένη Βιτάλη, η οποία μέχρι τότε τραγουδούσε «Βάρα μου το ντέφι» και τέτοια τραγούδια, κι έκανα μαζί της δίσκους όπως το «Κύριε των Δυνάμεων» ή τις «Εφτά παρακλήσεις», που ήταν καθαρά θρησκευτικοί δίσκοι. Δηλαδή, έψαξα να βρω στην ελληνική πραγματικότητα την κρυμμένη θρησκευτικότητα και να την κάνω πράξη, να την κάνω μουσική. Για πολλά χρόνια τα τραγούδια, τα οποία έγραφα και με την Ελευθερία και με τον Γαϊτάνο, ενώ ήταν τραγούδια που πέτυχαν στην ελληνική πραγματικότητα σαν ερωτικά, ποτέ δεν ήταν ερωτικά, ήταν σαφώς τραγούδια για τον Χριστό.

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ




Του Σεβ. Μητροπολίτου  Zιμπάμπουε  Σεραφείμ Κυκκώτη


Η Εορτή της Ορθοδοξίας καθιερώθηκε το 842, με αφορμή την νίκη της ορθής πίστεως (ορθής δόξας > ορθής γνώμης > Ορθοδοξίας), για το θεανθρώπινο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και για τη τιμή στους αγίους μας διά των αγίων εικόνων.
Σταδιακά όμως, η εορτή επεκτάθηκε αποκτώντας ιδιαίτερη σημασία, με την έννοια ότι, άρχισε να αποτελεί ανάμνηση της νίκης της Ορθοδοξίας εναντίον κάθε μορφής κακοδοξίας, δηλαδή της κάθε αιρέσεως, και γενικότερα, περιφανή νίκη της Εκκλησίας κατά των ποικίλων αυτής εχθρών. Γι’ αυτό σε ορισμένες Ορθόδοξες Εκκλησίες, όπως στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής, για να τονισθεί ο θρίαμβος της Ορθοδοξίας, με ειδική δέηση, αναγιγνώσκεται το Σύμβολον της Πίστεως, το οποίο αποτελεί το πιο ευσύνοπτο κείμενο, που η Εκκλησία μας, διά των αγίων Πατέρων της που συμμετείχαν στις πρώτες δύο Οικουμενικές Συνόδους (Νικαίας, 325 και Κωνσταντινουπόλεως, 381), υπογραμμίζει με σαφήνεια τις βασικότερες αρχές του περιεχομένου της διδασκαλίας της Χριστιανικής Πίστεως.
Η Εορτή της Ορθοδοξίας έχει μεγάλη Θεολογική σημασία για τη ζωή του Χριστιανού, διότι συνδέεται με τη σωτηρία του. Η προσπάθεια εκ μέρους των αιρετικών να διαστρεβλώσουν και να παραποιήσουν την ορθή χριστιανική διδασκαλία της Εκκλησίας μας, όπως αυτή αποκαλύφθηκε από τον Τριαδικό Θεόν και διδάχθηκε από τον Ιησού Χριστόν, τους αγίους Μαθητές του και τους διαδόχους τους (Αποστολική Διαδοχή), στην πραγματικότητα, ήταν μια απόπειρα να φράξουν τον σωτηριολογικό δρόμο του ανθρώπου, να τον κρατήσουν μακρυά από τον Θεόν, μακρυά από την εν Χριστώ σωτηρία. Έτσι η υπόθεση της Ορθοδοξίας ήταν υπόθεση επικρατήσεως της αλήθειας. Η εμφάνιση της κακοδοξίας ήταν προσπάθεια επιβολής του ψεύδους. Με το ψέμα ο άνθρωπος ούτε οικοδομείται, ούτε και σώζεται. Το σκοτάδι, που τον διακατέχει, γίνεται σκοτεινότερο. Έρχεται η πόρωση. Φθάνουμε σε μορφές ζωής χειρότερες από ζωώδεις, όπως εκείνες των Σοδόμων και των Γομόρρων. Επέρχεται η καταστροφή, ο πόνος κι η δυστυχία.
Μέσα στον σύγχρονο κόσμο της προόδου, αλλά και της αγωνίας, ο ρόλος της Ορθοδοξίας συνεχίζει να αποτελεί ζωντανή ελπίδα για ένα καλύτερο και δικαιότερο κόσμο. Η ευθύνη και η συνέπεια των χριστιανών προς τις αρχές του Ευαγγελίου, αποτελεί βασική προϋπόθεση για μια πειστική Ορθόδοξη μαρτυρία στον κόσμο που ζούμε. Καλούμαστε να γίνουμε Απόστολοι του Χριστού, αφού όμως πρώτα μαθητεύσουμε κοντά του, αφήνοντας κατά μέρος τον παλαιόν άνθρωπον της αμαρτίας κι αρχίζοντας να εφαρμόζουμε στη ζωή μας, με αγωνιστικότητα και συνέπεια τις θείες εντολές του Ιησού Χριστού. Πρέπει να αποκτήσουμε την πίστη των αγίων μας, οι οποίοι, όπως λέει στην  Αποστολική Περικοπή ο Απόστολος Παύλος, «διά πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, ειργάσαντο δικαιοσύνην, επέτυχον επαγγελιών, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβεσαν δύναμιν πυρός, έφυγον στόματα μαχαίρας, ενεδυναμώθησαν από ασθενείας, εγεννήθησαν ισχυροί εν πολέμω, παρεμβολάς έκλιναν αλλοτρίων, έλαβον γυναίκες εξ αναστάσεως τους νεκρούς αυτών, άλλοι δε ετυμπανίσθησαν, ου προσδεξάμενοι την απολύτρωσιν, ίνα κρείττονος αναστάσεως τύχωσιν, έτεροι δε εμπαιγμών και μαστίγων πείραν έλαβον, έτι δε δεσμών και φυλακής, ελιθάσθησαν (ελιθοβολήσθησαν), επρίσθησαν (επριονίσθησαν), επειράσθησαν, εν φόνω μαχαίρας απέθανον, περιήλθον εν μηλωταίς, εν αιγείοις δέρμασιν, υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ων ουκ ην άξιος ο κόσμος, εν ερημίαις πλανώμενοι και όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης (Προς Εβραίους 11,33 – 38).
Μόνο όταν μετέχουμε της ζωής του Χριστού ζούμε χριστιανικά. Τεκμήριο της αλήθειας αυτής είναι όταν συμβαίνουν στη ζωή μας όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, που αναφέρει παραπάνω παραστατικά ο Απόστολος Παύλος για τους αγίους μας. Τότε, είτε λαϊκοί είμαστε είτε κληρικοί, είμαστε έτοιμοι να επαναλάβουμε με παρησσία προς τον διπλανό μας την ίδια φράση που ακούσαμε στην  Ευαγγελική Περικοπή, όταν «ευρίσκει Φίλιππος τον Ναθαναήλ» (Ιωάννου 1, 46α) για να τον πείσει να γίνουν μαθητές του Ιησού Χριστού: “EΡΧΟΥ ΚΑΙ ΙΔΕ» (Ιωάννου 1,47β).
Το λάθος των σημερινών άθεων, απίστων κι αδιάφορων για το μήνυμα του Ευαγγελίου είναι ότι απορρίπτουν τον λόγον του Θεού πριν να δώσουν στον εαυτό τους την ευκαιρία της σωτηριολογικής πληροφορίας του Ιησού Χριστού. Των αναλογιών διατηρουμένων, μας θυμίζουν τους ασθενείς εκείνους που αποφεύγουν την ιατρική εξέταση, επειδή είναι θύματα μιας ιδεολογίας, που δεν θέλουν να παραδεχθούν τα επιστημονικά επιτεύγματα της ιατρικής. Έτσι όμως αδικούν τους εαυτούς τους και φυσικά την κοινωνία που ζούν, με την έννοια ότι αυτό γίνεται αιτία δημιουργίας πολύπλοκων κοινωνικών προβλημάτων, γιατί απουσιάζει η ανιδιοτελής αγάπη από τη ζωή τους, ή τουλάχιστον η προσπάθεια για αδελφική κι αγαπητική συνύπαρξη των ανθρώπων. Όπως είναι αδύνατο να γίνουμε ιατροί ή μηχανικοί αν δεν μαθητεύσουμε για μερικά χρόνια, κατά τον ίδιο τρόπο είναι αδύνατο να κατανοήσουμε τη σημασία της χριστιανικής ζωής, αν πριν δεν δοκιμάσουμε να εφαρμόσουμε στη ζωή μας τις Θείες Εντολές του Ιησού Χριστού, να μαθητεύσουμε δηλαδή στην αγιαστική ζωή της Εκκλησίας μας, με την υπακοή μας στη διδασκαλία της. Ταυτόχρονα όμως, η αγιότητα του βίου μας, και μάλιστα αυτών που μας ηγούνται, αποτελεί τη δυναμικότερη και πειστικότερη μορφή παρουσίας του χριστιανικού μηνύματος, για να πιστέψουν οι πολλοί και να γίνουν άγιοι.
Το θεολογικό περιεχόμενο της εορτής της Ορθοδοξίας εκφράζεται με σαφήνεια στο Συνοδικόν (απόφαση – διακήρυξη) της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου υπέρ της Ορθοδοξίας, όπου τονίζεται ότι «οι Προφήται ως είδον, οι Απόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβεν, οι Διδάσκαλοι ως εδογμάτισαν, η Οικουμένη ως συμπεφρόνηκεν, η χάρις ως έλαμψεν, η αλήθεια ως αποδέδεικται, το ψεύδος ως απελήλαται, η σοφία ως επαρρησιάσατο, ο Χριστός ως εβράβευσεν, ούτω φρονούμεν, ούτω λαλούμεν, ούτω κηρύσσομεν Χριστόν τον αληθινόν Θεόν ημών, και τους Αυτού Αγίους εν λόγοις τιμώμεν, εν συγγραφαίς, εν νοήμασιν, εν θυσίαις, εν Ναοίς, εν Εικονίσμασι, τον μεν ως Θεόν και Δεσπότην προσκυνούντες και σέβοντες, τους δε διά τον κοινόν Δεσπότην, ως Αυτού γνησίους θεράποντας, τιμώντες, και την κατά σχέσιν προσκύνησιν απονέμοντες. Αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η πίστις των Ορθοδόξων, αύτη η πίστις την Οικουμένην εστήριξεν» (Τριώδιον, σελ. 145).
Η Κυριακή της Ορθοδοξίας είναι και εορτή αυτών, που παραμένουν σημαιοφόροι και πρωτοπόροι στον αγώνα και στην μαρτυρία της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσμο. Η χάρις του Θεού υπάρχει και λειτουργεί μέσα μας, όταν η ζωή μας πλησιάζει τη ζωή του Χριστού. Με την άξια συμμετοχή μας στο Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας όλος ο κόσμος γίνεται σώμα μας. Αυτή είναι κι η μυστική ορθόδοξη διάσταση της θείας χάριτος. Να νοιώθουμε και να ζούμε τα προβλήματα του κόσμου ως δικά μας. Η χάρις του Θεού υπάρχει μέσα μας, όχι μόνο όταν μιλάμε καλά για θεολογικά θέματα, αλλά όταν νοιώσουμε μέσα μας μια εσωτερική βελτίωση. Η ζωή μας είναι χρόνος μετανοίας. Για να έχουμε συνείδηση των ορίων μας και των αδυναμιών μας και της μη τελειοποιήσεώς μας, πρέπει να συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με το Πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Ό,τιδήποτε γίνεται χωρίς να υπάρχει πίστη στον Ιησού Χριστόν, υπάρχει ο κίνδυνος να διαπράξουμε αμαρτία. Να ζεις χριστιανικά σημαίνει να συμπεριφέρεσαι καθώς πρέπει, όπου και να βρίσκεσαι. Η ζωή του πιστού «κέκρυπται» στη ζωή του Ιησού Χριστού, όταν μετέχουμε της ζωής του, όταν μιμούμαστε την ζωή του και τα έργα του. Όταν αγαπούμε όλους τους ανθρώπους και κάνουμε το καλύτερο γι’ αυτούς. 

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

Νουθεσίες περί υπακοής (Γέρων Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης)


Η υπακοή χαρίζει αμεριμνία, διότι η μέριμνα είναι μια πνευματική φυματίωση, που σιγα-σιγά, σαν μικρόβιο φυματιώσεως συνεχώς δηλητηριάζει τη ζωή του ανθρώπου, 
της ψυχής και του σώματος και σταδιακά φέρνει το θάνατο. Έτσι και η μέριμνα του βίου σαν ένα άλλο μικρόβιο φθείρει τον άνθρωπο, την ψυχή του και τον πεθαίνει ψυχικά.
Η υπακοή αναφέρεται στο Χριστό και όχι στον άνθρωπο που υπακούει κανείς.Και όταν ο υποτακτικός υπακούει χωρίς παράσιτα, αλλά για την αγάπη του Χριστού και μόνο, τότε η υπακοή του είναι σωστή μπροστά στα μάτια του Χριστού. Να υπακούμε για την αγάπη του Χριστού και μόνο και έτσι ο δρόμος μας γίνεται σταθερός και ίσιος για το Χριστό.
Ποιος άνθρωπος πάνω στη γη δεν έκανε σφάλματα και δεν τραυματίσθηκε στην πάλη με τους δαίμονες, τα πάθη και τον κόσμο; Δε μιλάμε γι' αυτά τα τραύματα, αλλά μιλούμε ότι πρέπει να βλέπουμε συνεχώς τον προορισμό μας. Με τις δύο αρετές, της υπακοής για την αγάπη του Χριστού και της προσευχής να πετύχουμε την αγάπη του Χριστού. Κι όταν η αγάπη του Θεού έρθει μέσα στην ψυχή μας, τότε ο δρόμος μας πλέον δέχεται φως. Τότε η αγάπη του Χριστού εξουδετερώνει κάθε δυσκολία και νιώθουμε τη ζωή πάρα πολύ ευτυχισμένη.
Η υπακοή ταπεινώνει τον άνθρωπο και η ταπείνωση εξουδετερώνει κάθε πειρασμική ενέργεια. Όπου ταπείνωση, εκεί ο διάβολος χάνεται. Όπου υπερηφάνεια κι εγωισμός, εκεί η παρουσία των δαιμόνων, οι πειρασμοί και τα πάθη. Γι' αυτό η υπακοή είναι πολύ χαριτωμένη αρετή, επειδή οπλίζει με τόση ταπείνωση τον άνθρωπο όταν υπακούει εν γνώσει, για την αγάπη του Χριστού.

ΠΕΡΙ ΥΠΑΚΟΗΣ



...Υπακοή σημαίνει , ενταφιασμός της δικής μας θελήσεις και ανάστασης της ταπεινώσεως. Υπάκουη σημαίνει να αποθέσουμε την δική μας διάκριση στην πλούσια διάκριση του Γέροντα και του Πνευματικού. 
Οι Πατέρες ονομάζουν την ψαλμωδία όπλο, την προσευχή τείχος, τα καθαρά δάκρυα λουτρό, ενώ την μακάρια Υπάκοη την χαρακτήρισαν μαρτύριο. Χωρίς αυτή κανείς από τους εμπαθείς δεν θα κατορθώσει να δει τον ΚΥΡΙΟΝ. 
Η ψυχή που συνηθίζει να εξομολογείται, η σκέψη της εξομολόγησης την συγκρατεί σαν χαλινάρι και δεν την αφήνει να αμαρτήσει. Αντιθέτως τις αμαρτίες που δεν σκέπτεται κανείς να τις εξομολογηθεί συνεχώς σαν σε σκοτάδι τις διαπράττει άφοβα. 
Από την Υπακοή γεννιέται η ταπείνωση. Από την ταπείνωση γεννιέται η διάκρισης. Από την διάκριση γεννιέται η διόρασης και από αυτήν η προόρασις…

Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2014

Με προσευχή και νηστεία θα προσεγγίσουμε το Χριστό την Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή

Του Γέροντος π.Μωυσέως του Αγιορείτου
Τα στοιχεία τα κύρια της Σαρακοστής είναι η προσευχή και η νηστεία. Η προσευχή προϋποθέτει την πίστη. Ένας μη προσευχόμενος είναι αβοήθητος, ανασφαλής, τυφλός και μόνος.
Δένεται με τη γη, την ύλη, δεν γνωρίζει να πετά ψηλά, να σελαγίζει στους ουρανούς, να έχει απαραίτητη ουράνια συνδρομή. Είναι μαγνητισμένος, δεμένος, προσκολλημένος στα φθαρτά γήινα. Δεν ξαγγιστρώνεται εύκολα. Προσπαθεί να θησαυρίζει στη γη. Αναζητά συνεχώς ηδονές, για να τον χαροποιήσουν, αλλά μάλλον οδύνη του δίνουν. Λυπηρό και αξιοθρήνητο να ψάχνει τη χαρά στη λάσπη.
Η ανάβαση στον ουρανό ξεκινά με τη μεταμέλεια, την ειλικρινή μετάνοια, την κατανυκτική συντριβή. Αξίζει να νιώσει ότι δεν πλάστηκε για το χώμα. Η εμπάθεια δεν χαροποιεί αληθινά. Η προσκόλληση στο ενθάδε είναι σοβαρό λάθος και έχει κόστος με πικρές συνέπειες. Να ανέβεις πιο ψηλά από τα ορώμενα δεν είναι ακατόρθωτο. Είναι εφικτό για όλους. Αρκεί να το θελήσουν, να το αγαπήσουν. Στην αρχή είμαστε διστακτικοί, δειλοί, φοβισμένοι, δεν θέλουμε να το ρισκάρουμε.
Μάλιστα το θεωρούμε άπιαστο, παράξενο, αφύσικο, ακατόρθωτο, πάντως όχι για μας. Νομίζουμε πως είναι ανεπίτρεπτο και ανόσιο παιχνίδι, ότι είμαστε πολύ αμαρτωλοί για κάτι τέτοιο. Η προσευχή δεν είναι μόνο για τους αγίους. Αν όμως κάποιος προσεύχεται σεμνά και ταπεινά, αρχίζει να γλυκαίνεται η καρδιά του, να φωτίζεται, να ενισχύεται και να αναπαύεται. Αισθάνεται ότι αξίζει να προσεύχεται. Νιώθει ευφροσύνη, αγαλλίαση, ασφάλεια, ενδυνάμωση και παρηγοριά. Κατανοεί ότι είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής του, φυσική κίνηση, λειτουργία ένθεη. Γίνεται αγαθή συνήθεια και όχι τυπική πράξη. Καθημερινό εντρύφημα και δώρο. Όπως το σώμα θέλει καθημερινή τροφή, για να συντηρηθεί, έτσι και η αθάνατη ψυχή μας. Δεν μπορεί κάποιος να αγαπά το Θεό και να μη συνδέεται μαζί του, να μη συνομιλεί και προσεύχεται. Πάντοτε τον συλλογίζεται και τον επικαλείται. Η μνήμη του Θεού είναι μία προσευχή. Μνημονεύεις τον αγαπώμενο και χαίρεσαι. Η θεία επίκληση είναι αφορμή μεγάλης χαράς, ειρήνης και ευλογίας.
Δίχως την προσευχή η ψυχή μένει άπνοη, αδύναμη, νοσηρή. Η προσευχή δίνει πνευματική υγεία, ισορροπία, διάκριση, φώτιση, αγιασμό. Η προσευχή τον θωρακίζει κατά της αμαρτίας. Ο προσευχόμενος έχει πιάσει κουβέντα με το Θεό και δεν ασχολείται με μάταια πράγματα. Μαθαίνει την ταπείνωση, την πραότητα, την απλότητα και την αγάπη. Ο προσευχόμενος είναι αγαπητό τέκνο του Θεού. Ένα μεγάλο δώρο του Θεού στον άνθρωπο. Είναι η προσευχή. Η παρούσα περίοδος της Σαρακοστής είναι μία έκτακτη ευκαιρία να μάθουμε να προσευχόμαστε αληθινά.

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ ΠΟΙΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΞΩΣΗΣ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΤΗΣ ΤΡΥΦΗΣ



Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ
Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης
Ο Αδάμ, ο πατέρας της οικουμένης, εγνώριζε στον Παράδεισο την γλυκύτητα της θείας αγάπης. Έτσι, μετά την έξωσή του απο τον Παράδεισο για το αμάρτημά του, εγκαταλειμμένος απο την αγάπη του Θεού, θλιβόταν πικρά και οδυρόταν με βαθείς στεναγμούς. Όλη η έρημος αντηχούσε απο τους λυγμούς του. Η ψυχή του βασανιζόταν με την σκέψη: "Ελύπησα τον αγαπημένο μου Θεό". Δεν μετάνιωνε τόσο για την Εδέμ και το κάλλος της, όσο για την απώλεια της θείας αγάπης, που τραβά αχόρταγα την ψυχή στον Θεό. Το ίδιο και κάθε ψυχή που γνώρισε με το Άγιο Πνεύμα τον Θεό κι ύστερα έχασε την Χάρη, δοκιμάζει το αδαμιαίο πένθος. Θλίβεται η ψυχή και μεταμελείται σφοδρώς, όταν προσβάλει τον αγαπημένο Κύριο. Βασανιζόταν και οδυρόταν στη γή ο Αδάμ και η γή δεν του έδινε χαρά. Νοσταλγούσε τον Θεό και φώναζε: "Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και Τον αναζητώ με δάκρυα. Πώς να μην Τον ζητώ; Όταν ήμουν μαζί Του, αγαλλόταν ειρηνικά η ψυχή μου και ήμουν απρόσιτος για τους εχθρούς. Τώρα όμως απέκτησε εξουσία πάνω μου το πονηρό πνεύμα και κλονίζει και τυραννεί την ψυχή μου. Γι' αυτό λιώνει η ψυχή μου για τον Κύριο μέχρι θανάτου. Το πνεύμα μου ορμά πρός τον Θεό και τίποτε το γήινο δεν με παρηγορεί, και η ψυχή μου δεν βρίσκει πουθενά παρηγοριά, αλλά ποθεί διψασμένα να Τον δεί και να Τον απολαύσει ωσότου χορτάσει. Δεν μπορώ να Τον λησμονήσω ούτε στιγμή κι απο τον πολύ μου πόνο στενάζω και οδύρομαι: Ελέησόν με ο Θεός, το παραπεσόν Σου πλάσμα". Έτσι οδυρόταν ο Αδάμ κι έτρεχαν ποτάμι τα δάκρυα απο το πρόσωπό του κι έπεφταν στο στήθος του και στη γή. Με δέος άκουγε όλη η έρημος τους στεναγμούς του. Ζώα και πουλιά σιωπούσαν απο θλίψη. Κι ο Αδάμ οδυρόταν, γιατί με το αμάρτημά του στερήθηκαν όλοι την ειρήνη και την αγάπη. Ήταν μεγάλη η θλίψη του Αδάμ μετά την εξορία του απο τον Παράδεισο. Σάν είδε όμως τον γιό του Άβελ σκοτωμένο απο τον Κάϊν, αυξήθηκε ακόμα πιό πολύ η θλίψη του Αδάμ, φοβερά στενοχωρημένος κοίταζε και έκλαιγε: "Εξ εμού λαοί εξελεύσονται και πληθυνθήσονται επί της γής, κι όλοι θα υποφέρουν, θα ζούνε μέσα στην έχθρα και στον αλληλοσκοτωμό". Κι ήταν η θλίψη του μεγάλη σάν τον ωκεανό, και την καταλαβαίνουν μόνον οι ψυχές που γνώρισαν τον Κύριο και την ανείπωτη αγάπη Του. Κι εγώ έχασα την Χάρη και φωνάζω μαζί με τον Αδάμ: "Σπλαχνίσου με Κύριε. Δώσε μου πνεύμα ταπεινώσεως και αγάπης". Ώ αγάπη του Κυρίου! Όποιος σε γνώρισε, σ' αναζητεί ακούραστα και φωνάζει μέρα και νύχτα: "Σε ποθώ, Κύριε, και Σ' αναζητώ με δάκρυα. Πώς να μή Σε ζητώ; Εσύ μου έδωσες να Σε γνωρίσω με το Άγιο Πνεύμα, κι αυτή η θεία γνώση τραβά αδιάκοπα την ψυχή μου κοντά Σου". Θρηνεί ο Αδάμ: "Δέν με τέρπει η σιγή της ερήμου. Δεν με τραβούν των βουνών τα ψηλώματα. Δεν με αναπαύει η ομορφιά των δασών και των λιβαδιών. Δεν καταπραΰνει τον πόνο μου των πουλιών το κελάδημα. Τίποτε, τίποτε δεν μου δίνει τώρα χαρά. Η ψυχή μου ράγισε απο την πολύ στενοχώρια. Τον αγαπημένο Θεό μου επρόσβαλα. Κι άν με ξανάπαιρνε στον Παράδεισο ο Κύριος κι εκεί θα θρηνούσα λυπητερά, πονεμένα γιατί πίκρανα τον αγαπημένο μου Θεό".


ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ 2014


                         "Δεν νοείται χριστιανική ζωή χωρίς άσκηση"

Με την Χάρη του Θεού, έχουμε ήδη εισέλθει στην ευλογημένη περίοδο του Τριωδίου, η οποία αρχίζει με την ανάγνωση στους Ιερούς Ναούς, της παραβολής του Τελώνου και Φαρισαίου. Ύστερα απο μία εισαγωγική περίοδο, εισερχόμαστε στην αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή και ετοιμαζόμαστε, προετοιμαζόμαστε ψυχικά και σωματικά, με τον νού και την καρδιά μας, πνευματικά, προκειμένου να εορτάσουμε τα άγια Πάθη του Κυρίου και να αξιωθούμε να δοξάσουμε την ένδοξο Ανάστασή Του. Αυτή η περίοδος αποτελεί πνευματική άσκηση του σώματος και της ύπαρξής μας όλης. Είναι περίοδος νηστείας, πολλών κατανυκτικών Ακολουθιών, περίοδος μετάνοιας, κατανύξεως (συγκινήσεως ψυχής), και αγώνων πνευματικών. Είναι περίοδος εσωστρέφειας ("κοιτάζουμε" τον εαυτό μας έσωθεν, εσωτερικά), περισυλλογής, στροφής πρός τον Θεό, αποξενώσεως απο τα υλικά πράγματα. Επίσης, είναι περίοδος ευσπλαχνίας και ελεημοσύνης, περίοδος αγρυπνίας, θερμότερης προσευχής, πένθους για τα πλήθη των αμαρτιών μας και συμπορεύσεως με τον πορευόμενο πρός τον Γολγοθά Κύριο και προετοιμασίας για την μεγάλη εορτή του Πάσχα. Περίοδος με πλήθος πραγματικά νοημάτων. Η περίοδος της Μ. Τεσσαρακοστής είναι διάρκειας 40 ημερών. Απο την Καθαρά Δευτέρα έως την Παρασκευή πρό των Βαΐων. Ασφαλώς δεν είναι τυχαίος αριθμός. Όπως επισημαίνεται, έχει καθοριστεί σε αντιστοιχία με περιστατικά της Αγίας Γραφής. Όπως, 40 ημέρες νήστεψε ο Προφήτης Μωυσής στο Όρος Σινά, 40 ημέρες περπάτησε νηστικός ο Προφήτης Ηλίας. Κυρίως όμως αναφέρεται στις 40 ημέρες που νήστεψε ο Κύριος στην έρημο, όπου δέχθηκε και τους τρείς πειρασμούς του διαβόλου και τους απέκρουσε. Αντίστοιχα κι εμείς οι πιστοί χριστιανοί, καλούμαστε να νηστέψουμε 40 ημέρες και να αγωνισθούμε κατά των δαιμονικών πειρασμών και του εμπαθή εαυτού μας, ώστε ενισχυόμενοι απο την Χάρη του Θεού, να συντρίψουμε τον Σατανά και τα πάθη που "φωλιάζουν" στην καρδιά μας. Δεν νοείται χριστιανική ζωή χωρίς άσκηση. Γι' αυτό πρέπει να αποτινάξουμε την κυριαρχία των παθών. Ν' απαλλαγούμε απο τον ζυγό της αμαρτίας. Να ζήσουμε την ζωή του Χριστού ώς ζωντανά μέλη του σώματός Του, που είναι η Εκκλησία. Στην ασκητική αυτή προσπάθεια ιδιαίτερα σημαντική θέση κατέχει και η νηστεία. Η Παλαιά Διαθήκη είναι διάσπαρτη απο αναφορές στη νηστεία. Ιδιαίτερα δέ οι Προφήτες υπογραμμίζουν με έμφαση το αληθινό νόημα της νηστείας. Την νηστεία που αποδέχεται ο Θεός και η οποία έχει την δύναμη να εξαλείφει αμαρτίες σε συνδυασμό με την προσευχή και την ιερά εξομολόγηση, (Ησ. 58, 6-11). Στην νηστεία αναφέρεται και ο Χριστός, τονίζοντας την αξία της. Απορρίπτει βέβαια την υποκριτική άσκησή της, όπως του Φαρισαίου της παραβολής. Υποδεικνύει τον ορθό τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να νηστεύουμε. Η νηστεία αποβλέπει στην ωφέλεια της ψυχής μας. Γίνεται για την αγάπη του Χριστού και όχι για να προκαλέσει θαυμασμό και έπαινο των ανθρώπων. Την χαρακτηρίζει δέ την νηστεία η χαρά και όχι η κατήφεια. Πρωταρχικός λοιπόν σκοπός της νηστείας είναι η κάθαρση και ο εξαγιασμός της ψυχής και του σώματός μας. Πολύ ωραία οι θεοφόροι Πατέρες ονομάζουν την νηστεία "παθοκτόνο", δηλαδή φάρμακο το οποίο καθαρίζει τα πάθη. Μαραίνει τις σαρκικές επιθυμίες και καταπολεμεί τα πάθη της ψυχής (εγωϊσμός, μνησικακία, κ.α). Η νηστεία ωστόσο, διακρίνεται σε σωματική και πνευματική. Η σωματική νηστεία συνίσταται στην αποχή απο ορισμένες τροφές (αρτύσιμες). Η πνευματική νηστεία συνίσταται στην νηστεία της ψυχής. Είναι η "αλλοτρίωση των κακών" και αποτελεί την αληθινή νηστεία, είναι η αποχή απο την αμαρτία. Την νηστεία που ευχαριστεί τον Θεό. Σημαίνει η αποφυγή της αμαρτίας, κακοί λογισμοί, εμπαθείς επιθυμίες, κατάκριση, εγωϊσμός, μνησικακία. Όμως, η νηστεία να συνδυάζεται με την προσευχή και με ταπεινό φρόνημα. Η προσευχή μας να είναι σαν του Τελώνη της παραβολής, ο οποίος είχε γνώση του εαυτού του και της πνευματικής κατάστασής του, ώστε τα χείλη του δεν έλεγαν τίποτα άλλο παρά το "Ο Θεός ιλάσθήτί μοι τω αμαρτωλώ" (Θεέ μου συγχώρεσέ με τον αμαρτωλό). Είχε βαθιά συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του, αφού ούτε τους οφθαλμούς του δεν μπορούσε να σηκώσει στον ουρανό. Η ταπείνωσή του και η μετάνοιά του, τον δικαίωσαν στα "μάτια" του Θεού. Όταν βλέπουμε την υπερηφάνεια στους άλλους δεν μας αρέσει, αλλά τον εαυτό μας δεν τον κοιτάμε! Για την ταπείνωση κάνει λόγο ο αββάς (πατήρ) Λογγίνος στο περίφημο βιβλίο το Γεροντικό. "Καθώς η υπερηφάνεια είναι το πιο μεγάλο απ' όλα τα κακά, αφού κατόρθωσε να ρίξει τους Αγγέλους απο τον ουρανό στην άβυσσο, έτσι και η ταπεινοφροσύνη είναι η πιο μεγάλη απ' όλες τις αρετές. Αυτή έχει την δύναμη κι' απο την άβυσσο ακόμη ν' ανεβάσει στον ουρανό τον αμαρτωλό. Για τον λόγο αυτό ο Κύριος μακαρίζει (ευτυχισμένοι) πρίν απ' όλους τους πτωχούς τω πνεύματι". Όλα τα γεγονότα που αναφέρονται και μνημονεύουμε την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής, ύμνοι, ιερές Ακολουθίες, αναφέρονται στην συγχώρηση των αμαρτιών, της μετάνοιας, της ταπεινοφροσύνης, της αγάπης του Θεού στον κόσμο και τέλος στην σωτηρία του ανθρώπου. Η πορεία της επίγειας ζωής του ανθρώπου, είναι περίοδος συνεχούς μετάνοιας. Οι αμαρτίες και οι ενοχές μας, κάνουν να βλέπουμε τον Θεό ώς δικαστή. Κι αυτό γίνεται γιατί δεν μετανοήσαμε για να αποκτήσουμε τον θείο φόβο και την αγάπη στον Χριστό. Οι άγιοι Πατέρες ονομάζουν την μετάνοια "δεύτερο βάπτισμα", διότι με αυτήν αναγεννιόμαστε πνευματικά, αναγεννιόμαστε έν Χριστώ. Γινόμαστε νέοι άνθρωποι, καθαροί απο την αμαρτία και "αστράψαντες την δόξα του Χριστού" (απολυτίκιο Αγίου Σίλα). Λέει ο Ιερός Χρυσόστομος: "Θέλεις να δεις θαύμα μεγαλύτερο απ' όλα; Έλα στην ιερά εξομολόγηση να δεις πώς μεταβάλλεται ο λύκος σε αρνί". Κατά τον Μέγα Βασίλειο, μετάνοια είναι η ελπίδα επιστροφής στον Θεό. Η καρδιά μας μόνο με την αληθινή μετάνοια μπορεί να αναπαυθεί. Ο πνευματικός αγώνας που διεξάγουμε στην πορεία της ζωής μας, απο την αμαρτία στην μετάνοια, η διαδικασία δηλαδή "πέφτω και σηκώνομαι" (αμαρτάνω- μετανοώ), αυτή η συνεχής μετάνοια, είναι που ωριμάζει τον πιστό χριστιανό. Όταν έχουμε αυτή την ταπείνωση, μεγαλώνουμε πνευματικά, πλησιάζουμε τον Θεό, συγχωρούμε τα λάθη των αδελφών και τότε ο Θεός χαρίζει πλούσια την Θεία Χάρη Του. Διότι κατανοούμε ότι με την αμαρτία λυπούμε τον Θεό και πικραίνουμε τους αδελφούς. Αυτό ακόμη, γίνεται όταν έχουμε αυτογνωσία (Τελώνης). Είναι όπως όταν είμαστε σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο και δεν βλέπουμε άν είναι βρώμικα τα ρούχα μας. Όταν όμως εισέλθει στο δωμάτιο το φώς τότε βλέπουμε καθαρά την κατάσταση την οποία βρισκόμαστε. Κατά ανάλογο τρόπο είναι η ψυχή μας μέσα στο σκοτάδι (αμαρτία), δεν μπορούμε να δούμε την πνευματική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, αλλά όταν έρθει στην ψυχή μας το φώς του Χριστού, φωτίζεται το σκοτεινό μέρος, και βλέπουμε καθαρά την αμαρτωλότητά μας. Τότε ακριβώς ταπεινώνεται ο άνθρωπος, θρηνεί για τις αμαρτίες του, αλλά δεν απελπίζεται, δοξολογεί συνάμα τον Θεό για την άπειρη ευσπλαχνία Του και έρχεται η Χάρις στην καρδιά του. Ο άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ έλεγε: " Όλοι την θέλουν την δόξα του Χριστού, αλλά πολύ λίγοι το αποφασίζουν να σηκώσουν τον Σταυρό Του και να υπομείνουν έστω και μόνο κάποιες βρισιές, μία καταφρόνηση...". Γι' αυτό πρέπει να σκεφτόμαστε τί έκανε ο Θεός για εμάς, σταυρώθηκε, έχυσε το αίμα Του για τις αμαρτίες μας, καί τί κάνουμε εμείς για τον Θεό για να τον αγαπήσουμε και να αγιάσουμε. Αυτή η σκέψη γεννάει μέσα στην ψυχή μας την ταπείνωση. Πρέπει να θυσιάσουμε κι εμείς κάτι από τον εαυτό μας, για την αγάπη του Χριστού. Να έχουμε ασκητικό φρόνημα. Χωρίς αγώνα δεν έχει νόημα η ζωή. Η εγκράτεια η οποία επιτυγχάνεται με την άσκηση, είναι ο αγώνας του πιστού να δαμάσει τα πάθη του. Όπως τονίζει ο απόστολος Παύλος, ο αγωνιζόμενος χριστιανός "πάντα εγκρατεύεται" (Α' Κορ. 9, 25). Εγκράτεια οφείλουμε να έχουμε στο φαγητό, σε αυτό μας βοηθάει η νηστεία. Εγκράτεια στην γλώσσα, η οποία ρέπει στην φλυαρία, την κατάκριση, την αισχρολογία και το ψέμα. Εγκράτεια στον θυμό. Ο άνθρωπος της εποχής μας έχει γίνει ευερέθιστος, θυμώνει με το παραμικρό και οργίζεται με την πρώτη δυσκολία που συναντά. Εγκράτεια και στις κακές επιθυμίες. Ο εγκρατής προσέχει όλο τον εαυτό του. Ο Ρωμαίος φιλόσοφος Σενέκας έλεγε: "Όλα τα κακά πράγματα δεν αποφεύγουν πλέον το φώς αλλά το επιδιώκουν. Ώστε, ακόμη και ν' ακούσεις για την αρετή της αγνότητας είναι παντελώς άγνωστη, ειδικά για την νεολαία". Πόσο επίκαιρος είναι σήμερα άραγε; Η αρετή επιτυγχάνεται διά της ασκήσεως. Η Ανάσταση έδωσε νόημα στον Σταυρό. Αλλά για να έρθει η Ανάσταση πρέπει να προηγηθεί ο Σταυρός. Αυτό συμβαίνει και σε 'μάς. Η πορεία της ζωής μας είναι σταυροαναστάσιμη, αυτό είναι άσκηση μέσα στην Εκκλησία. Η πνευματική ζωή είναι εγρήγορση, είναι άσκηση, επαγρύπνηση με προσευχή, νηστεία και μετάνοια για να αποκτήσουμε με την Χάρη του Θεού την αγάπη πρός τον Θεό που είναι η τελειότητα. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αναφέρει για την αγάπη, " η αγάπη μας ανεβάζει στα ύψη, στα ουράνια, γιατί είμαστε πλασμένοι για τα ύψη. Και ομοιάζουμε με τους Αγγέλους και δοξολογούμε τον Θεό". Τί μας κρατάει όμως στα ύψη και δεν πέφτουμε; Η ταπείνωση. Η ταπείνωση είναι ο Χριστός. Για να γυρίσουμε πίσω, όπως ο άσωτος υιός, να μετανοήσουμε, χρειάζεται η ταπείνωση, που είναι ο Θεός. Στην Μικρά Ασία παλιά που ζούσαν οι Έλληνες, ένα παιδί που βίωσε την προσευχή από την μητέρα του, λέει: "Μία φορά κατέβηκε η μητέρα μου στο υπόγειο του σπιτιού και είχε αργήσει να γυρίσει πίσω. Ανησύχησα και κατέβηκα στο υπόγειο. Τότε είδα την μητέρα μου να προσεύχεται γονατιστή κλαίγοντας και να παρακαλεί το έλεος του Θεού, για όλους τους ανθρώπους και για τα πάντα". Αυτό το γεγονός το συγκλόνισε το παιδί. Πήγε την άλλη μέρα στο σχολείο και ήταν στον "κόσμο" του. Δεν έδινε σημασία στο μάθημα. Του λέει λοιπόν ο δάσκαλος, Βασιλάκη τί έχεις; Και ο Βασίλης εξιστορεί σε όλη την τάξη το γεγονός με την μητέρα του. Όλη η τάξη και ο δάσκαλος άρχισαν να κλαίνε...Αυτό ήταν το καλύτερο μάθημα! Γιατί αυτοί οι άνθρωποι τότε είχαν συναίσθηση. Είχαν πίστη στο Θεό.           
Με τις άγιες αρετές, της ταπεινοφροσύνης, της ευσπλαχνίας, της προσευχής, της νηστείας, της εγκράτειας, της αγάπης και πρωτίστως της μετάνοιας, θα μπορέσουμε και φέτος να βιώσουμε, μέσα στην Εκκλησία, το "μυστήριο" της Μ. Τεσσαρακοστής, τα άγια Πάθη του Κυρίου και να αξιωθούμε να δοξάσουμε την ένδοξο Ανάστασή Του. Καλό πνευματικό αγώνα. Καλή και ευλογημένη Τεσσαρακοστή.
                                               ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ
                              ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ