Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Θεός είσαι ότι θέλεις κάνεις


Κάποιος ιερεύς, προ του 1940, καθώς μου διηγείτο ένας εγγονός του, πήγε ένα πρωινό, πού ήταν γιορτή, στην Εκκλησία, για να λειτουργήσει. Τα καντήλια ήταν όλα σβηστά, γιατί από κάποιο σπασμένο τζάμι έμπαινε αέρας. Τα είχε σβήσει όλα, ακόμα και το ακοίμητο καντήλι.
Στενοχωρήθηκε ο παππούλης, γιατί ήταν ευλαβής. Ψάχνεται για σπίρτα, δεν είχε. Κοιτάζει στο παγκάρι, κοιτάζει στα ντουλάπια, ψάχνει από δω, ψάχνει από κει; δεν βρίσκει τίποτα. Του ‘ρθαν δάκρυα στα μάτια, γιατί έπρεπε να πάει πάλι πίσω στο σπίτι. Ήταν όμως χειμώνας, έβρεχε, φυσούσε δυνατός αέρας, παγωμένος βοριάς, επικρατούσε μεγάλη κακοκαιρία…
Ξαφνικά λοιπόν, γυρίζει πίσω του, κοιτάζει…το θυμιατό ήταν αναμμένο! Υπήρχαν μέσα κάρβουνα ολοκόκκινα!
Αφού είδε λοιπόν το θυμιατό αναμμένο και το κοίταζε με έκπληξη, έβαλε ένα χαρτάκι, το άναψε, μ’ αυτό άναψε ένα κερί και με το κερί άναψε πρώτα το ακοίμητο καντηλάκι και υστέρα όλα τ άλλα καντήλια.
Κάθε τόσο γύριζε και κοίταζε το θυμιατό. και έλεγε:
- Μπρε, μπρε, μπρε, τι θαύματα κάνει ο Θεός! Όταν θέλει, κάνει θαύματα!… τι θαύμα ήταν πάλι τούτο!
Ήρθε κατοπιν ο ψάλτης, άρχισε ο Όρθρος, το θυμιατό παρέμενε ολοκόκκινο! Στην ενάτη ωδή, την ''Τιμιωτέραν'', το παίρνει για να θυμιάσει και βλέπει μέσα από το θυμιατό να βγαίνουν ευώδεις στήλες καπνού, σαν να είχε ρίξει μέσα θυμίαμα!
– Μα, εγώ, λέει, δεν έβαλα θυμίαμα! Κύριε, ελέησον! Τέλος πάντων, είπε, και, γυρνώντας προς την Αγία Τράπεζα, πρόσθεσε:
.- Θεός είσαι, ό,τι θέλεις κάνεις!
Σε λίγο ήρθε ο εγγονός του.
- Μην το πειράξεις, του λέει, καθόλου το θυμιατό. Άφησε το έτσι, γιατί ο Θεός ό,τι θέλει κάνει, αγοράκι μου, ό,τι θέλει κάνει!…
- Καλά, παππού, είπε το παιδάκι.
Όσες φορές λοιπόν χρειάστηκε να θυμιατίσει από την Πρόθεσι μέχρι το τέλος της Θείας Λειτουργίας, το θυμιατό ήταν ολοκόκκινο, με αναμμένα τα κάρβουνα και πάντοτε έτοιμο για θυμιάτισμα έβγαζε από μόνο του και μπροστά στα μάτια του εγγονού θυμίαμα ευώδες! Μόλις το έπαιρνε, έβγαιναν ευωδέστατοι καπνοί μυρίων αρωμάτων, οι όποιοι απλώνονταν σε ολόκληρο τον Ναό. Όλος ο Ναός ευωδίαζε!
Έκανε εντύπωση και στους χριστιανούς και, όταν τελείωσε ή Θεία Λειτουργία, του έλεγαν:
– “Ε, παπα μου, πού το βρήκες αυτό το καλό θυμίαμα;
Στον εγγονό του είπε τα εξής:
– Μην το πεις πουθενά, μόνο όταν πεθάνω. Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει. Θεός είναι, ό,τι θέλει κάνει!…
Αυτά έλεγε ο παπα Γιάννης από τον Τσεσμέ.

Πνευματικός άνθρωπος δεν είναι ο ηθικός, αλλά ο αγαπών


Πολλές φορές ακούτε από το στόμα των ιερέων να ομιλούν για πνευματική προκοπή, ή να λένε: «Να προσπαθήσουμε να γίνουμε πνευματικοί άνθρωποι..». Όμως τι σημαίνει τελικά πνευματική προκοπή, τι σημαίνει πνευματικότητα; Μήπως τα έχουμε παρεξηγήσει μέσα στο μυαλό μας;

Όταν οι πατέρες της Εκκλησίας ομιλούν για πνευματικότητα δεν ομιλούν περί ηθικής. Η Εκκλησία αδελφοί μου μας προσφέρει πνευματικότητα, και όχι ηθική τελείωση. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι σίγουρα και ηθικός όμως ο ηθικός δεν συνεπάγεται και το πνευματικός...Το να είμαστε ηθικά καλοί αυτό μπορούμε και μόνοι μας να το πετύχουμε, όμως δεν είναι το ζητούμενο, δεν πρέπει να γίνει αυτοσκοπός, δεν αρκεί η ηθική από μόνη της ώστε να ελκύσουμε την χάρη του Θεού. Π.χ. όσο καθαρός κι αν είσαι, όσο εγκρατείς κι αν είσαι, όση αμόλυντη ζωή κι αν έχεις, εάν ζει εν παρθενία, όσο δίκαιος κι αν είσαι, με λίγα λόγια όλοι σε θεωρούν έναν ηθικό άνθρωπο, εάν δεν έχεις ταπείνωση τίποτα δεν κατάφερες..διότι «ο Κύριος ταπεινοίς δίδωσι χάριν». Για να επανέλθουμε όμως. Λέμε λοιπόν ότι η Εκκλησία, μας προσφέρει πνευματικότητα. Τι είναι λοιπόν η πνευματικότητα; Μπορεί να μετρηθεί; 
Η πνευματικότητα αδελφοί μου είναι κατάστασις όπου ο άνθρωπος έχει υπερβεί τον εγωισμό, την 
φιλαυτία του, έχει υπερβεί τα του κόσμου και πλέον εν ταπεινώση και μετανοία ζει για τον Χριστό ,δια του Χριστού.
Ζει δηλαδή όχι για να κτίσει ένα καλό όνομα στην κοινωνία, όχι για να γίνει διάσημος και προσφιλείς στους ανθρώπους λόγω της καθαρότητος του βίου του ή των ποικίλων αρετών του αλλά ζει για τον Χριστό, ζει για τους άλλους, ζει δια του Χριστού δηλαδή ζει μέσω του Χριστού, δια των μυστηρίων της Εκκλησίας και φτάνει στο σημείο να λέγει μαζί με τον απόστολο: «ζω δε ουκέτι εγώ ζει δε εν εμοί χριστός». Ο πνευματικός άνθρωπος δεν είναι αυτός που έχει κάνει σπουδές στην θύραθεν σοφία, δεν είναι ούτε ο ηθικός άνθρωπος, αλλά ο μυημένος στο μυστήριο της Αγάπης. Εάν τολμούσα να ονόμαζα ποιος είναι ο πνευματικός άνθρωπος, θα έλεγα είναι ο άνθρωπος που αγαπά. Διότι το ατέλεστο τέλος που καλούμαστε όλοι μας να αγγίξουμε και να γίνουμε μέτοχοι είναι η Αγάπη εν Χριστώ, δηλαδή η άδολη αγάπη, η ανιδιοτελής αγάπη, η αγάπη που μπορεί να φτάσει στην θυσία του Σταυρού χωρίς να κρατήσει κακία μέσα της. «Αγάπα και κάνε ότι θέλεις», είπε ένας γέροντας σε κάποιον μοναχό. Διότι εάν αγαπάς, όντως, θα σου είναι αδιανόητο να στεναχωρήσεις τον πλησίον σου, να τον αδικήσεις, να τον κατακρίνεις. Εάν αγαπάς θα σου είναι αδιανόητο να ησυχάσεις μέσα στην φιλαυτία σου, μέσα στο βόλεμά σου…θα καταληφθείς από μία «μακαρία μανία» όπως λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος η οποία ακόμα και όταν το σώμα κουραστεί και αποκάμει από τους κόπους της ασκήσεως θα πραγματοποιηθεί σε σένα εκείνο το ψαλμικό: «Εγώ καθεύδω» από την ανάγκη της φύσεως, «η δε καρδία μου αγρυπνεί» από το πλήθος του έρωτος προς Σε. Η Αγάπη λοιπόν είναι ο σκοπός της ζωής, διότι Αγάπη είναι ο Θεός. Ο άνθρωπος λοιπόν που σκοπό έχει την ένωσή του με τον Θεό (καθ'ομοίωσιν), είναι σαν να έχει σκοπό του την απόκτηση της Αγάπης. Λέγει πάλι ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Αυτός που θέλει να ομιλή για την αγάπη είναι σαν να επιχειρή να ομιλή για τον ίδιο τον Θεόν. Η αγάπη, ως προς την ποιότητά της είναι ομοίωσις με τον Θεόν, όσο βέβαια είναι δυνατόν στους ανθρώπους. Ως προς την ενέργειά της, είναι μέθη της ψυχής. Ως προς δε τις ιδιότητές της, είναι πηγή πίστεως, άβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως». Να λοιπόν γιατί τόλμησα να πω ότι τελικά πνευματικός άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που αγαπά, που έχει αγάπη όχι για τους φίλους και τους οικείους τους, όχι μόνο για τους ανθρώπους αλλά για όλη την κτίση!  Αγαπητοί μου αδελφοί, όλα αυτά τα αναφέρουμε, όχι για να μικροψυχήσουμε και να προσπαθήσουμε μονομιάς και απότομα να κατακτήσουμε τα κράσπεδα του Ουρανού, διότι μπορεί στην πορεία να απογοητευτούμε. Γι΄αυτό δεν πρέπει να ξεχνούμε το εξής: «Ότι όπως δεν είναι δυνατόν αυτός που πέρασε μακροχρόνια ασθένεια να ανακτήσει την υγεία του μέσα σε μία στιγμή, έτσι δεν είναι δυνατόν να νικήσουμε διά μιας τα πάθη μας ή ακόμα και ένα πάθος μας» (Άγ. Ιων.Κλιμακος). Θέλει επιμονή, θέλει υπομονή, θέλει προσευχή, προσοχή, ταπείνωση και μετάνοια. Θέλει όμως και κάτι άλλο πολύ σημαντικό: Ο κάθε άνθρωπος μπορεί να κατορθώσει πολλά πράγματα στην ζωή του όμως την αγιότητα δεν μπορεί να την κατορθώσει μακράν των Μυστηρίων της Εκκλησίας. Διότι η Εκκλησία είναι ο Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας. Η Εκκλησία είναι ο Χριστός, άρα λοιπόν μακράν της Εκκλησίας, είμαστε μακράν του Χριστού, κι ας υποστηρίζουν κάποιοι ότι πιστεύουν στον Χριστό, απορρίπτοντας την Εκκλησία Του, διότι όποιος απορρίπτει την Ορθόδοξη Εκκλησία, απορρίπτει τον Χριστό και πλέον μακράν του Χριστού είναι μακράν του Φωτός, της Αλήθειας, της Αγάπης και της Αιωνίου Ζωής. Και μην πει κάποιος ότι: «εμείς δεν ποθούμε να γίνουμε άγιοι», διότι όποιος έστω και ενδόμυχα απορρίπτει συνειδητά την αγιότητα, απορρίπτει τον σκοπό της δημιουργίας του. 
Όλοι μας αδελφοί μου πλαστήκαμε κατ’εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού, δηλαδή, δημιουργηθήκαμε ελεύθεροι με νου, κρίση και λογική ώστε να μεταμορφωθούμε από χοϊκούς ανθρώπους σε κατά χάριν θεανθρώπους, σε αγίους, σε όντα που ζουν μαζί με τον Θεό αρμονικά μέσα σε αιώνια ευφροσύνη. Εάν λοιπόν δεν θέλουμε ένα τέτοιο μέλλον…είμαστε άξιοι των επιλογών μας. Θα κλείσω με ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Κλίμακος του Αγίου Ιωάννου στο οποίο ο Άγιος μας δείχνει τον δρόμο από την γη των παθών προς τον Ουρανό της Αγάπης. 
Λέγει ο Άγιος: «Η ελάττωσις του κακού γεννά την αποχή από το κακό. Η αποχή από το κακό είναι η αρχή της μετανοίας. Η αρχή της μετανοίας είναι η αρχή της σωτηρίας. Η αρχή της σωτηρίας είναι η καλή πρόθεσις. Η καλή πρόθεσις γεννά τους κόπους. Αρχή των κόπων είναι οι αρετές. Η αρχή των αρετών είναι το άνθος (της πνευματικής ζωής). Το άνθος της αρετής είναι η αρχή της (πνευματικής) εργασίας. Η (πνευματική) εργασία είναι τέκνο της αρετής∙ και αυτής τέκνο η συνέχισις και η συχνότης της εργασίας. Καρπός και τέκνο της συνεχούς και επιμελούς εργασίας είναι η έξις, (η μόνιμη δηλαδή συνήθεια). Και τέκνο της έξεως είναι η ποίωσις , (να γίνη δηλαδή η αρετή ένα με την ψυχή, φυσική κατάστασίς της). 
Η ποίωσις στο καλό γεννά τον φόβο (του Θεού) και την ευλάβεια. Ο φόβος γεννά την τήρησι των εντολών – είτε των επουρανίων είτε των επιγείων. Η τήρησις των εντολών είναι απόδειξις της αγάπης (προς τον Θεόν και τον πλησίον). Αρχή της αγάπης είναι το πλήθος της ταπεινώσεως. Το πλήθος δε της ταπεινώσεως είναι θυγατέρα της απαθείας. Και η απόκτησις της απαθείας είναι η πληρότης της αγάπης, δηλαδή η πλήρης κατοίκησις του Θεού σε όσους έγιναν με την απάθεια «καθαροί τη καρδία…ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». 
Η πνευματική ζωή είναι η ζωή της συγχωρετικότητος και της αγάπης. Εάν δεν συν-χωρούμε και δεν αγαπούμε…μην πλανόμεθα, δεν ζούμε πνευματική ζωή όσο και "ηθικά αμόλυντοι" κι ας είμαστε, διότι "Ο αγαπών εκ του Θεού γεγένηται και γιγνώσκει τον Θεόν". 

Αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Ἡ Ἐκκλησία, ὁ χῶρος τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου



Αρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης

Ὅσοι θέλουν νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Χριστὸ καὶ διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα γνωρίζουν ὅτι αὐτὴ ἡ ἕνωσις γίνεται στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἁγία μας Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Ἕνωσις ὄχι βέβαια μὲ τὴν Θεία οὐσία, ἀλλὰ μὲ τὴν θεωμένη ἀνθρώπινη φύσι τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἕνωσις ὅμως αὐτὴ μὲ τὸν Χριστὸ δὲν εἶναι ἐξωτερική, οὔτε ἁπλῶς ἠθική.
Δὲν εἴμαστε ὀπαδοὶ τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἴσως οἱ ἄνθρωποι εἶναι ὀπαδοὶ ἑνὸς φιλόσοφου ἢ ἑνὸς διδασκάλου. Εἴμαστε μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, τὸ πραγματικὸ καὶ ὄχι τὸ ἠθικό, ὅπως λανθασμένα ἔγραψαν μερικοὶ θεολόγοι μὴ ἐμβαθύνοντας στὸ πνεῦμα τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας. Ὁ Χριστὸς μᾶς παίρνει, τοὺς Χριστιανούς, παρὰ τὴν ἀναξιότητα καὶ τὴν ἁμαρτωλότητά μας, καὶ μᾶς ἐνσωματώνει στὸ σῶμα Του. Μᾶς κάνει μέλη Του. Καὶ γινόμαστε πραγματικὰ μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὄχι ἠθικά. Ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «μέλη ἐσμὲν τοῦ σώματος αὐτοῦ, ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ» (Ἐφεσ. ε´ 30).
Βεβαίως ἀνάλογα μὲ τὴν πνευματικὴ κατάσταση ποὺ ἔχουν οἱ Χριστιανοί, ἄλλοτε εἶναι ζωντανὰ μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ ἄλλοτε νεκρά. Ἀλλὰ καὶ νεκρὰ δὲν παύουν νὰ εἶναι μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἕνας π.χ. ποῦ εἶναι βαπτισμένος, ἔχει γίνει μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἂν δὲν ἐξομολογεῖται, δὲν κοινωνεῖ, δὲν ζεῖ πνευματικὴ ζωή, εἶναι νεκρὸ μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ὅμως μετανοήσει, ἀμέσως δέχεται τὴν θεία ζωή. Αὐτὴ τὸν διαποτίζει καὶ γίνεται ζωντανὸ μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς δὲν χρειάζεται νὰ ἀναβαπτιστεῖ. Ὁ ἀβάπτιστος ὅμως δὲν εἶναι μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀκόμη καὶ ἂν ζεῖ ἠθικὴ κατ᾿ ἄνθρωπον ζωή. Χρειάζεται νὰ βαπτιστεῖ, γιὰ νὰ γίνει μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ ἐνσωματωθεῖ στὸν Χριστό.
Ἐπειδὴ λοιπὸν εἴμεθα μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, προσφέρεται ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ γίνεται δική μας ζωή. Καὶ ἔτσι ζωοποιούμαστε καὶ σωζόμαστε καὶ θεωνόμαστε. Δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ θεωθοῦμε, ἂν ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς ἔκανε μέλη τοῦ ἁγίου σώματός Του.
Δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ σωθοῦμε, ἐὰν δὲν ὑπῆρχαν τὰ ἅγια Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, τὰ ὁποῖα μᾶς συσσωματώνουν μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μᾶς κάνουν, κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες, σύσσωμους καὶ ὅμαιμους Χριστοῦ. Νὰ εἴμαστε δηλαδὴ ἕνα σῶμα καὶ ἕνα αἷμα μὲ τὸν Χριστό.
Τί μεγάλη εὐλογία, νὰ κοινωνοῦμε τὰ ἄχραντα Μυστήρια! Ὁ Χριστὸς γίνεται δικός μας, ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ γίνεται δική μας, τὸ αἷμα Του γίνεται αἷμα μας. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἔχει νὰ δώσει τίποτε περισσότερο ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ τοῦ δίδει στὴν θεία Κοινωνία. Οὔτε ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ζητήσει ἀπὸ τὸν Θεὸ τίποτε περισσότερο ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ λαμβάνει ἀπὸ τὸν Χριστὸ στὴν θεία Κοινωνία.
Ἔτσι λοιπὸν βαπτισμένοι, χρισμένοι, ἐξομολογούμενοι, κοινωνοῦμε τὸ Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Κυρίου καὶ γινόμαστε καὶ ἐμεῖς θεοὶ κατὰ Χάριν, ἑνωνόμαστε μὲ τὸν Θεό, δὲν εἴμαστε πλέον ξένοι, ἀλλὰ οἰκεῖοι Του.
Μέσα στὴν Ἐκκλησία, στὴν ὁποία ἑνωνόμαστε μὲ τὸν Θεό, ζοῦμε αὐτὴ τὴν νέα πραγματικότητα ποὺ ἔφερε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο: τὴν καινὴ κτήση. Αὐτὴ εἶναι ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Χριστοῦ, ποὺ γίνεται καὶ δική μας ὡς δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὅλα μέσα στὴν Ἐκκλησία ὁδηγοῦν στὴν θέωση. Ἡ θεία Λειτουργία, τὰ Μυστήρια, ἡ θεία Λατρεία, τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ νηστεία, ὅλα ἐκεῖ ὁδηγοῦν. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ μοναδικὸς χῶρος τῆς θεώσεως.
Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἕνα κοινωνικό, πολιτιστικὸ ἢ ἱστορικὸ ἵδρυμα ποὺ μπορεῖ νὰ ὁμοιάζει μὲ ἄλλα ἱδρύματα στὸν κόσμο. Δὲν εἶναι ὅπως οἱ διάφοροι θεσμοὶ τοῦ κόσμου. Ὁ κόσμος ἴσως ἔχει ὡραίους θεσμούς, ὡραῖες ὀργανώσεις, ὡραῖα ἱδρύματα, καὶ ἄλλα πράγματα. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας ὅμως εἶναι ὁ ἀνεπανάληπτος, μοναδικὸς χῶρος τῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο, τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Μόνο μέσα στὴν Ἐκκλησία ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνει θεός, πουθενὰ ἀλλοῦ. Οὔτε στὰ Πανεπιστήμια, οὔτε στὰ ἱδρύματα κοινωνικῶν ὑπηρεσιῶν, οὔτε σὲ ὁτιδήποτε ἄλλο ὡραῖο καὶ καλὸ ἔχει ὁ κόσμος. Ὅλα αὐτά, ὅσο καλὰ καὶ ἂν εἶναι, ὅμως δὲν μποροῦν νὰ προσφέρουν αὐτὸ ποὺ προσφέρει ἡ Ἐκκλησία.
Γι᾿ αὐτὸ ὅσο καὶ ἂν προοδεύσουν οἱ κοσμικοὶ θεσμοὶ καὶ τὰ συστήματα, δὲν μποροῦν ποτὲ νὰ ἀντικαταστήσουν τὴν Ἐκκλησία.
Εἶναι δυνατόν, ἐμεῖς οἱ ἀδύνατοι καὶ ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι, νὰ περνοῦμε κρίσεις καὶ δυσκολίες κατὰ καιρούς, μέσα στὴν Ἐκκλησία. Εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνουν καὶ σκάνδαλα μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ αὐτὰ γίνονται, διότι στὴν Ἐκκλησία εἴμαστε σὲ πορεία πρὸς τὴν θέωση καὶ εἶναι πολὺ φυσικὸ νὰ ὑπάρχουν οἱ ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Γινόμαστε, ἀλλὰ δὲν εἴμαστε θεοί. Ὅσο ὅμως καὶ νὰ συμβαίνουν αὐτά, ἐμεῖς ποτὲ δὲν θὰ φύγουμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, διότι στὴν Ἐκκλησία ἔχουμε τὴν μοναδικὴ δυνατότητα νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Θεό.
Ὅταν π.χ. πηγαίνουμε στὸν Ναὸ γιὰ νὰ ἐκκλησιασθοῦμε, καὶ συναντοῦμε ἐκεῖ ἴσως μερικοὺς ποὺ δὲν προσέχουν στὴ ἱερὰ ἀκολουθία καὶ συζητοῦν μάλιστα μεταξύ τους, ἔτσι ὥστε καὶ νὰ ἀποσποῦν πρὸς στιγμὴν τὴν προσοχή μας ἀπ᾿ αὐτή, ἔρχεται ἕνας, εὔλογος τάχα, λογισμὸς ποὺ μᾶς λέγει: - «Τί κερδίζεις τελικὰ ποὺ ἔρχεσαι στὴν Ἐκκλησία; Δὲν κάθεσαι καλύτερα στὸ σπίτι σου, ὅπου θὰ ἔχεις καὶ περισσότερη ἡσυχία καὶ ἄνεση γιὰ νὰ κάνεις προσευχή;».
Ἐμεῖς ὅμως πρέπει μὲ σύνεση νὰ ἀντιλέξουμε στὸν πονηρὸ αὐτὸν λογισμό:
- «Ναὶ μέν, θὰ ἔχω ἴσως περισσότερη ἐξωτερικὴ ἡσυχία στὸ σπίτι μου, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχω τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ, νὰ μὲ θεώνει καὶ νὰ μὲ ἁγιάζει. Δὲν θὰ ἔχω τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος εἶναι παρὼν στὴν Ἐκκλησία Του. Δὲν θὰ ἔχω τὸ ἅγιο Σῶμα Του καὶ τὸ τίμιο Αἷμα Του, ποὺ εὑρίσκονται στὸν ἱερὸ Ναό Του, ἐπάνω στὴν ἁγία Τράπεζα. Δὲν θὰ συμμετέχω στὸν μυστικὸ Δεῖπνο τῆς θείας Λειτουργίας. Θὰ εἶμαι ἀποκομμένος ἀπὸ τοὺς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς μου, μὲ τοὺς ὁποίους μαζὶ συναποτελοῦμε τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ». Ἔτσι λοιπὸν ὅ,τι κι ἂν συμβεῖ, ἐμεῖς δὲν θὰ φύγουμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, διότι σ᾿ αὐτὴν μόνο εὑρίσκουμε τὸν δρόμο τῆς θεώσεως.

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

Γέροντας Κλεόπας: ''Ποιές είναι οι 12 βαθμίδες της αμαρτίας''



Η πρώτη βαθμίς της αμαρτίας είναι, όταν κάποιος κάνη το καλό όχι με καλό σκοπό και για την δόξα του Θεού. Αυτό μας το δηλώνη και ο θείος πατήρ Ιωάννης ο Δαμασκηνός όταν λέγη: «ότι το καλό δεν είναι καλό, όταν δεν γίνεται με καλό τρόπο», ενώ ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής λέγει ότι «ο Θεός σ’ όλα τα έργα μας εξετάζει το σκοπό των, δηλ. τα εργαζόμεθα γι’ Αυτόν η για κάποιον άλλον;»
Πρέπει να καταλάβουμε ότι αγαθά έργα έχει το σώμα και η ψυχή. Αρετές του σώματος είναι τα διάφορα πνευματικά έργα του, είτε νηστεία, αγρυπνία, ελεημοσύνη και άλλα, ενώ αγαθό έργο της ψυχής λογίζεται πρώτα ο σκοπός με τον οποίον γίνονται τα έργα αυτής. Εάν ο σκοπός είναι καλός και για την δόξα του Θεού, τότε και το έργο είναι ωφέλιμο, ενώ, εάν ο σκοπός είναι πονηρός και το καλό έργο πονηρό γίνεται και χάνει κανείς τον μισθό του από τον Θεό.
Ο Απόστολος Παύλος μας λέγει να κάνουμε τα πάντα για την δόξα του Θεού (Α' Θεσ. 4,1). Ενώ ο θείος Μάξιμος λέγει ότι, όταν ακούης την Γραφή να λέγη ότι ο καθένας θα πληρωθή κατά τα έργα του, να γνωρίζης ότι ο Θεός δεν θα πληρώση με δίκαιο μισθό τα έργα των που δεν έγιναν με αγαθό σκοπό. Διότι η κρίσις του Θεού δεν παρατηρεί τα γενόμενα έργα, αλλά τον σκοπό για τον όποιο έγιναν.
Δεύτερη βαθμίς αμαρτίας είναι όταν κανείς δεν εργάζεται τέλεια το αγαθό. Ενα παράδειγμα: Κάποιος προσεύχεται στον Θεό, όχι με τον νου και την καρδιά, αλλά μόνο με το στόμα και τα χείλη, διότι αφήνει να διασκορπίζεται ο νους του στα παρόντα και φθαρτά αυτού του κόσμου. Σ’ ένα τέτοιο άνθρωπο που προσεύχεται εξωτερικά, αρμόζει ο λόγος του προφήτου Ησαΐου, που λέγει ότι, «πολύ πλησίον είσαι Κύριε με το στόμα των, αλλά πολύ μακριά από την καρδιά των» (29,13).
Η όταν κάποιος κάνη ελεημοσύνη όχι με ιδικούς του κόπους, αλλά από αρπαγές και κλοπές. Επίσης όταν κάποιος νηστεύη από φαγητά και ποτά, αλλά όχι και από τις αμαρτίες των αισθήσεων, του νου και της καρδίας. Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος λέγει ότι ο Θεός διέταξε τον Μωϋσή να κατασκευάση κατά τέλειο τρόπο την Σκηνή του Μαρτυρίου, για να διδάξη και εμάς με τέλειο τρόπο να μετανοούμε ενώπιόν Του. Και όπως ο για την θυσία προσφερόμενος αμνός με έπρεπε να είναι άμωμος, χωρίς δηλ. σωματικά ελαττώματα και ασθένειες, έτσι και τα έργα μας να τα επιτελούμε με τέλειο τρόπο.
Η τρίτη βαθμίς της αμαρτίας είναι η προσβολή του κακού λογισμού που πλησιάζει αθόρυβα με εμπαθείς διαθέσεις. Ιδού ένα παράδειγμα: Μία σκέψις γυναικείου προσώπου η χρημάτων η κενοδοξίας η οργής τα όποια προσβάλλουν την καθαρότητα της μνήμης.
Τέταρτη βαθμίς της αμαρτίας είναι ο συνδιασμός, δηλ. η ψυχή μας συνομιλεί ευχαρίστως με τις πονηρές σκέψεις.
Η πέμπτη βαθμίς είναι η νοερά μάχη με τους κακούς λογισμούς, από την οποία εξαρτώνται και οι άλλοι βαθμοί της αμαρτίας. Η ψυχή μετά την συγκατάθεσί της, αρχίζει να ανησυχή και αποφασίζει να αγωνισθή με την παρουσία των καλών λογισμών και προπαντός με την νοερά προς τον Κύριο προσευχή.
Η έκτη βαθμίς της αμαρτίας είναι η συγκατάθεσις που δεν αρκείται πλέον στην συνομιλία με τον λογισμό, αλλά, λόγο φιλαυτίας και εμπάθειας, ενδίδει σ’ αυτόν και ο άνθρωπος τον δέχεται πλέον στον νου του, για να τον πράξη.
Η έβδομη βαθμίς είναι η με τον νου αμαρτία, όπως μας λέγει ο Θείος Μάξιμος: «Όταν ο άνθρωπος συγκατατεθή νοερά να δεχθή την κακή σκέψι, πιέζεται από τον εχθρό να εντυπώση, αυτήν στον νου του τόσο δυνατά, ωσάν να την είχε κάνει και με το έργο». Όταν φθάση ο άνθρωπος σ’ αυτή την κατάστασι, τότε η αμαρτία με τις φαντασίες και κακές παραστάσεις, πατεί σχεδόν στο έδαφος της αναισθησίας και βαδίζει για την προσβολή των σωματικών αισθήσεων, όπως μας φανερώνη ο ίδιος θείος πατήρ, λέγοντας: «Όπως το σώμα έχει ως κόσμημα τα έργα, έτσι και ο νους έχει τις ιδέες. Και όπως το σώμα πορνεύη με το σώμα της γυναικός, έτσι και ο νους πορνεύει με την ιδέα της γυναικός, δηλ. με την μορφή του προσώπου της». Γι’ αυτό ο ίδιος άγιος Μάξιμος μας συμβουλεύει τα έξης: «Μη δέχεσαι τις κακές ιδέες για να μη αναγκάζεσαι να υποχωρής στο κακό και στα έργα αυτού. Διότι, όταν κάποιος δεν αμαρτάνη με τον νου, ούτε με το έργο δεν θα αμαρτήση».
Επίσης πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο πόλεμος είναι δυσκολώτερος απ’ αυτόν που γίνεται με όπλα και άλλα μέσα ανθρώπινα. Ο κίνδυνος της πτώσεως με τον νου μας προσβάλλει ευκόλως και σε οποιοδήποτε χώρο και χρόνο. Εάν, κάποιος, επί παραδείγματι, θελήση να αμαρτήση με τα έργα της πορνείας, πρέπει να τον διευκολύνουν τρεις παράγοντες, οι έξης: ο κατάλληλος τόπος, ο κατάλληλος χρόνος και το όργανο της αμαρτίας, δηλ. το σώμα με το όποιο θέλει να αμαρτήση.
Ενώ στην νοερά αμαρτία κανένας απ’ αυτούς τους παράγοντες δεν χρειάζεται προκειμένου να αμαρτήση, διότι με τον νου μπορούμε να αμαρτάνουμε σε οποιονδήποτε τόπο και χρόνο και όταν ακόμη δεν έχουμε μπροστά μας το προκλητικό της αμαρτίας όργανο με το όποιο θέλουμε να αμαρτήσουμε. Αλλά, όπως φαίνεται, ευκολώτερη και πλέον επιρρεπής είναι η αμαρτία με τον νου μας, διότι την κάνουμε οπουδήποτε ευρισκόμεθα.
Η ογδόη βαθμίς της αμαρτίας είναι η επιτέλεσίς της με το έργο. Όταν κάποιος δεν αγωνισθή, το κατά δύναμι, στις προηγούμενες φάσεις της αμαρτίας και επιτρέψη σ’ αυτήν να τον αιχμαλώτιση νοερά, τότε οδηγείται σταθερά στην εκτέλεσι της αμαρτίας και τελειώνει το έργο ψυχή τε και σώματι. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο με την αμαρτία της οποιαδήποτε ακολάστου πράξεως, αλλά και με οποιαδήποτε άλλη, όπως της γαστριμαργίας, της φιλαργυρίας, του φόνου, της μέθης, της κλοπής και άλλων.
Η εννάτη βαθμίς είναι η εξοικείωσις με την αμαρτία. Ένας έμπειρος Πνευματικός μπορεί να εύρη εύκολα, κατά την ώρα της εξομολογήσεως από το στόμα δηλ. του εξομολογουμένου, σε ποιά βαθμίδα της αμαρτίας εκείνος ευρίσκεται. Διότι, εάν, επί παραδείγματι, αυτός τον ερωτήση: «Αδελφέ, γιατί κάνεις το τάδε και το τάδε αμάρτημα; Εκείνος σίγουρα θα του απαντήση: «Πάτερ, μου έγινε συνήθεια και αυτό» (είτε γίνεται λόγος περί πορνείας, κλοπής, ψευδορκίας και άλλης αμαρτίας). Στην περίπτωσι αυτή μόνος του δείχνει το στάδιο της αμαρτίας στο όποιο ευρίσκεται.
Η δεκάτη βαθμίς της αμαρτίας είναι η δημιουργία του πάθους λόγω της μεγάλης συνήθειας. Εδώ, σ’ αυτή την βαθμίδα μπορεί ο κάθε Πνευματικός να γνωρίση από την εξομολόγησι του χριστιανού σε ποιά αμαρτωλή κατάστασι ευρίσκεται, διότι, εάν τον ερωτήση: «Αδελφέ, γιατί δεν εγκαταλείπης αυτή την αμαρτία; Γιατί π.χ. δεν αφήνης την μέθη, το κάπνισμα η οποιοδήποτε άλλο;» Και εκείνος άπαντα: «Δεν μπορώ, πάτερ, διότι με κυρίευσε αυτό το πάθος, δώστε μου μία συμβουλή για να απαλλαγώ από το τάδε ή τάδε αμαρτωλό πάθος». Τότε ο Πνευματικός, μαθαίνοντας ότι αυτός είναι στην πλέον επικίνδυνη και δύσκολη βαθμίδα, πρέπει να επιστρατεύση όλη του την πνευματική τέχνη και επιμέλεια, για να τον απαγκιστρώση από τα δεσμά της αμαρτίας, πράγμα που είναι βεβαίως δυσκολοκατόρθωτο, επειδή η συνήθεια γίνεται σ’ αυτόν δευτέρα φύσις και αναγκάζει τον άνθρωπο να αμαρτάνη είτε το θέλει είτε δεν το θέλει.
Διότι, εφ’ όσον είναι αιχμάλωτος της αμαρτίας και της συνήθειας στο κακό, συγχρόνως είναι και δούλος του διαβόλου. Γι’ αυτό λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «Ο ποιών την αμαρτίαν εκ του διαβόλου εστίν, ότι απ’ αρχής ο διάβολος αμαρτάνει» (Α' Ιωάν. 3,8) και άραγε δείχνει με την υποταγή του στην αμαρτία ότι είναι του διαβόλου. Για την δικαία κατάστασι της θλίψεως και τιμωρίας ενός τέτοιου ανθρώπου, η Αγία Γραφή, αναφερομένη σ’ αυτή την φάσι λέγει: «Ο ποιών την αμαρτίαν δούλος εστί της αμαρτίας» (Ιωάν. 8,34).
Η ενδεκάτη βαθμίς της αμαρτίας είναι η απελπισία, η οποία είναι και η χειρότερη από όλες, διότι οδηγεί τον άνθρωπο στον παρόντα και αιώνιο θάνατο. Όταν ο διάβολος υποδούλωση τον άνθρωπο με την αμαρτία μέχρι του βαθμού της συνήθειας, τότε του λέγει στο αυτί: «Βλέπεις, ότι συνήθισες πλέον αυτή την αμαρτία, από την οποία δεν μπορείς να λυτρωθής, διότι θέλοντας και μη την επιτελείς;
Οπότε, μη σκέπτεσαι να μετανοήσης και επιστρέψης στον Θεό, διότι από εδώ και στο εξής δεν μπορείς να απαλλαγής απ’ αυτήν, την οποία αγάπησες από την παιδική η νεανική σου ηλικία η επί τόσα χρόνια». Συνεπώς συμβουλεύει τον άνθρωπο να αμαρτάνη πάντοτε, λέγοντας του: «Έτσι και αλλιώς μέχρι τώρα όλα τα έχασες, γι’ αυτό όσο ευρίσκεσαι στην ζωή αυτή, κύτταξε να άπολαύσης την αμαρτία, την οποία εσυνήθισες και από την οποία, όπως βλέπης, δεν μπορείς να σωθής».
Έτσι λοιπόν, με την ρομφαία της απελπισίας τον αποκόπτει από την ελπίδα της σωτηρίας της ψυχής του. Και εάν είναι ο άνθρωπος μορφωμένος, τον διδάσκει ο πονηρός να αναβάλλη την επιστροφή του στον Θεό και την εγκατάλειψι της αμαρτίας, λέγοντας του: «Μήν αφήνης την αμαρτία τώρα, διότι έχεις ακόμη καιρό». Αλλά και αυτή η συμβουλή του διαβόλου αποσκοπεί για να στερεώση τον άνθρωπο, όσο γίνεται περισσότερο, στην θανατηφόρο συνήθεια της αμαρτίας, επειδή γνωρίζει ο πονηρός εχθρός μας, ότι αυτοί που δεν εγκαταλείπουν σήμερα την αμαρτία, αργότερα είναι ακόμη δυσκολώτερο να την εγκαταλείψουν.
Όπως λέγουν και οι Άγιοι Πατέρες, η αμαρτία ομοιάζει με ένα καρφί που το καρφώνει κάποιος σε ένα σκληρό ξύλο. Εάν το εκτύπησε ελαφρά, μπορεί εύκολα να το βγάλη, ενώ εάν το εκτύπησε δυνατά, με πολλή δυσκολία με μπορέση να το βγάλη. Συνεπώς, κανείς ας μη εξαπατάται διότι, εάν δεν εγκαταλείψη σήμερα την αμαρτία στην οποία αιχμαλωτίζεται, αργότερα δεν θα μπορέση να την αποβάλη. Όσο παλαιώνει η αμαρτία μέσα μας, τόσο δυσκολώτερα στο μέλλον μπορούμε να την εκριζώσουμε. Και όσο περισσότερες φορές κάνει ο άνθρωπος την αμαρτία, τόσο και ο διάβολος τον πολεμά με αυτήν για να τον ρίξη στην απελπισία, από την οποία δεν μπορεί πλέον να επιστρέψη στον Θεό.
Εάν δεν προλάβη να εξομολογηθή στον Πνευματικό, οδηγείται κατ’ ευθείαν, χωρίς χρονοτριβή στην δωδεκάτη βαθμίδα της αμαρτίας που είναι η αυτοκτονία, ο φοβερώτερος σωματικός και πνευματικός θάνατος, όπως του προδότου Ιούδα. Αφού έκανε την προδοσία του Σωτήρος μας ο Ιούδας, αντί να επιστρέψη με βαθειά μετάνοια και να κλαύση με στεναγμούς, όπως ο Απόστολος Πέτρος, απελπίσθηκε τελείως, έριξε τα αργύρια στον ναό και κρεμάσθηκε.
Λοιπόν, πατέρες και αδελφοί, εμνημονεύσαμε σ’ αυτό τον λόγο μας εν συντομία για τις 12 βαθμίδες της αμαρτίας. Πριν ομιλήσουμε γι’ αυτές, παρουσιάσαμε μερικές μαρτυρίες από την Γραφή και τους Πατέρας για τον φόβο του Θεού και την νοερά νήψι διότι όποιος έχει τον φόβο του Θεού και αγρυπνεί στην πρώτη εμφάνιση του πονηρού λογισμού, οπλίζεται με την αγία προσευχή και λυτρώνεται με μεγάλη ευκολία από την δουλεία της αμαρτίας. Όποιος δεν θέλει να γρηγορή και εξουδενώνη ενωρίς την αμαρτία, ενώ ακόμη είναι σαν το μυρμήγκι, με φθάση, όπως είπα και στην αρχή, να πολεμά με λέοντα, από τον όποιο είναι πιο δύσκολο να λυτρωθή κανείς.
Εν κατακλείδι αυτού του λόγου μου σάς λέγω ακόμη: Μακαρία είναι εκείνη η ψυχή η οποία φοβείται τον Θεό και σε κάθε καιρό και τόπο φυλάγει τον νου και την καρδιά της από τους αμαρτωλούς λογισμούς με την βοήθεια της ιεράς προσευχής και του μίσους κατά της αμαρτίας.
Και πάλι, μακάριος να είναι ο Πνευματικός εκείνος πατήρ, που εργάζεται την σωτηρία των ψυχών και κατορθώνει να αντιλαμβάνεται στο μυστήριο της εξομολογήσεως σε ποιό στάδιο της αμαρτίας ευρίσκεται ο εξομολογούμενος, ώστε κατόπιν με όλη την πείρα και πνευματική τέχνη του να τον επαναφέρη στον δρόμο του Θεού.
Ας μη ξεχνάμε ότι οι χειρότερες μορφές της αμαρτίας που θέλουν μεγάλη προσοχή είναι τρεις: Η συνήθεια της αμαρτίας, η αιχμαλωσία και η απελπισία, η οποία πλησιάζει τα όρια της τελείας εγκαταλείψεως και από όπου ο άνθρωπος πίπτει στα βάθη της κολάσεως με την αυτοκτονία, πέραν από την οποία δεν υπάρχει σωτηρία. Είθε όλοι μας να λυτρωθούμε από τέτοιες δυσάρεστες καταστάσεις με το έλεος του Παναγάθου Θεού και Σωτήρος ημών Χριστού, με τις πρεσβείες της Μητρός Αυτού Αειπαρθένου Μαρίας και πάντων των Αγίων Του. Αμήν.

Ιερομονάχου Κλεόπα Ηλιέ
Πνευματικοί Λόγοι,εκδ. Ορθόδοξη Κυψέλη. Θεσσαλονίκη

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

Άγιος Νεκτάριος – Η καθαρή καρδιά είναι θρόνος Θεού



Τίποτε δέν εἶναι μεγαλύτερο ἀπό τήν καθαρή καρδιά, γιατί μιά τέτοια καρδιά γίνεται θρόνος τοῦ Θεοῦ. Καί τί εἶναι ἐνδοξότερο ἀπό τόν θρόνο τοῦ Θεοῦ; Ἀσφαλῶς τίποτα. Λέει ὁ Θεός γι’ αὐτούς πού ἔχουν καθαρή καρδιά: «θά κατοικήσω ἀνάμεσά τους καί θά πορεύομαι μαζί τους. Θά εἶμαι Θεός τους, κι αὐτοί θά εἶναι λαός μου» ( Β’ Κορ. 6, 16 )…
Ποιοί λοιπόν εἶναι εὐτυχέστεροι ἀπ’ αὐτούς τούς ἀνθρώπους;
Καί ἀπό ποιό ἀγαθό μπορεῖ νά μείνουν στερημένοι;
Δέν βρίσκονται ὅλα τ’ ἀγαθά καί τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στίς μακάριες ψυχές τους; Τί περισσότερο χρειάζονται; Τίποτα, στ’ ἀλήθεια, τίποτα! Γιατί ἔχουν στήν καρδιά τους τό μεγαλύτερο ἀγαθό: τόν ἴδιο τόν Θεό!
Πόσο πλανιοῦνται οἱ ἄνθρωποι πού ἀναζητοῦν τήν εὐτυχία μακριά ἀπό τόν ἑαυτό τους, στίς ξένες χῶρες καί στά ταξίδια, στόν πλοῦτο καί στή δόξα, στίς μεγάλες περιουσίες καί στίς ἀπολαύσεις, στίς ἡδονές καί σ’ ὅλες τίς χλιδές καί ματαιότητες, πού κατάληξή τους ἔχουν τήν πίκρα! Ἡ ἀνέγερση τοῦ πύργου τῆς εὐτυχίας ἔξω ἀπό τήν καρδιά μας, μοιάζει μέ οἰκοδόμηση κτιρίου σέ ἔδαφος πού σαλεύεται ἀπό συνεχεῖς σεισμούς. Σύντομα ἕνα τέτοιο οἰκοδόμημα θά σωριαστεῖ στή γῆ…
Ἀδελφοί μου! Ἡ εὐτυχία βρίσκεται μέσα στόν ἴδιο σας τόν ἑαυτό καί μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού τό κατάλαβε αὐτό. Ἐξετάστε τήν καρδιά σας καί δεῖτε τήν πνευματική της κατάσταση.
Μήπως ἔχασε τήν παρρησία της πρός τόν Θεό; Μήπως ἡ συνείδηση διαμαρτύρεται γιά παράβαση τῶν ἐντολῶν Του; Μήπως σᾶς κατηγορεῖ γιά ἀδικίες, γιά ψέμματα, γιά παραμέληση τῶν καθηκόντων πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον; Ἐρευνῆστε μήπως κακίες καί πάθη γέμισαν τήν καρδιά σας, μήπως γλίστρησε αὐτή σέ δρόμους στραβούς καί δύσβατους;…
Δυστυχῶς, ἐκεῖνος πού παραμέλησε τήν καρδιά του, στερήθηκε ὅλα τά ἀγαθά κι ἔπεσε σέ πλῆθος κακῶν. Ἔδιωξε τήν χαρά καί γέμισε μέ πίκρα, θλίψη καί στενοχώρια. Ἔδιωξε τήν εἰρήνη καί ἀπόκτησε ἄγχος, ταραχή καί τρόμο. Ἔδιωξε τήν ἀγάπη καί δέχθηκε τό μίσος. Ἔδιωξε, τέλος, ὅλα τά χαρίσματα καί τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού δέχθηκε μέ τό Βάπτισμα καί οἰκειώθηκε ὅλες τίς κακίες ἐκεῖνες, πού κάνουν τόν ἄνθρωπο ἐλεεινό καί τρισάθλιο.
Ἀδελφοί μου! Ὁ Πολυέλεος Θεός θέλει τήν εὐτυχία ὅλων μας καί σ’ αὐτή καί στήν ἄλλη ζωή. Γι’ αὐτό ἴδρυσε τήν Ἁγία Του Ἐκκλησία. Γιά νά μᾶς καθαρίζει αὐτή ἀπό τήν ἁμαρτία, νά μᾶς ἁγιάζει, νά μᾶς συμφιλιώνει μαζί Του, νά μᾶς χαρίζει τίς εὐλογίες τοῦ οὐρανοῦ.
Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀνοιχτή τήν ἀγκαλιά της, γιά νά μᾶς ὑποδεχθεῖ. Ἄς τρέξουμε γρήγορα ὅσοι ἔχουμε βαριά τή συνείδηση. Ἄς τρέξουμε καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕτοιμη νά σηκώσει τό βαρύ φορτίο μας, νά μᾶς χαρίσει τήν παρρησία πρός τόν Θεό, νά γεμίσει τήν καρδιά μας μέ εὐτυχία καί μακαριότητα…

ΚΑΝΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ ΚΗΠΟ ΑΡΕΤΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΕΡΗΜΟ ΠΑΘΩΝ!

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Η ΕΥΧΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΕΧΕΙ ΜΕΓΑΛΗ ΔΥΝΑΜΗ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ



Ο άνθρωπος έχει τέτοιες δυνάμεις, ώστε να μπορεί να μεταδώσει το καλό ή το κακό στο περιβάλλον του. Αυτά τα θέματα είναι πολύ λεπτά. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Πρέπει να βλέπομε το καθετί με αγαθό τρόπο. Τίποτα το κακό να μη σκεπτόμαστε για τους άλλους. Κι ένα βλέμμα κι ένας στεναγμός επιδρά στους συνανθρώπους μας. Και η ελάχιστη αγανάκτηση κάνει κακό. Να έχομε μέσα στην ψυχή μας αγαθότητα κι αγάπη· αυτά να μεταδίδομε.
Να προσέχομε να μην αγανακτούμε για τους ανθρώπους που μας βλάπτουν· μόνο να προσευχόμαστε γι’ αυτούς με αγάπη. Ό,τι κι αν κάνει ο συνάνθρωπος μας, ποτέ να μη σκεπτόμαστε κακό γι’ αυτόν. Πάντοτε να ευχόμαστε αγαπητικά. Πάντοτε να σκεπτόμαστε το καλό.
Δεν πρέπει ποτέ να σκεπτόμαστε για τον άλλο ότι θα του δώσει ο Θεός κάποιο κακό ή ότι θα τον τιμωρήσει για το αμάρτημά του. Αυτός ο λογισμός φέρνει πολύ μεγάλο κακό, χωρίς εμείς να το αντιλαμβανόμαστε.
Πολλές φορές αγανακτούμε και λέμε στον άλλο: «Δεν φοβάσαι τη δικαιοσύνη του Θεού, δεν φοβάσαι μη σε τιμωρήσει;». Άλλη φορά πάλι λέμε: «Ο Θεός δεν μπορεί θα σε τιμωρήσει γι’ αυτό που έκανες» ή «Θεέ μου, μην κάνεις κακό σ’ αυτόν τον άνθρωπο γι’ αυτό που μου έκανε» ή «Να μην πάθει αυτό το πράγμα ο τάδε».
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, έχομε βαθιά μέσα μας την επιθυμία να τιμωρηθεί ο άλλος. Αντί, όμως να ομολογήσομε το θυμό μας για το σφάλμα του, παρουσιάζομε με άλλον τρόπο την αγανάκτησή μας και, δήθεν, παρακαλούμε τον Θεό γι’ αυτόν. Έτσι, όμως, στην πραγματικότητα καταριόμαστε τον αδελφό.
Κι αν, αντί να προσευχόμαστε, λέμε, «να το βρεις απ’ τον Θεό, να σε πληρώσει ο Θεός για το κακό που μου έκανες», και τότε πάλι ευχόμαστε να τον τιμωρήσει ο Θεός. Ακόμη και όταν λέμε, «ας είναι βλέπει ο Θεός», η διάθεση της ψυχής μας ενεργεί κατά ένα μυστηριώδη τρόπο, επηρεάζει την ψυχή του συνανθρώπου μας και αυτός παθαίνει κακό.
Όταν κακομελετάμε, κάποια κακή δύναμη βγαίνει από μέσα μας και μεταδίδεται στον άλλο, όπως μεταφέρεται η φωνή με τα ηχητικά κύματα, και όντως ο άλλος παθαίνει κακό. Γίνεται κάτι σαν βασκανία, όταν ο άνθρωπος έχει για τους άλλους κακούς λογισμούς. Αυτό γίνεται απ’ τη δική μας αγανάκτηση. Εμείς μεταδίδομε μυστικώ τω τρόπω την κακία μας. Δεν προκαλεί ο Θεός το κακό αλλά η κακία των ανθρώπων. Δεν τιμωρεί ο Θεός, αλλά η δική μας κακή διάθεση μεταδίδεται στην ψυχή του άλλου μυστηριωδώς και κάνει το κακό. Ο Χριστός ποτέ δεν θέλει το κακό. Αντίθετα παραγγέλλει: «Ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς …».
Η βασκανία είναι πολύ άσχημο πράγμα. Είναι η κακή επίδραση που γίνεται όταν κανείς ζηλέψει κι ορεχθεί κάτι ή κάποιον. Θέλει μεγάλη προσοχή. Η ζήλια κάνει πολύ κακό στον άλλο. Αυτός που βασκαίνει δεν το βάζει καν στο νου του ότι κάνει κακό. Είδατε τι λέει και η Παλαιά Διαθήκη: «Βασκανία γαρ φαυλότητας αμαυροί τα καλά».
Όταν όμως ο άλλος είναι άνθρωπος του Θεού και εξομολογείται και μεταλαμβάνει και έχει πάνω του τον Σταυρό, δεν τον πιάνει τίποτα. Όλοι οι δαίμονες να πέσουν πάνω του δεν καταφέρνουν τίποτα.
Μέσα μας υπάρχει ένα μέρος της ψυχής που λέγεται «ηθικολόγος». Αυτός ο «ηθικολόγος» όταν βλέπει κάποιον να παρεκτρέπεται, επαναστατεί, ενώ πολλές φορές αυτός που κρίνει έχει κάνει την ίδια παρεκτροπή. Δεν τα βάζει όμως με τον εαυτό του αλλά με τον άλλο. Κι αυτό δεν το θέλει ο Θεός. … Λέμε παραδείγματος χάριν: «Έπρεπε να κάνεις αυτό· δεν το έκανες, να τι έπαθες!». Στην πραγματικότητα, επιθυμούμε να πάθει ο άλλος κακό. Όταν σκεπτόμαστε το κακό, τότε μπορεί πράγματι να συμβεί.
Κατά ένα μυστηριώδη και αφανή τρόπο μειώνομε στον άλλο τη δύναμη να πάει στο αγαθό, του κάνομε κακό. Μπορεί να γίνομε αιτία ν’ αρρωστήσει, να χάσει τη δουλειά του, την περιουσία του κ.λπ. Μ’ αυτό τον τρόπο δεν κάνομε κακό μόνο στον πλησίον μας αλλά και στον εαυτό μας, γιατί απομακρυνόμαστε απ’ την χάρι του Θεού. Και τότε προσευχόμεθα και δεν εισακουόμεθα. «Αιτούμεν και ου λαμβάνομεν». Γιατί; Το σκεφθήκαμε ποτέ αυτό; «Διότι κακώς αιτούμεθα». Πρέπει να βρούμε τρόπο να θεραπεύσομε την τάση που υπάρχει μέσα μας να αισθανόμαστε και να σκεπτόμαστε με κακία για τον άλλο.
Είναι δυνατόν να πει κάποιος, «έτσι που φέρεται ο τάδε θα τιμωρηθεί απ’ τον Θεό», και να νομίζει ότι το λέει χωρίς κακία. Είναι, όμως, πολύ λεπτό πράγμα να διακρίνει κανείς αν έχει ή δεν έχει κακία. Δεν φαίνεται καθαρά. Είναι πολύ μυστικό πράγμα τι κρύβει η ψυχή μας και πώς αυτό μπορεί να επιδράσει σε πρόσωπα και πράγματα.
Δεν συμβαίνει το ίδιο αν πούμε μετά φόβου ότι ο άλλος δεν ζει καλά και να προσευχόμαστε να τον βοηθήσει ο Θεός και να του δώσει μετάνοια· δηλαδή ούτε λέμε, ούτε κατά βάθος επιθυμούμε να τον τιμωρήσει ο Θεός γι’ αυτό που κάνει.
Τότε όχι μόνο δεν κάνομε στον πλησίον κακό, αλλά του κάνομε και καλό. Όταν εύχεται κανείς για τον πλησίον του, μια καλή δύναμη βγαίνει απ’ αυτόν και πηγαίνει στον αδελφό και τον θεραπεύει και τον δυναμώνει και τον ζωογονεί. Μυστήριο πως φεύγει από μας αυτή η δύναμη. Όμως πράγματι αυτός που έχει μέσα του το καλό στέλνει την καλή αυτή δύναμη στους άλλους μυστικά και απαλά. Στέλνει στον πλησίον του φως, που δημιουργεί έναν κύκλο προστασίας γύρω του και τον προφυλάσσει απ’ το κακό. Όταν έχομε για τον άλλο αγαθή διάθεση και προσευχόμαστε, θεραπεύομε τον αδελφό και τον βοηθάμε να πάει προς τον Θεό.
Υπάρχει μία ζωή αόρατη, η ζωή της ψυχής. Αυτή είναι πολύ ισχυρή και μπορεί να επιδράσει στον άλλον, έστω κι αν μας χωρίζουν χιλιόμετρα. Αυτό γίνεται και με την κατάρα, η οποία είναι δύναμη που ενεργεί το κακό. Αν, όμως, πάλι με αγάπη προσευχηθούμε για κάποιον, όση απόσταση κι αν μας χωρίζει, μεταδίδεται το καλό. Άρα και το καλό και το κακό δεν τα επηρεάζουν οι αποστάσεις. Μπορούμε να τα στείλομε σε αποστάσεις απέραντες.
… Ο θρούς της ψυχής μας φθάνει μυστηριωδώς κι επηρεάζει τον άλλον, έστω κι αν δεν εκφράσομε ούτε μια λέξη. Και χωρίς να μιλήσομε, μπορεί να μεταδώσομε το καλό ή το κακό, όση κι αν είναι η απόσταση που μας χωρίζει απ’ τον πλησίον. Αυτό που δεν εκφράζεται έχει συνήθως περισσότερη δύναμη απ’ τα λόγια.
Η κακή δύναμη δεν έχει φραγμούς, δεν εμποδίζεται ούτε από κλειδαριές ούτε από αποστάσεις. Η κακή δύναμη μπορεί και το αυτοκίνητο αν το γκρεμίσει χωρίς να υπάρχει καμιά βλάβη.
Καταλάβατε, λοιπόν πώς οι κακές μας σκέψεις, η κακή μας διάθεση επηρεάζουν τους άλλους; Γι’ αυτό πρέπει να βρούμε και τον τρόπο να καθαρίσομε το βάθος του εαυτού μας από κάθε κακία. Όταν η ψυχή μας είναι αγιασμένη, ακτινοβολεί το καλό. Στέλνομε τότε σιωπηλά την αγάπη μας χωρίς να λέμε λόγια.
Βέβαια αυτό στην αρχή είναι λίγο δύσκολο.
Πρώτα ήταν ανίκανος να κάνει το καλό, (ο απόστολος Παύλος) μετά που ήλθε ο Χριστός μέσα του έγινε ανίκανος να κάνει το κακό. Και φώναζε μάλιστα: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Το έλεγε, το κήρυττε με καύχηση, ότι «έχω τον Χριστό μέσα μου», ενώ πρωτύτερα έλεγε: «Ήθελα να κάνω το καλό, αλλά δεν μπορούσα».
Έτσι θ’ αποσπάσομε την χάρι του Θεού, θα καταστούμε ένθεοι. Άμα δοθούμε κατά κει, άμα δοθούμε στην αγάπη του Χριστού, τότε όλα θα μεταβληθούν, όλα θα μεταστοιχειωθούν, όλα θα μεταποιηθούν, όλα θα μετουσιωθούν. Ο θυμός η οργή, η ζήλεια, ο φθόνος, η αγανάκτηση, η κατάκριση, η αχαριστία, η μελαγχολία, η κατάθλιψη, όλα θα γίνουν αγάπη, χαρά, λαχτάρα, θείος έρως. Παράδεισος!
ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΘΑΔΔΑΙΟΣ.»Ἡ ἀγάπη εἶναι τό πιό δυνατό ὅπλο πού ὑπάρχει στόν κόσμο. Δέν ὑπάρχει δύναμη καί ὅπλο πού νά μπορεῖ νά νικήσει τήν ἀγάπη. Ὅλες οἱ ἀρνητικές δυνάμεις φθίνουν μπροστά στήν ἀγάπη.»



Η αγάπη είναι το πιο δυνατό όπλο πού υπάρχει στον κόσμο. Δεν υπάρχει δύναμη και όπλο πού να μπορεί να νικήσει την αγάπη. Όλες οι αρνητικές δυνάμεις φθίνουν μπροστά στην αγάπη.
Οι άγγελοι δεν αιχμαλωτίζονται όπως εμείς πού βρισκόμαστε σέ πτωτική κατάσταση λόγω των υλικών αγαθών. Λόγω των υλικών αγαθών και λόγω των ανθρώπων εμείς και τα πνεύματα πού έπεσαν εγκλωβιζόμαστε, φυλακιζόμαστε. Οι άγγελοι όμως δεν φυλακίζονται.
Τίποτε εδώ στη γη δεν αιχμαλωτίζει τούς αγγέλους και εκείνους τούς ανθρώπους πού ενώθηκαν με όλη την καρδιά τους και με όλη την ύπαρξη τους με τον Κύριο. Τίποτε δεν μπορεί να τούς φυλακίσει, επειδή η καρδιά τους είναι ελεύθερη. Τέτοιοι άνθρωποι είναι γεμάτοι από την ευλογία του Θεού, είναι ένα με τον Κύριο και διά μέσου του Κυρίου αγαπάνε τούς πάντες και τα πάντα. Οι άνθρωποι πού βρίσκονται σέ τέτοια κατάσταση αισθάνονται πώς όλοι γύρω τους είναι συγγενείς τους, αγαπημένοι τους. 
Πιστεύουν πώς όλοι γύρω τους είναι καλοί και όχι πονηροί. Όλους τούς αισθάνονται ως συγγενείς και το μόνο πού τούς ενοχλεί είναι η σκέψη πώς είναι δυνατό οι σκέψεις κάποιων ανθρώπων να είναι εναντίον της αγάπης. Τούς ενοχλεί πώς είναι δυνατό κάποιοι άνθρωποι να αντιστέκονται απέναντι στο καλό. Αυτό μόνο τούς μπερδεύει.
Ο Θεός είναι αγάπη, και όποιος έχει την καθαρή αγάπη του Χριστού έχει τον Θεό. Ο Κύριος θέλει και εμείς πού είμαστε τα παιδιά Του να έχουμε αυτό το θεϊκό χαρακτηριστικό. Ο Κύριος μας τα έδωσε όλα, αλλά εμείς με δυσκολία αποδεχόμαστε στη ζωή την αλήθεια πώς η αγάπη είναι τέλεια. Ό Κύριος μας βοηθάει να βρούμε τον δρόμο μας δίνοντας μας την ευλογία και την δύναμη Του. Μόλις το καταλάβουμε μπορούμε να πάμε μαζί Του παντού.
Ο στόχος της ζωής μας πρέπει να είναι η επιστροφή στην αγκαλιά του Θεού. Ο στόχος της ζωής μας πρέπει να είναι η απόκτηση της ευλογίας του Αγίου Πνεύματος, η επιθυμία να μας οδηγεί το Άγιο Πνεύμα! Έτσι θα επιστρέψουμε στην πρότερη κατάστασή μας. Θα ξαναποκτήσουμε την χαρά μας, την ηρεμία μας, την ησυχία μας, δεν θα έχουμε κακία μέσα μας και δεν θα υπάρχει κακία γύρω μας, επειδή οι σκέψεις μας θα είναι συνεχώς θετικές, καλές.
Το κακό δεν δημιουργήθηκε. Το κακό είναι η κακή χρήση του καλού από τα έλλογα όντα. Τα πνεύματα πού έπεσαν έχουν μόνον ένα κακό: τούς λογισμούς τους. Επειδή τα πνεύματα κάτω από τον ουρανό δεν έχουν σάρκα, για να αμαρτάνουν, αμαρτάνουν με τούς λογισμούς τους. Έτσι και εμείς οι άνθρωποι, πρώτα σφάλουμε με τις σκέψεις μας και στη συνέχεια κάνουμε σαρκικά σφάλματα και προκαλούμε το κακό!
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΘΑΔΔΑΙΟΥ ΒΙΤΟΒΝΙΤΣΑΣ
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

ΜΕΣΟΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ



«Ο Μεσσίας (= Χριστός), όταν η εορτή ήταν στο μέσο, στάθηκε ανάμεσα στους διδασκάλους του μωσαϊκού Νόμου και τους δίδασκε».

Την εορτή της Μεσοπεντηκοστής την εορτάζουμε για την τιμή των δύο μεγάλων εορτών, δηλαδή του Πάσχα και της Πεντηκοστής, επειδή αυτή και ενώνει και συνδέει τις δύο αυτές εορτές. Η εορτή της Μεσοπεντηκοστής θεσπίστηκε για τον εξής λόγο: Μετά το υπερφυές θαύμα που έκαμε ο Χριστός στο παράλυτο, οι Ιουδαίοι, σκανδαλισμένοι δήθεν για το Σαββάτου (διότι πράγματι, Σάββατο θεράπευσε ο Κύριος τον παράλυτο), Τον καταδίωκαν και ζητούσαν να τον σκοτώσουν. Για το λόγο αυτό ο Ιησούς έφυγε από τα Ιεροσόλυμα και πήγε στη Γαλιλαία, όπου και διέμενε στα όρη της περιοχής εκείνης με τους μαθητές Του. Εκεί έκανε το υπερφυές θαύμα του πολλαπλασιασμού των πέντε άρτων και των δύο ιχθύων, και έφαγαν και χόρτασαν πέντε χιλιάδες άνδρες, χωρίς να υπολογίζονται στον αριθμό αυτό γυναίκες και παι­διά. Μετέπειτα, κατά την εορτή της Σκηνοπηγίας (ήταν δε και αυτή μεγάλη εορτή των Ιουδαίων), ο Ιησούς ανέβηκε και πάλι στα Ιεροσόλυμα και περπατούσε στα κρυφά. Στο μέσο όμως της εορτής ανέβηκε στο Ναό και δίδασκε· και όλοι έμεναν έκπληκτοι από τη διδαχή Του. Αλλά, επειδή Τον φθονούσαν, έλεγαν: «Πώς αυτός ξέρει γράμματα, ενώ δεν έχει σπουδάσει;». Αλλά ο Ιησούς, όντας πράγματι νέος Αδάμ, όπως εκείνος ο πρώτος ήταν κατάμεστος από σοφία, έτσι και Αυτός, όντας επιπλέον και Θεός, ήταν παντογνώστης (που βέβαια ο πρώτος Αδάμ δεν ήταν). Γόγγυζαν λοιπόν όλοι κατά του Χριστού και επιδίωκαν να Τον σκοτώσουν οπωσδήποτε. Εκείνος δε, ελέγχοντάς τους ότι μάχονταν δήθεν υπέρ του Σαββάτου, είπε: «Γιατί ζητάτε να με σκοτώσετε;». Και στρέφοντας τη σκέψη των Ιουδαίων στο μωσαϊκό Νόμο, τους είπε επιπρόσθετα ότι δεν είχαν κανένα λόγο να θυμώνουν εναντίον του, επειδή θεράπευσε κατά την ημέρα του Σαββάτου τον παράλυτο, διότι και ο Μωυσής έχει νομοθετήσει ότι το Σάββατο μπορεί να καταλύεται, στη περίπτωση που πρόκειται για περιτομή, (όταν η όγδοη ημέρα από τη γέννηση του αρσενικού παιδιού, κατά την οποία έπρεπε αυτή να γίνει, συνέπιπτε με την ημέρα του Σαββάτου. Και συνεχίζοντας ο Κύριος, είπε: «Αν ένας άνθρωπος περιτέμνεται το Σάββατο, για να μην παραβιαστεί ο Νόμος του Μωυσή, εσείς θυμώνετε εναντίον μου, επειδή θεράπευσα έναν ολόκληρο άνθρωπο κατά την ημέρα του Σαββάτου;»). Και βέβαια ο Κύριος έκαμε διάλογο πολλή ώρα με τους Ιουδαίους περί του θέματος αυτού και τους τόνισε ότι Δοτήρας του Νόμου ήταν αυτός ο ίδιος και ότι ήταν ίσος προς τον Πατέρα. Και αυτό το τόνισε ιδιαίτερα κατά την τελευταία και πιο επίσημη ημέρα της εορτής (λέγοντας τους: «Εάν κανείς διψάει, ας έλθει σ’ εμένα και ας πιει»). Μετά ο Ιησούς τους είπε και πάρα πολλά άλλα, και ιδιαίτερα βαρυσήμαντα. Τότε εκείνοι πήραν στα χέρια τους πέτρες, για να τις ρίξουν καταπάνω Του, πλην όμως πέτρα δεν Τον άγγιξε ούτε κατ’ ελάχιστον. Και τούτο, διότι ο Ιησούς χάθηκε θαυματουργικά από τα μάτια τους και, περνώντας από ανάμεσά τους απαρατήρητος, έφυγε από το Ναό. Φεύγοντας δε από εκεί ο Κύριος και διαβαίνοντας από το μέσο της πόλεως, είδε κάποιον που είχε γεννηθεί τυφλός και τον θεράπευσε, κάνοντας τα μάτια του να βλέπουν.
Πρέπει δε να ξέρουμε ότι οι μέγιστες εορτές των Ιουδαίων είναι τρεις: Πρώτη είναι η εορτή του Πάσχα, η οποία τελείται κατά τον πρώτο μήνα, προς ανάμνηση της διάβασης της Ερυθράς θάλασσας. Δεύτερη είναι η Πεντηκοστή, η οποία θεσπίστηκε προς ανάμνηση της παραμονής τους στην έρημο επί πενήντα ημέρες, μετά τη διάβαση της Ερυθράς θάλασσας -πενήντα ημέρες, πράγματι, πέρασαν από τη διάβαση της Ερυθράς μέχρι που έλαβαν το μωσαϊκό Νόμο. (Συνολικά βέβαια στην έρημο έμειναν σαράντα χρόνια). Η εορτή αυτή γίνεται και προς τιμήν του αριθμού εφτά, ο οποίος θεωρείται από αυτούς ιερός. Τρίτη είναι η εορτή της Σκηνο­πηγίας, η οποία θεσπίστηκε προς ανάμνηση της σκηνής, την οποία ο Μωυσής κατασκεύασε και έστησε με αρχιτέκτονα τον Βεσελεήλ και έχοντας ως πρότυπο τη σκηνή που είδε (που του περιέγραψε ο Θεός) στη νεφέλη στο όρος Σινά.
Η εορτή αυτή διαρκεί εφτά ημέρες και, εκτός από τον παραπάνω λόγο, θεσπίστηκε και προς ανάμνηση της επί σαράντα χρόνια παραμονής των Εβραίων στην έρημο. Αλλά και με τη συγκομιδή των καρπών σχετίζεται η εορτή της Σκηνοπηγίας. Τότε, λοιπόν, ενώ τελούνταν η εορτή αυτή, στάθηκε όρθιος ο Χριστός και έκραξε με φωνή μεγάλη: «Εάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω». Εάν δηλαδή κάποιος αισθάνεται πόθο και δίψα, όχι για αγαθά υλικά και φθαρτά, αλλά για την εσωτερική γαλήνη και τη μακαριότητα της θείας ζωής, ας έρχεται προς έμενα διά της πίστεως και ας πίνει ελεύθερα. Πλησίον μου θα ικανοποιηθούν όλοι οι ευγενείς του πόθοι και θα βρει ανάπαυση η ψυχή του. Επειδή λοιπόν με τη διδασκαλία Του αυτή ο Χριστός απέδειξε ότι είναι Μεσσίας (δηλαδή χρισμένος από το Θεό Πατέρα βασιλέας και λυτρωτής), αφού έγινε μεσίτης και συμφιλιωτής των ανθρώπων και του αιώνιου Πατέρα Του, γι’ αυτήν ακριβώς την αιτία, εορτάζοντας την εορτή αυτή και ονομάζοντάς την Μεσοπεντηκοστή, ανυμνούμε και τον Μεσσία Χριστό, αλλά συνάμα δηλώνουμε και τη μεγάλη σημασία που έχει η εορτή αυτή ευρισκόμενη στο μέσο μεταξύ των δύο μεγάλων εορτών της Εκκλησίας μας, δηλαδή του Πάσχα και της Πεντηκοστής. Νομίζω δε ότι για το λόγο αυτό θεσπίστηκε να γίνεται μετά την εορτή αυτή η εορτή της Σαμαρείτιδας, διότι και σ’ εκείνη την εορτή γίνεται λόγος για το Μεσσία Χριστό και περί ύδατος και δίψας, όπως και κατά την παρούσα εορτή της Μεσοπεντηκοστής. Πέραν δε τούτου, κατά τον ευαγγελιστή Ιωάννη, ο διάλογος με τη Σαμαρείτιδα έγινε αρκετά πριν από τη θεραπεία του εκ γενετής τυφλού. Με το άπειρό Σου έλεος , Χριστέ ο Θεός , ελέησέ μας .Αμήν.


(Γ.Δ.Παπαδημητρόπουλου, «Με τους Αγίους μας»-συναξάρια Τριωδίου και Πεντηκοσταρίου.)

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

Άγιος Νικόλαος Αχρίδος ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ



Υπάρχει ένας ανάπηρος άνθρωπος γεμάτος αισιοδοξία, τον οποίο έχω δει με τα ίδια μου τα μάτια. Είναι ένας στρατιώτης που πληγώθηκε στον πόλεμο. Μια εχθρική σφαίρα διαπέρασε το σώμα του, τον πλήγωσε δίπλα στη μέση του. Με κάλεσε να τον επι¬σκεφθώ. Μπήκαμε μέσα στο μισοσκότεινο δωμάτιο. Σε μία μεγάλη καρέκλα, με πλάτη δίπλα στο παράθυρο, καθόταν ο γνωστός μου. Με κοίταξε και μου είπε: «Κάθομαι εδώ από το πρωί μέχρι το βράδυ και παρατηρώ τη ζωή από το παράθυρο. Από το πρωί μέχρι το βράδυ και καμιά φορά από το ένα πρωί ως το άλλο πρωί. Ξέρετε πως εάν ένας άνθρωπος βρεθεί μέσα σ' ένα άδειο πηγάδι και από κει παρατηρήσει μέρα μεσημέρι τον ουρανό, θα δει τα αστέρια του ουρανού; Και εγώ παρατηρώ μέσα από το μισοσκόταδό μου τους ανθρώπους και μου φαίνονται σαν αστέρια λαμπερά που φέγγουν, κινούνται κυκλικά και αδιάκοπα. Όσο συμμετείχα στον στρόβιλο της ζωής δεν ήξερα ότι η ζωή είναι τόσο ωραία και τόσο γλυκεία. Από τότε που έχασα τα πόδια μου, κέρδισα τα μάτια μου. Ναι βλέπω αυτή τη ζωή από τότε που κάθισα σ' αυτήν την καρέκλα. Η ζωή είναι ωραία και γεμάτη αρμονία.
Η αρρώστια δεν είναι μεγάλο κακό και ο θάνατος επίσης δεν είναι ούτε μεγάλο ούτε μικρό κακό. Δεν αισθάνομαι τα πόδια μου καθόλου. Δεν στηρίζουνε αυτά έμενα αλλά εγώ αυτά. Αλλά υπάρχει κάτι που στηρίζει εμένα όπως εγώ κρατώ τα παράλυτα πόδια μου. Αν δεν υπήρχε αυτό, θα ήμουν όλος παράλυτος. Αυτό που με κρατά είναι η εσωτερική ψυχική μου αισιοδοξία. Η ψυχή μου για καιρό ήταν παράλυτη. Η οπτική της ψυχής μου κυρίως ήταν παράλυτη, επειδή δεν μπορούσε να βλέπει την ομορφιά και το νόημα αυτής της ζωής.
Η ψυχή μου περιφερόταν στο σκοτάδι και της φαινόταν όλος ο κόσμος σκοτεινός. Η μοναδική της δραστηριότητα ήταν η υποταγή στο σώμα, η σκλαβιά στο σώμα. Το σώμα μου έσερνε την ψυχή πίσω του, όπως τραβά ο κυνηγός τον σκύλο του από το λουρί. Η ψυχή μου χοροπηδούσε, χόρευε στη σκόνη και στη λάσπη, ακολουθώντας το σώμα, υπακούοντας πάντα στην θέληση του σώματος.
Ήμουν υγιής αλλά δεν το αισθανόμουν. Είχα μάτια αλλά δεν έβλεπα. Οι ακτίνες του ηλίου, ενώ με άγγιζαν χαρούμενα, εγώ κατσούφιαζα και δεν τις έβλεπα. Τα αστέρια με έβλεπαν, αλλά εγώ τα απεχθανόμουν και τα φοβόμουν. Ήμουν σαν τυφλοπόντικας, που κάποιος με έβγαλε έξω στο φως και στον αέρα και μπερδεμένος τριγύριζα από δω και από κει. Τρέμοντας έσκαβα τη γη για να ξεφύγω από τον ήλιο και να χωθώ πάλι στο σκοτεινό χώμα της γης.
Δόξα τω Θεώ έγινε αυτός ο πόλεμος! Και δόξα τω Θεώ ο εχθρός με αυτόν τον τρόπο με έκανε παράλυτο! Αυτός ο εχθρός είναι για μένα ο μεγαλύτερος ευεργέτης. Έχασα τα πόδια αλλά κέρδισα την ψυχή. Πόσο μεγάλη είναι η σοφία του Θεού! Χρησιμοποιεί και τα πιο αυστηρά μέσα για το καλό μας. Εγώ έδωσα μόνο τα πόδια μου για την ψυχή. Πού να ξέρετε πόσο περισσότερο αξίζει η ψυχή από τα πόδια!
Από τότε που κάθομαι σ' αυτήν την καρέκλα και παρατηρώ τον κόσμο από το παράθυρο, τακτοποίησα τις σκέψεις μου και τα αισθήματα μου. Για πολύ καιρό μέσα στο κεφάλι μου και στην καρδιά μου επικρατούσε χάος. Ο άνθρωπος βρίσκει την αρμονία στην ζωή και στον κόσμο, μόνον όταν την βρει μέσα του. Αυτήν την εσωτερική αρμονία μόλις τώρα την βρήκα. Απομάκρυνα το χάος και τον φόβο από μέσα μου. Παλιά αισθανόμουν φόβο ακόμη και για ένα απλό συνάχι. Σήμερα υπάρχουν δίπλα μου δύο παράλυτα πόδια, που κάποτε ήταν βασικά μέλη του σώματος μου, και δεν φοβάμαι καθόλου. Μια ανατροπή συνέβη μέσα στην ψυχή. Τώρα που έγινα πιο άσχημος, ο κό¬σμος μου φαίνεται πιο όμορφος. Όταν με συμπονά όλος ο κόσμος, τότε αρχίζω να λυπάμαι όλο τον κόσμο».
Έτσι μου μίλησε ο παράλυτος άνθρωπος. Πόσοι από σας δεν θα έλεγαν: Εγώ στη θέση του θα αυτοκτονούσα. Ο αριθμός των αυτοκτονιών στην εποχή μας αυξάνει ανησυχητικά και για λόγους λιγότερο σοβαρούς από ό,τι είναι δύο παράλυτα πόδια. Η αγωγή και η διαπαιδαγώγηση παίζει σημαντικό ρόλο στο θέμα αυτό. Ο άνθρωπος διαπαιδαγωγείται ή για να γίνει αισιόδοξος ή για να γίνει αυτόχειρας. Η γενιά μας έχει διαπαιδαγωγηθεί για το δεύτερο. Οι γονείς είναι οι πρώτοι που προετοιμάζουν τους αυτόχειρες.
Η μάνα για παράδειγμα ψιθυρίζει κάθε πρωί στον γιό της: «ο κόσμος αυτός είναι κακός». «Οι άνθρωποι, συνεχίζει η μάνα, είναι εγωιστές, φθονεροί και ψεύτες». «Απόφευγε τους ανθρώπους, γιέ μου». «Να κοιτάς μόνο τον εαυτό σου». Μετά τη μάνα ο πατέρας επαναλαμβάνει στο γιό: «Τι κακός καιρός για το χωράφι». «Πόσο άσχημη είναι η φύση». «Πόσο αηδιαστικά είναι τα ανθρώπινα έργα». «Πόσο βαρετός είναι ο ήλιος». «Πόσο θλιβερή είναι η ζωή». Ο πατέρας και η μάνα επαναλαμβάνουν στο γιό τους συχνά τα τρελλά λόγια ενός απαισιόδοξου ποιητή: «Αδελφέ μου, στον κόσμο δεν υπάρχει αγάπη».
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη καταδίκη αυτού του κόσμου από αυτήν. Ο κόσμος επιβιώνει λόγω της αγάπης. Αν πει κανείς πως στον κόσμο δεν υπάρχει αγάπη, αυτό είναι η πιο φρικτή και ψευδής καταδίκη του κόσμου. Με την παραπάνω φράση του αποτυχημένου και απαισιόδοξου ποιητή διαπαιδαγωγείται ολόκληρη η γενιά μας. Θα βρείτε εκατοντάδες νέους και ηλικιωμένους που δεν ξέρουν το «Πάτερ ημών» και δεν διαβάζουν το Ευαγγέλιο, αλλά δεν θα βρείτε ούτε μερικές δεκάδες ανθρώπων, που δεν επαναλαμβάνουν καθημερινά: Αδελφέ μου, σ' αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχει αγάπη. Όποιος όμως επαναλαμβάνει αυτά τα λόγια, δεν σκέφτεται πως υπάρχει σ' αυτόν τον κόσμο το χαμόγελο και η χαρά. Ακόμη και οι δάσκαλοι και οι καθηγητές συνεχίζουν να υποτιμούν τους μαθητές κρατώντας τους επίτηδες σε μια μεγάλη απόσταση απ’ αυτούς. Με μία λέξη σερνόμαστε και δεν προχωράμε. Μελαγχολικοί, χλωμοί, συντετριμμένοι άνθρωποι περπατούν. Η χαρά μας είναι μισή λύπη. Το χαμόγελο μας δεν μοιάζει με το χρυσαφένιο φως του ηλίου, αλλά με το χλωμό, μελαγχολικό φως του φεγγαριού. Οι πολλοί είναι συνηθισμένοι στην κλειστή ζωή του δωματίου. Η διασκέδασή μας φθάνει στα όρια της αμαρτίας. Εξαιτίας της αγωγής και της διαπαιδαγώγησής μας, ολόκληρη η χώρα μας είναι «παράλυτη». Σ' αυτό οφείλεται η απαισιοδοξία μας, η μελαγχολία και η θλίψη μας, η έλλειψη χαράς. Το μεγαλύτερο μέρος της μελαγχολίας μας προέρχεται από τις εσωτερικές συνθήκες που επικρατούν στα σχολεία, στην εκκλησία, στην οικογενειακή και στη δημόσια ζωή. Σπάνιο να βρει κανείς ένα παράλυτο που να είναι αισιόδοξος.
Πολλοί νομίζουν ότι έτσι απλά κάποιος είναι αισιόδοξος και κάποιος απαισιόδοξος. Δεν είναι όμως έτσι. Αισιοδοξία σημαίνει ευτυχία, ενώ απαισιοδοξία σημαίνει δυστυχία. Μεγαλύτερη ευτυχία για έναν άνθρωπο δεν είναι η υγεία, ο πλούτος, οι φίλοι και η δόξα. Η μεγαλύτερη ευτυχία για έναν άνθρωπο είναι να έχει αισιοδοξία. Ούτε μεγαλύτερη δυστυχία για έναν άνθρωπο είναι η αρρώστια, η φτώχεια, η μοναξιά, η εγκατάλειψη, η αδικία, η οποιαδήποτε δυσκολία και απώλεια. Η μεγαλύτερη δυστυχία για έναν άνθρωπο είναι να είναι απαισιόδοξος, γιατί ενώ η αισιοδοξία αποτελεί ύμνο της ζωής, η απαισιοδοξία αποτελεί ύμνο στον θάνατο.
Οι άνθρωποι δεν μπορούν με τίποτε να συνηθίσουν να παρατηρούν τα πάντα από την οπτική της αιωνιότητος. Όλα όσα παράγει αυτός ο κόσμος, τα παράγει για την αιωνιότητα. Η αγάπη μας και η φιλία μας είναι αξεπέραστες στον χρόνο, όπως και ο κόσμος. Τα μάτια μας κάνουν λάθος όταν μας λένε πως όλα περνάνε, όπως μας εξαπατούν για την κίνηση του ηλίου. Υπάρχει ένα περιβάλλον πνευματικό όπου όλα ζουν και κινούνται. Αυτό το περιβάλλον είναι σταθερό και ακίνητο. Όλα όσα έζησαν στη γη, ζουν και σήμερα σ' αυτό το πνευματικό περιβάλλον. Όλα όσα ζουν σήμερα, θα ζουν αιώνια σ' αυτόν τον πνευματικό τόπο. Η αγάπη και η φιλία δεν χάνονται με τον θάνατο, αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν σε μια πολύ πιο καθαρή και έξοχη μορφή στον άλλο κόσμο.
Ανάμεσα στον άλλο κόσμο και σ' αυτόν που ζούμε υπάρχουν σύνορα εξαιτίας της μυωπίας μας, και δεν βλέπουμε την συνέχεια, την προέκταση αυτής της ζωής μετά τον θάνατο. Και δεν μπορούμε να δούμε με πνευματικά μάτια το «τώρα».
Όλοι εμείς υφαίνουμε το υφαντό της ιστορίας, αδέλφια μου. Είμαστε υφαντές της ιστορίας αλλά υπάρχει και ένας μεγαλύτερος από μας Υφαντής. Όλες οι ήμερες που συναποτελούν το παρελθόν, από μόνες τους δεν θα σήμαιναν τίποτε, αν δεν αποτελούσαν και αυτές μέρος ενός υφαντού που είναι η ζωή μας. Ο χρόνος όλων των ανθρώπων στον κόσμο από μόνος του δεν θα ήταν τίποτε, αν δεν είχε σαν στόχο του και περιεχόμενό του την δημιουργία μιας παγκόσμιας σύνθεσης, ενός παγκοσμίου εργόχειρου υφαντού. Κάθε έργο μας μέχρι αυτήν την στιγμή, κάθε λέξη και κάθε συναίσθημα διατηρείται και δεν χάνεται ως μέρος της προσωπικής μας σύνθεσης. Όλος ο ηρωισμός μας και όλη η φαυλότητα μας στέκονται ακίνητα στην ύφανση του παρελθόντος μας.
Εμείς οι άνθρωποι δεν αποτελούμε θεματοφύλακες της ιστορίας μας, είμαστε μόνο οι υφαντές της. Το παρελθόν διαφυλάσσεται από Εκείνον που δεν λησμονεί τίποτε. Τα κλειδιά του παρελθόντος κρατά ο Ύψιστος Υφαντής, που προσεκτικά άγρυπνα πάνω από κάθε νήμα που πλέκεται στο εργόχειρο Του. Αναλογιστείτε φίλοι μου, ποια είναι η συμβολή σας στο τεράστιο αυτό υφαντό του Θεού; Ο λόγος του Θεού είναι λόγος της αισιοδοξίας.
Η αισιοδοξία αποτελεί το φωτοστέφανο της χριστιανικής φιλοσοφίας και της χριστιανικής ιστορίας. Αισιόδοξος ήταν ο Θεμελιωτής του Χριστιανισμού, ο πιο Αισιόδοξος από όλους τους αισιόδοξους στον κόσμο. Παρέμενε αισιόδοξος και όταν εγκαταλελειμένος από όλους προσευχόταν μόνος στον Θεό, εκείνη την μοιραία νύχτα πριν αρχίσει η τραγωδία. Και τότε που τον σύρανε από τον Ηρώδη στον Πιλάτο χλευάζοντάς τον. Και τότε που Του έβαλαν αγκάθινο στεφάνι, που Του έσχιζε το θεϊκό Του κεφάλι, και τότε όταν υπό το βάρος του Σταυρού έβγαινε έξω από τα Ιεροσόλυμα, που Τον αποχαιρετούσαν με γέλια, με κατάρες και με τον ήχο των αδύναμων δακρύων των γυναικών. Και τέλος όταν το ποτήρι της πίκρας ξεχείλισε και εισήλθε στην ιστορία η λέξη Γολγοθάς, πάλι παρέμεινε αισιόδοξος.
Αισιόδοξοι ήταν και οι Χριστιανοί μάρτυρες. Αφού οι μάρτυρες και οι μεγαλομάρτυρες ήταν αισιόδοξοι, πως εμείς να είμαστε απαισιόδοξοι; Αισιόδοξοι ήσαν όσοι στις ρωμαϊκές αγορές πάλαιψαν με άγρια θηρία, για να διασκεδάσει ο Καίσαρας. Αισιόδοξοι ήσαν όσοι καίγονταν στην πίσσα στις πλατείες για την ψυχαγωγία του Καίσαρα και των γυναικών του. Αισιόδοξοι ήσαν όσοι γύριζαν δεμένοι στον τροχό και όσοι θάφτηκαν ζωντανοί στην γη. Αισιόδοξοι ήσαν εκείνοι που δεν γνώρισαν την ισότητα ούτε την ελευθερία του τύπου. Πώς λοιπόν εμείς να γινόμαστε απαισιόδοξοι; Γιατί να γινόμαστε απαισιόδοξοι; Οι μάρτυρες του Χριστιανισμού όταν καίγονταν στη φωτιά φώναζαν: Εμείς και πάλι πιστεύουμε. Αυτοί και όταν τους έσχιζαν τα θηρία ψιθύριζαν: Εμείς πάλι ελπίζουμε. Πάνω στον σταυρό, κλαίγοντας με λυγμούς έλεγαν: Εμείς και τώρα σας αγαπάμε. Εμείς αγαπούμε την μαρτυρική ζωή μας και προσδοκούμε μια καλύτερη ζωή. Πιστεύουμε στον Ένα και Παντοδύναμο Θεό που κυβερνά τον ήλιο και μετρά όλους τους πόνους μας και όλες τις αδικίες των βασανιστών μας.
Αυτούς τους ανθρώπους που τους κλώτσησαν σαν άχρηστες πέτρες, τους πήρε ο Θεός, ο Κτίστης των πάντων, να αποτελέσουν το θεμέλιο της εκκλησίας Του. Η εκκλησία Του αποτελεί το μεγαλύτερο οικοδόμημα αισιοδοξίας που κτίστηκε στη γη. Η αισιοδοξία του Χριστιανισμού δεν αποτελεί μία απλή πνευματική θεωρία, γιατί είναι δοκιμασμένη και τεκμηριωμένη.
«Δεν θα μπορούσα να αποκαλέσω τον εαυτό μου Χριστιανό, εάν δεν ήμουν αισιόδοξος. Και αν αποκαλούσα τον εαυτό μου Χριστιανό και δεν ήμουν αισιόδοξος, δεν θα ήμουν ειλικρινής Χριστιανός. Και όλοι εσείς ματαίως αποκαλείσθε Χριστιανοί, εάν δεν είσθε αισιόδοξοι. Ο Χριστιανισμός αποτελεί το μέγιστο κάστρο αισιοδοξίας. Ο Χριστιανισμός θεμελιώνεται στην πίστη, την ελπίδα και την αγάπη. Γιατί αυτά τα τρία μόνο σώζουν: η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη.
Η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη συναποτελούν την αισιοδοξία. Μόνον η αισιοδοξία μάς σώζει. Αν δεν έχουμε αισιοδοξία, δεν έχουμε πίστη. Χωρίς πίστη είμαστε σαν τα ζώα που σήμερα το πρωί σφαγιάστηκαν στο σφαγείο. Χωρίς την αισιοδοξία, όλοι μας είμαστε ανάπηροι. Μεγαλύτερη αναπηρία έχει ο άνθρωπος χωρίς αισιοδοξία παρά ο άνθρωπος χωρίς πόδια. Ο Θεός εν σοφία τα πάντα έκτισε. Στο πρόσωπο του αισιόδοξου καθημερινά πέφτουν οι ακτίνες του ηλίου, του ζεσταίνουν και του φωτίζουν την ψυχή, ενώ το πρόσωπο του απαισιόδοξου μένει χωρίς τον ήλιο, με αποτέλεσμα η ψυχή του να είναι κρύα και σκοτεινή. Ο πρώτος καθημερινά βλέπει τα λουλούδια, ενώ ο δεύτερος τον σκουπιδότοπο. Δεν μπορεί να υπάρξει καμμιά δημιουργία χωρίς αισιοδοξία.
Αδελφοί μου, ας είμαστε αισιόδοξοι. Ας ατενίσουμε τον κόσμο μας την ημέρα, ας δούμε ψηλά στον ουρανό την νύχτα και ας έχουμε πίστη στον Θεό. Υπάρχει ο Δημιουργός, ο Πλάστης του κόσμου και Πατέρας μας. Η σκέψη αυτή, ας είναι η βάση της αισιοδοξίας μας. Κάθε σπόρος αφού σαπίσει, τότε βλαστάνει και γίνεται λουλούδι. Με τον θάνατο εμείς σαπίζουμε για να βλαστήσουμε στην άλλη ζωή. Επειδή είμαστε παιδιά ενός αθάνατου Πατέρα, γι' αυτό είμαστε και εμείς οι ίδιοι αθάνατοι. Τι είδους Πατέρας θα ήταν αυτός που δεν θα δημιουργούσε παιδιά όμοια μ' Αυτόν; Ποιος Πατέρας θα ζούσε δισεκατομμύρια χρόνια και θα είχε γιους των οποίων η ζωή δεν διαρκεί ούτε εκατό χρόνια; Ας είμαστε αισιόδοξοι επειδή κανείς δίκαιος δεν θα πάει στην κόλαση και ούτε ένας μη μετανοιωμένος αμαρτωλός στον παράδεισο. Ο άνθρωπος όμως για να κατορθώσει να εισέλθει στον παράδεισο, πρέπει πρώτα ο παράδεισος να εισέλθει μέσα του. Στην κόλαση οδηγείται αυτός που η κόλαση υπάρχει ήδη μέσα στην ψυχή του. Ο παράδεισος είναι αθάνατη χαρά και θεϊκή ανύψωση. Η κόλαση είναι αιώνια λύπη και η γεμάτη ένοχες και τύψεις συνείδηση. Η τιμωρία των αμαρτωλών και η ανταμοιβή των Δικαίων είναι οι υψηλότεροι μαθηματικοί νόμοι της οικουμένης.
Ας είμαστε αισιόδοξοι, ακόμη και όταν ζημιωνόμαστε, γιατί η ζημιά μας δεν είναι ποτέ άστοχη και χωρίς λόγο. Τα βάσανά μας είναι σημαντικός παράγοντας στην συνολική πορεία ζωής της ανθρωπότητος. Τα βάσανά μας είναι μισθός με τον οποίο πληρώνουμε εισιτήριο για να εισέλθουμε στον τόπο τον οποίο φωτίζει ο Θεός με πολλούς ήλιους.
Εγώ προσωπικά τρεις φορές στη ζωή μου έφθασα κοντά στον θάνατο και μπορώ να σας εξομολογηθώ και να σας δώσω την μαρτυρία πως τα όσα πέρασα δεν ήταν ούτε φοβερά ούτε ανυπόφορα. Θυμάμαι εκείνες τις στιγμές με χαρά, επειδή αυτά τα τρία γεγονότα ομορφαίνουν τη ζωή μου και σήμερα, και κάνουν την ψυχή μου πιο δυνατή. Ας είμαστε αισιόδοξοι και όταν μεγαλώνουμε σε ηλικία, όπως όταν ήμασταν νέοι. Κάθε ηλικία έχει το μεγαλείο της και την ομορφιά της.
Ας είμαστε αισιόδοξοι ως Χριστιανοί, γιατί στην πίστη μας βρήκαν παρηγοριά και οι πιο απελπισμένοι. Ας αισιοδοξούμε όλοι μας και ως λαός. Δεν μας ξέχασε αυτός που δημιουργεί την Ιστορία. Ο ρόλος μας στην Ιστορία είναι σημαντικός και εξελίσσεται σε ακόμη πιο σημαντικό. Όταν παλεύουμε για την ελευθερία, αγωνιζόμαστε για κάτι θεϊκό, γιατί ο Θεός είναι Πατέρας των ελεύθερων και όχι των υποδουλωμένων ψυχών και σωμάτων. Ας σκεφτόμαστε αισιόδοξα, επειδή μόνον η αισιόδοξη σκέψη φθάνει μέχρι τον Θεό. Ας είμαστε αισιόδοξοι και με τα συναισθήματά μας, γιατί η αισιοδοξία είναι το φάρμακο της λύπης και η πηγή της αληθινής και αιώνιας χαράς.
Ας είμαστε αισιόδοξοι και με τα έργα μας, επειδή τα καλά έργα μας συνυφαίνονται με τα έργα του Θεού, και διατηρούνται αιώνια όπως και τα έργα του Θεού. Ας είμαστε αισιόδοξοι γιατί και η ίδια η ζωή είναι αισιόδοξη και εμείς οι άνθρωποι είμαστε η πιο υψηλή έκφραση της ζωής.
Το να είναι κανείς αισιόδοξος σημαίνει να ζει και να εκτιμά δίκαια το δώρο της ζωής».

Αγίου Νικολάου (Βελιμίροβιτς) Επισκόπου Αχρίδος
Πηγή: "ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΙ ΟΤΙ ΚΑΙ ΑΝ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ"
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"

"ΕΝΑΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΝΑ"





Γιορτάζουμε  αυτήν την Κυριακή την εορτή της μάνας. Την τιμά η Ορθόδοξη Εκκλησία μας κατά την εορτή της Υπαπαντής.

Γιορτάζουμε όμως τη μάνα καθημερινά. Αναφέρουμε το όνομά της σε κάθε στιγμή της ζωής μας, γιατί δεν υπάρχει πιο θαυμάσιο πρόσωπο από το πρόσωπο της μητέρας.
«Τι μητρός θαυμασιώτερο;», θα γράψει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.
Για την μάνα μίλησε ο Χριστός και μέσα στην ανέκφραστη οδύνη του, την παρέδωσε στο μαθητή Του, ως το πιο πολύτιμο κειμήλιο : «Γύναι, ιδού ο Υιός σου» και στο μαθητή Του :«Ιδού η μήτηρ σου».
Το πρόσωπο της μάνας το εγκωμιάζουν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Άλλωστε, πίσω από μεγάλες μορφές, κρύβεται το πελώριο ανάστημα κάποιας μάνας.
Γι’ αυτές θα πει χαρακτηριστικά ο ειδωλολάτρης Λιβάνιος : «αλοίμονό μας, αν οι χριστιανοί έχουν τέτοιες μανάδες!».
Και ο Κωνσταντίνος Καλλίνικος, ο φωτισμένος αυτός Κληρικός, θα συμπληρώσει «Όλοι οι μεγαλοφυείς και πελώριοι άνδρες είναι δικά σας γεννήματα.
Από την αφανή εστία, παρά την οποία μυσταγωγείτε, διευθύνετε κατά βούληση τον ρου της ιστορίας. Είστε βασίλισσες του λίκνου μας και των καρδιών μας».
Την μάνα, κατά το Μέγα Βασίλειο, δεν την κάνει η γέννηση, αλλά η καλή ανατροφή. Γνώρισμά της, δεν είναι το ότι μόνο φέρει παιδιά στον κόσμο, αλλά η ηθική ανατροφή των παιδιών. «Η μητέρα», συνεχίζει ο Μέγας Βασίλειος, «είναι φρουρός των παιδιών».
Χρησιμοποιεί ως πρώτο μέσο προστασίας το καλό παράδειγμά της, τον τρόπο ζωής τον δικό της, καθώς και ολόκληρης της οικογένειάς της.
Οπλίζει τα παιδιά με την μάχαιρα του πνεύματος.
Γι’ αυτό και όταν η μητέρα του φεύγει από τον κόσμο αυτό αισθάνεται την ανάγκη να
επικοινωνήσει με τον επιστήθιο φίλο του, τον Άγιο Ευσέβιο Επίσκοπο Σαμοσάτων, και να του φανερώσει τον πόνο του γράφοντας τα εξής : «Τώρα, λοιπόν, ακόμη και εκείνη που ήταν η μόνη παρηγοριά στην ζωή μου, η μητέρα μου, και αυτήν την στερήθηκα εξαιτίας των αμαρτιών μου. Και να μην γελάσεις εις βάρος μου, επειδή κλαίω για την ορφανιά μου σε αυτήν την ηλικία, αλλά να με συγχωρήσεις που δεν μπορώ να υποφέρω το χωρισμό μιας ψυχής, προς την οποία δεν βλέπω τίποτα να μπορεί να συγκριθεί από αυτά που μου μένουν σε αυτόν τον κόσμο».
Γεμάτος θαυμασμό και στην ίδια συχνότητα με το Μέγα Βασίλειο και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος θα γράψει πως στη ζωή μας, δεν θα συναντήσουμε άλλη στοργή και αγάπη τρυφερότερη και θερμότερη, βαθύτερη και αφιλοκερδή από την αγάπη της πονετικής και φιλόστοργης μάνας.
Γι’ αυτό, γεμάτος θαυμασμό, θα αναφωνήσει: «Μήτερ γλυκερή, και φίλτρον αμεμφές!» - «Μάνα γλυκειά, και αγάπη άδολη!».
Την μάνα επαινεί η χρυσή αηδόνα της Εκκλησίας, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Γι’ αυτό και θα την επαινέσει στις περίφημες ομιλίες του :
«Η μητέρα, όταν βλέπει το παιδί της να έχει πυρετό, αφού καθήσει κοντά του, όταν κατέχεται από τον πυρετό και καίγεται, πολλές φορές λέει με κλάματα στο άρρωστο παιδί : «Μακάρι, παιδί μου, να μπορούσα να είχα εγώ το δικό σου πυρετό και να καίγομαι εγώ αντί για σένα».
Και σε μια άλλη ομιλία του γράφει : «Και όσο ξύλο κι αν φάει από την μητέρα του το παιδί, αυτήν επιζητεί και από όλους αυτήν προτιμά. Κι αν ακόμη του δείξεις μια βασίλισσα με το στέμμα της, δεν την προτιμάει από την μητέρα του, που φοράει ρούχα κουρελιασμένα, αλλά θα προτιμούσε περισσότερο να ιδεί εκείνη με τα κουρέλια της, παρά τη βασίλισσα με τα στολίδια της. Γιατί το δικό του και το ξένο γνωρίζει να το διακρίνει, όχι με βάση τη φτώχεια και τον πλούτο, αλλά με βάση την αγάπη».
Ακόμη και μέσα από τις δοκιμασίες, οι Άγιοι αισθάνονταν την ανάγκη να επικοινωνήσουν με τη μητέρα τους, ακόμη κι αν βρίσκονταν πάρα πολύ μακριά.
Αισθανόντουσαν θλίψη, αν κάτι συνέβαινε στο πρόσωπο αυτό. Ένα τέτοιο παράδειγμα το βλέπουμε στον πολύπαθο Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη.
Όταν πληροφορείται την ασθένεια της μητέρας του γράφει προς αυτήν τα εξής συγκινητικά :
«Αν ήταν δυνατόν να μεταφέρονται δάκρυα μέσα στα γράμματα, θα πλημμύριζα αυτήν την επιστολή μου, και θα σου την έστελνα αυτές τις ημέρες. Γιατί, ειλικρινά, δεν αντέχω να ακούω τα νέα σου, και δεν εννοώ μόνο όσα μιλούν για θάνατο, αλλά και για αρρώστιες θανατηφόρες… Πώς να προχωρήσω και να ολοκληρώσω την επιστολή μου χωρίς δάκρυα; Άραγε, απέμεινε και αυτό για τη δύστυχη ζωή μου, να πληροφορηθώ και το θάνατό σου; Να θρηνήσω πάνω στο λείψανό σου; Να γράψω στίχους βλέποντας τον τάφο σου; … Και πώς υποφέρονται όλα αυτά; Εύχομαι να μη μου συμβούν».
Κι όταν η μητέρα του φεύγει από τον κόσμο αυτό, εκείνος στον επιτάφιο λόγο του αναφέρει πάρα πολύ συγκινητικά τα εξής:
 «Αλλά, σεβαστή και πολυπόθητη μητέρα μου (γιατί τώρα στρέφομαι σε σένα, το γλυκό για μένα πράγμα και όνομα, το ποθητό και αγαπημένο μου θέαμα, την μητέρα και το [πνευματικό μου] παιδί, μάλλον δε αυτή που με γέννησε δυο φορές, την διπλή μητέρα μου) που μας άφησες; Πού πήγες; Πού βρίσκεσαι; Πού και σε ποιους τόπους κατασκηνώνεις; Σε ποιες επαύλεις συχνάζεις; Ποιους σπουδαίους βλέπεις; Διότι τον άρχοντα τον άρχοντα του αιώνος αυτού (τον διάβολο) ξέρω καλά ότι με τις καλές σου πράξεις τον υπερνίκησες και βρίσκεσαι εκεί όπου βρίσκεται η κατοικία όλων Αγίων που χαίρονται, εκεί που υπάρχει μουσική και χορωδία αυτών που γιορτάζουν και ευφραίνονται … Μη λησμονήσεις, λοιπόν, εμάς τα ταπεινά σου τέκνα. Μη, σε παρακαλώ. Μη, σε ικετεύω, μη λησμονήσεις το μικρό και το μεγάλο σου ποίμνιο,…».
Ασυγκίνητος μπροστά στο πρόσωπο της μάνας, δεν μένει κανείς. Ούτε τύραννοι, ούτε αυτοκράτορες, ούτε Επίσκοποι, ούτε Κληρικοί, ούτε και απλοί μοναχοί.
Μέχρι και αυτός, ο περίφημος ασκητής Άγιος Συμεών, ο δια Χριστόν σαλός, που δεν κράτησε τίποτα για τον εαυτό του και έγινε θέατρο εις τους ανθρώπους, όταν πληροφορείται την έξοδο της μητέρας του από αυτή τη ζωή, απηύθυνε την εξής χαρακτηριστική προσευχή :
«Ο Θεός, ο την θυσίαν του Αβραάμ δεξάμενος, ο την ολοκαύτωσιν Ιεφθάε επιβλέψας, ο τα δώρα του Άβελ μη βδελυξάμενος, ο διά τον Σαμουήλ τον παίδα σου την Άννα προφήτιδα αναδείξας, αυτός, Κύριέ μου, Κύριε, δι’εμέ τον δούλο σου πρόσδεξαι την ψυχήν της καλής μου μητρός. Μνήσθητι, ο Θεός, των κόπων αυτής και των μόχθων ων εις εμέ εκοπίασεν. Μνήσθητι, Κύριε, των δακρύων αυτής και των στεναγμών, ων εξέχεεν, ότε προς σε εξ’αυτής έφυγα… Μη επιλάθη, Δέσποτα, ότι ουδέ προς ώραν χωρισθήναι μου ηδύνατο και εχωρίσθη μου όλον τον χρόνον… Μη επιλάθη, δίκαιε, των διασπαραγμών των σπλάχνων αυτής, ων έσχεν τη ημέρα ότε προς σε κατέφυγα. Γινώσκεις, Κύριε, πόση αϋπνίαν εκτήσατο κατά πάσαν νύκτα μνημονεύουσα της εμής νεότητος εξότε αυτήν εγκατέλιπον. Συ οίδας, Δέσποτα, πόσας νύκτας εποίησεν άϋπνος, ζητούσα το συγκοιμώμενον αυτή πρόβατον… Μνημόνευσον, Δέσποτα, ότι την εαυτής παραμυθίαν και χαράν και αγαλλίασιν υστέρησα αυτήν, ίνα σοι τω εμώ και αυτής Θεώ και Δεσπότη των απάντων δουλεύσω. Δος αυτή αγγέλους διασώζοντας αυτής την ψυχήν εκ των πνευμάτων…».


Πότε γιορτάζει η μάνα; Σ’ αυτόν τον προβληματισμό μας απαντά με ένα θαυμάσιο ποίημα η Ναυσικά Κασιμάτη: Ρωτώ στους δρόμους τους ανίδεους διαβάτες:
-Παρακαλώ . . για πείτε μου,
πότε γιορτάζουν οι μάνες;
Μου δείχνουν τους τοίχους, που γεμίσανε αφίσες :
"Μια Κυριακή του Μάη. . .η γιορτή της μάνας . . ."
Και τότες,
περνούν από μπροστά μου
μαντηλοδεμένα
-αναρίθμητο πλήθος-
τα σφιγμένα πρόσωπα
των μανάδων. . .
Ε...σεις...,για πείτε μου,
ξαναρωτώ με απελπισία,
πότε και πώς γιορτάζουν οι μάνες;
Μ' ένα πανέρι, τάχα, μοσχομπίζελα
ή μια ορχιδέα σε διάφανο κουτί;
Και κάποιος πλάι μου
κουνάει το κεφάλι
με περίσκεψη.
- Σαν βγάλουνε φτερούγες τα αετόπουλα,
κυρά μου,
π' ολοένα μακραίνουν και δυναμώνουν...
Κάποια στιγμή τις απλώνουν..
ζυγιάζονται...
κι ορμούν για τον Ήλιο...
Τότε μόνο γιορτάζουν οι μάνες!
Έτσι μόνο γιορτάζουν οι μάνες!
Η μάνα είναι το κρύο νερό που στο ποτήρι δεν μπαίνει!
Όποιος την έχει, ας την χαίρεται κι ας την προσέχει ως κόρην οφθαλμού!
Όποιος την έχασε, ας έχει την ευχή της απ’ τον ουρανό!