Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ 2015





Η
 πραγματική κρίση, ίσως να είναι ότι χάσαμε τα Χριστούγεννα! Τόσο πολύ ο Θεός αγάπησε τον κόσμο, όπου έδωσε τον Υιό Του τον Μονογενή, ώστε, πιστεύοντας σε Αυτόν, να μην χαθεί κανείς άνθρωπος αλλά να έχει ζωή αιώνια (Ιωάννης ο Ευαγγελιστής). Αυτό είναι το νόημα των Χριστουγέννων, κατά τον Μέγα Αθανάσιο: «Ο Θεός έγινε άνθρωπος· για να γίνει ο άνθρωπος θεός κατά Χάριν». Ο Θεός έγινε άνθρωπος (χωρίς να παύσει να είναι Θεός), για να συναντήσει τον άνθρωπο. Για να δώσει προοπτική και προορισμό ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, στα αδιέξοδα της ζωής του ανθρώπου.

Φέτος, λοιπόν, τα Χριστούγεννα για να είναι αληθινά· να αγαπήσουμε τον Χριστό και κατ’ επέκταση τον συνάνθρωπο, η καρδιά μας με ταπείνωση, να γίνει ως "άλλη φάτνη" για να Γεννηθεί εκεί το Θείο Βρέφος ώστε να φωτίσει το πνευματικό μας σκοτάδι. Και, να μας αξιώσει ο νηπιάσας Χριστός, να βιώσουμε υπαρξιακά με αγάπη την Θεία Του Γέννηση.



Εύχομαι, μέσα απ' την ψυχή μου
Αληθινά και Αγιασμένα Χριστούγεννα και Ευτυχισμένο το νέο έτος 2016

Πρεσβύτερος
Γεώργιος Δημητρόπουλος

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

Ο Χριστός και το κοινωνικό πρόβλημα



Αρχιμ. Γεώργιου Καψάνη. Καθηγουμένου Ι. Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους
   
   Όσο καθαρίζεται ο άνθρωπος από τα πάθη, τόσο αποκτά τη δυνατότητα της αληθινής κοινωνίας με το Θεό και τα άλλα ανθρώπινα πρόσωπα. Όσοι βλέπουν τον άνθρωπο ρομαντικά και εξωτερικά μεταθέτουν το κακό από τα πρόσωπα στην κοινωνία, γι’ αυτό και πρεσβεύουν ότι η βελτίωση της κοινωνίας θα φέρει και βελτίωση των προσώπων. Αλλά οι Ορθόδοξοι χωρίς να αρνούμεθα τη σημασία της κοινωνικής επιδράσεως στα πρόσωπα, δίνουμε την προτεραιότητα στη μεταμόρφωση του προσώπου δια της μετανοίας και της Θ. Χάριτος. 
Είναι μεγάλη πλάνη να θέλουμε να αλλάξουμε την κοινωνία χωρίς να αγωνισθούμε, να αλλάξουμε τον εαυτό μας. Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύουμε ότι η αλλαγή μερικών κοινωνικών θεσμών θα φέρει και την αλλαγή των ανθρώπων χωρίς μετάνοια...
Ο άρρωστος άνθρωπος κάνει άρρωστες κοινωνίες και οι άρρωστες κοινωνίες αρρωσταίνουν χειρότερα τους ανθρώπους. Το να θεραπεύουμε τις κοινωνικές αρρώστιες χωρίς να θεραπεύσουμε την προσωπική αρρώστια, αποτελεί μετάθεση του προβλήματος, άρνηση της αποδοχής της προσωπικής μας ευθύνης, υπεκφυγή από τη μετάνοια, κατάφαση στον εγωισμό μας, απροθυμία να δούμε τον πραγματικό μας εαυτό. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κύριος έθεσε την προσωπική μετάνοια σαν προϋπόθεση για τη συμμετοχή στη Βασιλεία Του. 
Δεν πρέπει επίσης να παραγνωρίζεται το έργο του διαβόλου στη διάλυση των προσώπων και των κοινωνιών και στην επικράτηση του κακού. Η ανθρωπιστική απλούστευση των κοινωνικών προβλημάτων αρνείται την ύπαρξη του διαβόλου. Αντίθετα, στο Ευαγγέλιο και στη χριστιανική εμπειρία φανερώνεται η έκταση των διαβολικών ενεργειών σε πρόσωπα και κοινωνικές καταστάσεις και η ανάγκη αγώνος κατά του διαβόλου, αποταγής και εξορκισμού των πονηρών πνευμάτων. Έργο των χαρισματούχων ιερωμένων μοναχών και λαϊκών είναι η διάκριση των πνευμάτων, για να μη πέφτει ο Χριστιανός στις παγίδες που του στήνει ο πονηρός, όταν εμφανίζεται με το προσωπείο του καλού. 
Τονίσαμε τη δύναμη των αντιθέτων αντιευχαριστιακών και αντικοινωνικών δυνάμεων όχι για να δείξουμε την αδυναμία υπερνικήσεώς τους, αλλά την ανάγκη να λαμβάνονται υπ’ όψιν από τον αγωνιζόμενο Χριστιανό. Ο Χριστός ενίκησε τις δυνάμεις αυτές και ο Χριστιανός μπορεί με τη δύναμη του Χριστού και τη συνεργασία της Θείας Χάριτος να συμμετάσχει στη νίκη αυτή του Χριστού. 
Στο σημείο αυτό διαφοροποιείται ριζικά ο χριστιανικός κοινωνικός αγώνας από κάθε άλλο αγώνα. Η κοινωνία που θέλουν να δημιουργήσουν τα ουμανιστικά συστήματα (ιδεαλιστικά και υλιστικά) είναι ανθρωποκεντρική. Η κοινωνία των χριστιανών είναι Θεανθρωποκεντρική. Αλλά και τα μέσα των ουμανιστών είναι ανθρώπινα. Των χριστιανών Θεανθρώπινα. Στη βάση δηλαδή του χριστιανικού κοινωνισμού βρίσκεται η ταπείνωση. Ενώ στην βάση του ουμανιστικού κοινωνισμού η υπερηφάνεια, η αυτάρκεια, το κλείσιμο από το Θεό. Πρόκειται για την επανάληψη της ίδιας της αμαρτίας του Αδάμ: Η επιδίωξη της θεώσεως χωρίς το Θεό. 
Ίσως να μην είναι τυχαίο ότι και τα δύο αυτά ουμανιστικά συστήματα με τις εφαρμογές τους στην οικονομία (καπιταλισμός, κομμουνισμός) γεννήθηκαν στην αιρετική δύση, στην οποία προηγήθηκε ο θρησκευτικός ανθρωποκεντρισμός του «αλάθητου» Πάπα και του Filioque. 
Ας σκεφθούν στο θέμα αυτό οι Ορθόδοξοι ή πρώην Ορθόδοξοι που αβασάνιστα αρνούνται την ορθόδοξη παράδοσή μας, συνήθως από άγνοια, για να προσκολληθούν στα δυτικά συστήματα. 
Ο ανθρώπινος μόνο χαρακτήρας του μη χριστιανικού κοινωνισμού, του αφαιρεί τη δυνατότητα να δώσει ειρήνη στην ψυχή του ανθρώπου, γιατί τον αφήνει ασυμφιλίωτο με τον Ουράνιο Πατέρα του, και γι’ αυτό ανέστιο. Ας θυμηθούμε το λόγο του Αγίου Αυγουστίνου, που εκφράζει ανθρωπολογική εμπειρία: «Μας έπλασες Κύριε για Σένα και η καρδιά μας είναι ανήσυχη ωσότου αναπαυθεί κοντά Σου». Τα άθεα κοινωνικά συστήματα βοηθούν να λύσουμε μερικά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, αλλά όχι να συναντήσουμε αληθινά και ουσιαστικά το Θεό και τον άνθρωπο.
Δεν απαντούν ικανοποιητικά στα υπαρξιακά μας ερωτήματα και ιδίως στο κεντρικό πρόβλημα του θανάτου. Ο κόσμος τακτοποιείται ωραία για να πεθάνει. Αν και τα συστήματα αυτά, και ιδίως ο μαρξισμός, χαρακτηρίζονται από ένα έντονο εγκόσμιο μεσσιανισμό, στην πραγματικότητα δεν «μετάγουν εκ του θανάτου εις την ζωήν», και γι’ αυτό δημιουργούν ανθρώπους τραγικούς, χωρίς ελπίδα. Η έντονη μάλιστα ανθρωπιστική η και επιχειρηματική δράση κάποτε είναι το αποτέλεσμα της προσπάθειας να ξεχάσουμε το βασικό μας πρόβλημα, το πρόβλημα του θανάτου, και να λυτρωθούμε από το άγχος, το κενό και την πλήξη που σημαδεύει τη ζωή τη χωρισμένη από την πηγή της, τον Τριαδικό Θεό. 
Γι’ αυτό και τα συστήματα αυτά, παρά τις καλές και αγνές προθέσεις πολλών ευγενών ανθρώπων που αγωνίζονται και θυσιάζονται για τα ιδεώδη τους, στο βάθος είναι κατά του ανθρώπου. Εν ονόματι μιας καλύτερης και δικαιότερης κοινωνίας εμποδίζουν τον άνθρωπο από την πλήρη θεανθρώπινη κοινωνία, που μόνη τελικά αναπαύει και ολοκληρώνει τη φύση του, τον εγκλωβίζουν στις περιορισμένες διαστάσεις ενός κλειστού μηχανο-κρατουμένου απρόσωπου υλιστικού σύμπαντος, του στερούν τη θέα του Ουρανού.
Τι νόημα μπορεί αλήθεια να έχει η ζωή μας, αν είμαστε εξελιγμένα ζώα και όχι εικόνες του Θεού; Αν είμαστε καταδικασμένοι μελλοθάνατοι, χωρίς δυνατότητα μεθέξεως στην αιώνια ζωή του Θεού;

(έκδοση Ι. Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους)

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Θα νικήσει ο Χριστός



   Σε καμιά εποχή δεν υπήρχε η ανασφάλεια που έχουν οι σημερινοί άνθρωποι. Σήμερα ο κόσμος γέμισε ασφάλειες-ανασφάλειες, αλλά, για να είναι απομακρυσμένος από τον Χριστό, νιώθει την μεγαλύτερη ανασφάλεια. Σε καμιά εποχή δεν υπήρχε η ανασφάλεια που έχουν οι σημερινοί άνθρωποι.
Και επειδή δεν τους βοηθούν οι ανθρώπινες ασφάλειες, τρέχουν τώρα να μπουν στο καράβι της Εκκλησίας, για να νιώσουν πνευματική ασφάλεια, γιατί βλέπουν ότι το κοσμικό καράβι βούλιαξε. Αν όμως δουν ότι και στο καράβι της Εκκλησίας μπαίνει λίγο νερό, ότι και εκεί έχουν πιαστεί από το κοσμικό πνεύμα και δεν υπάρχει το Άγιο Πνεύμα, τότε θα απογοητευθούν οι άνθρωποι, γιατί δεν θα έχουν μετά από που να πιαστούν.
Ο κόσμος υποφέρει, χάνεται και δυστυχώς είναι αναγκασμένοι όλοι οι άνθρωποι να ζουν μέσα σ’ αυτήν την κόλαση του κόσμου. Νιώθουν οι περισσότεροι μια μεγάλη εγκατάλειψη, μια αδιαφορία -ιδίως τώρα- από παντού. Δεν έχουν από που να κρατηθούν.
Είναι αυτό που λένε: “Ο πνιγμένος απ’ τα μαλλιά του πιάνεται”. Αυτό δείχνει ότι ο πνιγμένος ζητάει από κάπου να πιαστεί, να σωθεί. Βλέπεις, το καράβι βουλιάζει και ο άλλος πάει να πιαστεί από το κατάρτι.
Μα, αφού το καράβι κινδυνεύει να βουλιάξει, δεν σκέφτεται ότι και το κατάρτι θα βουλιάξει. Πιάνεται από το κατάρτι και βουλιάζει πιο γρήγορα! Θέλω να πω ότι οι άνθρωποι ζητούν κάπου να ακουμπήσουν, από κάπου να πιαστούν. Και αν δεν έχουν πίστη να ακουμπήσουν σ’ αυτήν, αν δεν εμπιστευθούν στον Θεό, ώστε να εγκαταλείψουν τελείως τον εαυτό τους σ’ Αυτόν, θα βασανίζονται. Μεγάλη υπόθεση η εμπιστοσύνη στον Θεό!
Τα χρόνια που περνούμε είναι πολύ δύσκολα και πολύ επικίνδυνα, αλλά τελικά θα νικήσει ο Χριστός. Θα δείτε πως θα εκτιμήσουν την Εκκλησία. Αρκεί εμείς να είμαστε σωστοί. Θα καταλάβουν ότι αλλιώς δεν γίνεται χωριό. Και οι πολιτικοί έχουν πλέον καταλάβει ότι, αν κάποιοι μπορούν να βοηθήσουν τώρα σ’ αυτό το τρελλοκομείο που έχει γίνει ο κόσμος, αυτοί είναι οι άνθρωποι της Εκκλησίας. Μη σας φαίνεται παράξενο!
Οι πολιτικοί μας σήκωσαν τα χέρια. Ήρθαν στο Καλύβι μερικοί και μου είπαν: “Οι καλόγεροι πρέπει να κάνουν ιεραποστολή, αλλιώς δεν γίνεται”. Δύσκολα χρόνια! Αν γνωρίζατε σε τι κατάσταση βρισκόμαστε και τι μας περιμένει!…

Από το βιβλίο: Γέροντος Παΐσιου του Αγιορείτου Λόγοι Α΄, “Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο”.

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Χριστός Ανέστη έκ νεκρών



  


  Οι άνθρωποι συνήθως καυχώνται για διάφορα πράγματα: για πλούτο, δύναμη, καταγωγή, γνώση, ομορφιά, ευφυϊα, για διάφορα επιτεύγματα. Αλλά η γιορτή του Πάσχα μας καλεί να επαναξετάσουμε τις αρχές και τις αξίες, τις χαμένες ενδεχομένως, πάνω στις οποίες έχουμε στηρίξει την ζωή μας. "Εν τω Σταυρώ σου, Χριστέ, καυχώμεθα και την Ανάστασίν σου υμνούμεν και δοξάζομεν", τονίζει ο ψαλμωδός.
  Από τα προχριστιανικά χρόνια προειδοποιούσε ο λόγος του Θεού: «Ας μην καυχάται ο σοφός για την σοφία του, και ας μην καυχάται ο δυνατός για την δύναμή του, και ας μην καυχάται ο πλούσιος για τον πλούτο του, αλλά γι' αυτό ας καυχάται ο καυχώμενος: για το ότι κατανοεί και γνωρίζει τον Κύριο και διότι ενεργεί δίκαια πάνω στην γή»[1]. Αυτές οι δύο κεντρικές αξίες της ζωής, η γνώση του Θεού και η απόδοση δικαιοσύνης έν μέσω της γής, φωτίζονται μ' ένα νέο, μοναδικό τρόπο με τα γεγονότα του Πάσχα.
  Σήμερα, καθώς πολλά δεινά ταλαιπωρούν την ζωή μας, όπως η οικονομική στέρηση, η ανασφάλεια και η κοινωνική αδικία, είναι καιρός να συνειδητοποιήσουμε ότι η κρίση βρίσκεται βαθύτερα: στην ψυχρή αδιαφορία για την γνώση του Θεού (θεογνωσία), κατά τα πρότυπα του αθεϊστικού παρελθόντος, στην υποτίμηση ή και την περιφρόνηση του Θεού λόγω απορροφήσεως από σύγχρονες εγωϊστικές επιδιώξεις. Σ' αυτή την ερημιά πίστεως, η εορτή της Αναστάσεως του Χριστού διακηρύσσει δοξολογικά ότι, παραταύτα, στο κέντρο της ζωής του κόσμου βρίσκεται ο Θεός της δικαιοσύνης και της αγάπης' Δημιουργός, Προνοητής, Δικαιοκρίτης, Λυτρωτής. Με ανεπανάληπτη δύναμη αποκαλύπτει ο Απ. Παύλος σχετικά με τον αναστημένο Κύριο: «Πριν από κάθε τι υπάρχει αυτός, κι αυτός τα πάντα συγκρατεί, για να μπορούν να υπάρχουν. Αυτός η κεφαλή του σώματος που είναι η Εκκλησία, αυτός αρχή της νέας ανθρωπότητας, απ' τους νεκρούς ο πρωταναστημένος, ώστε να γίνει σε όλα εκείνος πρώτος»[2].
  Η νίκη του σταυρωθέντος και αναστάντος Χριστού γεμίζει «τα πάντα» με φώς και ελπίδα, «νυν πάντα πεπλήρωται φωτός». Τις προσωπικές, ομαδικές, πανανθρώπινες αμαρτίες, τις σήκωσε ο Χριστός, τις προσήλωσε στον Σταυρό και τις συγχώρησε. Τον καρπό τους, που ήταν ο αιώνιος θάνατος, τον κατήργησε, και όλο το ανθρώπινο γένος, το βυθισμένο στο χάος - "τον Αδάμ παγγενή"-, ανέστησε δωρίζοντάς του νέα ζωή, αιώνια. Η νίκη του Χριστού κατά του θανάτου και της φθοράς καθορίζει την πορεία του κόσμου, το παρόν και το μέλλον, το προσωπικό, το κοινωνικό και το πανανθρώπινο. Όσοι στηρίζουν αληθινά την ζωή τους στον Χριστό, αναπτύσσουν τα χαρίσματα και τις δυνατότητές τους με τον πιο δημιουργικό και φωτεινό τρόπο στον μέγιστο βαθμό, για το κοινό καλό.
   Υψώνοντας η Εκκλησία το λάβαρο της Αναστάσεως μας καλεί σε νέα προσέγγιση του μυστηρίου του Θεού, του νοήματος της ζωής και του θανάτου. Μας αποκαλύπτει ότι ο Θεός είναι Αγάπη, ανιδιοτελής και θυσιαζόμενη προς χάριν ολόκληρης της ανθρωπότητας. Μας καλεί να επανεξετάσουμε τη στάση μας μπροστά στην ζωή και με περισσότερη αισιοδοξία και δύναμη να συνεχίσουμε τον αγώνα μας, στηριζόμενοι στη βεβαιότητα ότι ο Θεός της αγάπης είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου και ότι Αυτός έχει τον τελευταίο λόγο στην ιστορία, τόσο την ατομική όσο και όλου του κόσμου[3].
  Όπως ο άγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος, που εορτάζουμε σήμερα πανηγυρικά, στήριξε αληθινά την ζωή του στον Χριστό και δεν φοβήθηκε ούτε υπολόγισε μαρτύρια μπρός στην αγάπη του Αναστάντος Χριστού, θυσιάζοντας την ζωή του, μάλλον έκανε πράξη τον Κυριακό λόγο: «Όποιος θέλει να σώσει την ζωή του, θα την χάσει’ και όποιος χάσει την ζωή του, εξαιτίας μου, θα τη βρεί»[4]. Έδωσε μαρτυρία Χριστού ο Γεώργιος, καταντροπιάζοντας τους ψεύτικους θεούς, τα είδωλα και, ως Τροπαιοφόρος με την Χάρη του Θεού αναδείχθηκε στους αιώνες, ζώντας στο άκτιστο φώς της Αναστάσεως του Χριστού.




[1] Α' Βασ. 2, 10.
[2] Κολ. 1, 17-18.

[3] Αναστασίου Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, «Νύν πάντα πεπλήρωται φωτός», εκδ. Μαΐστρος, Αθήνα 2007.
[4] Ματθ. 16, 23-24.

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

Η "μυστική" εργασία του Γεωργίου...




Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου.

"Αν θέλεις τη θεραπεία σου επιμελήσου τη συνείδηση, κάνε ό,τι σου λέει και θα βρεις ωφέλεια"
  
   Ζούσε στα χρόνια μας στην Κωνσταντινούπολη ένας νέος, που ονομαζόταν Γεώργιος, περίπου είκοσι ετών. Ήταν ωραίος στην όψη και κάπως επιδεικτικός στους τρόπους, στο βάδισμα και σ’ όλη του την εμφάνιση. Γι’ αυτό μερικοί που βλέπουν μόνο εξωτερικά και κατακρίνουν τους άλλους, είχαν σχηματίσει κακή ιδέα γι’ αυτόν. Αυτός, λοιπόν, γνωρίστηκε με κάποιον άγιο μοναχό, που ζούσε σ’ ένα από τα μοναστήρια της πόλεως. Του εμπιστεύθηκε την ψυχή του και έλαβε απ’ αυτόν ένα μικρό πνευματικό κανόνα με την προτροπή να μην τον αμελήσει. Ο νέος του ζήτησε και κάποιο βιβλίο, που να αναφέρεται στη ζωή των μοναχών και την πρακτική τους άσκηση, και ο γέροντας του έδωσε το βιβλίο του αββά Μάρκου του Ασκητού «Περί του πνευματικού νόμου». Εκείνος το δέχτηκε σαν από Θεού και ελπίζοντας να καρπωθεί κάτι σπουδαίο απ’ αυτό, το διάβασε ολόκληρο με πόθο και προσοχή. Απ’ όλα ωφελήθηκε, αλλά τρία ιδιαιτέρως κεφάλαια έβαλε στην καρδιά του. Το ένα περιείχε αυτά τα λόγια: "Αν θέλεις τη θεραπεία σου επιμελήσου τη συνείδηση, κάνε ό,τι σου λέει και θα βρεις ωφέλεια". Τό δεύτερο έλεγε: "Όποιος επιζητεί τις ενέργειες του Αγίου Πνεύματος προ της εργασίας των εντολών μοιάζει με δούλο, που μόλις τον αγόρασαν επιδιώκει αμέσως την απελευθέρωση". Και το τρίτο: "Είναι τυφλός αυτός που κράζει και λέει: «Υιέ Δαβίδ ελέησόν με» και προσεύχεται σωματικά χωρίς να έχει ακόμη γνώση πνευματική".
Αυτός όμως ο πρώην τυφλός, αφού άνοιξε τα μάτια του και είδε τον Κύριο, δεν τον ονομάζει πια υιό Δαβίδ αλλά τον ομολογεί Υιό Θεού και τον προσκυνεί.
Διαβάζοντάς τα αυτά ο νέος θαύμασε και θαυμάζοντας πίστεψε ότι επιμελούμενος τη συνείδηση θα βρεί ωφέλεια, με την εργασία των θείων εντολών θα κατανοήσει την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, και με τη χάρη του θα αναβλέψει νοερώς και θα δει τον Κύριο, από την αγάπη και τον πόθο του οποίου πληγώθηκε η καρδιά του και επιζητούσε με ελπίδα το πρώτο και μη φαινόμενο κάλλος.
Τίποτε άλλο δεν έκανε, όπως με βεβαίωσε με όρκο, παρά μόνο κάθε βράδυ τον μικρό εκείνο κανόνα, που του όρισε ο γέροντας και μετά κοιμόταν στο κρεβάτι του. Όταν δε η συνείδηση τον προέτρεπε: «Κάνε κι άλλες μετάνοιες, πρόσθεσε μερικούς ψαλμούς ακόμη, λέγε περισσότερες φορές το «Κύριε ελέησον» μπορείς», πρόθυμα και αδίστακτα την υπάκουε, σαν να του το έλεγε ο ίδιος ο Θεός. Από τότε ποτέ δεν κοιμήθηκε αν τον έλεγχε η συνείδηση και του έλεγε: «Γιατί δεν το έκανες αυτό;». Εκείνος λοιπόν την ακολουθούσε πιστά και εκείνη μέρα με τη μέρα πρόσθετε νέες εντολές. Έτσι σε λίγο καιρό αυξήθηκε πολύ η εσπερινή του ακολουθία.
Την ημέρα διηύθυνε τον οίκο ενός πατρικίου στου οποίου το παλάτι πήγαινε κάθε πρωΐ φροντίζοντας για τα προς το ζην αναγκαία. Έτσι κανείς δεν γνώριζε τη μυστική του εργασία. Αυτός όμως κάθε βράδυ έκανε όλο και περισσότερες μετάνοιες πέφτοντας με το πρόσωπο στη γη, ενώ δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του. Όταν στεκόταν σε προσευχή είχε τα πόδια ενωμένα μεταξύ τους και αμετακίνητα. Διάβαζε με πόνο, με στεναγμούς και δάκρυα προσευχές προς τη Θεοτόκο. Πρόσπεφτε στα άχραντα πόδια του Κυρίου σαν να τον έβλεπε παρόντα σωματικά και σαν τυφλός του ζητούσε να τον ελεήσει για ν’ αναβλέψει ψυχικά. Και καθώς η προσευχή αύξανε κάθε βράδυ, διαρκούσε μέχρι τα μεσάνυχτα, χωρίς αυτός καθόλου να ραθυμεί ή να χαλαρώνει την προσοχή του κατά τη διάρκειά της. Κανένα μέλος του σώματός του δεν σάλευε τελείως, ούτε τα μάτια του έστρεφαν δεξιά-αριστερά ή πάνω, αλλά στεκόταν ακίνητος σαν άγαλμα ή σαν ασώματος.
Κάποια νύχτα λοιπόν, που έλεγε το «Ο Θεός ιλασθήτι μοι τω αμαρτωλώ» με τον νου μάλλον παρά με τα χείλη, φάνηκε ξαφνικά από ψηλά πλούσια θεία έλαμψη και γέμισε όλος ο τόπος. Μόλις έγινε αυτό, ο νέος δεν καταλάβαινε πια αν βρισκόταν μέσα σε σπίτι και κάτω από στέγη. Φως μόνο έβλεπε παντού και δεν αισθανόταν καν αν πατούσε στη γη, αλλ’ ούτε φοβόταν μήπως πέσει. Δεν σκεπτόταν καθόλου τον κόσμο ούτε του άγγιζε τον λογισμό τίποτε απ’ όσα πειράζουν τους ανθρώπους που φορούν σάρκα. Ήταν όλος μέσα σ’ ένα άϋλο φως και νόμιζε πως έγινε κι ο ίδιος φως. Λησμόνησε όλο τον κόσμο, ενώ πλημμύρισε από δάκρυα ανέκφραστης χαράς και αγαλλιάσεως. Έπειτα ο νους του ανέβηκε στον ουρανό και είδε άλλο φως λαμπρότερο απ’ το πρώτο. Κοντά σ’ αυτό το φως βλέπει με έκπληξη να στέκεται εκείνος ο άγιος και ισάγγελος γέροντας, που του έδωσε τον κανόνα και το βιβλίο.
Ακούγοντάς το εγώ αυτό, σκέφτηκα ότι η πρεσβεία του αγίου εκείνου είχε συνεργήσει πολύ, ώστε να αξιωθεί ο νέος τέτοιας ελλάμψεως και ότι έτσι τα οικονόμησε ο Θεός για να του φανερώσει σε ποιό ύψος αρετής είχε φθάσει ο άγιος γέροντάς του.
Όταν πέρασε η θεωρία και ήρθε πάλιν στον εαυτό του, τον συνείχε χαρά και έκπληξη και δάκρυα ανέβλυζαν από την καρδιά του γεμάτα γλυκύτητα. Τέλος ξάπλωσε στο κρεβάτι του, ενώ εκείνη την ώρα λάλησε ο πετεινός φανερώνοντας ότι είναι μεσάνυχτα. Μετά από λίγο εκκλησίες σήμαναν τον Όρθρο. Κι αυτός σηκώθηκε να ψάλλει κατά τη συνήθειά του, χωρίς να έχει ούτε καν έννοια για ύπνο εκείνη τη νύχτα.
Αυτά έγιναν με τη θέληση και την απόλυτη κρίση του Θεού, χωρίς ο νέος να κάνει τίποτα περισσότερο, παρά μόνο όσα ακούσατε, με ορθή πίστη και αδίστακτη ελπίδα. Ας μην πει λοιπόν κανείς ότι έπραξε αυτά δοκιμαστικώς. Κάτι τέτοιο ούτε καν από το λογισμό του πέρασε -γιατί αυτός που δοκιμάζει και εκπειράζει, πίστη δεν έχει αποκτήσει- αλλά απορρίπτοντας κάθε άλλη εμπαθή και φιλήδονη έννοια φρόντιζε, όπως με βεβαίωνε, μόνο για όσα του έλεγε η συνείδηση, ώστε ήταν σαν νεκρός για τα αισθητά πράγματα του βίου κι ούτε καν την τροφή και το νερό επιζητούσε συχνά και ενήδονα.

Χαίρετε! Χριστός Ἀνέστη! (ο αναστάσιμος χαιρετισμός)


  


   Το “Χριστός Ανέστη” είναι ο αναστάσιμος χαιρετισμός που ανταλλάσσεται μεταξύ των πιστών για σαράντα ημέρες μετά την Ανάσταση του Κυρίου και περιέχει πολύ βαθύτερα νοήματα από το επιφανειακό και εφήμερο “Χρόνια Πολλά”… Λέγοντας “Χαίρετε” οποιαδήποτε στιγμή, είναι σαν να λέμε “Χριστός Ανέστη” ολόκληρο το χρόνο!
Ὁ ἀναστάσιμος χαιρετισμός, πού διαμορφώθηκε στήν Ἑλληνική γλῶσσα καί μεταδόθηκε σ’ ὅλους τούς Ὀρθοδόξους καί στόν ὑπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, εἶναι τό «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»! Δέν εἶναι λόγος εὐχῆς, ἀλλά χαιρετισμός καί διακήρυξη τῆς πίστεως στό γεγονός τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται γιά τόν πιστό στόν Χριστό ἄνθρωπο.
Πόσοι ὅμως γνωρίζουμε ὅτι ὁ ἀναστάσιμος χαιρετισμός τοῦ Χριστοῦ, ἀμέσως μετά τήν Ἀνάστασή Του, εἶναι ὁ (καί πάλι) Ἑλληνικός λόγος «Χαίρετε»! Μέ αὐτό τόν χαιρετισμό ἀπευθύνεται ὁ ἀναστάς Χριστός στίς Μυροφόρες, μόλις βγῆκαν ἀπό τό «κενό μνημεῖο» (Ματθ. 28, 8-9). Ἡ συνήθης αὐτή ἑλληνική προσφώνηση, ἀπό τήν ἐποχή τῶν Ὁμηρικῶν ἐπῶν, ἀποκτᾶ μιάν ἰδιαίτερη πνευματική καί χριστιανική σημασία. Ἡ λέξη ἀνανοηματοδοτεῖται, ἐντασσόμενη σέ ἕνα καθαρά ἁγιοπνευματικό πλαίσιο, καί γίνεται τό πρῶτο «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ» τῆς χριστιανικῆς ἱστορίας.
Οἱ Μυροφόρες βγαίνουν ἀπό τό μνημεῖο, στό ὁποῖο πῆγαν, γιά νά τελέσουν τά συνήθη νεκρικά ἔθιμα στόν νεκρό Χριστό, μέ ἀνάμικτα συναισθήματα «φόβου καί χαρᾶς» (Ματθ, 28, 8), κάτι τό φυσιολογικό στή συνταρακτική πνευματική ἐμπειρία, πού ἔζησαν, ἀκούοντας ἀπό τόν Ἄγγελο, ὅτι ὁ Κύριός τους «ἠγέρθη ἀπό τῶν νεκρῶν» (στ.7). Ὁ λόγος, λοιπόν, τοῦ Χριστοῦ πρός αὐτές «Χαίρετε», ἀποκτᾶ εἰδική σημασία, πού μπορεῖ νά προσδιορισθεῖ μέ τά ἀκόλουθα λόγια: «Μή φοβεῖσθε (Ματθ. 28, 5), ἀλλά χαίρετε! Νά αἰσθάνεσθε χαρά, διότι ἡ Ἀνάσταση, ὡς ἔκφραση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, νικᾶ τόν φόβο (Α’ Ἰω. 1,18), ἀλλά καί τόν θάνατο, κάθε εἶδος θανάτου, διότι εἶναι πηγή ζωῆς, ζωῆς αἰωνίου. Ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε ζωή καί ἐλπίδα».
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι, ἔτσι, πηγή χαρᾶς καί δέν μπορεῖ νά ἐκφρασθεῖ ἀποδοτικότερα παρά μέ τόν (Ἑλληνικό) χαιρετισμό «Χαίρετε»! Ἡ λέξη δέχεται χριστιανικά μιάν ὑπέροχη ὑπέρβαση. Δέν μένει στήν ἐνδοϊστορική πραγματικότητα, σχετιζόμενη μέ πρόσκαιρα ἀγαθά («χαίρε, ὑγίαινε», καί σήμερα «γειά-χαρά»), ἀλλά συνδεόμενη μέ ὑπερφυσικές ἐμπειρίες, ὅπως ἡ μετοχή στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί ἡ βεβαιότητα γιά τήν νίκη πάνω στό θάνατο καί τήν ἐξουσία του στόν φθαρτό τοῦτο κόσμο.
Ὁ πιστός στόν Χριστό Ἕλληνας ἔχει σαφῆ γνώση, ὅτι μέ τήν προσφώνηση «Χαίρετε», πού ἐπαναλαμβάνει πολλές φορές τήν ἡμέρα, προσφωνεῖ τούς ἄλλους μέ τόν Ἀναστάσιμο λόγο τοῦ Χριστοῦ καλώντας τους στή μετοχή στό γεγονός τῆς Ἀνάστασης. Λέγοντας «Χαίρετε», γνώριζε ὅτι λέγεις «Χριστός ἀνέστη» μέ ἕνα ἄλλο τρόπο.

Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός, Ομότ. Καθηγητής Θεολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. «ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ».

Xριστός Ανέστη




  Ο θαυμαστός και γλυκύτατος Κύριος Ιησούς, ο Αναστημένος Θεάνθρωπος, είναι η μόνη Ύπαρξη κάτω από τον ουρανό, με την οποία μπορεί ο άνθρωπος εδώ στη γη να νικήσει και το θάνατο και την αμαρτία και τον διάβολο, και να κατασταθεί μακάριος και αθάνατος, συμμέτοχος στην Αιώνια Βασιλεία της Αγάπης του Χριστού... Γι’ αυτό, για την ανθρώπινη ύπαρξη ο Αναστημένος Κύριος είναι τα πάντα, μέσα στα πάντα, για όλους τους κόσμους: Ό,τι το Ωραίο, το Καλό, το Αληθινό, το Προσφιλές, το Χαρμόσυνο, το Θείο, το Σοφό, το Αιώνιο. Αυτός είναι όλη η Αγάπη μας, όλη η Αλήθεια μας, όλη η Χαρά μας, όλο το Αγαθό μας, όλη η Ζωή μας, η Αιώνια Ζωή σε όλες τις θείες αιωνιότητες και απεραντοσύνες.
- Γι’ αυτό και «πάλι και πολλάκις», και αναρίθμητες φορές: Χριστός Ανέστη!
Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς.

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Αν...




  R. Kipling,  Βρετανός διηγηματογράφος, ποιητής και μυθιστοριογράφος.

  Αν μπορείς στην πλάση τούτη να περιφρονείς τα πλούτη κι αν οι έπαινοι των γύρω δεν σου παίρνουν το μυαλό,
αν μπορείς στην τρικυμία να κρατήσεις ψυχραιμία, κι αν μπορείς και στους εχθρούς σου να σκορπίσεις το καλό,
αν μπορείς με μιας να παίξεις κάθε τι που ’χεις κερδίσει, στην καταστροφή ν’ αντέξεις και να δώσεις κάποια λύση,
αν μπορείς να υποτάξεις πνεύμα, σώμα και καρδιά, αν μπορείς όταν σε βρίζουν να μην βγάζεις τσιμουδιά,
αν μπορείς στην καταιγίδα να μη χάνεις την ελπίδα, κι αν μπορείς να συγχωρήσεις όταν σ’ έχουν αδικήσει,
αν μπορέσεις τ’ όνειρό σου να μη γίνει ο όλεθρός σου, κι αν μπορέσεις ν’ αγαπήσεις όσους σ’ έχουνε μισήσει,
αν μπορείς να είσαι ο ίδιος στην χαρά και στην οδύνη, αν η πίστη στην ψυχή σου μπρος σε τίποτα δεν σβήνει,
αν μιλώντας με τα πλήθη τη συνείδηση δεν χάνεις, αν μπορέσεις να χωνέψεις πως μια μέρα θα πεθάνεις,
αν ποτέ δεν σε μεθύσει του θριάμβου το κρασί, αν στα ψέματα των άλλων δεν λες ψέματα κι εσύ,
αν μπορείς να μη θυμώνεις, αλλά μήτε και να κλαις όταν άδικα σου λένε πως εσύ μονάχα φταις.
Αν μπορείς με ηρεμία δίχως νεύρα ή δυσφορία και τα ίδια σου τα λόγια να τ’ ακούς παραλλαγμένα,
αν μπορείς κάθε λεπτό σου να ’ναι μια δημιουργία και ποτέ σου να μην μένεις με τα χέρια σταυρωμένα.
Αν οι φίλοι σου κι οι εχθροί σου δεν μπορούν να σε πληγώσουν, αν οι σχέσεις με μεγάλους τα μυαλά δεν σου σηκώνουν
αν τους πάντες λογαριάζεις μα… κανένα χωριστά, αν μπορέσεις να φυλάξεις και τα ξένα μυστικά…
Έ! Παιδί μου τότε… Θα μπορέσεις ν’ απολαύσεις όπως πρέπει τη ζωή σου… Θα ’σαι Άνθρωπος σπουδαίος κι όλη η γη θα ’ναι δική σου!

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΜΗΝΥΜΑ




ΠΑΣΧΑ 2015
 
  Αδελφοί μου, ήρθε το Πάσχα, (που σημαίνει πέρασμα – διάβαση από τον θάνατο στην ζωή διά του Αναστάντος Χριστού), η χαρμόσυνη ημέρα της Ανάστασης του Χριστού, η αιτία κάθε ευφροσύνης και αγαλλίασης. Ήρθε και γέμισε τις καρδιές μας χαρά και αγαλλίαση λύνοντας τον κόπο της πάνσεπτης νηστείας και τελειοποιώντας και παρηγορώντας τις ψυχές μας. Ήρθε η Ανάσταση του Χριστού και μας γέμισε φώς.
  Ο Χριστός και Θεός μας, αφού κρεμάστηκε στο Σταυρό, σταύρωσε πάνω σε αυτόν την αμαρτία του κόσμου κι αφού γεύτηκε το θάνατο, κατέβηκε στον Άδη. Όπως, λοιπόν, τότε ανεβαίνοντας από τον Άδη επέστρεψε στο άχραντο σώμα Του, από το οποίο δεν αποχωρίσθηκε καθόλου, και αμέσως αναστήθηκε και μετά ανήλθε στους ουρανούς με δόξα πολύ, έτσι ακριβώς κι' εμείς εξερχόμαστε από την αμαρτία και εισερχόμαστε με την εξομοίωση των παθημάτων του Κυρίου στον τάφο της μετανοίας και της ταπείνωσης, ο Χριστός κατεβαίνει από τους ουρανούς, εισέρχεται στο σώμα μας σαν σε τάφο, ενώνεται με τις νεκρωμένες πνευματικά ψυχές μας και τις ανασταίνει. Έτσι παρέχει τη δυνατότητα σε εκείνον που συν-αναστήθηκε μαζί Του, να βλέπει τη δόξα της μυστικής Του ανάστασης. Επομένως, Ανάσταση του Χριστού είναι η δική μας ανάσταση, όλου του ανθρώπινου γένους. Η Ανάσταση και η δόξα του Χριστού είναι η δική μας δόξα. Η ανάσταση της ψυχής είναι η ένωσή της με τη ζωή, με τον Αναστάντα Χριστό.
  Εύχομαι έκ βάθους καρδίας αυτό το Πάσχα, να αυξάνει αδιάκοπα εντός μας η εμπειρία της Αναστάσεως, να ζούμε πάντοτε με πασχαλινή πνοή και το ανέσπερο Φώς της Αναστάσεως να καταυγάζει την ζωή μας!

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

Πρεσβύτερος
Γεώργιος Δημητρόπουλος

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ 12 ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ THΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ




ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

  H πίστι μας, ἡ Ἐκκλησία μας, εἶνε, ἀγαπητοί μου, δεντρὶ ποὺ τὸ φύτευσε ἡ δεξιὰ τοῦ Ὑψίστου. Καὶ ὅπως τὸ δέντρο ἔχει ῥίζα, ἔτσι καὶ τὸ δέντρο αὐτὸ ποὺ λέγεται Ὀρθοδοξία ἔχει ῥίζα. Ποιά εἶνε ἡ ῥίζα; Δύο λέξεις· «Χριστὸς ἀνέστη». Ἢ ἀνέστη, ἢ δὲν ἀνέστη. Λέμε λοιπὸν σὲ ὅλους, ὅτι ἡ ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ εἶνε γεγονὸς ἱστορικό, τὸ μεγαλύτερο ἀπὸ ὅσα συνέβησαν στὴν ἱστορία. Γεγονὸς μὲ παγκόσμια ἀκτινοβολία, γεγονὸς ποὺ ἔσεισε καὶ τὸν ᾅδη ἀκόμα, γεγονὸς κοσμογονικό. Θὰ μοῦ πῇ ὅμως κάποιος· Αὐτὰ εἶνε λόγια· ἐμεῖς θέλουμε ἀποδείξεις. Ἀποδείξεις; Πολλές, ἀμέτρητες, ὅπως οἱ ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου.
Ἂς στήσουμε σήμερα ἕνα δικαστήριο. Καὶ στὴν ἕδρα νὰ βάλουμε ὡς κριτὴ τὴν ἱστορία. Τὴν ἱστορία, ποὺ δὲν πείθεται μὲ μύθους καὶ παραμύθια, ἀλλὰ θέλει γεγονότα, τεκμήρια, ἀποδείξεις. Ἡ ἱστορία, λοιπόν, ζητάει μάρτυρες γιὰ τὴν Ἀνάστασι. Ὑπάρχουν; Βεβαίως. Κανένα ἄλλο γεγονὸς δὲν ἔχει τόσους μάρτυρες ὅσους ἡ ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Οὔτε ἡ ζωὴ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου δὲν εἶνε τόσο βεβαιωμένη· τέσσερις – πέντε ἱστορικοὶ μαρτυροῦν γι᾿ αὐτόν, καὶ μετὰ σιγή. Ἐνῷ ἡ Ἀνάστασι ἔχει πλῆθος μάρτυρες. Ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς ἐκλέγουμε ἐνδεικτικῶς τέσσερις τριάδες, δηλαδὴ ἐν συνόλῳ 12 μαρτυρίες.
Πρῶτοι μάρτυρες παρουσιάζονται οἱ ΠΡΟΦΗΤΑΙ. Πρὶν ἀκόμα γίνῃ ἡ Ἀνάστασι, μαρτυροῦν γι᾿ αὐτὴν μὲ προτυπώσεις.
-Πρῶτος ὁ Μωϋσῆς γράφει γιὰ τὸ Χριστό· «ἀναπεσὼν ἐκοιμήθης ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος» (Γέν. 49, 9). Κοιμήθηκες, λέει, Χριστέ, σὰν τὸ λιοντάρι. Ἂν δῇς λιοντάρι νὰ κοιμᾶται, σὲ ρωτῶ, τολμᾷς νὰ πᾷς νὰ τὸ ξυπνήσῃς; Παρακαλᾷς νὰ μὴ ξυπνήσῃ. «Τίς ἐγερεῖ αὐτόν;»· ποιός νὰ τὸν ξυπνήσῃ; Σὰν λιοντάρι ποὺ κοιμᾶται, «σκύμνος λέοντος Ἰούδα» (ἔ.ἀ.) εἶσαι, λέει, Χριστέ.
-Ἔρχεται κατόπιν ὁ Δαυῒδ καὶ ψάλλει μὲ τὴ χρυσῆ του λίρα· «Ἀναστήτω ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν» (Ψαλμ. 67, 2), αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ ἀκοῦμε στὴν Ἀνάστασι.
-Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἠσαΐας, ὁ λεγόμενος πέμπτος εὐαγγελιστής, ἀφοῦ περιγράφει τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ, προτρέπει τὴ Νέα Ἰερουσαλήμ, δηλαδὴ τὴν Ἐκκλησία, νὰ χαρῇ καὶ νὰ πανηγυρίσῃ γιὰ τὴν ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ. Τὰ δικά του λόγια χρησιμοποιεῖ ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος στὴν ἀναστάσιμη ἀκολουθία ὅταν λέει· «Φωτίζου φωτίζου, ἡ νέα Ἰερουσαλήμ, ἡ γὰρ δόξα Κυρίου ἐπὶ σὲ ἀνέτειλε…» καὶ «Ἆρον κύκλῳ τοὺς ὀφθαλμούς σου, Σιών, καὶ δε· ᾿ἰδού γὰρ ἥκασί σοι… τὰ τέκνα σου» (Ἠσ. 60,1-4 καὶ θ΄ ᾠδὴ Πάσχα).
Μετὰ  ἔρχονται ἄλλοι τρεῖς μάρτυρες· εἶνε μάρτυρες ΤΗΣ ΤΑΦΗΣ.
Καὶ πρῶτοι οἱ φύλακες, ποὺ φρουροῦσαν τὸ σφραγισμένο μνῆμα τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἀρνούμενοι τὴν Ἀνάστασι λένε, ὅτι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἐκλάπη τὴ νύχτα ἀπὸ τοὺς μαθητάς του. Ἀλλὰ ἡ Ῥώμη εἶχε αὐστηρότητα. Ἂν εἶχε συμβῆ κάτι τέτοιο, ὅλη ἡ φρουρὰ θὰ εἶχε περάσει ἀπὸ στρατοδικεῖο καὶ θὰ εἶχε ἐκτελεσθῆ, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἔγινε. Ἄρα ὁ Χριστὸς δὲν ἐκλάπη.
-Τὸ ἴδιο μαρτυρεῖ ὁ κενὸς τάφος. Ὁ τάφος βρέθηκε ἄδειος. Τὸ διεπίστωσαν ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης, ποὺ ἔτρεξαν μαζὶ στὸ μνῆμα. Εἶδαν νὰ λείπῃ τὸ σῶμα.
  -Καὶ τὴ μαρτυρία συμπληρώνουν τὰ ὀθόνια καὶ τὸ σουδάριο. Οἱ δύο μαθηταὶ εἶδαν «τὰ ὀθόνια κείμενα, καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον» (Ἰωάν. 20,7). Τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτά; Γιὰ νὰ τὰ καταλάβουμε, πρέπει νὰ ξέρουμε πῶς ἔθαβαν οἱ Ἑβραῖοι τοὺς νεκρούς. Ὅταν πέθαινε ὁ ἄνθρωπος, τὸν ἔπλεναν, τὸν ἄλειφαν μὲ ἀρώματα καί, ὅπως ἡ μάνα φασκιώνει τὸ παιδί, τύλιγαν ὅλο τὸ σῶμα μὲ τὰ «ὀθόνια» ποὺ ἦταν λουρίδες ὑφάσματος. Γιὰ τὸ κεφάλι εἶχαν τὸ σουδάριο. Αὐτὰ κολλοῦσαν δυνατὰ στὸ κορμὶ μαζὶ μὲ τὰ ἀρώματα. Ἂν ἐπέμενες νὰ τὰ ξεκολλήσῃς, ἔπρεπε νὰ τραβήξῃς καὶ κρέας. Βλέπετε λοιπὸν τί σημασία ἔχει αὐτό; Διότι ὅταν κανεὶς κλέβῃ εἶνε βιαστικός. Ἂν πήγαιναν νὰ κλέψουν τὸ Χριστό, θὰ τὸν ἔπαιρναν ὅπως ἦταν, μὲ τὰ σουδάρια καὶ τὰ ὀθόνια· γιατὶ γιὰ νὰ τὰ ξεκολλήσουν, θὰ χρειάζονταν ὧρες κ᾿ ἔπρεπε νά ᾿χουν ζεστὸ νερό. Ἔχετε δεῖ πῶς κολλάει ἡ γάζα πάνω στὴν πληγή; Καὶ ὁ Χριστὸς ἦταν γεμᾶτος πληγές. Τώρα ὅμως τὰ ὀθόνια καὶ τὰ σουδάρια μείνανε ἐκεῖ, ὅπως τὸ φίδι γλιστράει κι ἀφήνει τὸ φιδοπουκάμισό του. Ὁ Χριστὸς βγῆκε καὶ ἄφησε τὸ σουδάριο καὶ «τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα» (Λουκ. 24, 12).
Ἡ μεγαλύτερη ὅμως μαρτυρία εἶνε οἱ ΠΙΣΤΟΙ.
Οἱ ἀπόστολοι τὴ Μεγάλη Πέμπτη τὸ βράδυ, ἅμα παρουσιάστηκε ἡ σπείρα μὲ τὰ ῥόπαλα καὶ τοὺς φανούς, ἄφησαν τὸ Χριστό. Ἔγιναν ἄφαντοι, φοβισμένοι καὶ δύσπιστοι. Καὶ μετά; Μετά, αὐτοὶ οἱ λαγοὶ ἔγιναν λιοντάρια. Ποιός τοὺς ἄλλαξε; Τὸ χρῆμα; Ἡ δόξα; Οἱ ἀπολαύσεις; Ὄχι. Μόνο ἡ πίστι, ὅτι ἀνέστη ὁ Κύριος. Τὸ λένε· «Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον» (Ἰωάν. 20, 25), εδαμε τὸν Κύριο μὲ τὰ μάτια μας. Καὶ ὁ Θωμᾶς, ὁ πιὸ δύσπιστος ἀπ᾿ ὅλους, λέει· «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» (ἔ.ἀ. 20, 29). Kαι δὲ᾿ σᾶς εἶπα τίποτα. Ἡ πιὸ μεγάλη μαρτυρία εἶνε ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Τί ἦταν προηγουμένως; Μανιώδης διώκτης. Καὶ τώρα ξαφνικὰ τὸν βλέπεις καὶ γίνεται ὁ μεγαλύτερος κήρυκας τοῦ εὐαγγελίου. Τί τὸν ἄλλαξε; τὸ ὅτι ἐγνώρισε «τὴν δύναμιν τῆς ἀναστάσεως» τοῦ Χριστοῦ (Φιλιπ. 3, 10).
-Καὶ μόνο αὐτοί; Ἔρχονται ἔπειτα ἀναρίθμητοι μάρτυρες ὅλων τῶν αἰώνων. Εἶνε ἀπ᾿ ὅλες τὶς τάξεις καὶ ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα. Τοὺς ῥίχνουν μέσ᾿ στὰ θηρία στὶς φωτιὲς καὶ στὰ ἀμφιθέατρα, κι αὐτοὶ φωνάζουν «Χριστὸς ἀνέστη»!
Καὶ θὰ κλείσω μὲ τρεῖς νεώτερες ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ.
-Στὴν τουρκοκρατία ἕνας μπέης ἔπιασε ἕνα Χριστιανὸ νέο στὸν Πόντο. Τὸν εἶδε ἔξυπνο καὶ ἱκανό, καὶ ἤθελε νὰ τὸν κάνῃ Τοῦρκο. Προσπάθησε μὲ γλυκὰ λόγια· ἀδύνατον. Τοῦ λέει· ―Ἂν δὲν ἔρθῃς στὴ θρησκεία μας, θὰ σὲ σκοτώσω. Ὁ νέος τότε προσποιήθηκε· ―Καλά, λέει, μπέη μου, θ᾿ ἀλλάξω θρησκεία· ἀλλὰ θέλω νὰ τὸ κάνω ἐπισήμως, τὴν ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς· τότε θ᾿ ἀνεβῶ στὸ τζαμὶ νὰ τὸ διακηρύξω… Χάρηκαν οἱ Τοῦρκοι καὶ μαζεύτηκαν τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἐνῷ οἱ Χριστιανοὶ εἶχαν πένθος. Αὐτὸς κάνει τὴν προσευχή του, ἀνεβαίνει στὸ μιναρέ, κι ἀπὸ ᾿κεῖ ἀρχίζει νὰ ψάλλῃ· «Χριστὸς ἀνέστη…». Οἱ Τοῦρκοι λύσσαξαν. Τὸν ἅρπαξαν καὶ τὸν ἔρριξαν κάτω ἀπ᾿ τὸ μιναρέ· βεβαίωσε τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» μὲ τὸ αἷμα του.
Θέλετε ἄλλο; Ἕνας γέρος στὴν Κοζάνη μοῦ ἔλεγε· Πέρασα βάσανα, γνώρισα καὶ χαρές. Ἡ μεγαλύτερη ὅμως χαρά μου ἦταν τὸ 1912, ὅταν ἐλευθερώθηκε ἡ πατρίδα. Τότε στὴν πλατεῖα τῆς πόλεως ἦρθε τρεχᾶτος ἕνας Ἕλληνας τσολιᾶς καὶ φώναζε· «Ἀδέρφια, “Χριστὸς ἀνέστη”!». Κάναμε σὰ᾿ μικρὰ παιδιά, σχίζαμε τὰ φέσια μας, καὶ ὅλοι φωνάζαμε τὸ «Χριστὸς ἀνέστη» μὲ διπλῆ σημασία, ἐθνικὴ καὶ θρησκευτική… Αὐτό, ὅπως λέει κάποιος ἱστορικός, ὑπῆρξε ἡ βακτηρία, τὸ ῥαβδὶ στὸ ὁποῖο στηρίχθηκε τὸ βασανισμένο γένος μας, ὁ πολικὸς ἀστέρας μέσα στὴ μαύρη νύχτα. Δὲ᾿ μᾶς ἔσωσαν οἱ ψευτοφιλοσοφίες· μᾶς ἔσωσε ὁ Χριστός, ὁ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν.
Τέλος καὶ ἕνα «Χριστὸς ἀνέστη», ποὺ ἀκούστηκε στὴ Μόσχα τότε ποὺ γινόταν διωγμὸς ἐναντίον τῆς θρησκείας, τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἐπαναστάσεως. Τότε, σ᾿ ἕνα μεγάλο θέατρο τῆς Μόσχας ποὺ ἦταν κατάμεστο, ἕνας ἄθεος διαφωτιστὴς ἀνέβηκε στὸ βῆμα, τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, καὶ ἐπὶ δύο ὧρες ῥητόρευε ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἀναστάσεώς του. Ποιός νὰ τοῦ φέρῃ ἀντίρρησι; Ἕνας νεαρὸς ὅμως τόλμησε νὰ ζητήσῃ τὸ λόγο. Ἐκεῖνος δυσαρεστήθηκε. Τοῦ λέει· ―Θὰ σοῦ ἐπιτρέψω, ἀλλὰ ὄχι πάνω ἀπὸ πέντε λεπτά.  ―Ὄχι, σύντροφε, λέει· οὔτε δυὸ λεπτὰ δὲ᾿ θὰ κάνω. Ἀνεβαίνει ἐπάνω καὶ φωνάζει στὴ ῥωσικὴ γλῶσσα· ―«Χριστὸς ἀνέστη!». Σείστηκε τότε ὅλο τὸ θέατρο· ―«Ἀληθῶς ἀνέστη!». Λαγὸς ἔγινε ὁ σύντροφος…
Ἀδέρφια μου! Ὅσοι πιστοί, στὸν αἰῶνα αὐτὸ τῆς ἀπιστίας καὶ τοῦ ὑλισμοῦ, ἂς μείνουμε ἑδραῖοι. Μπορεῖς νὰ ἀμφιβάλλῃς γιὰ ὅλα· γιὰ τὸ ἂν ὑπῆρξε Ἀλέξανδρος, γιὰ τὸ ἂν ὑπάρχῃ φεγγάρι· μπορεῖς νὰ ἀμφιβάλλῃς ἀκόμα καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό σου. Μπορεῖς νὰ ἀμφιβάλλῃς γιὰ ὅλα· γιὰ ἕνα πρᾶγμα νὰ μὴν ἀμφιβάλλῃς. «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24, 35). Μὴν ἀμφιβάλλεις, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός. Ζῇ, δὲν πέθανε! Ζῇ καὶ θριαμβεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Ὅν, παῖδες ὑμνεῖτε, ἄνδρες καὶ γυναῖκες ὑμνεῖτε, μικροὶ καὶ μεγάλοι ὑμνεῖτε, σύμπας ὁ λαὸς ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Ἁγ. Νικολάου Νεαπόλεως [=συνοικία τῆς πόλεως\ Φιλίππων – Καβάλας, Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου ἑσπέρας 20-5-1962).

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Απ’ όλα μας τα έργα η Προσευχή είναι το πιο σπουδαίο και το πιο Ιερό





Στο χωριό Σεβαστόπολ ο ιεράρχης ρώτησε τους μαθητές ποιες προσευχές γνώριζαν. Επειδή δεν απαντούσαν ικανοποιητικά, τους είπε: «Η προσευχή δεν είναι μάθημα, που το διαβάζουμε μόνο όταν μας το ζητούν. Πάντοτε πρέπει να προσευχόμαστε… Όταν προσεύχεσαι, μιλάς με τον Θεό. Πώς θα Του ζητήσεις κάτι, λοιπόν, αν δεν γνωρίζεις να προσεύχεσαι; Απ’ όλα μας τα έργα η προσευχή είναι το πιο σπουδαίο και το πιο ιερό».
Και αφού νουθέτησε κατάλληλα τα παιδιά, στράφηκε στους γονείς τους:«Να προσέχετε τα παιδιά σας. Να τα συνδέετε με τον Θεό… Αν τα αναθρέψετε “με αγωγή και νουθεσίες σύμφωνες με το θέλημα του Κυρίου” (Εφ. 6:4), και αυτά, μεγαλώνοντας, πάρουν κακό δρόμο, ο Θεός δεν θα σας καταλογίσει ένοχη.
Αν, όμως, δεν τα αναθρέψετε σωστά, θα δώσετε λόγο σ’ Εκείνον για το παραστράτημά τους. Εύκολα ισιώνει κανείς ένα νεαρό δένδρο και δύσκολα ένα γέρικο. Το ίδιο συμβαίνει και με τα παιδιά: Σαν τα δενδράκια, εύκολα μπορεί κανείς να τα στρέφει προς την πλευρά που θέλει, δηλαδή είτε προς το καλό είτε προς το κακό.»
Πολλοί γονείς και κακό παράδειγμα δίνουν στα παιδιά τους και την καλή νουθέτησή τους παραμελούν. Άλλοι, πάλι, δεν τους δίνουν κακό παράδειγμα, αλλά και στο καλό δεν τα παρακινούν. Οι παιδικές ψυχές, καθώς είναι εύπλαστες και καθαρές, τα δέχονται όλα εύκολα και γρήγορα. Μην παύετε, λοιπόν, να τις διαπλάσσετε χριστιανικά, για να μην ντροπιαστείτε και να μην πικραθείτε σ’ αυτή τη ζωή, αλλά και για να μην κατακριθείτε στην άλλη…
Αν προσεύχονταν οι γονείς, θα μάθαιναν να προσεύχονται και τα παιδιά. Φοβηθείτε τον Θεό. “Ολα να τα αρχίζετε και όλα να τα τελειώνετε με προσευχή. Να ζείτε σύμφωνα με το άγιο θέλημα του Κυρίου, που αποκαλύπτεται στο ιερό Ευαγγέλιο.
"Αν θελήσετε να γίνετε πραγματικοί χριστιανοί, θα βρίσκετε χρόνο να διαβάζετε το Ευαγγέλιο, για να μαθαίνετε τον νόμο του Θεού. Τότε επάξια θα λέγεστε χριστιανοί και επάξια θα φοράτε τον σταυρό του Χριστού".

Πηγή: Ηγουμένου Δαμασκηνού (Ορλόφσκι), «Ιερομάρτυς Ανδρόνικος, αρχιεπίσκοπος Πέρμ (1870-1918) – Ένας ασυμβίβαστος Ιεράρχης», Ιερά Μονή Παρακλείτου, Ωρωπός Αττικής 2011.

Το στάδιο των αρετών ηνέωκται

«Το στάδιο των αρετών ηνέωκται…»[1]

  




  Η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι για την ορθόδοξη λατρευτική ζωή, κορυφαία περίοδος του ετήσιου λειτουργικού κύκλου. Με μακρές και κατανυκτικές ακολουθίες η Εκκλησία επιδιώκει να επιτύχει στους πιστούς, την μυστική βίωση και προσέγγιση των σωτηριωδών γεγονότων του Σταυρού και της Ανάστασης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Για το λόγο αυτό, το λειτουργικό ήθος και ο χαρακτήρας των ύμνων της περιόδου αυτής αποτυπώνουν το ιδιαίτερο βίωμα της χαρμολύπης[2]. Επίσης, το περιεχόμενο των ύμνων με τα υψηλά θεολογικά νοήματα, το εύρυθμον και σύντονον του μέλους, δημιουργεί κατάλληλες προϋποθέσεις για ουσιαστική, κατανυκτική και ευσυνείδητη συμμετοχή στις ακολουθίες. Το στάδιο των αρετών άνοιξε, όσοι θέλουν μπορούν να αγωνιστούν τον καλό αγώνα την Μ. Τεσσαρακοστή. Αυτοί που θέλουν αγωνίζονται στην Εκκλησία ελεύθερα, μας λέει το τροπάριο της Μ. Τεσσαρακοστής, διότι ο Χριστός είπε: «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι»[3].
  Η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι ως περίοδος προετοιμασίας και μετανοίας φωνή της συνειδήσεώς μας, η οποία, εσωτερική και ανέκφραστη, είναι προσωπική κρίση. Είναι περίοδος περισυλλογής, προσευχής, νηστείας και μετάνοιας. Αυτή η ευλογημένη περίοδος της Σαρακοστής, μας προετοιμάζει να βιώσουμε με τον Χριστό το Πάθος Του και τέλος να αξιωθούμε να δούμε την Ανάστασή Του όπως ψάλλουμε «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι...». Θα δούμε την Ανάσταση του Χριστού μέσα από την δική μας ανάσταση, την «ανάσταση» της ψυχής, την «ανάσταση» από την αμαρτία στην αγιότητα, μέσω της μετάνοιας.
  Η νηστεία έχει διττό χαρακτήρα. Πρώτον συνίσταται στην σωματική νηστεία, η οποία είναι η αποχή ορισμένων (αρτύσιμων) τροφών, και δεύτερον, στην πνευματική νηστεία, η οποία είναι η "αλλοτρίωσις των κακών" κατά τους αγίους Πατέρες. Είναι η αποχή από την αμαρτία, αποχή από τον κακό εαυτό μας, αποχή από τα πάθη και των εμπαθών επιθυμιών. Η νηστεία χαρακτηρίζεται από τον Μέγα Βασίλειο «παθοκτόνος», δηλ. νέκρωση των παθών και όχι «σωματοκτόνος». Η νηστεία απαλλάσσει από δύο βάρη, την γαστριμαργία και από τα πάθη. Η νηστεία έχει δοθεί ανέκαθεν από τον Θεό. Στον Αδάμ την έδωσε ο Θεός για να εξασκείται η θέλησή του, η ελεύθερη βούληση (αυτεξούσιο).  
  Η αγία Τεσσαρακοστή είναι μία μίμηση της ζωής του Χριστού. Ο Ιησούς, μετά την Βάπτισή Του πήγε στην έρημο και εκεί, «νηστεύσας ημέρας τεσσαράκοντα και νύκτας τεσσαράκοντα ύστερον επείνασεν»[4]. Ο Χριστός ήταν τέλειος άνθρωπος, όπως και τέλειος Θεός και, μέσα Του δεν είχε την αμαρτητική φορά, αλλά χρειαζόταν να μας δώσει τύπο ζωής και πολιτείας εδώ στη γή. Έπρεπε να έχουμε μία εικόνα ασκήσεως μπροστά μας, για να επιτύχουμε του σκοπού μας, που είναι η ένωσή μας με τον Θεό και ο αγιασμός. Κατά την περίοδο αυτή δέχθηκε ο Χριστός και τους πειρασμούς[5] του διαβόλου και, κατά την διάρκεια των πειρασμών Του «άγγελοι διηκόνουν αυτώ»[6]. Ο Χριστός «εκπαιδεύθηκε», τρόπον τινά, στους πειρασμούς με την νηστεία και σε όλους τους πειρασμούς βγήκε νικητής. Το ίδιο βγαίνει νικητής και ο πιστός, ο οποίος αγωνίζεται με την βοήθεια και την χάρη του Χριστού κατά των πειρασμών. Χρειαζόμαστε εκπαίδευση. Η περίοδος της νηστείας, ιδιαίτερα την Μ. Τεσσαρακοστή, είναι μία πνευματική εκπαίδευση του χριστιανού. Μαθαίνει να αγωνίζεται κατά των παθών. Ο Κύριος μας έδειξε τον τρόπο, αφού πρώτα αυτός, ως άνθρωπος, πειράσθηκε από τον πονηρό και τους πειρασμούς του.
  Γιατί παραχωρεί τους πειρασμούς ο Θεός στον άνθρωπο; Για να πληροφορείται ότι είναι ανώτερος απ’ αυτούς. Για να ταπεινώνεται. Για να ασκηθεί και να επιλέξει με ελεύθερη βούληση το καλό και την αγάπη του Θεού. Για να λάβει σαφή πείρα της δωρεάς του Θεού. Άγγελοι Κυρίου στηρίζουν και ενδυναμώνουν την πίστη στον αγώνα τους αγωνιστές. Επίσης, ο διάβολος πείραξε τον Χριστό κατά την περίοδο της νηστείας, όχι μόνο με τον τρόπο αλλά και με τον τόπο. Η μοναξιά και η απομόνωση είναι πολλές φορές όπλα του διαβόλου. Παράδειγμα η Εύα, την οποία πείραξε ο «όφις», όταν ήταν χωρισμένη από τον Αδάμ. Η απομόνωση μερικές φορές, φέρνει την απελπισία, την μονοτονία, την ακηδία (τεμπελιά) και την πείνα. Τότε ο πονηρός παίρνει θάρρος να μας πολεμήσει με πειρασμούς και επιτίθενται εναντίον μας. «Όταν όμως μας δει με τους άλλους αδελφούς μαζί, σεγκεκροτημένους και συγκεντρωμένους, δεν έχει το θάρρος να μας κάνει μεγάλη ζημιά», λέει ο ιερός Χρυσόστομος. Γι’ αυτό να συχνάζουμε και να συμμετέχουμε στην Εκκλησία, στις ιερές και κατανυκτικές ακολουθίες της Μ. Τεσσαρακοστής, ώστε όλοι μαζί να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον και να ενθαρρυνόμαστε, πως στον αγώνα μας δεν είμαστε μόνοι αλλά μαζί μας είναι όλη η Εκκλησία. Επίσης, τονίζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος πως, δεν είναι μεγάλο κατόρθωμα να διέλθουμε τις ημέρες απλώς της νηστείας, αλλά σημασία έχει να διορθώσουμε κάτι από τα ελαττώματά μας και να «πλυθούμε» (διά της μετανοίας) από τα αμαρτήματά μας, «εί διωρθώσαμέν τι των ημετέρων ελαττωμάτων, εί τα αμαρτήματα απενιψάμεθα». Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει, πως η νηστεία είναι και καθάρσιο του εαυτού μας. Ο χριστιανός επιτυγχάνει τη «συννέκρωση» με τον Χριστό, συμμετέχει στη νέκρωση του Χριστού και τα άγια Πάθη Του με την άσκηση μέσα στην Εκκλησία. Όπως ο Κύριος νεκρώνει την σάρκα Του για την σωτηρία του κόσμου, έτσι και οι χριστιανοί νεκρώνουν τα πάθη τους για την δική τους σωτηρία. Ο Χριστός νήστεψε πριν τον πειρασμό, εμείς πριν από το Πάσχα.
  Ο Χριστός μας καλεί να γίνουμε άγιοι, «ότι εγώ», λέει, «άγιος ειμί»[7]. Επιθυμεί ο Κύριος και Πλάστης μας να έχουμε κοινωνία μαζί Του και να γευθούμε την Χάρι Του, να μετάσχουμε δηλαδή της αγιότητάς Του. Η κοινωνία με τον Θεό, είναι ζωή μετάνοιας και αγιότητας, η δε απομάκρυνση απ’ Αυτόν, η αμαρτία, ταυτίζεται κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, με την «κακίαν της καρδίας»[8]. Ο Χριστός δεν είχε την «κακίαν της καρδίας», ούτε πονηριά, διότι δεν είχε αμαρτία. Επειδή ήταν και είναι Θεάνθρωπος. Η αγιότητα, είναι ιδιότητα του Θεού, ο Οποίος είναι ο «προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος», όπως λέμε στην θεία Λειτουργία. Και απαντά το πλήρωμα της Εκκλησίας στην προσφορά ότι, «είς άγιος, είς Κύριος, Ιησούς Χριστός, είς δόξαν Θεού Πατρός», ο «εσθιόμενος  και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων».
  Προϋπόθεση όμως, για να συγχωρήσει τις αμαρτίες μας ο Θεός και να φθάσουμε στην αγιότητα, ιδιαίτερα τώρα που αρχίζουμε τον πνευματικό αγώνα, είναι η συγχώρεση των παραπτωμάτων των αδελφών μας. Στην «επί του όρους ομιλία» Του ο Χριστός λέει: «Εάν δεν συγχωρήσετε τα παραπτώματα των αδελφών σας, ούτε ο ουράνιος Πατέρας θα συγχωρήσει τα δικά σας παραπτώματα»[9]. Εάν εμείς δεν «ξεχρεώνουμε»  τα λίγα σφάλματα των αδελφών μας, ο Θεός θα μας «χρεώσει» τα περισσότερα, τα δικά μας σφάλματα. Όταν έχουμε την καλή διάθεση (προαίρεση) να συγχωρούμε, τότε έρχεται η Χάρις του Θεού. Λέει ένα σοφό ρητό: «Ζωή χωρίς αγάπη (και χωρίς συγχώρεση), είναι δέντρο χωρίς άνθη και καρπούς». Το έργο το πνευματικό γίνεται κρυφά. Κάνε εσύ τον αγώνα σου «έν τω κρυπτώ», με αγάπη, και ο Θεός θα σου το αποδώσει φανερά. Όλα τα πνευματικά ο Θεός τα κάνει κρυφά. Την Ανάσταση του Χριστού την έμαθαν, και βέβαια είδαν τον Χριστό αναστημένο, αλλά κανείς δεν είδε την Ανάσταση εκείνη την στιγμή που έγινε. 
  Στον αγώνα λοιπόν του ανθρώπου να επιτύχει το «καθ’ ομοίωσιν» με τον Θεό, για το οποίο δημιουργήθηκε, δηλαδή την αγιότητα (θέωση), η οποία αποβλέπει αποκλειστικά και μόνο στην σωτηρία του ανθρώπου, η Ορθόδοξη Εκκλησία  «θεοπρεπώς εδογμάτισε» μία περίοδο του έτους, ως περίοδο ιδιαίτερης και εκτενής προσευχής, δέησης και άσκησης, ώστε να κατευναστούν τα πάθη της ψυχής και του σώματος. Είναι η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, την οποία πρέπει να βιώσουμε με προσευχή, νηστεία και μετάνοια[10], ώστε να γευθούμε αληθινά το Πάσχα με όλους τους αγίους, γινόμενοι κι εμείς «άγιοι», διά της ομολογίας ενώπιον Θεού και ανθρώπων ότι είμαστε αμαρτωλοί αλλά μετανοούντες[11]. Πέφτουμε και σηκωνόμαστε, δεν απελπιζόμαστε. Να ομολογήσουμε δηλαδή την ανθρώπινη ατέλεια και αδυναμία μας και την μηδαμινότητά μας ενώπιον του άγιου Θεού. Μετανοώντας και επαναλαμβάνοντας «έν παντί καιρώ και πάση ώρα», αφού έχουμε λάβει  το Άγιο Πνεύμα διά του αγίου βαπτίσματος, ότι «είς άγιος, είς Κύριος, Ιησούς Χριστός, είς δόξαν Θεού Πατρός».
  Ωστόσο, για να μετανοήσουμε, χρειάζεται να έχουμε αυτογνωσία. Δηλαδή, να έχουμε συναίσθηση ότι φταίξαμε απέναντι του Θεού και των ανθρώπων. Βιώνοντας το λάθος μας, αποφασίζουμε να αλλάξουμε τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς. Μετάνοια, έλεγε ο Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός, είναι παύση της αμαρτίας. Ο καρπός της μετάνοιας είναι η ιερά εξομολόγηση και η έλευση της θείας Χάριτος διά μέσω του Ιερέως – Πνευματικού. Όταν αμαρτάνει ο άνθρωπος, υποφέρει όλη η ψυχοσωματική του οντότητα. Νιώθει ο άνθρωπος μοναξιά, δυστυχία. Αποτέλεσμα λοιπόν της αμαρτίας είναι ό, τι νιώθουμε. Επομένως, για να περιοριστεί το κακό, η αμαρτία, χρειάζεται να αλλάξει η εσωτερική μας διάθεση, η προαίρεσή μας κατά τους Πατέρες, να ξαναβρούμε τον στόχο μας και να επιστρέψει η καρδιά, ο νούς και η θέλησή μας στο Θεό. Να ταυτίζεται το θέλημά μας με το θέλημα του Θεού[12]. Κι αυτό, είναι μετάνοια. Η αμαρτία κουράζει, ο Χριστός όμως ξεκουράζει και αναπαύει[13]. Με την μετάνοια ο άνθρωπος, ξαναβρίσκει τον χαμένο του εαυτό (άσωτος) και τη χαμένη κοινωνικότητα, επειδή επανασυνδέεται με την πηγή της ζωής, τον Θεό[14]. Έτσι, πορευόμενοι με την θεία Χάρη, να «πλύνουμε» τις συνειδήσεις «γνώμη αγαθή» διά της μετανοίας, έχοντας την βεβαιότητα ότι οι ουρανοί και η γή και πάντα «τα ορατά και αόρατα», θα καταυγασθούν στο τέλος με το άκτιστο Φώς της Αναστάσεως του Κυρίου.
  Να αγωνιστούμε, λοιπόν, με όλη την ψυχή μας, με αγάπη στο Χριστό, όχι σκυθρωπάζοντες αλλά χαίροντες και αγαλλόμενοι, στο πνευματικό στάδιο των αρετών. Να οπλισθούμε με την λαμπρότητα της αγάπης, την αστραπή της προσευχής και την καθαρότητα της αγνείας. Ακόμη, συμπορευόμενοι με τον Κύριο στα άγια Πάθη Του, προσευχόμενοι σε Αυτόν να μην αδιαφορήσει για μας που κινδυνεύουμε να χωριστούμε απ’ Αυτόν[15], λόγω της αμαρτίας, αλλά να μας αξιώσει να φθάσουμε λαμπροφόροι στην αγία και τριήμερο Ανάστασή Του[16].
  Βλέπουμε πως, η Μεγάλη Τεσσαρακοστή δεν είναι μία περίοδος για να νηστέψουμε μόνο από φαγητά, αλλά για να εξασκούμαστε στην αρετή. Όταν όλα αυτά τα κατορθώσουμε με την Χάρη του Θεού, τότε θα αξιωθούμε να βιώσουμε το Πάσχα με τον Χριστό και διά του Χριστού και, να προσέλθουμε την κύρια ημέρα στην πνευματική τράπεζα, δηλ. στην Θεία Ευχαριστία, προκειμένου να κοινωνήσουμε το άχραντο Σώμα και το τίμιο Αίμα Του. Η προσέλευση στο μυστήριο της ζωής είναι ικανό κίνητρο, για να μας παρακινεί στην πνευματική άσκηση. Με τέτοιες σκέψεις, ας διέλθουμε το «στάδιο των αρετών» της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, για να ωφεληθούμε πολύ, να φθάσουμε στην αγιότητα και «Ανάστασιν Χριστού θεασόμεθα».

Καλή δύναμη στον πνευματικό αγώνα, καλή μετάνοια


Πρεσβύτερος
Γεώργιος Δημητρόπουλος
Πτ. Ανώτατης Εκκλ. Ακαδημίας Αθηνών










[1] Στιχηρόν ιδιόμελον του Τριωδίου, Κυριακή της Τυρινής.
[2] Χαρμολύπη: Ανάμεικτο συναίσθημα χαράς και λύπης. «Αληθινή και όχι ψεύτικη χαρά, νιώθει μόνο όποιος έχει τον Χριστό μέσα του, και είναι ταπεινός, πράος, γεμάτος αγάπη. Αληθινή χαρά έχει μόνο εκείνος που ξαναγεννήθηκε στην αληθινή ζωή του Χριστού. Κι αυτή η αληθινή χαρά βγαίνει από καρδιά που πονά και θλίβεται για τον Χριστό, και βρέχεται από το παρηγορητικό δάκρυ το οποίο δεν το γνωρίζουν οι άλλοι άνθρωποι, κατά τον άγιο λόγο που είπε το στόμα του Κυρίου: «Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. Ε’, 4). Όποιος λυπάται και υποφέρει για τον Χριστό, παίρνει παρηγοριά ουράνια και ειρήνη αθόλωτη. Παράκληση, θα πει παρηγοριά. Γι’ αυτό και το Άγιο Πνεύμα λέγεται Παράκλητος, δηλαδή Παρηγορητής, επειδή όποιος το πάρει, παρηγορείται σε κάθε θλίψη του και βεβαιώνεται και δεν φοβάται τίποτα. Κι αυτή η βεβαιότητα που δέχεται μυστικά, τον κάνει να χαίρεται πνευματικά. Όλα τ’ άλλα που τα λένε χαρές οι άνθρωποι, δεν είναι αληθινές χαρές. Μία είναι η αληθινή χαρά, τούτη η πονεμένη χαρά του Χριστού, που εξαγοράζεται με την θλίψη, γι’ αυτό ο Κύριος την λέει «πεπληρωμένη», δηλ. τέλεια, γεμάτη, αληθινή και σίγουρη. (Ιω. Ιστ’, 25). Και ο άγιος Παύλος στις Επιστολές του λέει πολλά γι’ αυτή την ευλογημένη θλίψη που είναι συμπλεγμένη με την χαρά: «Η λύπη για τον Θεό, λέει, φέρνει αμετάνιωτη μετάνοια για την σωτηρία (δηλ. η λύπη που νιώθει όποιος πιστεύει στον Θεό, κάνει ώστε εκείνος ο άνθρωπος να μετανιώσει και να σωθεί, χωρίς να αλλάξει γνώμη και να γυρίσει πίσω στην αμαρτία), ενώ η λύπη του κόσμου φέρνει τον θάνατο». (Κορ. Β’, ζ’, 10). Γι’ αυτή την πνευματική χαρά που δίνει ο Χριστός σε όσους τον αγαπούν και που βγαίνει από την θλίψη, έγραψαν πολλά και θαυμαστά οι άγιοι Πατέρες. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος τη λέγει Χαροποιόν πένθος και Χαρμολύπη. «Πένθος για τον Θεό, λέει, είναι το να είναι σκυθρωπή η ψυχή σου, και η καρδιά σου να ποθεί να πικραίνεται, και ν’ αποζητά ολοένα αυτό που διψά, και επειδή δεν το βρίσκει, να το κυνηγά με πόνο και να τρέχει ξοπίσω του κλαίγοντας απαρηγόρητα». Και αλλού, «βάστα γερά τη μακάρια τούτη χαρμολύπη και την αγιασμένη κατάνυξη, και μην πάψεις να την εργάζεσαι μέσα σου, ως που να σε κάνει να υψωθείς από τούτον τον κόσμο, και να σε παραστήσει καθαρόν στον Χριστό». Αυτή η ουράνια παρηγοριά, είναι κάποια ανακούφιση και θεϊκή ξαλάφρωση, που παρηγορά την πονεμένη και λυπημένη ψυχή, όπου θλίβεται γιατί χωρίσθηκε από τον Θεό για τις αμαρτίες της. «Κανένα πράγμα δεν ταιριάζει με την ταπεινοφροσύνη, όσο αυτό το χριστιανικό πένθος». «Όποια ενάρετη ζωή κι αν κάνουμε, αν δεν έχουμε καρδιά θλιμμένη και πονεμένη, για μάταιη κι αδιαφόρετη λογαριάζεται», συνεχίζει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Πηγή: Φώτης Κόντογλου, «Η χαρμολύπη, ή το χαροποιόν πένθος». Μυστικά Άνθη και Ελληνική Δημιουργία, τ. 61, σελ. 323-326. Αθήνα 1950.
[3] Μαρκ. 8, 34.
[4]  Ματθ. 4, 2.
[5] Κατά συγκατάβαση (καταδέχθηκε), λένε οι άγιοι Πατέρες, ο Θεάνθρωπος Ιησούς (δέχθηκε) τους πειρασμούς για την σωτηρία του ανθρώπινου γένους. Ο Θεός δεν «πειράζει» αλλά ούτε «πειράζεται». Μόνο «δοκιμάζει» ο Θεός, παιδαγωγικά, από άπειρη αγάπη για την σωτηρία του ανθρώπου.
[6]  Μάρκ. 1, 13.
[7] Α΄ Πετρ. 1, 16.
[8] Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Σχόλια στον ψαλμό οζ’. PG. 913.
[9] Ματθ. 6, 14.
[10] «Δέησιν προσάγοντες και άφεσιν αιτούντες».
[11] «Πίπτοντες και ανιστάμενοι».
[12] Το θέλημα του Θεού είναι απλό: «Πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και είς επίγνωσιν αληθείας ελθείν».
[13] «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Ματθ. 11, 28.
[14] «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΙΑ», Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Αθήνα 2005. Σελ. 135-139.
[15]  «…μη παρίδης ημάς κινδυνεύοντας την απ᾿ Αυτού διάστασιν…», (Δοξαστικό της Σταυροπροσκυνήσεως).
[16] Ποίημα Θεοδώρου, ακολουθία Δευτέρας Α΄ Εβδομάδος Νηστειών.