Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ
Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Η απιστία των παιδιών οφείλεται στους γονείς, Γέροντος Σωφρόνιου του Αγιορείτου





- Τά παιδιά μας ἔγιναν ἀνίκανα γιά τήν πίστη ἐξ αἰτίας τῶν γονέων
- Πώς, ή γιατί συμβαίνουν όλα αυτά;
[...]Επειδή οι γυναίκες της εποχής μας έχασαν την υψηλή αυτή συνείδηση, άρχισαν να γεννούν προπαντός κατά σάρκα. Τα παιδιά μας έγιναν ανίκανα για την πίστη. Συχνά αδυνατούν να πιστέψουν ότι είναι εικόνα του Αιωνίου Θεού. Η μεγαλύτερη αμαρτία στις ήμερες μας έγκειται στο ότι οι άνθρωποι βυθίστηκαν στην απόγνωση και δεν πιστεύουν πια στην Ανάσταση. Ο θάνατος του ανθρώπου εκλαμβάνεται από αυτούς ως τελειωτικός θάνατος, ως εκμηδένιση, ενώ πρέπει να θεωρείται ως στιγμή αλλαγής της μορφής της υπάρξεώς μας ως ημέρα γεννήσεώς μας στην ανώτερη ζωή, σε ολόκληρο πλέον το πλήρωμα της ζωής που ανήκει στο Θεό. Αλήθεια, το Ευαγγέλιο λέει: «Ο πιστεύων εις τον Υιόν έχει ζωήν αιώνιον ο δε απειθών τω Υιώ ουκ όψεται ζωήν» (Ιωάν. 3,36). «Αμήν, αμήν λέγω υμίν ότι… ο πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιωάν. 5,24). «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, εάν τις τον λόγον τον εμόν τηρήση, θάνατον ου μη θεωρήση εις τον αιώνα» (Ιωάν. 8,51). Παρόμοιες λοιπόν εκφράσεις μπορούμε να αναφέρουμε πολλές.Συχνά ακούω από τους ανθρώπους: Πώς ή γιατί συμβαίνουν όλα αυτά;
Γιατί η πλειονότητα των ανθρώπων έχασε την ικανότητα να πιστεύει; Δεν είναι άραγε η νέα απιστία συνέπεια της ευρύτερης μορφώσεως, όταν αυτό που λέει η Γραφή γίνεται μύθος, απραγματοποίητο όνειρο;
Η πίστη, η ικανότητα για την πίστη, δεν εξαρτάται πρωτίστως από τον βαθμό μορφώσεως του ανθρώπου. Πράγματι παρατηρούμε ότι στην εποχή μας, κατά την οποία διαδίδεται η μόρφωση, η πίστη ελαττώνεται, ενώ θα έπρεπε ουσιαστικά να συμβαίνει το αντίθετο όσο δηλαδή πλατύτερες γίνονται οι γνώσεις του ανθρώπου, τόσο περισσότερες αφορμές έχει για να αναγνωρίζει τη μεγάλη σοφία της δημιουργίας του κόσμου. Σε τί λοιπόν συνίσταται η ρίζα της απιστίας;
Πριν απ’ όλα οφείλουμε να πούμε ότι το θέμα αυτό είναι πρωτίστως έργο των γονέων, των πατέρων και των μητέρων. Αν οι γονείς φέρονται προς την πράξη της γεννήσεως του νέου άνθρωπου με σοβαρότητα, με τη συνείδηση ότι το γεννώμενο βρέφος μπορεί να είναι αληθινά «υιός άνθρωπου» κατ’ εικόνα του Υιού του Ανθρώπου, δηλαδή του Χριστού, τότε προετοιμάζονται για την πράξη αυτή όχι όπως συνήθως γίνεται αυτό. Να ένα υπέροχο παράδειγμα ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ προσεύχονταν για πολύ καιρό να τους χαρισθεί τέκνο… Και τί συνέβη λοιπόν; «Ώφθη δε αιτώ (τω Ζαχαρία) άγγελος Κυρίου εστώς εκ δεξιών του θυσιαστηρίου του θυμιάματος. Και εταράχθη Ζαχαρίας ιδών, και φόβος επέπεσεν επ’ αυτόν. Είπε δε προς αυτόν ο άγγελος μη φοβού, Ζαχαρία διότι εισηκούσθη η δέησίς σου, και η γυνή σου Ελισάβετ γεννήσει υιόν σοι, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιωάννην και έσται χαρά σοι και αγγαλίασις, και πολλοί επί τη γεννήσει αυτού χαρήσονται. Έσται γαρ μέγας ενώπιον του Κυρίου… και Πνεύματος Αγίου πλησθήσεται έτι εκ κοιλίας μητρός αυτού, και πολλούς των υιών Ισραήλ επιστρέψει έπι Κύριον τον Θεόν αυτών» (Λουκ. 1,11-16).
Βλέπουμε μάλιστα στη συνέχεια ότι ο Ιωάννης, ευρισκόμενος ακόμη στην κοιλιά της μητέρας του, αναγνώρισε την επίσκεψη της μητέρας του Χριστού, σκίρτησε από χαρά και η χαρά του μεταδόθηκε στη μητέρα του. Τότε εκείνη γέμισε με προφητικό πνεύμα. Άλλο παράδειγμα είναι η προφήτιδα Άννα.
Έτσι και τώρα αν οι πατέρες και οι μητέρες θα γεννούν παιδιά συναισθανόμενοι την άκρα σπουδαιότητα του έργου αυτού, τότε τα παιδιά τους θα γεμίζουν από Πνεύμα Άγιο, ήδη από την κοιλιά της μητέρας και η πίστη στον Θεό, τον Δημιουργό των απάντων, ως προς τον Πατέρα τους, θα γίνει γι’ αυτά φυσική, και καμία επιστήμη δεν θα μπορέσει να κλονίσει την πίστη αυτή, γιατί «το γεννώμενον εκ Πνεύματος πνεύμα έστιν». Η ύπαρξη λοιπόν του Θεού και η εγγύτητά του σε μας είναι για μια τέτοια ψυχή οφθαλμοφανές γεγονός. Και η απιστία των πολυμαθών ή των αμαθών στα μάτια των τέκνων αυτών του Θεού θα είναι απλώς απόδειξη ότι οι άνθρωποι εκείνοι δεν γεννήθηκαν ακόμη Άνωθεν, και ακριβώς εξαιτίας του γεγονό¬τος αυτού δεν πιστεύουν στον Θεό, διότι είναι εξολοκλήρου σάρκα, γεννημένοι από σάρκα.
Εκείνο όμως που αποτελεί πραγματικό πρόβλημα για την Εκκλησία, τον προορισμό της, είναι το πώς να πείσει τους ανθρώπους ότι είναι αληθινά τέκνα και θυγατέρες του αιωνίου Πατρός πώς να δείξει στον κόσμο τη δυνατότητα μιας άλλης ζωής, όμοιας προς τη ζωή του ιδίου του Χριστού, ή τη ζωή των προφητών και των αγίων. Η Εκκλησία οφείλει να φέρει στον κόσμο όχι μόνο την πίστη στην ανάσταση, αλλά και τη βεβαιότητα γι’ αυτήν. Τότε περιττεύει η απαίτηση για οποιεσδήποτε άλλες ηθικιστικές διδασκαλίες.

Απόσπασμα από το βιβλίο του (†)Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, «Το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής», εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2010.


Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

«Τα ανθρώπινα πάθη όχι μόνο συντηρούνται, αλλά εξαγιάζονται»




Γέροντας Χριστόδουλος, Καθηγούμενος Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου

        Δεν αρκεί να εφησυχάζεις, και να λες: «εγώ δεν έχω πειράξει κανένα». Αυτό δεν σε σώζει, δεν σε αναδεικνύει άνθρωπο, ούτε σε φέρνει κοντά στον Χριστό. Το ζητούμενο είναι να πλησιάζεις, να σκύβεις στο πρόβλημα του άλλου, να του προσφέρεις από την δική σου περιουσία, είτε χρήμα είτε χάρισμα είτε χαμόγελο από το περίσσευμα της καρδίας σου. Δεν χρειάζεται πάντα υλικά ο πλησίον σου, κάποτε χρειάζεται τον καλό λόγο, το ειλικρινές ενδιαφέρον, την ευγενική συμπεριφορά. Η υψηλότερη έκφραση της αγάπης είναι ο κόπος και πόνος για την ανάπαυση και αύξηση και προκοπή του αδελφού. Αυτή η αύξηση και προκοπή δεν σημαίνει μόνο κάλυψη υλικών αναγκών, αλλά αύξηση και προκοπή εν Χριστώ. Με το να υπηρετώ την σχέση του με τον Χριστό, γίνομαι μητέρα και πατέρας και αδελφός. Αλλά και σε υλικό επίπεδο, αυτό που περισσεύει από την δική σου άσκηση και εγκράτεια, να μην συσσωρεύεται στις αποθήκες σου -διότι μπορεί και ο φιλάργυρος να κάνει άσκηση από τσιγγουνιά- αλλά να προσφέρεται για τις ανάγκες των δεομένων και αδυνάτων. Έτσι το περίσσευμά σου θα καλύψει το υστέρημα του ελάχιστου αδελφού σου. Αλλά και το προσωπικό σου χάρισμα να διατίθεται στη θεραπεία των αναγκών των άλλων. Ώστε χρήματα και χαρίσματα να μην κατέχονται, αλλά να διανέμονται. Γιατί δεν είναι δικά σου, είναι δώρα του Θεού. Κι αν σου τα δίνει, είναι για να γίνεις πέρα για πέρα άνθρωπος με την μετάδοσή τους.
Αυτή είναι η πρόταση των Αγίων και η ζωή των Αγίων: η αγάπη, η συναλληλία, η φιλανθρωπία, η ευαισθησία για τον πλησίον και για όλη την κτίση. Κατά τον απόστολο Παύλο, κοινωνία σημαίνει μετάδοση. Χωρίς μετάδοση, καμιά κοινωνία μεταξύ μας, καμιά κοινωνία με τους Άγιους. Το προσωπικό αυτό ήθος το συναντάμε μέσα στην ιστορία και σε πολιτικά πρόσωπα. Πρέπει να αναφέρουμε, σαν ένα διαχρονικό μνημείο πολιτικού και κοινωνικού φρονήματος, τον λόγο του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, του φονευθέντος Ιωάννη Καποδίστρια: «Ελπίζω ότι όσοι εξ' υμών συμμετάσχουν εις την Κυβέρνησιν, θέλουν γνωρίσει μετ' εμού, ότι εις τας παρούσας περιπτώσεις, όσοι ευρίσκονται εις δημόσια υπουργήματα, δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγως με τον βαθμόν του υψηλού υπουργήματός των, αλλ’ ότι οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η κυβέρνησις εις την εξουσίαν της». Εν συνεχεία ο αληθινός αυτός Έλληνας, με μια προσωπική δέσμευση, εκφράζει εμπράκτως το ήθος του σεβασμού και της ανιδιοτέλειας. Λέγει λοιπόν: «Εφ’ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου αρκούν διά να ζήσω, αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων, και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν». Το φρόνημα αυτό βέβαια έρχεται σε αντίθεση με την συνήθεια που επικράτησε και καθαγιάσθηκε στη συνέχεια και μέχρι σήμερα.
Σήμερα διαδίδεται παντού το ευαγγέλιο της λεγόμενης "νέας εποχής". Ένας ψευτοανθρωπισμός, που λέει στον καθένα «είσαι Θεός», αλλά στην πραγματικότητα τον υποτάσσει ολοκληρωτικά σε μια παγκόσμια τάξη πραγμάτων, που ανοίγει τον δρόμο για την έλευση ενός άλλου Μεσσία και Σωτήρα. Όμως, το μυστήριο της ανομίας ενεργείται από την στιγμή της έλευσης του Χριστού στον κόσμο. Από την στιγμή που ο Χριστός σαρκώνεται, η νέα εποχή κάνει την αναδίπλωσή της. Το ψευδευαγγέλιο του πονηρού επαναλαμβάνεται. Γι’ αυτό και τα ανθρώπινα πάθη όχι μόνο συντηρούνται, αλλά και εξαγιάζονται. Εμείς όμως δεν γνωρίζουμε νέα εποχή. Γνωρίζουμε την καινή κτίση: είναι ο ίδιος ο Χριστός, οι άγιοί του, οι αρετές, η ελευθερία του Πνεύματος. Αν θέλουμε να πολεμήσουμε το κακό, ας το κάνουμε με το να εφαρμόζουμε το ευαγγέλιο, με το να αγαπάμε τον Θεό και όλη την δημιουργία, με το να καταπολεμούμε τα πάθη μας και να εργαζόμεθα τις αρετές. Μέχρι το τέλος της μικρής εδώ ζωής μας, που θα γίνει ζωή μεγάλη και άφθαρτη. Κι αν επιδιώκουν να μας εξαθλιώσουν, ας γνωρίζουμε ότι κανένας άνθρωπος και κανένας λαός δεν εξαθλιώνεται, αν ζει μέσα στο φως και στον πλούτο του Χριστού.

Πηγή: http://www.pemptousia.gr

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Έθνος, πατρίδα, σημαία…



    Έθνος, πατρίδα, σημαία. Αιώνια ευγνωμοσύνη στις νηπιαγωγούς και στους δασκάλους που μάς φύτεψαν αυτά τα ιδανικά, αυτά τα σύμβολα. Και μπαίνεις στην εφηβεία και αναποδογυρίζουν όλα. Φτάνεις και σε ακρότητες, και όλα σού φταίνε. Και παθιάζεσαι και παρασύρεσαι και έντονα αισθάνεσαι. Και μπαίνεις στα 20 και αγωνίζεσαι. Σπουδές, μέλλον, αποκατάσταση. Η Ελλάδα που αρχίζει και σε πληγώνει. Αρχίζεις και μαθαίνεις το σύστημα. Κατεβαίνεις από τα συννεφάκια. Πολιτικοί, συστημικοί, βολεμένοι. Τσαλαπατούν το έθνος, εκπορνεύουν την πατρίδα, εκμεταλλεύονται τη σημαία. Για να φτιάξουν καριέρα, όνομα, λεφτά. Τι να κάνεις; Σιωπάς. Δεν γίνεται αλλιώς… Και να που είσαι στα 30. Ακούς καθαρότερα τώρα. Το διάγγελμα βγήκε: «Όποιος μιλάει για έθνος, πατρίδα και σημαία είναι φασίστας». Δεν σού φτάνουν οι «πατριδοκάπηλοι», έχεις και τους «μπουρδολόγους». Βούτυρο στο ψωμί όσων ανεγκέφαλων νομίζουν ότι ιερό χρέος του γνησίου Έλληνος είναι να χτυπάει με το κοντάρι της σημαίας όσους δεν ταιριάζουν με τη γνησιότητα. Να μιλήσεις; Να πεις τα αυτονόητα; Κι αν σε πουν οι άλλοι φασίστα; Τι να κάνεις; Σιωπάς. Δεν γίνεται αλλιώς… Μπήκες στα 40 πλέον. Αρκετά έχουν ξεθωριάσει πια. Συνήθισες. Δε λέω, καλά τα ιδανικά και οι αξίες, αλλά πιο βολικός είναι ο πολτός. Πού χρόνος και διάθεση για συναισθηματισμούς... Πάει καιρός από τότε που συγκινήθηκες στη θέα της σημαίας ή στο άκουσμα του Εθνικού Ύμνου. Πάει καιρός από τότε που διάβασες, είδες, άκουσες κάτι για την ιστορία του τόπου σου, για την πατρίδα, για το έθνος. Λογαριασμοί τρέχουν, υποχρεώσεις περισσεύουν, εκκρεμότητες περιμένουν. Τι να κάνεις; Σιωπάς. Δεν γίνεται αλλιώς… Επέτειος 28ης Οκτωβρίου. Σταμάτα για λίγο. Για λίγο μόνο. Κοίτα! Και κάπου εκεί βλέπεις πλέον καθαρά. Βλέπεις πίσω, στον κόσμο της αθωότητας, των οραμάτων, της απλότητας. Βλέπεις εκείνο το πεντάχρονο τσολιαδάκι από το παρελθόν σου, με τρεμάμενο βήμα και χαμηλό βλέμμα να ανεβαίνει πάνω στη μαθητική καρέκλα για να πει το ποίημα. Γιατί βλέπεις λίγο θολά; Δεν είναι τίποτα. Τα δάκρυά σου είναι που ποτίζουν αυτά που σού φύτεψαν οι νηπιαγωγοί και οι δάσκαλοι.
Αχ, πώς θα ήθελες πάλι να πεις:
Πάντα κι ὅπου σ᾿ ἀντικρίζω, μὲ λαχτάρα σταματῶ, ὑπερήφανα δακρύζω, ταπεινὰ σὲ χαιρετῶ. Κι ἀπ᾿ τὰ στήθη μου ἀνεβαίνει μία χαρούμενη φωνή:«Νἆσαι πάντα δοξασμένη, ὦ Σημαία γαλανή!»
Κι ας μην είναι εκεί η μαμά και η γιαγιά να σου δώσουν ένα γλυκό φιλί. Ας μην είναι εκεί ο μπαμπάς και ο παππούς να σου στείλουν ένα ζεστό βλέμμα. Ας μην είναι εκεί η αγαπημένη σου δασκάλα να σου χαϊδέψει τρυφερά τα μαλλιά…
Παναγιώτης Ασημακόπουλος, Θεολόγος καθηγητής



Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ



         



     Ζούμε σ' ένα κόσμο πραγμάτων που αποσπούν την προσοχή μας και μας επιβάλλονται. Δεν είναι ανάγκη εμείς να τα προσέξουμε. Εκείνα από μόνα τους στέκονται μπροστά μας! Τα μη ορατά (θεία) όμως δεν επιβάλλονται μόνα τους, πρέπει εμείς να τα αναζητήσουμε και να τα ανακαλύψουμε. Ο γύρω κόσμος απαιτεί την προσοχή μας, ο Θεός όμως, μας προσκαλεί διακριτικά. Αβίαστα και ελεύθερα! Θυμάμαι κάτι που ένας γέροντας μοναχός μου είπε κάποτε: «Το Άγιο Πνεύμα μοιάζει σαν ένα μεγάλο δισταχτικό πουλί που κατέβηκε κάπου κει κοντά μας. Όταν το βλέπεις να έρχεται πιο κοντά μη κουνιέσαι για να μην το  τρομάξεις. Άφησε το να ‘ρθεί δίπλα σου». Αυτό ίσως μπορεί να μας θυμίσει την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, «εν είδει περιστεράς»[1]. Αυτή η εικόνα ενός πουλιού που κατεβαίνει δισταχτικό και ταυτόχρονα έτοιμο να προσφερθεί, είναι μια βιβλική εικόνα γεμάτη βαθιά νοήματα. Ο Θεός στέκεται μακριά και ταυτόχρονα κοντά στον άνθρωπο με διακριτικότητα. Δεν παραβιάζει την ελευθερία του ανθρώπου, αλλά περιμένει με υπομονή, διάκριση και αγάπη να του ανοίξουμε την καρδιά μας και να μπεί μέσα. Και, τότε, θα δούμε την αγάπη, την παρθενική σεμνότητα, την διακριτικότητα που προσφέρεται, αλλά δεν εξευτελίζεται. Ο Θεός δεν δέχεται μια γλοιώδη, αβασάνιστη σχέση, ούτε επιβάλλει την παρουσία Του, αλλά την προσφέρει (ελεύθερα). Και η προσφορά Του αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή, παρά μόνο με ίσους όρους. Δηλαδή με την αντίστοιχη προσφορά από μέρους μας, μιας ταπεινής, γεμάτης αγάπη καρδιάς. Μιας προσφοράς κι απ' τους δύο που σεμνά και διακριτικά θ' αναζητούν ο ένας τον άλλον με βαθύ και αμοιβαίο σεβασμό και με επίγνωση της αγιότητας και της άφατης ομορφιάς που χαρίζει η αμοιβαία αγάπη. Ο εξωτερικός κόσμος μάς επιβάλλεται. Ό εσωτερικός κόσμος (της καρδιάς) μπορεί να γίνεται αντιληπτός, αλλά δεν εκλιπαρεί την προσοχή μας: πρέπει να προχωρούμε σιγά και προσεκτικά. Να καιροφυλαχτούμε για τον εσωτερικό μας κόσμο, σαν τον θαυμαστή των πουλιών που για να τα παρατηρήσει παίρνει μια θέση στο δάσος ή στους αγρούς και κάθεται σιωπηλός, αλλά γεμάτος ένταση. Στέκει ακίνητος, αλ' όμως άγρυπνος και παρατηρητικός. Αυτή την ένταση της προσοχής που μας επιτρέπει ν' αντιληφθούμε όσα αλλιώτικα μας διαφεύγουν, την αποδίδουν τα λόγια αυτού του παιδικού τραγουδιού: "Μια γέρικη σοφή κουκουβάγια ζούσε σε μια βελανιδιά. Όσο έβλεπε περισσότερο, τόσο μιλούσε λιγότερο. Κι όσο μιλούσε λιγότερο, τόσο άκουγε περισσότερο". Να μοιάζαμε και μείς της γέρικης της κουκουβάγιας της σοφής!

Τυφλωμένοι από τον κόσμο των γύρω πραγμάτων, ξεχνάμε ότι αυτός δεν φτάνει το βάθος στο οποίο ο άνθρωπος είναι ικανός να διεισδύσει. Όταν αναλογιζόμαστε τον εαυτό μας μέσα στο σύμπαν που συνεχώς απλώνεται — αμέτρητα μεγάλο ή άπειρα μικρό — τον βλέπουμε σαν έναν κόκκο σκόνης παροδικό, εύθραυστο και χωρίς σημασία. Αλλά όταν στραφούμε προς τα μέσα μας, ανακαλύπτουμε ότι τίποτε σ' αυτή την απεραντοσύνη δεν είναι αρκετά μεγάλο για να μας γεμίσει εντελώς. Όλη η δημιουργία είναι σαν ένας κόκκος άμμου στα βάθη του "είναι" μας. Είμαστε απέραντα μεγάλοι για να μας γεμίσει ή να μας ικανοποιήσει ο κόσμος αυτός. Μόνο ο Θεός που μας έπλασε για να γίνουμε «κοινωνοί θείας φύσεως»[2], όπως λέει ο απ. Πέτρος, μπορεί να μας γεμίσει. Να μας πληρώσει με την Ζωή Του και την Αγάπη Του. Ο υλικός κόσμος έχει αδιαφάνεια, πυκνότητα, βάρος και όγκο, αλλά δεν έχει βάθος. Μπορούμε να διεισδύσουμε στην καρδιά των πραγμάτων και όταν φτάσουμε στο πιο βαθύ σημείο τους — που είναι το τελικό σημείο — δεν βρίσκουμε δρόμο προς το άπειρο. Η Αγία Γραφή, όμως, μιλάει για το βάθος της ανθρώπινης καρδιάς, (το κέντρο της ψυχής, κατά τους αγίους Πατέρες). Πρόκειται για ένα βάθος που είναι αμέτρητο από την φύση του. Είναι απέραντο και ξεπερνάει κάθε όριο μέτρησης. Το βάθος αυτό είναι ριζωμένο στην απεραντοσύνη του ίδιου του Θεού, διότι προερχόμαστε από τον Θεό. Πότε άραγε μπορούμε να αρχίσουμε την έρευνα για να γνωρίσουμε μέχρι ποιο σημείο είμαστε τυφλοί, τυφλωμένοι δηλαδή από τα ορατά που μας εμποδίζουν να συλλάβουμε τ' αόρατα; Μόνο όταν καταλάβουμε την διαφορά ανάμεσα σε μια παρουσία που επιβάλλεται (κοσμική) και σε μια άλλη (θεϊκή παρουσία) που πρέπει να την αναζητήσουμε, επειδή τη νιώσαμε στην καρδιά μας. Ακόμα, όταν καταλάβουμε την διαφορά ανάμεσα στο βάρος, την αδιαφάνεια και την πυκνότητα των αντικειμένων του κόσμου γύρω μας, και στο ανθρώπινο βάθος (ψυχή-καρδιά) που μόνο ο ίδιος ο Θεός μπορεί να γεμίσει, διότι, «της μεγαλωσύνης αυτού ούκ έστι πέρας»[3]. Δεν υπάρχει όριο στη μεγαλοσύνη του Θεού, στο ύψος Του, στην αγαθότητά Του. Επομένως, και η πρόνοια, και η αγάπη και η χάρις του Θεού, κατά τον Ψαλμωδό, είναι κι αυτή ασύλληπτη, άπειρη. Ο Θεός δεν κωφεύει στις προσευχές μας, αλλά εμείς είμαστε συχνά ανίκανοι να εννοήσουμε την σιωπή του Θεού σαν απάντηση στις κραυγές μας. Αν αναγνωρίζαμε ότι βρισκόμαστε έξω από μια κλειστή πόρτα, τότε θα ήταν δυνατό να μετρήσουμε την ανθρώπινη μοναξιά καθώς επίσης και το πόσο απέχουμε ακόμα από τη χαρά για την οποία έχουμε κληθεί, πόσο μακριά είμαστε από την πληρότητα που μας προσφέρει ο Θεός. Ταυτόχρονα θα μπορούσαμε να εκτιμήσουμε – και αυτό είναι πολύ σπουδαίο – πόσο πλούσιοι είμαστε παρά την απέραντη φτώχια μας. Γνωρίζουμε τόσο λίγο τον Θεό, ζούμε τόσο ελάχιστα "εν Χριστώ" και όμως, τι πλούτος υπάρχει για μας σ' αυτή τη σπίθα της θείας παρουσίας, της γνώσης, της επι-κοινωνίας! Αυτή η σπίθα που λάμπει στο βαθύ πνευματικό σκοτάδι στο οποίο βρισκόμαστε. Γιατί αυτή η σπίθα της παρουσίας του Θεού, στο σκοτάδι είναι τόσο πλούσια σε φως, στην απουσία είναι τόσο πλούσια σε παρουσία, στην ζωή που χαράζει είναι τόσο γεμάτη με ελπίδα, με απέραντη χαρά· τότε μπορούμε να στεκόμαστε μπροστά σ' αυτή την κλειστή πόρτα έχοντας τη γλυκιά προσδοκία ότι μια μέρα θ' ανοίξει! Και όταν ανοίξει θα γνωρίσουμε μια τέτοια έκρηξη (θεϊκής) ζωής, που όμοιά της δεν μπορεί σήμερα να χωρέσει μέσα μας![4].

Ο Θεός προαιωνίως θέλησε να φέρει στην ύπαρξη τον κάθε άνθρωπο· το θέλησε ελεύθερα και από αγαθότητα ανεξιχνίαστη· με προορισμό, αν ανταποκριθεί ελεύθερα ο άνθρωπος, να τον καταστήσει κοινωνό της Βασιλείας Του[5], να τον αναδείξει θεό κατά Χάριν. Δικαιώνεται, απόλυτα, ο λόγος του σπουδαίου Ρουμάνου ποιητή Ντανιέλ Τουρτσέα: Εκείνους, που κανείς δεν αγαπά, με ταπεινή αγάπη Εσύ (Θεέ) τους αγάπησες…![6] Ο Χριστός μάς αποκαλύπτει στην Εκκλησία το μεγάλο μυστήριο που τελείται μέσα στην ψυχή του ανθρώπου, όταν αυτή γίνεται κοινωνός της Βασιλείας των Ουρανών. Επομένως, στο σύντομο πέρασμα του ανθρώπου από την γή, όλα υπηρετούν αυτό τον μεγαλειώδη σκοπό· του αγιασμού και της θέωσής του διά της θείας Χάριτος. Ο άνθρωπος είναι μικρός και ταυτόχρονα μεγάλος, όπως το λέει ο προφήτης Δαβίδ: «βραχύ τι παρ’ αγγέλους ηλαττωμένος»[7] είναι και «ωσεί χόρτος έχων τας ημέρας αυτού»[8], διότι «έν τιμή ών, ού συνήκεν, παρά συνεβλήθη τοις κτήνεσιν τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς»[9]. Ο άνθρωπος είναι μικρός και μεγάλος ταυτόχρονα. Ενώ είναι πλασμένος λίγο πιο κάτω από τους ασώματους αγγέλους, ταυτόχρονα προικισμένος με την εικόνα του Θεού, είναι στεφανωμένος με δόξα και τιμή, αλλά είναι και οι μέρες του σαν το χορτάρι που ανθίζει για λίγο, διότι, ενώ έχει τόσο μεγάλη αξία, αφού δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα» και «καθ’ ομοίωσιν» Θεού[10], δεν το κατάλαβε αυτό. Ξέπεσε και εξίσωσε τον εαυτό του με τα ζώα, που δεν έχουν λογικό όπως ο άνθρωπος, κι έγινε όμοιος με αυτά, ζώντας και πεθαίνοντας σαν κτήνος. Ενώ πρέπει να λέει με το στόμα του προφητάνακτος Δαβίδ: «Ετοίμη η καρδία μου, ο Θεός, ετοίμη η καρδία μου»[11]. Είναι μακάριος όποιος μπο­ρεί να πει αυτά τα λόγια στον Θεό! Είναι ευτυχισμένος εκείνος που η καρδιά του είναι εντελώς έτοιμη, να ακολουθήσει το θέλημα του Θεού! Είναι ευτυχισμένος εκείνος που είναι ακλόνητη η καρδιά του και στηριγμένη ασάλευτα πάνω στον Θεό. «Έτοιμη καρδία» σημαίνει: καρδιά καθαρή από την υπερηφάνεια, ταπεινωμένη μπροστά στη μεγαλειώδη δύναμη και σοφία του Θεού. «Έτοιμη καρδία» σημαίνει, καρδιά που έχει αδειάσει απ’ όλες τις κοσμικές επιθυμίες και είναι στραμμένη μόνο προς τον Θεό και στην αγάπη προς Αυτόν. «Έτοιμη καρδία» σημαίνει, καρδιά θεραπευμένη από κάθε ανησυχία, φόβο και βιο­τική μέριμνα, καθησυχασμένη και ενδυναμωμένη από την παρουσία της Χάριτος του Θεού. Οι άγιοι που βίωσαν αυτή την παρουσία, όσο περισσότερο προσεύχονταν στον Θεό και ενώνονταν με Αυτόν μέσω της προσευχής, τόσο πιο πολύ έβλεπαν και ένιωθαν την ζωντανή παρουσία Του, γεύονταν στη ζωή τους την θεία Χάρη Του, γι' αυτό και σιωπούσαν, βλέποντας ταυτόχρονα το πνευματικό σκότος της ψυχής τους· μένοντας έκθαμβοι μπροστά στο Μυστήριο! Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα της παρουσίας του Θεού. Στα ιερά βάθη της καρδιάς, η Χάρις του Θεού θερμαίνει πνευματικά το αίσθημα του ανθρώπου, τον αλλοιώνει και τον αγιάζει! Άρα, είναι ο άνθρωπος βαθύς και ευρύς ταυτόχρονα. Είναι μυστήριο ανεξιχνίαστο ο ίδιος, αλλά και χωρητικός όλων. Γι’ αυτό και κατανοεί τις αδυναμίες των άλλων και τις δυνατότητες τις δικές του. Η ζωή του έχει αλήθεια, αγάπη, έχει την ελευθερία του να δέχεται και την ελευθερία του να προσφέρεται. Γι’ αυτό και είναι πολύ φιλάνθρωπος και κοινωνικός. Δεν σώζεται μόνος, κοινωνεί την σωτηρία. Μπορεί να κενώνεται από τον εγωϊσμό του, γι’ αυτό και να ενώνεται με τον Θεό και τους αδελφούς του. «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις Αυτού»[12]. Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστος ο Θεός για την προστασία και την Χάρη, που χαρίζει στους αγίους Του! Η αγιότητα είναι η απόδειξη της γνησιότητας της Εκκλησίας. Είναι η δικαίωση της ύπαρξής της[13]. Οι άγιοι, λοιπόν, είναι οι εκλαμπρυσμένοι άνθρωποι, οι φωτεινοί· οι φωτεινοί οδοδείκτες που οδηγούν τους ανθρώπους στον Χριστό. Διότι, όπως διατείνεται ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: «Η Εκκλησία είναι ένα εργαστήριο αγιοποιήσεως». Κατά τους θεολόγους και αγίους πατέρες, η θεοπνευστία, η έμπνευση, το χάρισμα, η πείρα, η προφητεία, η όραση, η θεοπτία· όλα αυτά είναι ο δρόμος της αγιότητας. Τα πραγματώνουν οι χαρισματικοί φωτοδότες που διαχέουν το φώς σε όλο το σώμα της κοινότητας, που ζεί στο κλίμα των μυστηριακών και λατρευτικών πράξεων[14]. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Η Εκκλησία είναι κοινωνία θεώσεως»[15]. Επομένως, το μεγαλείο του «καινού» (εν Χριστώ) ανθρώπου είναι το αυθεντικό βίωμα της Χάριτος του Θεού το οποίο χρειαζόμαστε, όπως και ο κάθε χριστιανός στην ιστορία της Εκκλησίας. Απλά στις μέρες μας, η δυσκολία να το αποκτήσουμε φαντάζει μεγαλύτερη. Αυτό το βίωμα απεργάζεται το μεγαλείο του «καινού» ανθρώπου, αυτού δηλαδή που έχει μετέλθει σε μία κατάσταση που παραμένοντας άνθρωπος δεν είναι… άνθρωπος. Είναι θεοειδής, θεόμορφος, θεανθρώπινος άνθρωπος. Ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός, ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. «Οι ενάρετοι (άγιοι) ανα-γνωρίζουν τον Θεό, και όχι οι έξυπνοι, οι αμαρτωλοί και ασεβείς»[16]. Επομένως, αυθεντικός είναι αυτός στον οποίο μπορεί να αποκαλύπτεται ο Θεός. Αυθεντικός είναι ο άγιος, ο εν Χριστώ άνθρωπος. Αυτός που (ανα)γνωρίζει τον Θεό. Κατά συνέπεια, έχουμε ανάγκη και από τον Θεό και από τους αγίους ανθρώπους, που είναι οι μάρτυρες της παρουσίας του Θεού μέσα στη ζωή μας, μέσα στο χρόνο, στο χώρο και στην ιστορία. Συνεπώς, η Εκκλησία μάς καλεί να γνωρίσουμε το «είναι» μας, την ύπαρξή μας, το βάθος της καρδίας (ψυχής) μας, να συναντήσουμε την αρχή μας ως ανθρώπων, ως προσώπων, ως χριστιανών, να ξαναγίνουμε ακατέργαστοι σαν τους πρωτοπλάστους, αθώοι σαν τα μικρά παιδιά και αυθόρμητοι σαν τους μαθητές του Χριστού[17]. Καλούμαστε για την αγιότητα και την θέωση. Τον μεγαλειώδη και ύψιστο σκοπό της ύπαρξής μας για τον οποίο πλασθήκαμε «κατ’ εικόνα» και «καθ’ ομοίωσιν» Θεού.




[1] Βλ. Μτθ. 3, 13-17. Μκ. 1, 9-11. Λκ. 3, 21-22. Πράξ. 2, 1-13.
[2] Β’ Πέτρ. 1, 4.
[3] Ψλμ. 144, 3.
[4] Μητροπολίτη Σουρόζ Anthony Bloom, Πορεία και συνάντηση, μτφ. Ελένη Γκανούρη, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1998.
[5] Βλ. Θ’ Ωδή, β’ Ήχου, Παρακλητική. Πρβλ. Μρκ. 10, 35-45. Βλ. Θεοφύλακτου Βουλγαρίας, Ερμηνεία είς τα τέσσαρα ιερά Ευαγγέλια, Λιψία 1761 (αψξά), σελ. 86.
[6] Πρβλ. Ιω. 3, 16. «Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε έδωσε τον Μονογενή Του Υιό, έτσι ώστε όποιος πιστεύει σ΄ Αυτόν να μην χαθεί, αλλά να έχει ζωή αιώνιο».
[7] Ψλμ. 8, 6.
[8] Ψλμ. 102, 15.
[9] Ψλμ. 48, 13.
[10] Γέν. 1, 26.
[11] Ψλμ. 56, 8.
[12] Ψλμ. 67, 36.
[13] Ιγνατίου Μητρ. Κεντρώας Αφρικής, Η αγία Παρασκευή, εκδ. «Ο Σωτήρ», Αθήναι 2005, σελ. 70-75.
[14] Νίκου Ματσούκα, Ιστορία της Βυζαντινής Φιλοσοφίας, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 42.
[15] Γρηγορίου Παλαμά, Αποδεικτικός λόγος, 2, 78.
[16] Ωσηέ 5, 4.
[17] Αρχιμ. Νικόλαου Χατζηνικολάου, (νύν Μητροπολίτη Μεσογαίας),  Ὁμιλία στὸν Τομέα Ἐπιστημόνων τοῦ Συλ. ἱεραπ. Δράσης Ὁ Μ. Βασίλειος, 12-10-2003. Περιοδικό Ἡ δράσις μας, τ. 416-7, ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕΘΟΡΙΟΣ, εκδ. ΕΝ ΠΛΩ, Αθήνα 2005.

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΜΗΝΥΜΑ 2017




ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΜΗΝΥΜΑ 2017
    

   Η περίοδος πριν το Πάσχα, με την κορύφωση της Μεγάλης Εβδομάδας και της Αναστάσεως του Χριστού, είναι ιδιαίτερα φορτισμένη από ευκαιρίες πνευματικού προβληματισμού, προσεγγίσεως του Θεού, προσευχής και αποφάσεων μετάνοιας… κι αυτό αφορά όλους τους χριστιανούς και ιδιαίτερα όσους το κάνουν έργο να βιώσουν συνειδητά την πνευματική ένταση της περιόδου, με την κατάλληλη πνευματική προετοιμασία. Αν ανοίξουμε ειλικρινά την καρδιά μας στη συγγνώμη που ανέτειλε από τον Τάφο Του, αν αφήσουμε να την πλημμυρίσει το Φώς της Αναστάσεως, αν προσκυνήσουμε την παρουσία του Αναστάντος, θα δεχθούμε κι εμείς τη δύναμη της Αναστάσεως. Τότε και μόνο τότε θα καταλάβουμε το νόημα του Σταυρού και θα μπορέσουμε να διεισδύσουμε, όσο ανθρωπίνως γίνεται, στο Μυστήριο του Πάθους. Καθότι, η ανάσταση του Χριστού θα ήταν για μας χωρίς σημασία, αν το φώς του Χριστού δεν καταύγαζε ταυτοχρόνως και το εσωτερικό μας σκότος. Δεν μπορούμε να γιορτάσουμε επάξια την Ανάσταση του Χριστού, αν μέσα στη ψυχή μας το φώς που έφερε ο Σωτήρας μας δεν νικήσει εντελώς το σκοτάδι των αμαρτιών μας. Ωστόσο, παρά την ελάχιστη ενδεχομένως ετοιμασία μας, παρά το ότι δεν είμαστε καθαροί, ο Ιησούς μας προσκαλεί να εισέλθουμε στην Πασχάλια χαρά. Στην χαρά της Αναστάσεως.
     Στη μεγάλη γιορτή της Αναστάσεως, η Εκκλησία μας ξαναφέρνει ολοζώντανα, με όλη τη λαμπρότητα και την ένταση της λατρείας της, τη μεγαλειώδη αλήθεια: Χριστός Ανέστη! Για να μας καλέσει να απαντήσουμε, όχι μόνο με το στόμα μας αλλά με την καρδιά, με την βούλησή μας: Αληθώς Ανέστη! Και ταπεινά να δεηθούμε: «πρόσθεσέ μας, Κύριε, πίστη στην Ανάστασή Σου». Για να χαρούμε την υπέρβαση του αδιεξόδου του θανάτου. Για να απορροφήσουμε κάτι από το ανέσπερο φώς αλήθειας και ελπίδας που έφερες στην ανθρωπότητα. Για να νιώσουμε κάτι από την ανεξάντλητη μεταμορφωτική δύναμή της. Ως εκ τούτου, το Πάσχα είναι μια έντονη κλήση για αφύπνιση· για να ανθίσει και πάλι και να καρποφορήσει η αναστάσιμη πίστη μας. Για να συντονισθούμε εκ νέου στον ορθόδοξο ρυθμό της πνευματικής ζωής, να ξαναβρούμε το αναστάσιμο ήθος. Όλα βρίσκουν νόημα και λύση μέσα στο φώς και την χαρά της Αναστάσεως του Χριστού, ο Οποίος είναι ο Νικητής του θανάτου, η ζωή του κόσμου. Η εμπιστοσύνη και η αγάπη μας στον αναστάντα Κύριο, γεμίζουν την ύπαρξή μας, για την κατανόηση και αντιμετώπιση των δύο μεγάλων υπαρξιακών ζητημάτων: του θανάτου και της ζωής. Διότι: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».
     Επομένως, η Εκκλησία μας παρουσιάζει το μυστήριο της χριστιανικής μας πίστης, ως μυστήριο του φωτός. «Δεύτε λάβετε φώς εκ του ανεσπέρου φωτός, και δοξάσατε Χριστόν τον Αναστάντα εκ νεκρών»! Εκείνο το Φώς, δηλ. ο Χριστός, του οποίου τη γέννηση υπέδειξε το άστρο της Βηθλεέμ, έλαμψε ανάμεσά μας με μια λάμψη διαρκώς αυξανόμενη· το σκότος (αμαρτία) του Γολγοθά δεν μπόρεσε να σβήσει το φώς. Ξαναφέγγει τώρα ανάμεσά μας, και όλα αυτά τα αναμμένα κεριά που κρατούν στα χέρια τους οι πιστοί, μαρτυρούν το θρίαμβο του φωτός. Μαρτυρούν την Ανάσταση του Χριστού και, με αυτό τον τρόπο, δηλώνεται η βαθιά πνευματική σημασία του Πάσχα, που είναι το πέρασμα από τον πόνο των Παθών στην Ανάσταση των ψυχών… ένα διαρκές πέρασμα, από τα επίγεια προς τα ουράνια και αιώνια!

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ, ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΕΣΑ ΜΑΣ

Πρεσβύτερος
Γεώργιος Δημητρόπουλος

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΧΡΙΣΤΌΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ



«Όταν έρχεται ο παππούλης με τον Χριστό, τον βλέπω στις σκάλες πού ανεβαίνει και δίπλα του υπάρχουν δυο ψηλοί, όμορφοι άνθρωποι με ολόασπρη στολή πού γέρνουν προς το Άγιο Ποτήριο και με ανοιχτά τα χέρια τους το προστατεύουν»

       Τόν Σεπτέμβριο κάποιου έτους στο ογκολογικό τμήμα του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Ρίου επικρατεί μεγάλη αναστάτωση. Ο μικρός Δημητράκης ζητούσε επειγόντως τον ιερέα του Νοσοκομείου. Ήθελε οπωσδήποτε να κοινωνήση. Ήταν 13 ετών. Ενάμιση περίπου χρόνο βρισκόταν στην συγκεκριμένη κλινική. Ένας μικρός πονοκέφαλος τον ώδήγησε εκεί. Οι γιατροί διέγνωσαν καρκίνο του εγκεφάλου. Η καταγωγή του ήταν από το Φίερι της Αλβανίας. Οι γονείς του αβάπτιστοι. Έμεναν αρκετά χρόνια στην Πάτρα. Αυτός, λίγο μετά την είσοδό του στο Νοσοκομείο, θέλησε να βαπτιστή. Άκουγε για τον Χριστό και ήθελε να γίνη «παιδί» Του. Βαπτίστηκε «εις το όνομα του Πατρός και του Υϊού και του Αγίου Πνεύματος», κατόπιν κατηχήσεως βέβαια. Όλοι τον αγαπούσαν πολύ στην κλινική. Ο καρκίνος είχε προχωρήσει αρκετά και ήδη του είχε στερήσει την όραση. Δεν έβλεπε καθόλου, τίποτε και κανέναν. Άκουγε όμως με μεγάλη και θαυμαστή υπομονή. Δεν παραπονιόταν. Έλεγε ότι ο Θεός τον αγαπά πολύ. Προσευχόταν και παρακαλούσε και τους γονείς του να κάνουν το ίδιο.
Όσοι τον επισκέπτονταν καταλάβαιναν να υπάρχη κάτι διαφορετικό σ΄ αυτό το παιδί. Μιλούσε συνέχεια για τον Θεό. Ήταν πάντα ευγενικό και χαρούμενο. Το πρόσωπο του έλαμπε. Ήθελε να κοινωνάη συχνά των Τιμίων Δώρων. Όταν κάποιες φορές η μητέρα του ήταν σε κάποιον άλλο χώρο της κλινικής, φώναζε: «Μητέρα, ελα γρήγορα. Φτάνει ο παππούλης με τον Χριστό. Ανεβαίνει τα σκαλιά. Έλα να με ετοιμάσης». Και έτσι γινόταν. Ο ιερέας ερχόταν και εύρισκε τον Δημητράκη καθισμένο στο κρεββάτι του, με ανοιχτό το στόμα κάνοντας με ευλάβεια τον σταυρό του. Ενώ δεν εγνώριζε την ακριβή ώρα της προσελεύσεως του ιερέως με τα Τίμια Δώρα, με διορατικό χάρισμα τον έβλεπε να έρχεται, μολονότι παρεμβάλλονταν δυο κλειστές πόρτες πού εχώριζαν το δωμάτιο του από τον διάδρομο πού ερχόταν ο ιερέας. Αυτό το βεβαιώνει και η ευλαβής κυρία Μαρία Γαλιατσάτου η οποία εθελοντικώς εφρόντιζε το παιδί αυτό. «Κυρία Μαρία, θέλω κάτι να σας πώ», της είπε μία ημέρα. «Όταν έρχεται ο παππούλης με τον Χριστό, τον βλέπω στις σκάλες πού ανεβαίνει και δίπλα του υπάρχουν δυο ψηλοί, όμορφοι άνθρωποι με ολόασπρη στολή πού γέρνουν προς το Άγιο Ποτήριο και με ανοιχτά τα χέρια τους το προστατεύουν».
Κάποτε τον ρώτησε ο γιατρός: «Τί κάνεις, Δημητράκη, πώς πάμε;». Του απάντησε: «Κύριε γιατρέ, μπορώ να σας πώ από κοντά. Εγώ είμαι καλά. Εσείς μην στενοχωριέστε πού έφυγε η γυναίκα σας. Ο Θεός θα είναι μαζί σας γιατί είστε καλός άνθρωπος». Ο γιατρός έμεινε λίγο ακίνητος. Κανείς δεν ήξερε το θλιβερό γεγονός πού είχε συμβή την προηγούμενη ήμερα στο σπίτι του, ότι δηλαδή η γυναίκα του τον εγκατέλειψε και πήρε άλλον άνδρα. «Αυτό είναι παιδί του Θεού», έλεγαν όσοι το γνώριζαν. Την τελευταία φορά πού κοινώνησε δεν μπορούσε πλέον να σταθή καθιστός στο κρεββάτι αλλά υποδέχθηκε με χαρά και λαχτάρα τον Χριστό ξαπλωμένος. «Ευχαριστώ πολύ», ψέλλισε και μετά εκοιμήθη. Ο ιερέας, όταν την άλλη μέρα πήγε στο νεκροτομείο να διαβάσει στον Δημητράκη το τρισάγιο, είπε: «Τέτοιο λείψανο πρώτη φορά στην ζωή μου βλέπω. Το πρόσωπο του είναι χαμογελαστό, λάμπει και έχει το χρώμα του κεχριμπαριού». Οι γονείς του αγάπησαν τον Χριστό πολύ και θέλουν και αυτοί να βαπτιστούν.

Από το βιβλίο: «Ασκητές μέσα στον κόσμο». Πηγή : http://oiaggeloitoufwtos.blogspot.gr/2014/11/blog-post_92.html?spref=pi



Τι Προτιμάς; Μορφωμένο Πού Μπορεί Να Σε Ζαλίσει, Ή Άγιο Πού Μπορεί Να Σε Ξυπνήσει;




     Πρίν από αρκετά χρόνια με πλησίασε κάποιος νεαρός φοιτητής. Μέ πολλή διστακτικότητα, αλλά καί μέ τήν ένταση τού απαιτητικού αναζητητή, μού δήλωσε ότι είναι άθεος, πού όμως θά ήθελε πολύ νά πιστέψει, αλλά δέν μπορούσε. Χρόνια προσπαθούσε καί αναζητούσε, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Συνομίλησε μέ καθηγητές καί μορφωμένους. Αλλά δέν ικανοποιήθηκε η δίψα του γιά κάτι σοβαρό. Άκουσε γιά μένα καί αποφάσισε νά μοιρασθεί μαζί μου τήν υπαρξιακή ανάγκη του. Μού ζήτησε μία επιστημονική απόδειξη περί υπάρξεως Θεού. Ξέρεις ολοκληρώματα ή διαφορικές εξισώσεις; τόν ρώτησα. Δυστυχώς όχι, μού άπαντα. Είμαι τής Φιλοσοφικής. Κρίμα! διότι ήξερα μία τέτοια απόδειξη, είπα εμφανώς αστειευόμενος. Ένιωσε αμήχανα καί κάπου σιώπησε γιά λίγο. Κοίταξε, τού λέω. Συγγνώμη πού σέ πείραξα λιγάκι. Αλλά ο Θεός δέν είναι εξίσωση, ούτε μαθηματική απόδειξη. Άν ήταν κάτι τέτοιο, τότε όλοι οι μορφωμένοι θά τόν πίστευαν. Νά ξέρεις, αλλιώς προσεγγίζεται ο Θεός. Έχεις πάει ποτέ στό Άγιον Όρος; Έχεις ποτέ συναντήσει κανέναν ασκητή; Όχι, πάτερ, αλλά σκέπτομαι νά πάω, έχω ακούσει τόσα πολλά… Άν μού πείτε, μπορώ νά πάω καί αύριο. Ξέρετε κανέναν μορφωμένο νά πάω νά τόν συναντήσω;
-Τί προτιμάς; Μορφωμένο πού μπορεί νά σέ ζαλίσει, ή άγιο πού μπορεί νά σέ ξυπνήσει;
-Προτιμώ τόν μορφωμένο. Τούς φοβάμαι τούς αγίους.
-Η πίστη είναι υπόθεση τής καρδιάς. Γιά δοκίμασε μέ κανέναν άγιο. Πώς σέ λένε; ρωτώ. Γαβριήλ, μού απαντά.
Τόν έστειλα σέ έναν ασκητή. Τού περιέγραψα τόν τρόπο προσβάσεως καί τού έδωσα τίς δέουσες οδηγίες. Κάναμε κι ένα σχεδιάγραμμα. Θά πάς, τού είπα, καί θά ρωτήσεις τό ίδιο πράγμα. Είμαι άθεος, θά τού πείς, καί θέλω νά πιστεύσω. Θέλω μία απόδειξη περί υπάρξεως Θεού. Φοβάμαι, ντρέπομαι, μού απαντά. Γιατί ντρέπεσαι καί φοβάσαι τόν άγιο καί δέν ντρέπεσαι καί φοβάσαι εμένα; ρωτώ. Πήγαινε απλά καί ζήτα τό ίδιο πράγμα. Σέ λίγες μέρες, πήγε καί βρήκε τόν ασκητή νά συζητάει μέ κάποιον νέο στήν αυλή του. Στήν απέναντι μεριά περίμεναν άλλοι τέσσερις καθισμένοι σέ κάτι κούτσουρα. Ανάμεσα σέ αυτούς καί ο Γαβριήλ βρήκε δειλά τήν θέση του. Δέν πέρασαν περισσότερα από δέκα λεπτά καί η συνομιλία τού Γέροντα μέ τόν νεαρό τελείωσε.
Τί γίνεστε, παιδία; ρωτάει. Έχετε πάρει κανένα λουκουμάκι; Έχετε πιεί λίγο νεράκι; Ευχαριστούμε, Γέροντα, απήντησαν, μέ συμβατική κοσμική ευγένεια. Έλα εδώ, λέει απευθυνόμενος στόν Γαβριήλ, ξεχωρίζοντάς τον από τούς υπόλοιπους. Θά φέρω εγώ τό νερό, πάρε εσύ τό κουτί αυτό μέ τά λουκούμια. Καί έλα πιό κοντά νά σού πώ ένα μυστικό: Καλά νά είναι κανείς άθεος, άλλα νά έχει όνομα αγγέλου καί νά είναι άθεος; Αυτό πρώτη φορά μού συμβαίνει. Ο φίλος μας κόντεψε νά πάθει έμφραγμα από τόν αποκαλυπτικό αιφνιδιασμό. Πού εγνώρισε τό όνομά του; Ποιός τού αποκάλυψε τό πρόβλημά του; Τί, τελικά, ήθελε νά τού πεί ο γέροντας;
– Πάτερ, μπορώ νά σάς μιλήσω λίγο; Μόλις πού μπόρεσε νά ψελλίσει. Κοίταξε, τώρα σουρουπώνει, πάρε τό λουκούμι, πιές καί λίγο νεράκι καί πήγαινε στό πιό κοντινό μοναστήρι νά διανυκτερεύσεις. Πάτερ μου, θέλω νά μιλήσουμε, δέν γίνεται; Τί νά πούμε, ρέ παλληκάρι; Γιά ποιόν λόγο ήλθες;
Στό ερώτημα αυτό ένιωσα αμέσως νά ανοίγει η αναπνοή μου, αφηγείται. Η καρδιά μου νά πλημμυρίζει από πίστη. Ο μέσα μου κόσμος νά θερμαίνεται. Οι απορίες νά λύνονται χωρίς κανένα λογικό επιχείρημα, δίχως καμία συζήτηση, χωρίς τήν ύπαρξη μιάς ξεκάθαρης απάντησης. Γκρεμίσθηκαν μέσα μου αυτομάτως όλα τά άν, τά γιατί, τά μήπως καί έμεινε μόνον τό πώς καί τό τί από δώ κι εμπρός. Ό,τι δέν τ ού έδωσε η σκέψη τών μορφωμένων, τού τό χάρισε ο ευγενικός υπαινιγμός ενός αγίου, αποφοίτου μόλις τής τέταρτης τάξης τού δημοτικού. Οι άγιοι είναι πολύ διακριτικοί. Σού κάνουν τήν εγχείρηση χωρίς αναισθησία καί δέν πονάς. Σού κάνουν τήν μεταμόσχευση χωρίς νά σού ανοίξουν τήν κοιλιά. Σέ ανεβάζουν σέ δυσπρόσιτες κορυφές δίχως τίς σκάλες τής κοσμικής λογικής. Σού φυτεύουν τήν πίστη στήν καρδιά, χωρίς νά σού κουράσουν τό μυαλό.

Μητροπολίτης Μεσογαίας κ. Νικόλαος

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Ψάχνω γιὰ λίγο οὐρανὸ



      2017! Στὴν ἀρχὴ τοῦ νέου ἔτους ἀναζητῶ τὸ νόημα τοῦ ἔτους, τὸν σκοπὸ τῆς ἐπίγειας πορείας μου. Εἶμαι πλασμένος ἀπὸ χῶμα· μέσα μου ὅμως κάτι ἀνώτερο ζητῶ. Εἶμαι φτιαγμένος ἀπὸ ὕλη· μέσα μου ὅμως τὸ πνεῦμα κυριαρχεῖ. Δὲν ἔχω μόνο σῶμα· ἔχω καὶ ἀθάνατη ψυχή. Ζῶ πάνω στὴ γῆ καὶ ἐπίμονα ψάχνω γιὰ λίγο οὐρανό. Ἐκεῖ εἶναι στραμμένο τὸ βλέμμα μου, ἐκεῖ εἶναι ἡ καρδιά μου, οἱ πόθοι μου καὶ ὁ προορισμός μου, ἐκεῖ νιώθω νὰ ἀναπνέει ἐλεύθερα ἡ ψυχή μου. Δυστυχῶς, ὅμως! Ἔχει γίνει τόσο χωματένια ἡ ζωή μας, τόσο φτηνή, ἀνούσια καὶ ρηχή. Ζοῦμε πνιγμένοι στὴ ματαιότητα καὶ στὴν ἀπάτη. Ζοῦμε ὑπόδουλοι στὸ κράτος τῆς φθορᾶς. Καὶ δὲν τὸ ἀντέχουμε.
Δὲν ἀντέχουμε νὰ μᾶς λένε ὅτι ὁ ἄν­θρωπος εἶναι ἕνα ἐξελιγμένο ἀνώτερο ζῶ­­ο, ἕνας λίγο πιὸ ἔξυπνος πίθηκος. Δὲν μποροῦμε νὰ συμβιβασθοῦμε μὲ τὴν ἰδέα ποὺ μᾶς περνοῦν, ὅτι ὅλα ἀρχίζουν καὶ τελειώνουν ἐδῶ, ὅτι ὁ θάνατος εἶναι τὸ ὁριστικὸ τέλος τῆς ζωῆς μας, ὅτι δὲν ὑπάρχει κάτι ἀθάνατο μέσα μας, μιὰ ψυχὴ ποὺ πάντοτε ζεῖ καὶ ποτὲ δὲν πεθαίνει. Καὶ ἑπομένως δὲν δεχόμαστε ὅτι ὅταν τελειώσει ἡ ζωή, δὲν ἀξίζει νὰ φρον­τίσουμε τὸ σῶμα, ἀλλὰ τὸ πιὸ πρακτικὸ εἶναι νὰ τὸ κάψουμε καὶ νὰ σκορπίσουμε τὴ σκόνη του, νὰ μὴ μείνει τίποτε, νὰ μὴ μᾶς θυμᾶται κανείς, νὰ σβήσουν καὶ νὰ τελειώσουν ὅλα ἐδῶ, μέσα στὰ χειροκροτήματα ἐκείνων ποὺ σὲ λίγο θὰ ἀκολουθήσουν τὴν ἴδια πορεία, στὸ μηδὲν καὶ στὸ τίποτε. Καὶ ἀφοῦ, ὅπως λένε, δὲν ἀκολουθεῖ τίποτε, ἀφοῦ ὅλα τελειώνουν ἐδῶ, αὐτὸ ποὺ ἀξίζει εἶναι νὰ προσπαθοῦμε γιὰ ἕνα πιὸ καλὸ καὶ ἀπολαυστικὸ «ἐδῶ», καὶ νὰ ἀσχολούμαστε καὶ νὰ παλεύουμε γιὰ τοὺς μισθοὺς καὶ τὶς συντάξεις, γιὰ τὴν ἐφήμερη δόξα καὶ τὶς ἡδονές, γιὰ τὴν ἄνεση καὶ τὶς ἀπολαβές. Αὐτό, κατὰ τὴν ἀντίληψή τους, εἶναι ὁ ἄνθρωπος: «φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν» (Α΄ Κορ. ιε΄ [15] 32). Ἀλλὰ ὄχι! Δὲν εἶναι αὐτό! Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ πλάσμα τῆς ἰδιαίτερης φροντίδας τοῦ Δημιουργοῦ, τὸ στολίδι τῆς δημιουργίας, ὁ βασιλιὰς τῆς ὁρατῆς κτίσεως, αὐτὸς ποὺ φέρει μέσα του, ­ἀνεκτίμητο δῶρο καὶ περιουσία ἀναφαίρετη, τὴν εἰ­κόνα τοῦ Θεοῦ, καὶ εἶναι προορισμένος νὰ φθάσει στὴν ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ, νὰ γίνει καὶ αὐτὸς θεός, θεὸς κατὰ χάριν. Καλεῖται νὰ μιμηθεῖ τὶς ἀρετὲς τοῦ Θεοῦ, ὅσο αὐτὸ εἶναι δυνατὸν στὴν πεπερασμένη ἀνθρώπινη φύση, γιὰ νὰ ζήσει στὴν αἰ­ωνιό­τητα ἄφθαρτος, ἀθάνατος, ἔνδοξος, αἰώνιος, λαμπρός. Νὰ μετέχει στὴ μακαριότητα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀντανακλᾶ τὴ δόξα Του.
Πρὶν ὅμως ὅλα αὐτὰ τὰ πραγματοποιήσει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τώρα ποὺ ζῶ στὴ γῆ, τώρα ποὺ εἶμαι στὴν ἀτέλεια καὶ στὴ φθορὰ καὶ προσδοκῶ μὲ πόθο βαθὺ ὅσα ὁ Θεὸς μᾶς ὑποσχέθηκε καὶ μᾶς ἐξασφάλισε μὲ τὸν θάνατο καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Υἱοῦ Του στὴν οὐράνια βασιλεία Του, τώρα ποὺ ἀσφυκτιῶ μέσα στὴ ματαιότητα τῶν ἀμέτρητων τοῦ κόσμου τούτου πειρασμῶν, ψάχνω γιὰ λίγο οὐρανό. Γι’ αὐτὸ καὶ ζῶ μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ ψάλλω μὲ τὸν ἱερὸ ὑμνογράφο: «Οὐρανὸς πολύφωτος ἡ Ἐκκλησία, ἀνεδείχθη ἅπαντας, φωταγωγοῦσα τοὺς πιστούς...». Μέσα στὴν ἁγία μας Ἐκκλησία, μέσα στὸν ἅγιο ναὸ τοῦ Θεοῦ, βρίσκω τὸν οὐρανό, βρίσκω τὸ φῶς, τὴν ἀλήθεια, τὴ ζωή. Ἐδῶ μέσα φωτίζονται οἱ δρόμοι μου καὶ ἔχει ὕψιστο νόημα ἡ ζωή μου, ἐδῶ λαμπρύνεται καὶ χαίρεται ἡ ψυχή μου. Ἐδῶ προγεύομαι καὶ προαπολαμβάνω τὴν ἄρρητη χαρὰ καὶ τὴν ἄφατη δόξα τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἡ ταπεινή μου ὕπαρξη φωτίζεται ἀπὸ τὶς ἀνταύγειες τοῦ ἀνεσπέρου φωτὸς τῆς αἰωνιότητος. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ζῶ τὴν πραγματικότητα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστιν» (Λουκ. ιζ΄ [17] 21). Μέσα μας σκηνώνει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, καὶ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας κράζουμε πρὸς τὸν Θεὸ καὶ Τὸν ὀνομάζουμε Πατέρα. Καὶ ὁ Χριστὸς κατοικεῖ «διὰ τῆς πίστεως ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν» (Ἐφ. γ΄ 17). Ὁ Ὕψιστος Τριαδικὸς Θεὸς «μονὴν παρ’ ἡμῖν ποιεῖ» (Ἰω. ιδ΄ [14] 23), κάνει κατοικία Του τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἀναδεικνύει ἔμψυχο καὶ ζωντανὸ ναό Του.
Ψάχνω γιὰ λίγο οὐρανό. Τώρα καταλα­βαίνω ὅτι μέσα στὴν Ἐκκλησία μπορῶ νὰ βρῶ ὅλο τὸν οὐρανὸ μέσα μου, γιατὶ μέσα μου μπορεῖ νὰ κατοικεῖ ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ. «Ἰδοὺ ὁ οὐρανὸς ἔσωθέν σου, εἰ καθαρὸς ἔσῃ», μᾶς διαβεβαιώνουν οἱ ἅγιοι Πατέρες (Ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος). Τὶς καθαρὲς καρδιὲς τὶς ἐπισκέπτεται ὁ Θεὸς καὶ κατοικεῖ μέσα τους. Τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀνθρώπου γίνεται τότε οὐ­­ρανός, ἕνας μι­κρὸς παράδεισος! Γι’ αὐτὴ τὴ μόνη ἀληθινὴ χαρὰ καὶ ὕψιστη δόξα εἶναι πλασμένος ὁ ἄνθρωπος! Ἀναζητῶ τὸν οὐρανό. Προσμένω τὴν τρισένδοξη οὐράνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στὸ μέλλον, στὴν αἰωνιότητα. Ζῶ μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ὡς συνειδητὸ μέλος της καὶ βρίσκω τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στὸ παρόν: ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι οὐρανός. Καθαρίζω τὸ ἐσωτερικό μου ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ἀνακαλύπτω τὸν οὐρανὸ μέ­σα μου! Ἡ ὕλη, ἡ σάρκα, τὸ χῶμα, ἡ γῆ δὲν ἀξίζουν πιά. Ὅλα στὴ ζωή μου μποροῦν νὰ γίνουν οὐρανός! Καὶ σ’ αὐτὸ τὸ νέο ἔτος καὶ σ’ ὅλη τὴν ἐπίγεια πορεία μου!

Πηγή: "ΣΩΤΗΡ".