Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ
Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Ο Άγιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω






Όσιος πατήρ ημών Διονύσιος είναι ένα λαμπερό αστέρι, από εκείνα που λάμπουν στο νοητό στερέωμα της Εκκλη­σίας μας και με την θεϊκή του λαμπρότητα καταυγάζουν τα σκότη της γήινης ζωής μας. Υπήρξε μια μεγάλη και υπέροχη ασκητική φυσιογνωμία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, κατά πάντα εφάμιλλος και ισοστάσιος των μεγάλων και θεοφόρων Πατέρων «τών έν ασκήσει λαμψάντων». Ο όσιος Διονύσιος γεννήθηκε λίγο πριν από το 1500 μ.Χ. στο χώρο Σκλάταινα της επαρχίας Μουζακίου του νομού Καρδίτσης, σημερινή Δρακότρυπα. Προήλθε από γονείς φτωχούς άλλα θεοσεβείς και πιστούς. Το πρώτο του όνομα ήταν Δημήτριος και από νωρίς έδωσε δείγματα αφοσιώσεως στον Κύριο και αγάπης προς τον μοναχισμό. Σε ηλικία περίπου 18 ετών και μετά τον θάνατο των γονέων του, πηγαίνει στα Με­τέωρα και κείρεται ρασοφόρος μοναχός υπό το όνομα Δανιήλ. Αργότερα ζητώντας ησυχαστικώτερο τόπο, μεταβαίνει στο Άγιον Όρος και γίνεται μεγαλόσχημος και ιερεύς, μετωνομασθείς σε Διονύσιο και ζώντας στην σκήτη τής Μονής Καρακάλου, με αυστηρή άσκηση, προσευχή και νηστεία. Η ισάγγελη ζωή του, τον επέβαλε σε όλους τους πατέρες του Άθω, γι” αυτό και αργότερα εξελέγη Ηγούμενος της Μονής Φιλόθεου. Στην Μονή όμως αυτή, η οποία ήταν τότε βουλγαρική, ο Άγιος συνήντησε μεγάλες αντιδράσεις, γι” αυτό και αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει το Άγιον Όρος και να μεταβεί, γύρω στο 1524, στην περιοχή της Βέ­ροιας, στην Μονή του Τιμίου Προδρόμου, την οποία και ανακαίνισε, καθιστώντας την φάρο πνευματικό για όλη την Κεντρική Μακεδονία. Άλλα και από εκεί αργότερα ανεχώρησε κρυφά, θέλοντας να αποφύγει την εκλογή του ως επισκόπου Βεροίας, όπως ζητούσε ο λαός όταν εχήρευσε η επισκοπή αυτή. Έτσι τον βλέπουμε να γίνεται «οικιστής του Ολύμπου», όπου οι σπάνιες φυσικές ομορφιές και τα δροσερά νερά του, φαίνεται ότι τον ανέπαυσαν πλήρως. Στην αρχή ασκήτευσε μέσα σ” ένα σπήλαιο, που σώζεται μέχρι και σήμερα μ” ένα μικρό παρεκκλήσιο. Εν τω μεταξύ υφίσταται πολλές ταλαιπωρίες, διωγμούς, συκοφαντίες, όπως όλοι οι Άγιοι, ένεκα των οποίων αναγκάζεται να εγκαταλείψει, ευτυχώς προσωρινά, τον αγαπημένο του Όλυμπο και να μεταβεί στο Πήλιο, κτίζοντας εκεί την Μονή της Αγίας Τριάδος Σουρβίας. Αργότερα όμως επιστρέφει στον Όλυμπο και κτίζει γύρω στο 1542 το πρώτο Μοναστήρι, πού σώζεται μέχρι των ήμερων μας, προς τιμήν και πάλι της Αγίας Τριάδος. Εδώ ο Άγιος έζησε σαν επίγειος άγγελος, γι” αυτό και γρήγορα συγκέντρωσε γύρω του ένα πλήθος μοναχών, που έκανε την Μονή του πραγματική Λαύρα. Ωστόσο, ο ίδιος χρησιμοποιούσε ακό­μη για προσευχή και ησυχία τα σπήλαια που υπήρχαν γύρω της Μονής και τα όποια είχε με­τατρέψει σε ναΐσκους. Εκεί έμεινε τον περισ­σότερο χρόνο, ζώντας μέσα στον γνόφο της νοεράς προσευχής. Κάποιες φορές, ερχόμενος από τα σπήλαια προς την Μονή του, τον είχαν δει να λάμπει ολόκληρος, λουσμένος στο αναστά­σιμο φως του μέλλοντος αιώνος. Ο Άγιος δεν παρέλειπε να περιέρχεται, σαν άλλος πρόδρομος του Πατροκοσμά, τα γύρω χωριά, για να κηρύξει, να εξομολογήσει να και να στηρίζει τους σκλαβωμένους Έλληνες. Είχε απέραντη αγάπη για τον λαό. Αγκάλιαζε τους πάντας και τους βοηθούσε πνευματικά και “ ι υλικά. Όταν τον έπλησίαζε κανείς, είχε την αίσθηση ότι πλησιάζει τον ίδιο Χριστό. Ζώντας αυτήν την χριστομίμητη ζωή ο Άγιος έφθασε και στο τέρμα, σαν πρωταθλητής γενναίος, παίρνοντας το στεφάνι από τα χέρια του Χριστού. Αφήνοντας τις τελευταίες του σοφές υποθήκες στα πνευματικά του παιδιά φτερούγισε, σαν άλλος ερωδιός, στα ύψη του ουρανού, μέσα στον χειμώνα, την 23η Ιανουαρίου, κατά την οποία τελείται και η σεπτή μνήμη του. Ο άγιος Διονύσιος έλαβε παρά του Θεού έκτακτα και υπερφυσικά χαρίσματα. Υπήρξε προορατικός και θαυματουργός, ενώ ακόμη ήταν στην ζωή. Από τα αμέτρητα και ποικίλα θαύματά του ας δούμε δύο τρία. Κάποτε οι μοναχοί του τον άκουσαν να λέει: «Να, έρχονται σε μας δυο μοναχοί». Και αφού πήρε χαρτί εζωγράφισε τέλεια τις μορφές τους, μια και ήταν και ζωγράφος. Τον μεν ένα τον έκανε με γένεια, τον δε άλλον που ήταν νεώτερος, τον έκανε αγένειο. Την άλλη ήμερα ήλθαν πραγματικά δυο μοναχοί και ο πρώτος με τα γένεια ήταν διάκονος ονόματι Ιάκωβος, ο οποίος έμεινε και πέθανε στο Μοναστήρι. Ο νεώτερος, διάκονος κι αυτός, Ηλίας ονομαζόμενος, έγινε μετά ηγούμενος και εν συνεχεία Επίσκοπος Πλαταμώνος. Το 1971 όλη η περιφέρεια συγκλονίστηκε από την εξαφάνιση ενός μικρού αγοριού που χάθηκε μέσα στο δάσος του Ολύμπου, γύρω από την Μονή. Ύστερα από πολυήμερη αναζήτηση από την αστυνομία και τον στρατό, το παιδί βρέθηκε ήρεμο και άθικτο επάνω σε μια πέτρα, κοντά στην Μονή, προστατευόμενο από έναν μυστηριώδη καλόγερο, ο όποιος προφανώς ήταν ο Άγιος! Το παιδί ονομάζεται Βασίλειος Τρικαλόπουλος και σήμερα, μεγάλος πια, διαμένει στην Πιερία. Άλλα αναρίθμητα είναι όσα θαυμαστά και εκπληκτικά εργάζεται ή αγάπη τοϋ Αγίου μας, μέχρι σήμερα, σε όσους τον επικα­λούνται με πίστη και καθαρή καρδιά και τα ομολογούν με συγκίνηση, ως αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες.

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Η ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη στο συνέδριο Η θρησκεία και ο πολιτισμός




"Μεγας ει, Κυριε, και θαυμαστά τα έργα Σου, και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμασίων Σου" (Ευχή Μεγάλου Αγιασμού).
Αληθώς, "δοξάσωμεν απεριέργως τον Θεόν, την μίαν Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος δόξαν τε και λαμπρότητα. Λειτουργώμεν τω Θεώ την αίνεσιν, ορώντες τον εξ ορατών και αοράτων συνεκτηκότα κόσμον, τον μέγαν και θαυμαστόν της μεγαλειότητος αυτού κήρυκα", θα ελέγομεν μετά του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, συμμετέχοντες και ομιλούντες εις το επιστημονικόν τούτο συνέδριον περί θρησκείας και πολιτισμού, μη όντες ασφαλώς επιστήμων, αλλά θεώμενοι τα έργα των χειρών της Σοφίας του Θεού, η Οποία και εν τούτω "ωκοδόμησεν εαυτή οίκον" (Παροιμ. θ  1), ίνα τα "πάντα Θεόν υμνή και δοξάζη φωναίς αλαλήτοις• επί πάσι γαρ δοξάζεται και ευχαριστείται δι  ἡμῶν ο Θεός•....φιλεί γαρ εν τούτοις φιλιστορείν η ψυχή και πολλοίς θαύμασιν ανυμνείν τον Θεόν• δια των ορωμένων και τεταγμένων, δια των ανθρωπίνης τέχνης, θεϊκής όμως εμπνεύσεως, δημιουργημάτων, τον αρχηγόν τούτων συλλογιζώμεθα".
Είναι μεγάλη, λοιπόν, η χαρά ημών, διότι ευρισκόμεθα σήμερον εν τω μέσω υμών εις τον "οίκον τούτον" της Προνοίας του Θεού και επιστήμης κατ  ἄνθρωπον, το Πανεπιστήμιον του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου, ο οποίος τυγχάνει ιδρυτής και προστάτης και πολιούχος και της καθ  ἡμᾶς Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως.
Η παρουσία ημών ενταύθα συμπίπτει, την φοράν ταύτην, προς την ευφρόσυνον επέτειον της συμπληρώσεως τριάκοντα και πέντε ετών καρποφόρου και αγλαοκάρπου διακονίας της Υμετέρας φίλης Μακαριότητος, προσφιλέστατε και τιμιώτατε αδελφέ Πατριάρχα Γεωργίας κύριε Ηλία, εις την καθέδραν της Τιφλίδος, και των ογδοηκοστών γενεθλίων Σας.
Την χαράν ημών επαυξάνει το γεγονός, ότι η Υμετέρα Αγάπη τυγχάνει ο ιδρυτής του Πανεπιστημίου τούτου, κινηθείσα εξ αγάπης προς την νεολαίαν της Γεωργίας, προκειμένου ίνα δώσητε εις αυτήν την δυνατότητα, με την γνώσιν των συγχρόνων επιστημονικών επιτεύξεων και της προόδου, της κατ  ἄνθρωπον πάντοτε, να γνωρίση συγχρόνως βαθύτερον την Ορθόδοξον χριστιανικήν πνευματικήν και εθνικήν Γεωργιανήν κληρονομίαν και παράδοσιν, ως απαραίτητον εφόδιον εις την σύγχρονον εποχήν της παγκοσμιοποιήσεως.
Ειδικώς, ο πολιτισμός, η ζωη και η ιστορία του προσφιλούς και μαρτυρικού Γεωργιανού Λαού είναι αρρήκτως συνδεδεμένα μετά του Χριστιανισμού και της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Επί την πέτραν της Ορθοδόξου κυρίως πίστεως ωκοδομήθη η πνευματική ζωη του ευλογημένου τούτου λαού και αυτή η πίστις ήτο εκείνη, η οποία τον εκράτησεν εις την ιστορίαν του και δεν τον αφήκε να εξαφανισθή υπό το πέλμα των πολλών και σκληρών κατακτητών, οι οποίοι ενίοτε, αν μη πολλάκις, ήσαν εις σκληρότητα και απανθρωπίαν χειρότεροι των διωκτών των χριστιανών των πρώτων χριστιανικών αιώνων. Είναι αναρίθμητοι αι τυραννίαι και οι διωγμοί, τούς οποίους υπέστη ο Γεωργιανός Λαός, λόγω της αφοσιώσεως αυτού εις τον Χριστόν.
Όμως, όλοι αυτοί οι διωγμοί, αράχνης ευκολώτερον διεσπάσθησαν, καπνού θάττον διελύθησαν, κονιορτού ταχύτερον παρήλθον, ως λέγει χαρακτηριστικώς ο εκ των Αγίων προκατόχων ημών εν τω Θρόνω της Κωνσταντινουπόλεως Ιερός Χρυσόστομος.
Και όμως, οι διωγμοί και αι επιθέσεις αύται "πολύν μαρτύρων χορόν ειργάσαντο" εις την Γεωργίαν και κατέλιπον εις αυτήν "τούς αθανάτους εκείνους της Εκκλησίας θησαυρούς, τούς στύλους, τούς πύργους", οι οποίοι "ουχί ζώντες μόνον, αλλά και τελευτήσαντες μεγάλης ωφελείας τοις ύστερον υπόθεσις εγένοντο".
* *
Ο Χριστός, ο προαιώνιος Λογος του Πατρός, του Οποίου την σάρκωσιν προ ολίγων ημερών εωρτάσαμεν και νυν ευρισκόμεθα εις την εβδομάδα κατά την οποίαν εορτάζομεν την Επιφάνειαν Αυτού, προσέλαβε με την έλευσίν Του ταυτοχρόνως και τον ανθρώπινον πολιτισμόν. "Και αυτός ο Κυριος ημών επιδημήσας προς ημάς ανθρώπου μορφήν ανέλαβε, σάρκα ανθρώπου και νουν ανθρώπου, και απλώς ειπείν, πάντα γίνεται, πλην της αμαρτίας, άνθρωπος, προσοικειωσάμενος δια τούτου τον άνθρωπον" (Αββά Δωροθέου, Ερμηνεία τινών ρητών του Αγίου Γρηγορίου).
Τοιουτοτρόπως, η Θεία Αποκάλυψις δια να εκφρασθή εχρησιμοποίησε τον λ ο γ ο ν  και την ανθρωπίνην γ ρ α φ η ν. Ο Θεός Λογος, λαμβάνων την ανθρωπίνην μορφήν, επέτρεψεν εξ αρχής εις τούς ανθρώπους να Τον απεικονίζουν. Ο ίδιος ενεδύθη ανθρώπινα ιμάτια, τα οποία επίσης ήσαν έργα πολιτισμού: "Ην δε ο χιτών άρραφος, εκ των άνωθεν υφαντός δι  ὅλου", διακηρύττει και μαρτυρεί ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος εν τω Ιερώ αυτού Ευαγγελίω (Ιωάν. ιθ ,23).  Και αυτός ο Χιτών φυλάσσεται ως πολύτιμον ιερόν και συγχρόνως πολιτιστικόν κειμήλιον εδώ εις την Γεωργίαν.
Μέ αὐτόν τόν τρόπον τό ὑπέρ λόγον Κ ά λ λ ο ς προσλαμβάνει καί ἐνδύεται τό αἰσθητόν κάλλος, τό ὁποῖον ἐπιθυμεῖ ὁ ἄνθρωπος: "χάριν καί κάλλος ἐπιθυμήσει ὀφθαλμός" (Σοφ. Σειράχ μ΄,22).
Δυνάμεθα νά εἴπωμεν, ὅτι ἡ σάρκωσις τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Πατρός ἐγκαινιάζει μίαν νέαν σελίδα εἰς τήν ἱστορίαν τοῦ ἀνθρωπίνου πολιτισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπό ἀνθρώπινος πλέον, γίνεται ἐντός τῆς Ἐκκλησίας Θεανθρώπινος. Τό κτιστόν μιγνύεται μετά τοῦ ἀκτίστου, τό φθαρτόν μετέχει τῆς ἀφθαρσίας καί ἀφθαρτοποιεῖται. Ἡ ὕλη μετέχει τῶν ἐνεργειῶν του Θεού και γίνεται φορεύς Θείας Χαριτος, ως ακριβώς και ο φθειρόμενος και θνητός άνθρωπος γίνεται Θεός κατά χάριν.
"Τι ουν; Επειδήπερ ουχ υπόστασιν παρ  ἡμῶν ο του Θεού μονογενής Υιός, αλλά την ημετέραν αναλαβών εκαινούργησε φύσιν, ενωθείς αυτή κατ  ἰδίαν υπόστασιν, ουχί και των υποστάσεων ημών εκάστη της Αυτού μεταδίδωσι χάριτος;", διερωτάται ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Και απαντά ο ίδιος: "Αλλά την μεν φύσιν, ην παρ  ἡμῶν υπέρ ημών προσλαβόμενος εκαινούργησεν, ηγιασμένην και δεδικαιωμένην και τω Πατρί δια πάντων υπήκοον ούσαν έδειξε [...] εκάστου δε των πιστευόντων ημών ουχ απλώς την φύσιν, αλλά και την υπόστασιν εκαινούργησε, και των αμαρτημάτων ημίν την άφεσιν εχαρίσατο δια του θείου Βαπτίσματος, δια της των οικείων εντολών τηρήσεως, δια της μετανοίας και δια της μεταδόσεως του οικείου Σωματος τε και Αίματος" (Ομιλία εν τη αγία εορτή των Φωτων).
Κατά τον ίδιον τρόπον η Χαρις του Θεού ανακαινίζει και τον υλικόν κόσμον, τον αναπλάττει, μεταδίδει εις αυτόν από το υπέρ αίσθησιν κ α λ λ ο ς, λαμβάνει τα φθαρτα και ευτελή ενίοτε υλικά του και τα χρησιμοποιεί με ένα καινουργή τρόπον, καθιστά αυτά φορείς των θείων ενεργειών.
Τοιουτοτρόπως, από απλά ανθρώπινα τεχνουργήματα, καλλιτεχνήματα και επινοήματα, μεταβάλλει αυτά εις λατρευτικά  αντικείμενα, τα οποία μεταδίδουν την Χαριν, την οποίαν δέχονται από την πηγήν του φωτός και της ζωής όσοι προσεγγίζουν αυτά μετά πίστεως και ευλαβείας. Ούτω τα υλικά αυτά αντικείμενα αγιάζουν, φωτίζουν, θαυματουργούν.
Εις την αγιογραφίαν τα πρόσωπα του Κυρίου, της Θεοτόκου και των Αγίων δεν αποδίδονται με στόχον το πεπερασμένον γήϊνον κάλλος, αλλά καταυγαζόμενα υπό του ανεσπέρου Φωτός της βασιλείας των ουρανών αποκαλύπτουν το υπέρ έννοιαν και αίσθησιν κάλλος  του Κυρίου και την ωραιότητα των θεοειδών αρετών, αι οποίαι κοσμούν τούς Αγίους της Εκκλησίας.
 Τούτο είναι μία μεγίστη δωρεά του Κυρίου εις τον κόσμον, ο οποίος από π α ρ α λ ο γ ο ς γίνεται ε λ λ ο γ ο ς, λογικοποιείται, ως έλεγε μία μεγάλη μορφη της συγχρόνου θεολογικής σκέψεως, ο Άγιος Ιουστίνος της Τσέλιε Σερβίας.
Ούτως, ο Ορθόδοξος Πολιτισμός, και ιδιαιτέρως εις την Αγιοτόκον Χωραν της Γεωργίας, έχει δώσει λαμπρότατα δείγματα πολιτισμού. Πλέον ειδικώς και συγκεκριμένως, εις τον χώρον της τέχνης της αγιογραφίας, ένθα, ως γράφει ο Όσιος Δωρόθεος, οι αγιογράφοι αυτής βάλλουν "πάντα τα χρώματα έντιμα και λαμπρά, άξια της του Βασιλέως εικόνος", ήτοι του Βασιλέως Χριστού, και σπουδάζουν "πάσας τας εσθήτας του βασιλέως ενθείναι τη εικόνι, ίνα βλέπη τις την εικόνα περιέχουσαν όλον τον βασιλικόν χαρακτήρα και νομίζη ότι σχεδόν αυτόν τον βασιλέα βλέπει, αυτό το αρχέτυπον" (Αββά Δωροθέου, Ερμηνεία τινών ρητών του Αγίου Γρηγορίου).
*
Συγχρόνως όμως, η Εκκλησία ανάγει ημάς εις τα πνευματικά, εις τα θεία, και καλεί ημάς ίνα "μη ατιμάσωμεν το αρχέτυπον ημών• Θεού κατ  εἰκόνα γεγόναμεν• αλλά καθαράν και έντιμον την ιδίαν εικόνα ποιήσωμεν αξίαν του αρχετύπου". Δηλαδή να αγιάζωμεν εαυτούς, ώστε με αυτόν τον τρόπον να τιμώμεν τον Θεόν, κατ  εἰκόνα του Οποίου επλάσθημεν. "Αποσμίξωμεν αυτήν του ρύπου της αμαρτίας, ίνα φανή το κάλλος αυτής δια των αρετών. Εκκαθάρωμεν ουν το κατ  εἰκόνα ημών• θέλει γαρ αυτό ο Θεός, καθώς και έδωκε μη έχον σπίλον η ρυτίδα η τι των τοιούτων" (Αββά Δωροθέου, ενθ αν.).
Η ανύψωσις προς τον ουρανόν, ο εξευγενισμός, η μεταμόρφωσις της φύσεως της ακατεργάστου ύλης δια της επινοήσεως της ανθρωπίνης δημιουργίας, αυτό είναι η ψυχή των Ορθοδόξων τεχνών, της Αγιογραφίας, της ξυλογλυπτικής, της μικροτεχνίας, της αρχιτεκτονικής, τας οποίας τοσούτον έχει καλλιεργήσει και αναπτύξει η φιλότεχνος μέριμνα της Υμετέρας τετιμημένης Μακαριότητος, αδελφέ άγιε Πατριάρχα Γεωργίας. Και, αντιθέτως, η ψυχή από την θεωρίαν του ορατού κάλλους έρχεται εις την κατάστασιν της αισθήσεως του Θεού, του ζώντος και θαυμαστού εν πάσιν.
Όμως τούτο δεν είναι ευκολος εργασία. Είναι α σ κ η σ ι ς, π τ η σ ι ς υπεράνω της αβύσσου, ε κ χ υ σ ι ς αίματος. Ακριβώς με αυτά είναι συνυφασμένη όλη η εσωτερική ύπαρξις και ζωη όλων των μεγάλων Ορθοδόξων καλλιτεχνών.
Δια τούτο βλέπομεν εις τούς μεγάλους δημουργούς της Εκκλησίας να είναι και Άγιοι: Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ήτο αγιογράφος και εις εκ των κορυφαίων υμνογράφων της Εκκλησίας μας. Οι κορυφαίοι μελωδοί Ρωμανός και Ιωάννης Κουκουζέλης ωσαύτως είναι Όσιοι.
Ο άνθρωπος, ο οποίος έχει χαρίσει την ευρυτέραν εικόνα -σύμβολον της παναγίας και προσκυνητής Τριάδος- ο Ανδρέας Ρουμπλιώφ, είναι ωσαύτως Άγιος της Εκκλησίας μας. Πλείστοι ήσαν οι άγιοι εκείνοι ασκηταί, οι οποίοι εχάρισαν εις τον κόσμον απαράμιλλα αρχιτεκτονικά έργα, είτε Ναούς, είτε Μονάς, είτε ασκητήρια, ενίοτε εκτισμένα εις τούς πλέον αποκρήμνους και απροσίτους εις τον άνθρωπον τόπους, εις όρη και βουνά και κρημνούς, τα οποία κάνουν την ανθρωπίνην διάνοιαν να εξίσταται και να θαυμάζη την ψυχικήν δύναμιν, το μεγαλόπνοον όραμα και την υπομονήν των ανθρώπων εκείνων, των κτιτόρων.
* *
Συγχρόνως, ο Ορθόδοξος Πολιτισμός ουδέποτε λησμονεί τον προορισμόν του: να θ ε ο π ο ι η ση τον άνθρωπον, να τον αναγάγη προς τον Δημιουργόν. Καθε λειτουργική τέχνη της Ορθοδόξου Εκκλησίας έχει δογματικόν χαρακτήρα και ενεργεί  μυστικώς εις τας καρδίας των πιστών.
Η Ορθόδοξος εκκλησιαστική μουσική δεν ευφραίνει μόνον την ακοήν, αλλά συνταράσσει τα άδυτα της ψυχής μας.
Η Ορθόδοξος Εικονογραφία είναι το "γλωσσοφόρον βιβλίον" της Εκκλησίας, ως ευστόχως γράφει ο προμνημονευθείς Άγιος Ομολογητής και υπέρμαχος της προσκυνήσεως των ιερών εικόνων Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Το β ι β λ ι ο ν τούτο συχνάκις, αν όχι πάντοτε, είναι ισχυρότερον πολλών λόγων και ήχων.
Δεν σπανίζουν αι περιπτώσεις, κατά τας οποίας η άψυχος και άλογος ύλη δέχεται τόσον εναργώς την Θείαν Χαριν, κατά την ανέκφραστον φιλανθρωπίαν του Κυρίου, ώστε να συμπεριφέρεται ως έμψυχος και λογική. Δια τούτο έχομεν ιεράς εικόνας από τας οποίας έρρευσαν δάκρυα (Παναγία η Δακρυρροούσα) και αίμα (Παναγία η Πορταΐτισσα), εικόνας αι οποίαι ωμίλησαν εμφανώς (Παναγία η Αντιφωνήτρια), εικόνας των οποίων τα πρόσωπα εκινήθησαν ωσάν να ήσαν ζώντα, ως η περίφημος ιερά εικών της Παναγίας της Παραμυθίας εν Αγίω Όρει, εν τη οποία διημείφθη ζωντανός δ ι α λ ο γ ο ς, ολόκληρον "ε π ε ι σ ο δ ι ο ν" μεταξύ του μικρού Παιδίου Χριστού και της Παναγίας Μητρός Του, δια να καταδειχθή και δι  ὁρατῶν και δι  ἀοράτων στοιχείων, πολυμερώς και πολυτρόπως, οπόση είναι η παρρησία της Κυρίας Θεοτόκου ενώπιον του Υιού και Θεού Της.
*
Ο ίδιος όμως Πολιτισμός εκφράζει τον δημιουργόν του. Έκαστον δημιούργημα και επινόημα αναγγέλλει και εκφράζει τον εμπνευστήν και δημιουργόν του. Τα μεγάλα αριστουργήματα του Ορθοδόξου Πολιτισμού, τα οποία πλουτεί ο φιλόκαλος Γεωργιανός Λαός, αναγγέλλουν το κάλλος και την ωραιότητα ψυχής του δημιουργού των, του Γεωργιανού πολιτιστικού η θ ο υ ς  και υ φ ο υ ς, η κατ  ἄλλους τεχνοτροπίας.
Κατ  ἀνάλογον τρόπον, και τα καλλιτεχνικά δημιουργήματα του πιστού Ορθοδόξου Λαού τούτου, τα οποία  προσκυνούνται και λατρεύονται σήμερον εις τούς Ιερούς Ναούς, τας Ιεράς Μονάς  και φυλάσσονται εις τα μουσεία της Χωρας του, αποκαλύπτουν και εκφράζουν την ωραιότητα, την ευγένειαν, την ευαισθησίαν και το κάλλος της Ορθοδόξου Γεωργιανής ψυχής και την πίστιν αυτής, την οποίαν δεν ηδυνήθησαν να καταβάλουν αι συμφοραί, οι διωγμοί, αι δυσχέρειαι ανά τούς αιώνας, αι περιπέτειαι της ιστορίας και τα χαλάσματα των ανθρωπείων. Και ασφαλώς και η λατρεία και η προσκύνησις "επί το πρωτότυπον διαβαίνει".
* *
Εαν θα ηθέλομεν να αναφερθώμεν και να συγκρίνωμεν τον Ορθόδοξον πολιτισμόν προς τον Δυτικόν ασφαλώς και τα συμπεράσματα θα ήσαν όχι γοητευτικά, δια να μη είπωμεν απελπιστικά. Εις τον πρώτον κυριαρχεί το θ ε α ν θ ρ ω π ι ν ο ν στοιχείον, το κ α λ λ ο ς, το μ ο ν ι μ ο ν• εις δε τον δεύτερον το ανθρώπινον, το γήϊνον, το υλικόν, το παροδικόν. Βλέπει τις ορατώς εις τον σύγχρονον πολιτισμόν, και δη εις τον ευρωπαϊκόν και δυτικόν, εις όλα τα επίπεδα της εκφράσεώς του, συχνάκις την σύγχυσιν, την ασυναρτησίαν, την απουσίαν της ωραιότητος, τα οποία εκφράζουν αντίστοιχον εσωτερικήν σύγχυσιν, ασυναρτησίαν και απουσίαν του Θεού, παρά και εκ του Οποίου πηγάζει η ωραιότης, η αρμονία, η τάξις και το κάλλος των κτισμάτων.
Η διατάραξις της σχέσεως του ανθρώπου με τον Θεόν, η οποία πολλάκις φθάνει εις την τελείαν άρνησιν του Πλάστου από το πλάσμα Του και η οποία κυριαρχεί εν πολλοίς εις τον σημερινόν δυτικόν και ευρύτερον κόσμον εις όλας τας εκφάνσεις της ζωής του, ευρίσκεται εκτετυπωμένη και εις τον πολιτισμόν του, εις τα ανθρώπινα δημιουργήματα. 
Και, αντιθέτως, η αρμονία της σχέσεως του ανθρώπου με τον Θεόν ευρίσκεται εντετυπωμένη εις τας πολιτιστικάς δημιουργίας, παλαιάς και συγχρόνους, των Ορθοδόξων Λαών, μεταξύ των οποίων και ο ιδικός σας, ο Γεωργιανός.
Πως όμως έφθασαν οι δύο πολιτισμοί, ο σύγχρονος Δυτικός και ο Ορθόδοξος, εις τοιαύτην μεγάλην διαφοράν; Επί ποίου θεμελίου έχει οικοδομηθή ο Ορθόδοξος πολιτισμός; Ασφαλώς επί του Προσώπου του Θεανθρώπου Χριστού. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος δια να ανυψώση το πλάσμα Του, το τελειότερον δημιούργημά Του, τον άνθρωπον, εις τον Θεόν. Αυτή είναι η  α ρ χ η  και το  τ ε λ ο ς  και ο  σ κ ο π ο ς  του Θεανθρωπίνου Ορθοδόξου Πολιτισμού. Δεν απομονώνει τον άνθρωπον, όπως ο Δυτικός Ουμανισμός, αλλά ο άνθρωπος ζ η , σ κ ε π τ ε τ α ι  και  κ ι ν ε ι τ α ι  ηνωμένος μετά του Θεανθρώπου Χριστού.
"Εν Αυτώ γαρ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν" (Πραξ. ιζ ,28). Η ζωη του ανθρώπου είναι ζωη του Χριστού, η σκέψις του σκέψις του Χριστού, Αυτώ προσφέρει τα πάντα: "τα Σα εκ των Σων, Σοι προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα" (Θεία Λειτουργία του Ιερού Χρυσοστόμου, εκφώνησις προ του καθαγιασμού των Τιμίων Δωρων).
Μονον δια της οργανικής σχέσεως προς τον Θεάνθρωπον Χριστόν δύναται ο άνθρωπος να  κ α τ α κ τ η σ η  πολιτιστικά  δ η μ ι ο υ ρ γ η μ α τ α, τα οποία μένουν  α θ α ν α τ α  εν τω κόσμω και φωτίζουν και παραδειγματίζουν. Μονον εις τον Θεάνθρωπον Χριστόν ευρίσκει ο άνθρωπος το πλήρωμα και την τελείωσιν της υπάρξεως αυτού. Μονον εις Αυτόν ευρίσκει ο πολιτισμός την αληθινήν ωραιότητα, την αθανασίαν και την αιωνιότητά του.
Ο Θεανθρωπος Χριστός ελευθερώνει τον άνθρωπον εκ της τυραννίας της ύλης και των πραγμάτων. Ο Ορθόδοξος άνθρωπος στρέφεται με όλην την δύναμίν του εις την ψυχήν, η οποία, κατά τον λόγον του Κυρίου, αξίζει περισσότερον από όσον όλος ο κόσμος. Δια τούτο και ο Ορθόδοξος πολιτισμός είναι πρωτίστως  π ο λ ι τ ι σ μ ο ς  της ψυχής και όχι της ύλης.
Διότι η αγάπη προς τον Θεόν και η αγάπη προς την ύλην είναι πράγματα και θέσεις ασυμβίβαστοι. Ως μαρτυρεί ο Όσιος Ισαάκ ο Σύρος, "όστις απέκτησε τον Θεόν, είναι ανάγκη να μη πεισθή να αποκτήση άλλο τι, αλλά και αυτό το σώμα αυτού να αποδυθή. Εαν όμως ενδυθή τις τούτον τον κόσμον, και αγαπήση ταύτην την ζωήν, δεν θα ενδυθή τον Θεόν, έως ότου αφήση ταύτα• επειδή εμαρτύρησε τούτο αυτός ο Θεός, λέγων• όστις δεν αφήσει πάντα και μισήσει την ζωήν αυτού, δεν δύναται να γίνη μαθητής μου".
"Και αυτοί οι Άγιοι μετά ησθενημένου σώματος και χλωμού εκ νηστείας προσώπου, και μετά καθαρού και ησύχου νοός, απηλλαγμένου γηΐνων λογισμών, απετόλμων να συνομιλώσι μετά του Θεού και υψούντο εις τα κρυπτά θεία μυστήρια των αποκαλύψεων... Ηνοίγοντο οι νοεροί οφθαλμοί των και έβλεπον την δύναμιν και το κάλλος των ποιημάτων του Θεού κατά το μέτρον της καθαρότητός των" (Του Οσίου πατρός ημών Ισαάκ του Συρου, Τα σωζόμενα Ασκητικά).
* *
Δια τούτο και πάντες οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί πρέπει να είμεθα υπερήφανοι δια τον πολιτισμόν μας, έστω και εάν υλικώς δεν ευημερούμεν, δεν διαθέτομεν "τα μέσα", τούς πόρους και τα εφόδια, τα οποία διαθέτουν οι άλλοι λαοί.
Έστω και αν είμεθα πτωχότεροι άλλων λαών, έστω και εάν μας λείπουν ενίοτε και τα απαραίτητα. Ο πλούτος ημών των Ορθοδόξων Χριστιανών είναι ε σ ω τ ε ρ ι κ ο ς. Ο ίδιος ο Κυριος μας, μας εδίδαξεν: "ουκ έρχεται η βασιλεία του Θεού μετά παρατηρήσεως• [...] ιδού γαρ η βασιλεία του Θεού εντός ημών εστιν" (πρβλ. Λουκ. ιζ ,20-22).
Όλος ο αναφαίρετος πνευματικός πλούτος ευρίσκεται εντός της ψυχής της ηγιασμένης υπό του Αγίου Πνεύματος• διότι η βασιλεία του Θεού δεν είναι βρώσις και πόσις, αλλά "δικαιοσύνη, και ειρήνη, και χαρά εν Πνεύματι Αγίω" (Ρωμ. ιδ ,17-18).
Δεν είναι καθόλου εκπληκτικόν, ότι ο μη πνευματικός άνθρωπος ρυθμίζει καλλίτερον τας υλικάς υποθέσεις του από τον πνευματικόν.
Ο μη πνευματικός άνθρωπος ασχολείται με την προσπάθειαν να εξασφαλίση τα πράγματα και γίνεται αιχμάλωτος αυτών, ενώ ο πνευματικός πασχίζει με τον νουν του να διαμένη εν τω Θεώ, και εις την προσπάθειάν του αυτήν δεν τον συγκινούν τα υλικά επιτεύγματα. Εαν οι Ορθόδοξοι Λαοί εστρέφοντο με όλην την ορμήν των προς τα γήϊνα και μη πνευματικά, συντόμως θα ηδύναντο ίσως, αν μη ασφαλώς, να υπερβούν τούς άλλους λαούς, ως, άλλωστε, συνέβη εις τας χώρας του λεγομένου υπαρκτού σοσιαλισμού, επειδή η ενασχόλησις με τα υλικά και πεπερασμένα είναι ασυγκρίτως ευκολωτέρα από της ενασχολήσεως με τα μη παρερχόμενα και με αυτά τα οποία αρέσουν και ευαρεστούν τον Θεόν, τα αιώνια.
Ο Θεός μας έδωσε την εντολήν "ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού, και ταύτα πάντα", δηλαδή τα υλικά, "προστεθήσεται υμίν" (Ματθ. ς ,33-34). Πάντα τα υλικά, το ένδυμα, η κατοικία, η τροφή, είναι το συμπλήρωμα. Ο σημερινός Δυτικός πολιτισμός δυστυχώς επιζητεί πρώτον το συμπλήρωμα και ο άνθρωπος καταναλώνει άπασαν την μέριμνάν του εις πολυαρίθμους ανάγκας, άνευ νοήματος και ουσίας. Ο δε Ορθόδοξος άνθρωπος, ο άγιος, αναζητεί μόνον το Εν, ου "εστι χρεία" (πρβλ. Λουκ. ι ,42), δι  αὐτόν και δια την ανθρωπότητα. Ποίον είναι αυτό το Εν;
Ο δια την ημετέραν σωτηρίαν άνθρωπος γενόμενος Υιός και Λογος του Θεού, και παν ο,τι Αυτός κομίζει εις τον κόσμον: ειρήνην, δικαιοσύνην, απολύτρωσιν, αγάπην, φως, χρηστότητα, αγαθωσύνην, πραότητα, αθανασίαν. Πάσαι αι έτεραι ανάγκαι του ανθρώπου, εν συγκρίσει προς αυτό το Εν, "ου έχομεν χρείαν", είναι τόσον δευτερεύουσαι, ώστε να είναι σχεδόν άχρηστοι.
Ο άνθρωπος του Θεού δεν εξουσιάζεται υπό πραγμάτων, ιδεών, αναγκών, εξωτερικών συνθηκών, λογικής, αλλά μένει εσωτερικώς ελεύθερος από πάντων, εν τη κοινωνία του με τον Θεόν. Η αρμονική αυτή κοινωνία του μετά του Θεού μεταδίδεται εις τα δημιουργήματά του και γίνεται τοιουτοτρόπως ο ίδιος ο άνθρωπος  δ η μ ι ο υ ρ γ ο ς Θεανθρωπίνου πολιτισμού, δια λόγου, δια τέχνης, δι  ἔργων, δι  ἐπινοήσεως, και κυρίως δια της προσευχής.
Ας μη λησμονήται, ότι το τελειότερον αλφάβητον εις τον κόσμον, το φωνητικόν, εις το οποίον κάθε γράμμα αποδίδει ένα φθόγγον, εδόθη πρώτον εις τον άνθρωπον υπό του ιδίου του Θεού, κατά την αποκάλυψιν του Δεκαλόγου εις τον απεσταλμένον Του, τον Μωϋσήν, δια να δυνηθή να εκφράση τελειότερον όσα του απεκαλύφθησαν εν τω Όρει Σινά, ότε ο Θεός απεκαλύφθη εν τω κόσμω προσωπικώς και υποστατικώς, ως ο Ω ν, και όχι ως μία απρόσωπος, αμέθεκτος και απρόσιτος ανωτέρα δύναμις. Ούτως, ο μύστης των απορρήτων της Θεότητος γίνεται δημιουργός και φορεύς πολιτισμού, δεχόμενος πρώτος την αποκάλυψιν του προσωπικού Θεού, μετά του Οποίου ωμίλει και ομιλεί ενώπιος ενωπίω.
* *
Δια τούτο, αδελφοί Ορθόδοξοι Γεωργιανοί, πρέπει να δοξάζωμεν τον Θεόν και να είμεθα υπερήφανοι διότι εγεννήθητε και εγεννήθημεν Ορθόδοξοι και ανετράφητε εις μίαν Ορθόδοξον Χωραν, μάλιστα με τοιαύτην πλουσίαν ιστορίαν και πολιτισμόν, ως η ένδοξος και γενναία της Γεωργίας. Μη συγκινείσθε εκ των φαινομενικώς πολιτιστικών επιτευγμάτων του παρόντος αιώνος της αποστασίας, ο οποίος έχει υπερβή ασυλλήπτως τας τεχνολογικάς δυνατότητας πάσης άλλης εποχής, αλλά συγχρόνως έχει ανοίξει και το λεγόμενον "κουτί της Πανδώρας", εκ του οποίου δύνανται να ελευθερωθούν δυνάμεις ικαναί να καταστρέψουν  τον κόσμον άπαντα, "στοιχεία καυσούμενα", επαρκούντα δια να κατακαύσουν "την γην και τα εν αυτή έργα" (πρβλ. Β  Πέτρ. γ ,10).
Αλλοίμονον εις την ανθρωπότητα, εάν η σύγχρονος τεχνογνωσία και τεχνολογική δύναμις, αι οποίαι είναι ικαναί να μεταποιήσουν την γην όλην εις παράδεισον, δεν αξιοποιηθούν επωφελώς δι' αυτήν. Ημείς όμως, ως χριστιανοί και γνήσια τέκνα του ουρανίου Πατρός, δεν πτοούμεθα υπό της καταστάσεως ταύτης, υπό της πενίας, της οικονομικής κρίσεως, των αδικιών, της συκοφαντίας, των πολέμων, των συσσωρευομένων καθ  ἡμέραν τρομακτικών απειλών. Πάσαι αι ανωτέρω ανθρώπιναι καταστάσεις, δεν δημιουργούν πολιτισμόν.
Ο Ορθόδοξος πολιτισμός δεν είναι "γη και σποδός", αλλά κ α τ α ξ ι ω σ ι ς και π ρ ο σ δ ο κ ι α:  "Προσδοκώμεν και σπεύδομεν την παρουσίαν της του Θεού ημέρας, [...] καινούς δε ουρανούς και γην καινήν κατά το επάγγελμα αυτού προσδοκώμεν, εν οις δικαιοσύνη κατοικεί” (πρβλ. Β Πέτρου γ , 12-13). Και η δικαιοσύνη δι  ἡμᾶς είναι ο ίδιος ο Χριστός.
Δια της απομονώσεώς του εις τας τεχνολογικάς εφευρέσεις και εις τον υλικόν κόσμον ο δυτικός άνθρωπος αποθνήσκει και εξαφανίζεται. Η θεοποίησις της λογικής, ο ναρκισσισμός του, είναι ο τάφος εκ του οποίου δεν δύναται να αναστήση εαυτόν. Και βλέπομεν ότι, ενώ ο άνθρωπος κατακτά και κερδίζει όλον τον κόσμον, μεταβαίνει εις το διάστημα και εις τούς άλλους πλανήτας, κατά παραχώρησιν πάντοτε του Θεού, όμως δεν δύναται να επιλύση τα βασικώτερα προβλήματα της ζωής και να δικαιώση την ύπαρξίν του.
Ο Ορθόδοξος Θεάνθρωπος όμως έχει λύσει όλα αυτά τα προβλήματα. Και τα έλυσε με α υ τ ο θ υ σ ι α ν. Ενώ εις τον σύγχρονον δυτικόν και μη κόσμον, λαοί, φυλαί και κράτη και επί μέρους άτομα, νομίζοντα ότι είναι μόνιμοι φορείς "ικανού νοός" και ότι δύνανται δι  αὐτοῦ να ρυθμίσουν τα πάντα, εφαρμόζουν το δόγμα "θυσίαζε τον άλλον χάριν του εαυτού σου",  ο Θεάνθρωπος Χριστός και ο χριστοποιημένος άνθρωπος εφαρμόζουν το δόγμα, όχι το εξελθόν "παρά Καίσαρος Αυγούστου", αλλά το δόγμα του αδυνάμου και δια τούτο παντοδυνάμου Κυρίου, "θυσίαζε τον εαυτόν σου χάριν των άλλων"• η γαρ δύναμις του Κυρίου εν ασθενεία τελειούται, εις τον Σταυρόν, δια να φέρη την Ανάστασιν του ιδίου ως Θεού και του δημιουργήματός Του δι  αὐτῆς.
Ο δυτικός κόσμος ίσταται αδύναμος και ανήμπορος ενώπιον του αιωνίως αλύτου προβλήματος του θανάτου. Ο Θεάνθρωπος Χριστός όμως το έλυσε δια των παθών, της σταυρικής θυσίας, της ταφής και της Αναστάσεώς Του. Με την Χαριν και με την βοήθειάν Του το λύομεν και ημείς, συμμετέχοντες εις τα ίδια παθήματα δια να αναστηθώμεν μαζί Του.
* *
Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,
Ο Θεός, ως επιβεβαιοί αψευδώς ο ίδιος δια του πρώτου βιβλίου της Παλαιάς Διαθήκης, της Γενέσεως, "είδε τα πάντα όσα εποίησε, και ιδού καλά λίαν• και συνετελέσθησαν ο ουρανός και η γη και πας ο κόσμος αυτών" (Γεν. 1,31-2,1).
Και ο Μεγας Βασίλειος προσφυώς δογματίζει: "Υιούς εγέννησα και ύψωσα, αυτοί δε με ηθέτησαν [...] Γενέσεως είδη δύο: Η μεν, η κατά Θεόν μόρφωσις, εξ έργων και παραδοχής δογμάτων επιτελουμένη• ως γεννά Παύλος δια του Ευαγγελίου [...] η δε τις εστιν, η εις τον βίον είσοδος, ως το, Αύτη η βίβλος γενέσεως [...] Μεγάλη μεν ουν κατηγορία, και τον υιόν όντα και της σωματικής γενέσεως τετυχηκότα, αγνώμονα είναι περί τον γεννήσαντα• αφορήτου δε μίσους άξιος ο και υψωθείς τω γενέσθαι των ουρανίων μέτοχος, και μηδέ ούτως επιμένων τη προς τον ευεργέτην αγάπη (Εις τον Προφήτην Ησαΐαν).
Ο Ορθόδοξος πολιτισμός έχει "πνοήν ζωής", η μάλλον εμπνέεται από "πνοήν ζωής" και μεταβάλλεται εις "ψυχήν ζώσαν" (Γεν.β,7), κατά τον ίδιον τρόπον ότε "έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον χουν από της γης και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν" (Γεν. β ,7). Τοιουτοτρόπως και ο "χους" και η "ύλη" και το πεπερασμένον ανθρώπινον "πνεύμα" και η "λογική" μεταποιούνται υπό του Ορθοδόξου καλλιτέχνου, δια του Αγίου Πνεύματος, και δίδεται εις αυτά "πνοη ζωής". Όλη η παράδοσις και η πίστις μας είναι μία  μ α ρ τ υ ρ ι α  Ορθοδόξου πολιτισμού, "χάριτος και αληθείας". Και αληθώς και εμπειρικώς "η Χαρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο" (Ιωάν. α ,17-18).
Η Θεία Λειτουργία, ως θεόπνευστα κείμενα και ως αναίμακτος προσφορά "υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας”, η εμπνευσθείσα υπό του Αγίου Πνεύματος διδασκαλία και οι θησαυροί των Πατέρων της Ορθοδόξου καθ  ἡμᾶς Ανατολής, αι Ιεραί Εικόνες, τα ιερά αντικείμενα της Θείας Λατρείας, αι αναρίθμητοι εκφάνσεις της καθ  ἡμέραν λατρευτικής και προσευχητικής και πνευματικής ζωής του Ορθοδόξου πιστού, δια της ασκήσεως και της νηστείας, δια της προσηλώσεως εις το θείον, εις τον "αοράτως συνόντα" και συμπορευόμενον Κυριον, αυτό τούτο το Ορθόδοξον  βίωμα  και έθος αποτελούν στοιχεία του Ορθοδόξου Πολιτισμού από της εμφανίσεως του Κυρίου, του Βυζαντινού και του μεταβυζαντικού Πολιτισμού, της κληρονομίας μας, η οποία δεν περιορίζεται εις τόπον και χρόνον, αλλά υπερβαίνει και τον τόπον  και τον χρόνον, και μεταβιβάζει προς το αιώνιον. Ο Ορθόδοξος πολιτισμός ευρίσκεται μακράν θρησκευτικών φανατισμών και μονομερείας και εκφράσεως του εθνοφυλετικού στοιχείου, είναι α π ο λ υ τ ο ς, ανήκει εις πάντας• είναι αιώνιος• είναι τα πάντα και εν πάσι Χριστός, ο "μελιζόμενος και μηδέποτε διαιρούμενος".  
Δια τούτο καλούμεν εαυτούς και αλλήλους να στραφώμεν εις τας ευγενείς και καλλιελαίους ρίζας του Ορθοδόξου Θεανθρωπίνου πολιτισμού μας. Ας καλλιεργή-σωμεν  αυτό το πνεύμα της περιφρονήσεως της παρούσης ζωής χάριν της ουρανίου πολιτείας, το οποίον εκαλλιέργησαν οι Μαρτυρες, οι Ιεράρχαι, οι Ασκηταί, οι Όσιοι και γενναίοι αυτής της αιματοποτίστου και ευλογημένης Ορθοδόξου Γεωργιανής γης. Η ωραία αυτή Χωρα έχει αναδείξει τόσους πολλούς και τόσον μεγάλους Αγίους, πραγματικούς ανθρώπους του πνεύματος, εις την μακραίωνα ιστορίαν της.
Ανθρώπους, οι οποίοι "πάντες το αυτό βρώμα πνευματικόν έφαγον, και πάντες το αυτό πόμα πνευματικόν έπιον• έπινον γαρ εκ πνευματικής ακολουθούσης πέτρας, η δε πέτρα ην ο Χριστόςʹ (Α´ Κορ. ι' 3-4). Αυτό το ποτήριον τούς είχε μεθύσει και δεν ησθάνοντο τον κόσμον, αλλά είχον γίνει ως αναίσθητοι εις τας θλίψεις και την τραχύτητα της χριστιανικής οδού, επειδή κατά πάσαν ώραν είχον εστραμμένα τα όμματα εις τον Θεόν και Πατέρα των και έβλεπον δια του κρυπτού οφθαλμού της πίστεως αυτά τα οποία είναι αόρατα και μη αίσθητά.
Αι επαγγελίαι του Θεού είχον διδάξει εις αυτούς την αφοβίαν, την υπομονήν εις τούς πειρασμούς, την ανδρείαν της καρδίας, και το μόνον το οποίον ηύχοντο και επεθύμουν ήτο το "γενηθήτω, Κυριε, επ  ἐμοί το θέλημά Σου", και η προσευχή "ως οίδεν η ευσπλαγνία Σου, η Χαρις Σου, η ανεξικακία Σου, Συ κυβέρνησον την ζωήν μου και σώσον με".
Ο Ορθόδοξος πολιτισμός δεν αποβλέπει εις το παρόν, διότι "πείθουσι γυμνά τούς ορώντας οστέα, ως ουδέν ημίν προσφυές των ενθάδε" (Τα γυμνά κόκκαλα πείθουν όσους τα βλέπουν, ότι τίποτε από τα γήϊνα δεν είναι δικό μας) (Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Έπη Θεολογικά, Ποίημα ΛΒ´, Γνωμικά δίστιχα).
* *
Ηθελήσαμεν, Μακαριώτατε, αδελφοί Ιεράρχαι, Πατέρες, Αδελφοί και Αδελφαί, ευλογημένοι Γεωργιανοί, "μεμνημένοι της σωτηρίου εντολής, και πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, του σταυρού, του τάφου, της τριημέρου αναστάσεως, της εις ουρανούς αναβάσεως, της εκ δεξιών καθέδρας, της δευτέρας και ενδόξου πάλιν παρουσίας" (Ευχή Θείας Αναφοράς Θείας Λειτουργίας του Ιερού Χρυσοστόμου) να ομιλήσωμεν σήμερον ως Ορθόδοξος προς αληθείς Ορθοδόξους "εν πνεύματι και αληθεία". Ως άνθρωπος σάρκα φορούντες και τον κόσμον οικούντες, διο και δια να ομιλήσωμεν πολιτισμικώς σας μεταφέρομεν το αψευδές και φωτεινόν παράδειγμα του Κυρίου, των Αποστόλων και των Πατέρων.
Τα λεχθέντα υπό της ημετέρας Μετριότητος περί Ορθοδόξου Πολιτισμού,  δεν είναι ιδικά μας,  είναι του Κυρίου και της Ορθοδόξου Παραδόσεως και της Αληθείας του Κυρίου, ο Οποίος είναι η Οδός και η Αλήθεια και η Ζωη.  Είναι χάρισμα. Και το χάρισμα είναι δώρον του Αγίου Πνεύματος (πρβλ. Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Έπη Θεολογικά, Ποίημα ΛΒ´, Γνωμικά δίστιχα). Όπως κ α τ α κ τ η σ ι ς και χάρισμα είναι ο πολιτισμός της Ορθοδόξου Γεωργίας. Όπως χάρισμα και ευλογία είναι η παρουσία επί το πηδάλιον του σκάφους της τοπικής Εκκλησίας της Υμετέρας Μακαριότητος, πεφιλημένε αδελφέ Πατριάρχα κύριε Ηλία, ο οποίος δια της προσφοράς Σας ως κληρικού, Ιεράρχου και Πατριάρχου εδημιουργήσατε    π ο λ ι τ ι σ μ ο ν.
* *
Σας ευχαριστούμεν δια την τιμήν να ομιλήσωμεν σήμερον ενώπιόν σας, του εκλεκτού τούτου ακροατηρίου και των λίαν προσφιλών φοιτητών του Πανεπιστημίου του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου, με αφορμήν την έναρξιν του επιστημονικού τούτου Συνεδρίου. Ευχαριστούμεν δια την υπομονήν σας, την θερμήν υποδοχήν σας και τούς καρδιακούς λόγους της αγάπης σας, οι οποίοι, παρά το εξωτερικόν ψύχος, θερμαίνουν τας καρδίας.
Ευχόμεθα ο προστάτης μας Άγιος Ανδρέας, ο Πρωτόκλητος, ο μαθητευθείς πλησίον του αποκεφαλισθέντος Ιωάννου του Προδρόμου το πρώτον, και εν συνεχεία ως ακόλουθος πιστός του Κυρίου, να ευλογή πλουσίως το έργον του Πανεπιστημίου και τας εργασίας του αρχομένου Συνεδρίου, και να καλή πάντας τούς ενταύθα προσερχομένους εις τον ηγαπημένον Διδάσκαλόν του.

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ




«Η ψυχή δεν μπορεί να έχει ειρήνη, αν δεν προσεύχεται για τους εχθρούς. Χωρίς τη χάρη του Θεού, δε μπορούμε ν’ αγαπούμε τους εχθρούς μας. Το Άγιο Πνεύμα όμως εμπνέει την αγάπη, και τότε η ψυχή λυπάται ακόμη και τους δαίμονες… Σας ικετεύω, δοκιμάστε. Αν κάποιος σας προσβάλει ή σας ατιμάσει ή σας πάρει κάτι από τα υπάρχοντά σας ή και αν καταδιώκει την Εκκλησία ακόμη, προσευχηθείτε στον Κύριο λέγοντας: “Κύριε, όλοι είμαστε πλάσματά Σου. Λυπήσου τους πλανημένους δούλους Σου και κάλεσέ τους σε μετάνοια”… Αν δεν έχεις αγάπη, τουλάχιστον μην τους διαβάλλεις και μην τους καταριέσαι - και τότε καλύτερο θα είναι. Αν όμως κάποιος σκέφτεται το κακό για τους εχθρούς του, σημαίνει μάλλον πως κάποιο πονηρό πνεύμα εισήλθε στην καρδιά του και της φέρνει κακούς λογισμούς» (άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, 1866-1938).

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013

Γέροντας Πορφύριος:Με την σιωπή, την ανοχή και την προσευχή ωφελούμε τον άλλον μυστικά και ουσιαστικά!




Μιὰ μοναχή, ποὺ ἤθελε πολὺ τὴν τάξη, εἶπε στὸν Γέροντά της ἀγανακτισμένη:
— Ἡ τάδε ἀδελφή μᾶς ἀναστατώνει στὸ μοναστήρι μὲ τὶς δυσκολίες της καὶ τὸ χαρακτήρα της. Δὲν μποροῦμε νὰ τὴν ὑποφέρομε.
Κι ὁ Γέροντας ἀπάντησε:
— Ἐσὺ εἶσαι χειρότερη ἀπ’ αὐτήν.
Ἡ μοναχὴ στὴν ἀρχὴ ἀντέδρασε καὶ ἐξεπλάγη, ἀλλὰ μετὰ τὶς ἐξηγήσεις τοῦ Γέροντα τὸ κατάλαβε καὶ εὐχαριστήθηκε πολύ. Τῆς εἶπε, δηλαδή, ὁ Γέροντας:
— Ἐνῶ ἐκείνη τὴν κυριεύει τὸ κακὸ πνεῦμα καὶ φέρεται ἄσχημα, κυριεύει κι ἐσένα, ποὺ εἶσαι τάχα σὲ καλύτερη κατάσταση, καὶ σᾶς παίζει καὶ τὶς δύο. Ἡ ἀδελφὴ ἔρχεται σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση χωρὶς νὰ τὸ θέλει, ἀλλὰ κι ἐσὺ μὲ τὴν ἀντίδρασή σου καὶ τὴν ἔλλειψη τῆς ἀγάπης σου κάνεις τὸ ἴδιο. Ἔτσι οὔτε κι αὐτὴν ὠφελεῖς κι ἐσὺ βλάπτεσαι.
Μὲ τὴ σιωπή, τὴν ἀνοχὴ καὶ τὴν προσευχὴ ὠφελοῦμε τὸν ἄλλον μυστικὰ.
Ὅταν βλέπομε τοὺς συνανθρώπους μας νὰ μὴν ἀγαποῦν τὸν Θεό, στενοχωρούμαστε. Μὲ τὴ στενοχώρια δὲν κάναμε ἀπολύτως τίποτα. Οὔτε καὶ μὲ τὶς ὑποδείξεις. Οὔτε αὐτὸ εἶναι σωστό. Ὑπάρχει ἕνα μυστικό, ἂν τὸ καταλάβομε, θὰ βοηθήσομε. Τὸ μυστικὸ εἶναι ἡ προσευχή μας, ἡ ἀφοσίωσή μας στὸν Θεό, ὥστε νὰ ἐνεργήσει ἡ χάρις Του. Ἐμεῖς, μὲ τὴν ἀγάπη μας, μὲ τὴ λαχτάρα μας στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θὰ προσελκύσομε τὴν χάρι, ὥστε νὰ περιλούσει τοὺς ἄλλους, ποὺ εἶναι πλησίον μας, νὰ τοὺς ξυπνήσει, νὰ τοὺς διεγείρει πρὸς τὸ θεῖο ἔρωτα. Ἤ, μᾶλλον, ὁ Θεὸς θὰ στείλει τὴν ἀγάπη Του νὰ τοὺς ξυπνήσει ὅλους. Ὅ,τι ἐμεῖς δὲν μποροῦμε, θὰ τὸ κάνει ἡ χάρις Του. Μὲ τὶς προσευχές μας θὰ κάνομε ὅλους ἀξίους τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
Νὰ γνωρίζετε καὶ τὸ ἄλλο. Οἱ ψυχὲς οἱ πεπονημένες, οἱ ταλαιπωρημένες, ποὺ ταλαιπωροῦνται ἀπὸ τὰ πάθη τους, αὐτὲς κερδίζουν πολὺ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ. Κάτι τέτοιοι γίνονται ἅγιοι καὶ πολλὲς φορὲς ἐμεῖς τοὺς κατηγοροῦμε. Θυμηθεῖτε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, τί λέγει: «Οὗ δὲ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις». Ὅταν τὸ θυμᾶστε αὐτό, θὰ αἰσθάνεσθε ὅτι αὐτοὶ εἶναι πιὸ ἄξιοι κι ἀπό σᾶς κι ἀπὸ μένα. Τοὺς βλέπομε ἀδύνατους, ἀλλὰ ὅταν ἀνοίξουνε στὸν Θεό, γίνονται πλέον ὅλο ἀγάπη κι ὅλο θεῖο ἔρωτα. Ἐνῶ εἴχανε συνηθίσει ἀλλιῶς, τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς τους τὴ δίδουν μετὰ ὅλη στὸν Χριστὸ καὶ γίνονται φωτιὰ ἀπὸ ἀγάπη Χριστοῦ. Ἔτσι λειτουργεῖ τὸ θαῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα σὲ τέτοιες ψυχές, ποὺ λέμε «πεταμένες».
Νὰ μὴν ἀποθαρρυνόμαστε, οὔτε νὰ βιαζόμαστε, οὔτε νὰ κρίνομε ἀπὸ πράγματα ἐπιφανειακὰ κι ἐξωτερικά. Ἄν, γιὰ παράδειγμα, βλέπετε μία γυναίκα γυμνὴ ἢ ἄσεμνα ντυμένη, νὰ μὴ μένετε στὸ ἐξωτερικό, ἀλλὰ νὰ μπαίνετε στὸ βάθος, στὴν ψυχή της. Ἴσως εἶναι πολὺ καλὴ ψυχὴ κι ἔχει ὑπαρξιακὲς ἀναζητήσεις, ποὺ τὶς ἐκδηλώνει μὲ τὴν ἔξαλλη ἐμφάνιση.
Ἔχει μέσα της δυναμισμό, ἔχει τὴ δύναμη τῆς προβολῆς, θέλει νὰ ἑλκύσει τὰ βλέμματα τῶν ἄλλων. Ἀπό ἄγνοια, ὅμως, ἔχει διαστρέψει τὰ πράγματα. Σκεφθεῖτε αὐτὴ νὰ γνωρίσει τὸν Χριστό. Θὰ πιστέψει, κι ὅλη αὐτὴ τὴν ὁρμὴ θὰ τὴ στρέψει στὸν Χριστό. Θὰ κάνει τὸ πᾶν, γιὰ νὰ ἑλκύσει τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ. Θὰ γίνει ἁγία.
Εἶναι ἕνα εἶδος προβολῆς τοῦ ἑαυτοῦ μας νὰ ἐπιμένομε νὰ γίνουν οἱ ἄλλοι καλοί. Στὴν πραγματικότητα, θέλομε ἐμεῖς νὰ γίνομε καλοὶ κι ἐπειδὴ δὲν μποροῦμε, τὸ ἀπαιτοῦμε ἀπ’ τοὺς ἄλλους κι ἐπιμένομε σ’ αὐτό. Κι ἐνῶ ὅλα διορθώνονται μὲ τὴν προσευχή, ἐμεῖς πολλὲς φορὲς στενοχωρούμεθα κι ἀγανακτοῦμε καὶ κατακρίνομε.
Πολλὲς φορὲς μὲ τὴν ἀγωνία μας καὶ τοὺς φόβους μας καὶ τὴν ἄσχημη ψυχική μας κατάσταση, χωρὶς νὰ τὸ θέλομε καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνομε, κάνομε κακὸ στὸν ἄλλον, ἔστω κι ἂν τὸν ἀγαπᾶμε πάρα πολύ, ὅπως, παραδείγματος χάριν, ἡ μάνα τὸ παιδί της. Ἡ μάνα μεταδίδει στὸ παιδὶ ὅλο τὸ ἄγχος της γιὰ τὴ ζωή του, γιὰ τὴν ὑγεία του, γιὰ τὴν πρόοδό του, ἔστω κι ἂν δὲν τοῦ μιλάει, ἔστω κι ἂν δὲν ἐκδηλώνει αὐτὸ ποὺ ἔχει μέσα της. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη, ἡ φυσικὴ ἀγάπη δηλαδή, μπορεῖ κάποτε νὰ βλάψει. Δὲν συμβαίνει, ὅμως, τὸ ἴδιο μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ συνδυάζεται μὲ τὴν προσευχὴ καὶ μὲ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ κάνει ἅγιο τὸν ἄνθρωπο, τὸν εἰρηνεύει, διότι ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός.
Ἡ ἀγάπη νὰ εἶναι μόνον ἐν Χριστῷ. Γιὰ νὰ ὠφελήσεις τοὺς ἄλλους, πρέπει νὰ ζεῖς μέσα στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλιῶς δὲν μπορεῖς νὰ ὠφελήσεις τὸν συνάνθρωπό σου. Δὲν πρέπει νὰ βιάζεις τὸν ἄλλο. Θὰ ἔλθει ἡ ὥρα του, θὰ ἔλθει ἡ στιγμή, ἀρκεῖ νὰ προσεύχεσαι γι’ αὐτόν. Μὲ τὴ σιωπή, τὴν ἀνοχὴ καὶ κυρίως μὲ τὴν προσευχὴ ὠφελοῦμε τὸν ἄλλον μυστικά. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καθαρίζει τὸν ὁρίζοντα τοῦ νοῦ του καὶ τὸν βεβαιώνει γιὰ τὴν ἀγάπη Του. Ἐδῶ εἶναι τὸ λεπτὸ σημεῖο. Ἅμα δεχθεῖ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, τότε ἕνα ἄπλετο φῶς θὰ ἔλθει πάνω του, ποὺ δὲν τὸ ἔχει δεῖ ποτέ. Θὰ βρεῖ ἔτσι τὴ σωτηρία.
Ἡ καλύτερη ἱεραποστολὴ γίνεται μὲ τὸ καλὸ παράδειγμα, τὴν ἀγάπη μας, τὴν πραότητά μας
 «Βίος καὶ Λόγοι», ἔκδ. Ἱερὰ Μονὴ Χρυσοπηγῆς

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

Ο Αγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και βαπτιστής Του Κυρίου


Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος είναι άγιος και προφήτης του Χριστιανισμού. Ήταν σύγχρονος του Ιησού Χριστού και θεωρείται ότι με την διδασκαλία του προετοίμασε τον κόσμο να υποδεχθεί τον Μεσσία Ιησού, εξ ου και ο χαρακτηρισμός "Πρόδρομος". Η διδασκαλία του υπήρξε δηκτική ιδιαίτερα προς τις ανηθικότητες της όποιας εξουσίας, γεγονός που εξανάγκασε τελικά τον τότε τετράρχη της Γαλιλαίας Ηρώδη τον Αντύπα αρχικά να τον φυλακίσει και στη συνέχεια να τον θανατώσει δι΄ αποκεφαλισμού.

Ως βιβλικό πρόσωπο θεωρείται ότι βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Και εις μεν την Παλαιά θεωρείται ως "Προφήτης" εις δε την Καινή ως "Πρόδρομος". Ο Ιωάννης αναφέρεται και από τους τέσσερις Ευαγγελιστές.Βίος
Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Λουκά ο Ιωάννης ήταν γιος του ιερέα Ζαχαρία και της Ελισάβετ που ήταν συγγενής της Θεοτόκου. Περί της σύλληψης και της γέννησής του που συνέβη 6 μήνες πριν τη γέννηση του Ιησού Χριστού ο ίδιος Ευαγγελιστής εξιστορεί θαυμαστά γεγονότα. Αν και η Ελισάβετ φερόταν στείρα ο αρχάγγελος Γαβριήλ διαμήνυσε στον Ζαχαρία ότι τελικά η γυναίκα του θα γεννήσει αγόρι και να του δώσει το όνομα Ιωάννης. Στην αρχή ο Ζαχαρίας φέρεται να μη πίστεψε τα λόγια του Γαβριήλ και πιθανώς να υπέστη κάποιο κλονισμό κατά τον οποίο έχασε την ομιλία του, (ερμηνευμένη ως τιμωρία) όπου και παρέμεινε άλαλος έως την ημέρα που θα βαπτιζόταν το παιδί που θα έφερνε στον κόσμο η Ελισάβετ. Έτσι και έγινε. Οκτώ ημέρες μετά την γέννηση του μωρού, όταν ζητήθηκε από τον ίδιον να φανερώσει το όνομα του παιδιού, εκείνος έγραψε σε μια πινακίδα το όνομα «Ιωάννης» και αμέσως επανήλθε η ομιλία του.

Πατρίδα του Ιωάννη κατά μία παράδοση φέρεται η Χεβρών, κατ΄ άλλη όμως γνώμη φέρεται η πόλη Ιούττα. Περί της νεανικής ζωής του Ιωάννη και του ιδιωτικού του βίου καμία πληροφορία δεν υπάρχει εκτός της πολύ λιτής αναφοράς του ίδιου παραπάνω Ευαγγελιστή ότι: «το παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι και ήν εν ταις ερήμοις έως ημέρας αναδείξεως αυτού προς τον Ισραήλ».

Σημειώνεται εν προκειμένω, με τη λέξη "ερήμοις" (δοτική πληθυντικού) χαρακτηρίζονται τα διάφορα μέρη της ίδιας της ερήμου της Ιουδαίας οι οποίες έφεραν διάφορες επιμέρους ονομασίες. Στις ερήμους αυτές φαίνεται να κατέφυγε ο Ιωάννης, για προπαρασκευή του έργου του όπως παλαιότερα είχαν ομοίως καταφύγει ο Μωυσής και ο προφήτης Ηλίας.
Σύμφωνα με αναφορά του Ευαγγελιστή Λουκά ο Ιωάννης εμφανίζεται πλέον σε ηλικία 30 ετών «κατά θείαν εντολήν», «εν τη ερήμω της Ιουδαίας». Κάνοντας όμως λόγο περί του Ιορδάνη ποταμού συνάγεται ότι αναφέρεται στο νότιο τμήμα της χώρας, την περιορδάνεια περιοχή, κηρύσσοντας: «Μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η βασιλεία των ουρανών», «βαπτίζοντας τους προσερχόμενους προς αυτόν» (κατά Ματθαίον). Παράλληλα με τα κηρύγματά του ήταν και η εμφάνισή του καθώς ο ασκητικός βίος και διατροφή του. Φορούσε μάλλινο ένδυμα "από τρίχες καμήλου και ζώνη δερμάτινη περί την οσφύ του". Η δε διατροφή του ήταν άγριο μέλι και ακρίδες. Φαίνεται δε πως δεν παρέμενε συνέχεια στο ίδιο αυτό μέρος αλλά περιέρχονταν "πάσαν την περίχωρον του Ιορδάνου κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας".

Τόσο η εμφάνιση αυτή όσο και ο ασκητικός βίος του Ιωάννη παράλληλα με τα κηρύγματα και τις βαπτίσεις μετάνοιας που προέβαινε ήταν επόμενο να προκαλέσει πλήθος ακροατών αλλά και πολλών θαυμαστών του απ΄ όλη τη Παλαιστίνη που έσπευδαν να τον ακούσουν, μεταξύ των οποίων και στρατιώτες και Σαδδουκαίοι και Φαρισαίοι τους οποίους όλους στη συνέχεια βάπτιζε στον Ιορδάνη ποταμό. Έτσι δεν άργησε αυτή η δράση του να προκαλέσει και τη προσοχή του Μεγάλου Συνεδρίου των Εβραίων που έστειλε αντιπροσωπεία για να ελέγξει τι συνέβαινε και να μάθει περί αυτού, από την οποία και έλαβε ως απάντηση σχετική προφητική ρήση του Προφήτη Ησαΐα "«φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ευθύνατε την οδόν Κυρίου» (κατά Ιωάννη)

Εκεί τον συνάντησε και ο Ιησούς Χριστός και του ζήτησε να τον βαπτίσει. Εκείνος αρχικά αρνήθηκε, όμως ο Χριστός επέμενε, και έτσι ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος βάπτισε τον Ιησού Χριστό στα νερά του Ιορδάνη Ποταμού.
Τα τίμια λόγια του Προδρόμου ενοχλούσαν τις διεφθαρμένες συνειδήσεις των Φαρισαίων καθώς και του τετράρχη της Γαλιλαίας και Περαίας Ηρώδη Αντύπα, όταν τον έλεγξε για την παράνομη συμβίωσή του με την σύζυγο του ζώντος αδελφού του Ηρώδη Φιλίππου, την Ηρωδιάδα, ο οποίος και τον φυλάκισε. Σε κάποια γιορτή των γενεθλίων του, ο Ηρώδης ζήτησε από την κόρη του Σαλώμη να του χορέψει και της υποσχέθηκε με όρκο να της δώσει ό,τι του ζητήσει. Η Ηρωδιάς, η μητέρα της, που φθονούσε τον Ιωάννη, βρήκε τότε την ευκαιρία που αναζητούσε όπου προέτρεψε τότε την κόρη της να ζητήσει το κεφάλι του προφήτου Ιωάννη μέσα σ’ ένα πινάκιο (πιάτο). Έτσι ακολούθησε ο αποκεφαλισμός. Μετά το μαρτυρικό αυτό τέλος, του Ιωάννη προσελθόντες οι μαθητές του "ήραν το πτώμα αυτού και έθηκαν αυτό εν μνημείω" (κατά Μάρκον).

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο αναφέροντας το όνομά του μετά την Παναγία στις προσευχές και στις δεήσεις.
Στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο είναι αφιερωμένες έξι ημέρες του χρόνου:
7 Ιανουαρίου (Σύναξις Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου), η αρχαιότερη εορτή
24 Φεβρουαρίου (1η & 2η εύρεση της Τίμιας Κεφαλής του)
25 Μαϊου (3η εύρεση της Τίμιας Κεφαλής του)
24 Ιουνίου (Γενέθλιον του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου), ορίσθηκε μετά τον καθορισμό των Χριστουγέννων (4ος αιώνας).
29 Αυγούστου (Αποτομή της Τίμιας Κεφαλής του), καθορίστηκε ομοίως τον 4ο αιώνα, και
23 Σεπτεμβρίου (Η σύλληψή του από την μητέρα του Αγία Ελισάβετ).

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

ΤΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ







«ἡ θάλασσα εἶδε καὶ ἔφυγεν, ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω•» (Ψαλμός ΡΙΓ’, 3).
• Άξια προσοχής είναι και η αλληγορική προσέγγιση την οποία κάνει ο ιερός Χρυσόστομος σε ό,τι αφορά τον Ιορδάνη ποταμό. Ο ποταμός έχει δύο μεγάλες πηγές την μία την ονομάζει Ιόρ και την άλλη Δαν. Αυτές οι δύο δημιουργούν δύο μικρά ποτάμια των οποίων η συνένωση δημιουργεί τον Ιορδάνη, ο οποίος με την σειρά τουφτάνει και χύνεται στην Νεκρά θάλασσα. Ο ποταμός Ιορδάνης είναι ο τύπος του ανθρωπίνου γένους. Οι δύο πηγές συμβολίζουν τον Αδάμ και την Εύα είναι οι δύο πηγές από τις οποίες προήλθες το ανθρώπινο γένος. Και το γένος προς τα πού πήγες; Στη νέκρωση και τον θάνατο, όπως ο Ιορδάνης στη Νεκρά Θάλασσα. Ήρθε όμως ο Υιός του Θεού, που πόνεσε για την αθλιότητα του ανθρωπίνου γένους, κι έγινε άνθρωπος, κι έπαθε επάνω στο σταυρό, και κατήργησε, με τον θάνατό του, τον θάνατο. Έτσι χάρισε στους ανθρώπους τη ζωή και τους επέστρεψε προς τα πίσω, τους έκανε να μη τρέχουν πια προς τη νέκρωση και τον θάνατο, αλλά προς την αφθαρσία. Αυτός είναι ο λόγος, που ο Απόστολος Παύλος λέει, ότι «ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν, εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν» (Ρωμ. ΣΤ’, 3).

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΐΣΙΟΣ: «ΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΣΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ...ΓΙΑ ΝΑ ΣΤΕΡΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΑ ΘΕΙΑ ΔΩΡΑ»





Γέροντα, γιατί στις γιορτές συνήθως συμβαίνει κάποιος πειρασμός;

Δεν ξέρεις; Στις γιορτές ο Χριστός, η Παναγία, οι Άγιοι έχουν χαρά και κερνούν, δίνουν ευλογίες, δώρα πνευματικά στους ανθρώπους. Εδώ οι γονείς κερνούν, όταν γιορτάζουν τα παιδιά, η οι βασιλείς χαρίζουν ποινές, όταν γεννιέται κανένα βασιλόπουλο,οι Άγιοι γιατί να μην κεράσουν;

Μάλιστα η χαρά που δίνουν κρατάει πολύ και βοηθιούνται πολύ οι ψυχές. Γι΄ αυτό ο διάβολος ,επειδή το ξέρει αυτό, δημιουργεί πειρασμούς ,για να στερηθούν οι άνθρωποι τα θεία δώρα και να μη χαρούν ούτε να ωφεληθούν από την γιορτή. 

 Και βλέπεις, μερικές φορές στην οικογένεια, όταν σε μια γιορτή ετοιμάζονται όλοι να κοινωνήσουν , τους βάζη ο πειρασμός να μαλώσουν, και όχι μόνο δεν κοινωνούν, αλλά ούτε στην εκκλησία πηγαίνουν.

Τα φέρνει έτσι τα πράγματα το ταγκαλάκι, ώστε να στερηθούν όλη την θεία βοήθεια.

Αυτό παρατηρείται και στην δική μας ,την καλογερική ζωή. Πολλές φορές το ταγκαλάκι, επειδή γνωρίζει εκ πείρας ότι θα βοηθηθούμε πνευματικά σε κάποια γιορτή, εκείνη την ημέρα, ή μάλλον από την παραμονή , δημιουργεί έναν πειρασμό- σαν πειρασμός που είναι- και μας χαλάει όλη την διάθεση.

Μπορεί λ.χ. να μας βάλη να φιλονικήσουμε με ένα αδελφό ,και ύστερα μας θλίβει, μας τσακίζει ψυχικά και σωματικά. Έτσι, δεν μας αφήνει να ωφεληθούμε από την γιορτή με τον χαρούμενο τρόπο της δοξολογίας. Ο Καλός Θεός όμως, όταν δη ότι δεν δώσαμε εμείς αφορμή, αλλά αυτό έγινε μόνον από φθόνο του πονηρού, μας βοηθάει.

Και ακόμη πιο θετικά μας ωφελεί ,όταν εμείς παίρνουμε ταπεινά το σφάλμα επάνω μας και δεν κατηγορούμε όχι μόνον τον αδελφό μας αλλά ούτε και τον μισόκαλο διάβολο, διότι η δουλειά του αυτή είναι: να δημιουργή σκάνδαλα και να σκορπάη κακότητα, ενώ ο άνθρωπος ως εικόνα Θεού πρέπει να σκορπάη ειρήνη και καλωσύνη.

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ



Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητή

        Εισήλθαμε ήδη με τη χάρη του Τριαδικού Θεού στο νέο έτος. Μαζί με τις ελπίδες και τις προσδοκίες μας για τη νέα χρονιά, γεμίζει αυτές τις ημέρες την ψυχή μας εύλογος προβληματισμός για την έννοια της ροής του χρόνου. Κι’ αυτό διότι ο χρόνος μαζί με τον «δίδυμο αδελφό του τον χώρο», κατά το αείμνηστο Ιουστίνο Πόποβιτς αποτελούν τους δύο βαρείς ζυγούς του ανθρώπου σε όλη την επί γης ζωή του, οι οποίοι του περιορίζουν τον διακαή του πόθο για την απολυτότητα.

          Η έννοια του χρόνου είναι μια παμπάλαια μυστηριώδης υπόθεση για τον άνθρωπο. Κανένα άλλο ον δεν έχει την αίσθηση της ροής του χρόνου, πολλώ δε μάλλον δεν έχει την ικανότητα της μέτρησής του, εκτός από τον άνθρωπο, ο οποίος μόνος αυτός προικίσθηκε από το Θεό Δημιουργό με λογική, χάρις στην οποία υπερβαίνει την ενστικτώδη κατάσταση, κοινή σε όλα τα έμβια πλάσματα, και ανάγεται έτσι στη σφαίρα του φιλοσοφικού στοχασμού.

     Αυτός, από πολύ παλιά, με βάση την αέναη κινητικότητα και τις μεταβολές του φυσικού περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο ζούσε, συνέλαβε την έννοια της χρονικής ροής. Ο χώρος και η κίνηση των υλικών υπάρξεων τον προβλημάτιζαν και γέμιζαν την ψυχή του από θαυμασμό και πολλά ερωτηματικά.  Το σπουδαιότερο φαινόμενο, που τον συνέπαιρνε ήταν η εναλλαγή του ημερονυκτίου, το οποίο έγινε η πρωταρχική μέτρηση του χρόνου. Το διάστημα της ημέρας χρονομετρήθηκε επίσης με βάση την κίνηση του ηλίου. Ανάλογα με τη θέση του στο ουράνιο στερέωμα, καθοριζόταν και ο χρόνος της ημέρας. Το σύνολο των ημερονυκτίων και σε σχέση με τον ετήσιο ηλιακό κύκλο καθόρισε το χρονικό έτος.

       Η σύλληψη και ο καθορισμός της έννοιας του χρόνου είναι λοιπόν στενά συνυφασμένη με τη θέση και την κίνηση του υλικού περιβάλλοντος κόσμου και έχει επίσης άμεση σχέση και με το ευμετάβλητο της υλικής δημιουργίας. Αυτό το είχε συλλάβει πρώτος ο μεγάλος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Ηράκλειτος (580-490 π.Χ.), ο οποίος είχε συνοψίσει ολόκληρη την σκέψη του για το χρόνο στην παροιμιώδη φράση του «τα πάντα ρει». Ο κόσμος τάχθηκε από το Θεό Δημιουργό του να μην είναι στατικός, αλλά να βρίσκεται σε συνεχή μεταβολή και κίνηση, σε μια αδιάκοπη ροή, η οποία τον οδηγεί στο τελεολογικό του σκοπό.  

     Ο άνθρωπος είναι αναπόσπαστο μέρος της θείας δημιουργίας. Όπως εκείνη, έτσι και αυτός υπόκειται στην κοσμική ροή, την οποία ο ίδιος ονόμασε χρόνο. Για να μπορεί να εκφράσει καλύτερα αυτή την λεπτή έννοια την ενέταξε μέσα στις μυθολογικές του συμβολικές παραστάσεις. Στους Ινδούς ο χρόνος αναπαριστάται με τον αέναο κυκλικό κοσμικό χορό του καταστροφέα και δημιουργού θεού Σίβα. Στους αρχαίους Αιγυπτίους η θεά του νυκτερινού ουρανού Νουτ κάθε βράδυ κατάπινε τον ήλιο, των χώνευε και σιμά το πρωί ξέρναγε στην ανατολή, αυτή ήταν η αδιάκοπη διαδικασία του χρονικού κύκλου. Οι ινδιάνοι της φυλής Micmac της προκολομβιανής Αμερικής η έννοια του χρόνου είχε μαγικό χαρακτήρα, τον αντιλαμβάνονταν σαν ένα συνεχές παρόν.

       Οι αρχαίοι Έλληνες αναπαριστούσαν τον αδυσώπητο χρόνο με τον Τιτάνα Κρόνο (=Χρόνο), ο οποίος έτρωγε τα παιδιά του, θέλοντας να δηλώσουν τον άτεγκτο νόμο της γέννησης και της φθοράς των όντων. Ο Πυθαγόρας θεωρούσε τον χρόνο ως σφαίρα η οποία περιβάλλει τα πάντα και τίποτε δε μπορούσε να μείνει έξω από τον άτεγκτο χρονικό νόμο. Ο Πλάτων επεκτείνοντας την ηράκλεια φιλοσοφία συνέδεσε την μεταβλητότητα του υλικού κόσμου με το χρόνο (Τίμ.37D). Ο Αριστοτέλης θεώρησε την έννοια του χρόνου ως την κύρια όψη της αέναης κινήσεως των υλικών σωμάτων σε ολόκληρο το σύμπαν. Οι Στωικοί τέλος θεωρούσαν τον χρόνο ως ασώματο ον, ενδιάμεσο της κινήσεως του σύμπαντος (Διογ.Λαέρτ.Ζ΄1,141). 

      Οι Εβραίοι, έχοντας ως οδηγό την Παλαιά Διαθήκη, πίστευαν πως ο Θεός είναι ο δημιουργός των πάντων, ακόμα και του χρόνου. Αυτός οδηγεί τον κόσμο μέσω της χρονικότητας  προς τον σκοπό για τον οποίο τον έπλασε. Ο χρόνος είναι ενταγμένος και αυτός σε αυτή την σκοπιμότητα. Τίποτε δεν υπάρχει έξω από τη θεία πρόνοια και τη θέληση. Χρόνος είναι η πορεία του κόσμου στην τελείωσή του.

       Στον Χριστιανισμό ο χρόνος πείρε μια εντελώς διαφορετική θεώρηση. Ενέχει βαθύτατες θεολογικές, ανθρωπολογικές και ηθικές διαστάσεις. Ο χρόνος έχει αρχή και θα έχει τέλος. Αυτό εκφράζεται ξεκάθαρα από την πρώτη και την τελευταία φράση της Αγίας Γραφής. «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην» (Γεν.1,1) και «ναι έρχομαι ταχύ» (Αποκ.22,20). Ο πρώτος στίχος εκφράζει την γένεση του χρόνου και ο δεύτερος δηλώνει το τέλος του, μαζί με το τέλος της σημερινής μορφής του κόσμου. Αυτή είναι μια από τις θεμελιώδεις θέσεις της χριστιανικής διδασκαλίας, η οποία σε αντίθεση με τις διάφορες πανθεϊστικές πίστεις, οι οποίες δέχονται το αυθύπαρκτο και την αιωνιότητα του κόσμου. Ο λόγος του Θεού τονίζει κατηγορηματικά πως μετά τον τελικό θρίαμβο του Χριστού και τη δεύτερη και ένδοξη παρουσία Του η νοητή ουράνια Ιερουσαλήμ «ου χρείαν (θα) έχει του ηλίου ουδέ της σελήνης ίνα φαίνωσιν αυτή΄ η γαρ δόξα του Θεού εφώτισεν αυτήν, και ο λύχνος αυτής το αρνίον … οι  πυλώνες αυτής ου μη κλεισθώσιν ημέρας΄ νύξ γαρ ουκ έσται εκεί» (Αποκ.21,23-25). Είναι φανερό πως εφ’ όσον υπάρξει η αναδημιουργία της υλικής κτίσεως και η αφθαρτοποίησή της, θα πάψει να υπάρχει και μεταβολή και άρα θα πάψει να υπάρχει και ο χρονικός συσχετισμός.

     Υπάρχει και μια άλλη σημαντική παράμετρος της θεωρήσεως του χρόνου.  Αυτός είναι πλέον καθαγιασμένος αφότου ο Θεός Λόγος αποφάσισε να εισέλθει σε αυτόν, να γίνει άνθρωπος και να υποστεί τους χωροχρονικούς περιορισμούς των δημιουργημάτων Του (Ιωάν.1,14). Μετά την Ενανθρώπηση του Θεού ο χρόνος και ο χώρος, τα δύο αυτά βασικά ιδιώματα της υλικής κτίσεως έλαβαν διαφορετικό ρόλο μέσα στην τελεολογική κοσμική προοπτική.

     Πριν από τη σάρκωση του Θεού ο χωροχρόνος υπηρετούσε το κακό, το οποίο είχε εισέλθει ως μια αφύσικη κατάσταση στη δημιουργία του Θεού. Το διάβα των αιώνων της προχριστιανικής εποχής ήταν στην ουσία η διαιώνιση του κακού στον κόσμο. Μετά τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο η έννοια του χρόνου εντάχθηκε στο έργο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Τώρα ο χρόνος υπηρετεί το θείο έργο της σωτηρίας του κόσμου. Υπηρετεί τη σωτηρία του ανθρώπου. Ο χρόνος δεν είναι απλά μια μηχανιστική πορεία προς το τέλος του κόσμου, αλλά η κάθε χρονική στιγμή είναι πολύτιμη για την σωτήρια ουρανοδρόμο πορεία του ανθρώπου προς το Θεό. Είναι ένας αδιάκοπος «καιρός ευπρόσδεκτος» και συνεχής «ημέρα σωτηρίας» κατά τον απόστολο Παύλο (Β΄Κορ.10,11). Ο χρόνος της επίγειας ζωής μας πρέπει να είναι αξιοποιήσιμος στο έπακρο. Κάθε στιγμή χαμένη μπορεί να αποβεί μοιραία για την μελλοντική μας θέση στην αιωνιότητα. Ο μέγας απόστολος των εθνών σε άλλο λόγιό του μας προτρέπει: «νυν γαρ εγγύτερον η σωτηρία η ότε επιστεύσαμεν, η νυξ προέκοψεν η δε ημέρα ήγγικεν» (Ρωμ.13,11). Ο αιώνιος Θεός θα έλθει ξαφνικά «ως κλέπτης εν νυκτί» (Ματθ.24,43, Α΄Θεσ.5,2,Αποκ.3,3) και αλίμονο σε όποιον βρεθεί να καθεύδει. Έξω από αυτή τη θεώρηση η έννοια του χρόνου είναι χωρίς νόημα, ανώφελη για τον άνθρωπο και ίσως αρκετά ανιαρή. Ο επίγειος βίος μας, ως προετοιμασία για την ατέρμονη αιωνιότητα δίνει πραγματικό νόημα στη ζωή μας, ορμή και δύναμη να υπερβούμε όλα τα εμπόδια και να πραγματοποιήσουμε τον υψηλό σκοπό μας.      

       Ο περιορισμένος χώρος της στήλης δε μας επιτρέπει να επεκτείνουμε  τον φιλοσοφικό μας στοχασμό για την έννοια του χρόνου, η οποία είναι όντως ανεξάντλητη. Αρκούμαστε να υπενθυμίσουμε την προσωπική υποχρέωση κάθε νοήμονα ανθρώπου να αξιοποιεί θετικά κάθε χρονική στιγμή της επίγειας ζωής του, για την προσωπική και κοινωνική προκοπή. Η πρόοδος και ο πολιτισμός είναι κατακτήσεις και αποτελέσματα μόχθου και πολλής προσπάθειας. Η νέα χρονιά ας είναι για όλους μας μια ακόμα πρόκληση και ευκαιρία να δώσουμε το δικό μας ευγενή αγώνα σε όλους τους τομείς της ζωής μας, ο οποίος θα μας καταξιώσει και θα μας αναδείξει εν τέλει θεοειδείς προσωπικότητες.