Ο Παντοκράτωρ

Ο Παντοκράτωρ
Ο Παντοκράτωρ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεολογικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεολογικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2022

Προγαμιαίες σχέσεις: π. Βασίλειος Θερμός, Θεολόγος, Παιδοψυχολόγος

 



       Ας δούμε μια περίπτωση όπου ζευγάρι πήγε για εξομολόγηση, όμως ο πνευματικός δεν τους επέτρεψε να προσέλθουν στη Θεία Κοινωνία, διότι είχαν προγαμιαίες σχέσεις, ήταν σωστό αυτό;

Πρόκειται για μια πολύ συχνή αιτία πικρίας των σημερινών ανθρώπων, που καταλήγει στην απομάκρυνσή τους από την Εκκλησία. Για να κατανοήσουμε το πνεύμα αυτής της «απαγόρευσης», χρειάζεται να κάνουμε μια αναφορά σχετικά με το μυστήριο του γάμου.

Η λέξη «μυστήριο» προέρχεται από το ρήμα μυώ, που σημαίνει εισάγω σε κάτι, μεταδίδω μιάν αλήθεια. Αυτός που μυείται λέγεται μυημένος. Το πρωταρχικό νόημα, λοιπόν, αυτής της διαδικασίας βρίσκεται στη Θεία Λειτουργία, το κατ’ εξοχήν μυστήριο (Θεοκοινωνία: κοινωνία Θεού και ανθρώπων). Αυτός που βαπτίζεται και χρίεται γίνεται μυημένος, με άλλα λόγια μπορεί πλέον να συμμετέχει στα άδυτα της αγάπης του Θεού (που είναι η Θεία Ευχαριστία) και απαντά στον ιερέα (σήμερα το κάνει ο ψάλτης ως αντιπρόσωπος του λαού), να ακούει τα λεγόμενα, να μεταλαμβάνει Σώμα και Αίμα Χριστού (να κοινωνεί με τον Θεό).

Συναποτελεί με τους άλλους πιστούς το σώμα της Εκκλησίας, δηλαδή εκείνους που ενσωματώθηκαν στην Αλήθεια και στη Ζωή (που είναι ο Χριστός: Ιωάν. 14, 6). Από το γεγονός αυτό και μετά όλα είναι διαφορετικά, όλα (πρέπει να) λαμβάνουν χώρα κάτω από το φως αυτής της ασύλληπτης δωρεάς. Ολόκληρη η ζωή του Χριστιανού παίρνει νόημα από την ένταξή του στην Εκκλησία. Τίποτε δεν μπορεί να γίνει έξω από την ευλογία της, όχι διότι το επιβάλλει κάποιος κανονισμός ή μια θρησκοληψία, αλλά διότι η Εκκλησία αποτελεί τρόπο ζωής, αγιασμένο. Αγκαλιάζει ολόκληρη τη ζωή του ανθρώπου, γι’ αυτό και υπάρχουν πλήθος προσευχών και ειδικών ακολουθιών για όλες τις δραστηριότητές της: φαγητό, εκπαίδευση, πολιτική, μεταφορές, εμπόριο, γεωργία, βιομηχανία κ.ά.

Θα ήταν αδιανόητο να απουσιάζει η ψυχοσωματική ένωση δύο ανθρώπων από την εκκλησιαστική ευλογία (αν και με το γάμο συντρέχουν περισσότεροι λόγοι, δεν είναι μια απλή δραστηριότητα). Έτσι λοιπόν, η εγκράτεια πριν από τον γάμο παίρνει το νόημα μιάς θεληματικής άσκησης προκειμένου να παραμείνει κάποιος ενταγμένος στην Εκκλησία. Με το βάπτισμα και το χρίσμα ο πιστός αποκτά την γενική ιερωσύνη, την ιερωσύνη των λαικών. Μετέχοντας και αυτός στο ιερατικό αξίωμα του Χριστού (που προσέφερε τον Εαυτό Του θυσία ως Μέγας Αρχιερεύς, για την σωτηρία των ανθρώπων), προσφέρει και αυτός θυσία την άσκησή του και κάθε είδους άσκηση (αφού αυτή λαμβάνει χώρα στην ψυχή και στο σώμα του), στο δε συγκεκριμένο θέμα την εγκράτεια.

Αν αρνηθεί αυτή την άσκηση αυτονομείται από το εκκλησιαστικό σώμα, διότι προηγουμένως αυτονόμησε την ερωτική-σεξουαλική λειτουργία από την εν Χριστώ ζωή. Με άλλα λόγια, το να μην κοινωνήσει δεν αποτελεί τιμωρία, αλλά φανέρωση αυτού που ήδη έχει συμβεί μέσα του. Βέβαια στην πράξη πολλές φορές γίνεται η λεγόμενη οικονομία, δηλαδή μία επιεικής αντιμετώπιση αυτού του τόσο γενικευμένου προβλήματος, ανάλογα με την αγωνιστικότητα που δείχνει ο πιστός. Είναι φανερό ότι άλλη σημασία έχει να γνωρίζει κάποιος τον στόχο και να αγωνίζεται, αλλά μερικές φορές να αποτυγχάνει στην επίτευξή του, και άλλη σημασία το να αγνοεί τον στόχο ή να τον περιφρονεί κιόλας.

Η σημερινή δυσκολία είναι αποτέλεσμα και της διχασμένης ταυτότητας του νεοέλληνα, ο οποίος παραπαίει ανάμεσα σε μια θρησκευτικότητα παραδοσιακή χωρίς επίγνωση και σ' ένα ηδονοθηρικό τρόπο ζωής, αγνοώντας έτσι τί πραγματικά είναι η Εκκλησία. Πάντως ένα τέτοιο επιτίμιο αποχής από την Θεία Κοινωνία με κανένα τρόπο δεν θα πρέπει να γίνεται αφορμή να διακόπτει ο πιστός τη σχέση του με την Εκκλησία ή να χαλαρώνει την προσευχή του και την πνευματική ζωή, όπως δυστυχώς συχνά συμβαίνει.

-Μήπως ξεχνάμε τις σημερινές συνθήκες ζωής που τόσο απέχουν από την παραδοσιακή κοινωνία; Καθώς έχει εμπορευματοποιηθεί η σεξουαλικότητα και από την άλλη καθυστερεί η ηλικία γάμου, όλο και πιο δύσκολη γίνεται η εγκράτεια πριν από τον γάμο.

Έχετε δίκιο. Θα λέγαμε ότι σήμερα η εγκράτεια πριν από τον γάμο ισοδυναμεί με θαύμα. Αλλά όπως όλα τα θαύματα απαιτούν δύναμη Θεού και πίστη του ανθρώπου, έτσι και αυτή είναι εφικτή όταν ο άνθρωπος το θελήσει πολύ και ζητήσει την βοήθεια του Θεού. Άλλωστε, ας μη λησμονούμε ότι, αφού εκκλησιολογικά μόνο δικαιώνεται αυτή η εγκράτεια, επομένως, μόνο μέσα στη ζωή της Εκκλησίας μπορεί να πραγματοποιηθεί.

Μόνο ένας συνειδητά πιστός, που μελετά, προσεύχεται, εξομολογείται, κοινωνεί, είναι σε θέση να διατηρήσει μέσα του μία ατμόσφαιρα εμπιστοσύνης στον Θεό και πνευματικής αγωνιστικότητας. Το μαρτυρούν οι χιλιάδες νεαρών πιστών που το επιτυγχάνουν και σήμερα. Στην εποχή μας υπάρχει πληθώρα βιβλίων σχετικών με το νόημα του γάμου, έτσι ώστε όποιος θέλει μπορεί να εμβαθύνει. Άλλωστε, το σεξουαλικό ζήτημα δεν εξαντλείται στην προγαμιαία εγκράτεια. Χρειάζεται μακροχρόνιος αγώνας ώστε να θέσει κανείς τη λειτουργία αυτή στην υπηρεσία της αγάπης, της ενότητας, της κατανόησης, της τρυφερότητας, της βαθειάς κοινωνίας.

Μπήκαμε σ’ έναν καινούργιο αιώνα, που φιλοδοξεί να καθιερώσει εναλλακτικές μορφές οικογένειας, απλώς και μόνο για να ικανοποιήσει κάθε φτηνή επιθυμία και για να διαδώσει το ιδανικό ενός «γάμου»- απλού συμβολαίου. Σ’ ένα κόσμο που κλυδωνίζεται από την καχυποψία και την εχθρότητα, που αποδιοργανώνεται από τον ηδονισμό και την εκμετάλλευση, χρειαζόμαστε τον εκκλησιαστικό γάμο περισσότερο από ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Ο κόσμος δεν θα σωθεί ούτε από τον αφελή ρομαντισμό της δήθεν αγάπης, ούτε από την απρόσωπη απόλαυση που ήλθε να τον αντικαταστήσει, τα οποία ήδη κάποιοι εμπορεύονται. Ελπίδα του παραμένει ένας γάμος, που τρέφεται από το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, που διατηρεί ως όραμα την ανιδιοτελή αγάπη, που αγωνίζεται (σκληρά μερικές φορές) να μεταποιεί καθημερινά το φυσικό σε θεανθρώπινο (άγιο). Ένας γάμος που υλοποιεί την αιώνια βούληση του Θεού για τον τρόπο της σχέσης: τη βαθειά κοινωνία των προσώπων.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2022

Κατάπαυση του (πνευματικού) πολέμου

 


Με αφορμή τα σύγχρονα γεγονότα, τώρα που διάγουμε την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, σκέφτηκα να αντιπαραβάλλω τον πόλεμο στην Ουκρανία με τον πνευματικό (νοερό) πόλεμο που διεξάγεται μέσα (ψυχή) μας, στο νού του ανθρώπου μέσω των εφάμαρτων λογισμών. Εξάλλου, ο ιερός Χρυσόστομος μνημονεύει τρία είδη πολέμου (υλικού, κοινωνικού και ψυχικού), όπως αντίστοιχα τρία είδη ειρήνης (στρατιωτικής, κοινωνικής και ψυχικής)[i].

Κατά αρχάς, προσευχόμαστε με θέρμη ψυχής να σταματήσει άμεσα αυτός ο δεινός πόλεμος στην Ουκρανία και, κάθε πόλεμος επάνω στη γή, διότι ένας πόλεμος μόνο καταστροφή επιφέρει στον άνθρωπο και γενικά στην κοινωνία και το περιβάλλον. Διότι, ως γνωστό, οι συνέπειες ενός πολέμου σε όλα τα επίπεδα (ψυχολογικό, κοινωνικοπολιτικό, οικονομικό κ.ά), δύσκολα και μακροπρόθεσμα επουλώνονται. Όπως θα έλεγε ο ποιητής: «Ἄγγελος ἄφθογγος πόλεμον πολύδακρυν ἐγείρει»[ii].

Επιπλέον, από ψυχολογικής επόψεως, υφέρπει το γεγονός με τις συνεχιζόμενες εχθροπραξίες να τείνει η ανθρωπότητα να «συνηθίσει» αυτήν την φοβερή κατάσταση, που έχει συγκλονίσει όλο τον πλανήτη, αφού μέσω των ψυχολογικών μηχανισμών άμυνας από το σοκ που υπέστη, επιστρατεύει την «άρνηση», προκειμένου να αντιμετωπίσει τα αρνητικά συναισθήματα, προσπαθώντας να διατηρήσει την αισιοδοξία της, που θα την ωφελήσει να ξεπεράσει τις οδυνηρές αντιξοότητες.

Σε αυτό που εκτυλίσσεται μπροστά μας για πάνω από ένα μήνα, με τις σκηνές του φρικτού πολέμου, αναρωτιόμαστε πως είναι τραγικό και αναμφισβήτητα παράλογο αυτό που συμβαίνει στους αδελφούς μας, αφού ως Χριστιανοί πονάμε για οποιοδήποτε άνθρωπο, που υποφέρει και πάσχει[iii]. Φυσικά, με θεολογικούς όρους, η αμαρτία (κακία) εντάσσεται στο πλαίσιο του παρά-λογου. Ενώ αντίθετα η μετάνοια είναι η αποξένωση από την αμαρτία και την πνευματική ζόφωση (σκοτισμός νοός)[iv].

Οι άγιοι Πατέρες μίλησαν για τον νοητό πόλεμο της ψυχής και τα στάδια που διέρχεται. Το πρώτο στάδιο είναι η προσβολή του λογισμού στο νου, κατόπιν ο συνδυασμός, μετά η συγκατάθεση, ύστερα η αιχμαλωσία και τέλος το πάθος. Η προσβολή είναι έ­νας απλός λογισμός, η παρουσία μιας εντύπωσης που εισέρχεται στην καρδιά και εκδηλώνεται στο νου. Η προσβολή εί­ναι μία ενθύμηση και γενικά οποιαδήποτε σκέψη, που γίνεται στον ανθρώπινο νου από τον διάβολο. Αυτό το είδος πολέμου δεν συνιστά αμαρτία για τον άνθρωπο, διότι είναι μία νοερά προσβολή του εχθρού της σωτηρίας μας και δεν προέρχεται από εμάς. Ειρήσθω εν παρόδω, με αυτό τον τρόπο προσέβαλε ο διάβολος τους πρωτοπλάστους και τους εξεδίωξε από τον παράδεισο. Ο συνδυασμός είναι η εμπαθής ή απαθής συνομιλία με τον λογισμό, που εμφανίζεται όπως την δέχεται ο νους από τον νοητό εχθρό, δηλαδή η εκούσια απασχόληση με αυτόν. Αυτή η εκδήλωση του λογισμού δεν είναι τελείως αναμάρτητη, γι’ αυτό είναι αξιέπαινος αυτός που θα διορθώσει τον κακό λογι­σμό με την βοήθεια του Θεού.

Η συγκατάθεση, είναι η κάμψη της ψυχής, λόγω ηδονής, στον εμφανισθέντα λογισμό (μορφή), που σχηματίσθηκε στο νου. Αυτό συμβαίνει εάν δεχθούμε την φαντασία ή την πονηρή ενθύμηση του εχθρού και υποχωρήσουμε στις προτροπές του. Αυτό, συνήθως, συμβαίνει σ’ αυτούς που δεν ασκούνται στην πνευματική εργασία. Συνεπώς, εάν ο άνθρωπος δεν αγωνίζεται στην άσκηση της εργασίας των αρετών και ζει με ακηδία, ενώ έλαβε πλήρως από τον Θεό την βοήθεια για την αποδίωξη των κακών λογισμών, δεν είναι απαλλαγμένος της αμαρτίας, λόγω της αδιαφορίας του στην απόκρουση των κακών (πονηρών) λογισμών. Επομένως, όντας αδύναμος πνευματικά ο άνθρωπος σε αυτή την κατάσταση, να τρέχει κράζοντας προς τον Κύριο με ταπείνωση (εξουθένωση) να τον βοηθήσει: «Εξομολογείσθε τω Κυρίω και επικαλείσθε το όνομα το άγιον αυτού»[v]. Και ο Θεός κατά το μέγα του έλεός θα τον συγχωρήσει γι’ αυτή την αδυναμία του. Η αιχμαλωσία είναι η υποχώρηση στο πάθος. Ο άνθρωπος δέχεται με την θέλησή του τις πονηρές προτροπές του νοητού εχθρού και συγκαταβαίνει σ’ αυτές, αφού νικήθηκε πλέον, δεν αντιδρά στην αμαρτία και επιθυμεί να την πράξει ακόμη και όταν δεν είναι ο κατάλληλος καιρός ή ο τόπος. Αυτή η εκούσια προσχώρηση στο κακό είναι πολύ εφάμαρτη αιχμαλωσία.

Ενώ το πάθος, λένε τέλος οι Πατέρες, είναι αυτό το οποίο πολυχρόνια φωλιάζει στην ψυχή και την ταράζει πάντοτε με τους εμπαθείς λογισμούς, που σπείρει ο νοη­τός εχθρός. Έτσι, από την συχνή και αλλεπάλληλη υποχώρηση στο κακό, γιγαντώνεται και γίνεται συνήθεια η αμαρτία, που ενισχύεται ακόμη από την φαντασία και επανάληψη του κακού. Αυτό συμβαίνει, διότι ο διάβολος παρουσιάζει ενώπιον του ανθρώπου κάθε είδους εμπαθή έργα και του ανάβει την φλόγα να τα απολαύσει. Περισσότερο όμως οφείλεται αυτό, όταν ο ίδιος ο άνθρωπος συνομιλεί με τον λογισμό του και από απροσεξία συγκατατίθεται σ’ αυτόν ή με την θέλησή του σκέπτεται το πα­ράνομο έργο, αφού πλέον δεν έχει τον φόβο των αιωνίων βασάνων και αδιαφορεί για την μετάνοια· δηλαδή δεν του φαίνεται κακό και δεν προσεύχεται για να λυτρωθεί από το πάθος. Άρα, αυτοί που κυριεύθηκαν από πάθη, πρέπει να τα καταπολεμήσουν κατόπιν με πολλή άσκηση[vi]. Φυσικά, όλη η ψυχοσωματική ύπαρξη επηρεάζεται από τα βέλη της αμαρτίας[vii]. Γι’ αυτό είναι απαραίτητη και η (πνευματική) νηστεία[viii], αφού δεν μολύνεται ο βιολογικός μας οργανισμός μόνο από τα μικρόβια ή τα ρυπογόνα απόβλητα[ix], αλλά και από τα ηθικά, ψυχικά, νοητικά, υπεραισθητά και πνευματικά αμαρτήματα[x].

Εξάλλου, η Εκκλησία του Χριστού διαχρονικώς διδάσκει σε παρόμοιες περιστάσεις, αυτό που λέει ο Μέγας Αθανάσιος: «(Δεῦτε καὶ ἴδετε τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, ἃ ἔθετο τέρατα ἐπὶ τῆς γῆς. Ανταναιρών πολέμους μέχρι των περάτων της γης[xi]). Τὴν γενομένην διὰ τοῦ κηρύγματος εἰρήνην κατασημαίνει, διὰ τοῦ πάντα πόλεμον λέγειν πεπαῦσθαι ἀπὸ τῆς γῆς»[xii]. Άλλωστε, ο λόγος του Θεού είναι φώς, που φωτίζει τα μάτια της ψυχής[xiii]. Ο άνθρωπος με την Χάρη του Χριστού – ιδιαιτέρως αυτή την ευλογημένη περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής με τον έντονο πνευματικό αγώνα –, καταπαύει τον κάθε είδους πόλεμο, τόσο τον ψυχοπνευματικό (εσωτερικό) πόλεμο στη καρδιά του, όσο και τον σωματικό (εξωτερικό) με τους συνανθρώπους του και το περιβάλλον. Κι έτσι, «εὰν γὰρ ἀκούσῃ φωνὴν Κυρίου ψυχὴ λογικὴ, σαλεύεται μεταβαίνουσα ἀπὸ κακίας εἰς ἀρετὴν, καὶ ἀπὸ ἀγνωσίας εἰς ἐπίγνωσιν Θεοῦ»[xiv].

Προκειμένου όμως να έρθουμε σε επίγνωση Θεού, όπως λέει χαρακτηριστικά ο άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ, «δεν φτάνει μόνο να βγαίνει η προσευχή από τα χείλη μας, αλλά έχει πολύ μεγάλη σημασία να αγαπάμε Εκείνον που επικαλούμαστε. Γι’ αυτό, όταν επικαλούμαστε το όνομα του Κυρίου, πρέπει να έχουμε επίγνωση όχι μόνο της παρουσίας του ζώντος Θεού, αλλά και της αληθινής σοφίας Του. Τώρα, όταν ακούμε να κατηγορούν τον Θεό για όλους τους πολέμους, τις αδικίες και τα προβλήματα στον κόσμο…, ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει: αντί να σταυρώνει ο άνθρωπος τον εαυτό του, μαζί με όλες τις αμαρτίες του, ξανασταυρώνει τον Χριστό. Και όμως, χάρη στον πολυεύσπλαχνο Κύριο ο άνθρωπος μπορεί να ελευθερωθεί από το αίσθημα ενοχής, που του δημιουργούν οι αμαρτίες του. Εδώ έγκειται η τραγωδία της εποχής μας: από τη μια μεριά η ανθρωπότητα καταλογίζει ευθύνες στο Θεό για τα κακά που μαστίζουν τον κόσμο και από την άλλη, ο χριστιανός ξεκινά να γνωρίσει τον Θεό, θέλοντας να βγάλει ο ίδιος απόφαση για το αν τελικά το φταίξιμο ανήκει σ’ Εκείνον ή στην καρδιά των ανθρώπων»[xv].

Βέβαια, αυτά ενεργούνται από το Άγιο Πνεύμα, που οδηγεί στο φωτισμό του νού, κατά τον απόστολο Παύλο: «Ο Θεός δώη υμίν πνεύμα σοφίας και αποκαλύψεως, εν επιγνώσει αυτού, πεφωτισμένους τους οφθαλμούς της καρδίας υμών εις το ειδέναι υμάς τις εστίν η ελπίς της κλήσεως αυτού, τις ο πλούτος της δόξης της κληρονομίας αυτού εν τοις αγίοις»[xvi]. Αυτός είναι, λοιπόν, ο απώτερος σκοπός της πνευματικής μας άσκησης με την συνεργία της θείας Χάριτος, να «μεταμορφωθεί» η πνευματική μας ζωή, να μεταβούμε μέσω της μετάνοιας από την αμαρτία (κακία) στην αγιότητα (αρετή), από τον (εσωτερικό της ψυχής) πόλεμο στην ειρήνη, και από την αγνωσία (πνευματικό σκότος) στην επίγνωση Θεού[xvii].

 

π. Γεώργιος Β. Δημητρόπουλος

Υπ. ΜΑ Θεολογίας

 

 



[i] Ιωάννη Χρυσόστομου, Είς Α’ Τιμόθεον 7, 1, PG 62, 533. Βλ. Σ. Κ. Τσιτσίγκου, «Ο “εμφύλιος” πόλεμος της ψυχής κατά τον Ι. Χρυσόστομο», Περιοδικό Γρηγόριος ο Παλαμάς 802, (2004), σελ. 199-221.

[ii] Theognis, Elegiae, Leipzig 1971, p. 549.

[iii] Βλ. Α' Κορ. 12, 26.

[iv] Βλ. «Τοις εν σκότει αμαρτημάτων», Δοξαστικό των Αίνων, Β’ Κυριακής των Νηστειών.

[v] Ψαλμ. 84, 1.

[vi] Οσίου Νείλου Σόρσκυ, Περί νοεράς εργασίας, εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη», σ. 29-33.

[vii] Βλ. Σ. Κ. Τσιτσίγκου, Ο “εμφύλιος” πόλεμος της ψυχής κατά τον Ι. Χρυσόστομο, όπ. παρ.

[viii] Βλ. «αληθής νηστεία η των κακών αλοτρίωσις». Ιδιόμελο Αποστίχων Δευτέρας της Α’ Εβδομάδας των Νηστειών. Μ. Βασίλειος: «Νηστεία αληθής η των κακών απολύτρωσις».

[ix] Ματθ. 15, 11.

[x] Σ. Κ. Τσιτσίγκου, Στοιχεία Γνωσιακής Ψυχολογίας της Θρησκείας, Αθήνα 2018, σ. 226.

[xi] Ψαλμ. 45, 9-10.

[xii] Αθανασίου Αλεξανδρείας, Στους Ψαλμούς, PG 27, 216.

[xiii] Ψαλμ. 18, 9.

[xiv] Αθανασίου Αλεξανδρείας, όπ. παρ.

[xv] Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, «Η δύναμη της καρδιακής προσευχής», http://www.diakonima.gr, 25/09/2014.

[xvi] Εφεσ. 1, 17-18.

[xvii] Βλ. Κολοσ. 3, 10. Εφεσ. 4, 12-15. Α' Τιμ. 2, 4. Α' Κορ. 13, 8-12.

 

Πέμπτη 6 Μαΐου 2021

Η Ανάσταση είναι ο θρίαμβος της αγάπης του Θεού



Η προοπτική μας είναι η αιωνιότητα. Ο Χριστός με τον θάνατό Του πάτησε τον θάνατο και κατήργησε την εξουσία του. Ο θάνατος τώρα είναι απλώς ένα παροδικό γεγονός, αφού στην Ανάσταση καταλήγουν τα πάντα. Επομένως, ο θάνατος δεν μας οδηγεί σε μία απέλπιδα θλίψη, αλλά σε μία ζωηφόρο κατάσταση. Το πνευματικό Πάσχα (πέρασμα), που αγιάζει όλους τους πιστούς, όπως ψάλλουμε στην Εκκλησία.

Το γεγονός της αναστάσεως πραγματοποιείται κάθε ώρα μέσα στη ψυχή μας, αποτελώντας έτσι καθημερινή εμπειρία. Βιώνοντας την Θεία ζωή με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, μετέχουμε στο σταυρό και την ανάσταση του Χριστού. Όταν, λοιπόν, συσταυρωθούμε με τον Χριστό, τότε θα λάβουμε πείρα της Αναστάσεως.

Η πληροφορία της Ανάστασης συνιστά ακοίμητη μαρτυρία της αθανάτου Ζωής. Μόνον όταν ο άνθρωπος έχει αιώνια προοπτική διά της Ανάστασης, κι έχει «πνεύμα ζωής», ελευθερίας, αγάπης, αισιοδοξίας, μπορεί να αναγγείλει «θανάτου νέκρωσιν… άλλης βιοτής της αιωνίου απαρχήν» (Τροπάριο Ζ’ Ωδής του Κανόνα της Αναστάσεως). 

Εύχομαι εκ βάθους καρδίας να εισέλθουμε στη Πασχάλια χαρά και το ανέσπερο Φώς της Αναστάσεως του Χριστού να καταυγάζει την ψυχή μας.


ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

Με αγάπη του Αναστάντος Χριστού

π. Γεώργιος Δημητρόπουλος

 

Τρίτη 6 Απριλίου 2021

Γιατί επιτρέπει στον διάβολο ο Θεός να "πολεμάει" τον άνθρωπο;

 


Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής 

απαριθμεί πέντε αιτίες για τις οποίες παραχωρεί ο Θεός τη δυνατότητα στον διάβολο να πολεμά τους ανθρώπους:

Πρώτη αιτία, είναι για να μάθουμε να διακρίνουμε την αρετήν από την κακίαν μέσα από την εμπειρία αυτού του πολέμου.

Δεύτερη αιτία, είναι για να «εξαναγκαστούμε» τρόπον τινά, να προσκολληθούμε με βεβαιότητα και ακλόνητα στην αρετή.

Τρίτη αιτία, για να μην υπερηφανευόμαστε όταν προκόπτουμε στην αρετή, αλλά να συνειδητοποιήσουμε εκ της εμπειρίας του πνευματικού αυτού αγώνα ότι κάθε προκοπή είναι δωρεά του Θεού.

Τέταρτη αιτία, για να ταπεινωθούμε και για να συνειδητοποιήσουμε και μισήσουμε και ομολογήσουμε (εξομολόγησις) και εγκαταλείψουμε τις αμαρτίες μας, που γίνονται αιτία πειρασμών.

Πέμπτη αιτία, για να μην ξεχάσουμε την ιδική μας ασθένεια και την του Θεού δύναμη, όταν προοδεύοντας στον πνευματικό αγώνα αξιωθούμε και φθάσουμε σε κάποιαν αρετή.

Μέσα στις πιο πάνω αιτίες διαφαίνεται η Αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπον. Ας μην ξεχνούμε ότι και οι θλίψεις και οι πειρασμοί είναι δώρα της φιλανθρωπίας του Θεού γιατί μέσα στις δοκιμασίες αυτές μπορούμε -αν το θελήσουμε- να συναντήσουμε τον πάσχοντα και σταυρωμένο Χριστό μας, και Αυτός θα μας αναστήση στην αιώνια ζωή.

Σε τελευταία ανάλυση, ο διάβολος με όλα τα τεχνάσματά του και παρ’ όλες τις μηχανουργίες του εναντίον μας, εν τούτοις αυτοκαταστρέφεται και θριαμβεύει η θεία φιλανθρωπία! Όπως η σταυρική παγίδα, που έστησεν ο διάβολος στον Χριστόν, απέβη τελικά η συντριβή του ίδιου του διαβόλου και η νίκη του Ιησού, (για αυτό και ο Σταυρός είναι από τότε το φοβερότερον όπλο κατά του διαβόλου), έτσι και κάθε παγίδα που στήνει ο διάβολος και σε μας, μπορεί να αποβή ήττα του Σατανά και αφορμή για τη σωτηρία μας. Με μίαν όμως απαραίτητη προϋπόθεση: ότι θα αντιμετωπίζουμε τους εκάστοτε πειρασμούς με κόψιμο του δικού μας θελήματος (δηλαδή του εγωισμού μας) και υπακοή «άνευ όρων» στο θέλημα του Θεού.


Πηγή: Διαχρονικές Λυτρωτικές Αλήθειες

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

Πίστη και Πατριωτισμός - Επέτειος 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση του 1821



Με αφορμή την επέτειο των διακοσίων χρόνων από την ελληνική Επανάσταση του 1821, ως ένα ευλαβικό μνημόσυνο στην ιερή μνήμη των αγωνιστών του έθνους μας, όπου συνεορτάζεται συμβολικά κάθε έτος η εθνική παλιγγενεσία με την Θεομητορική εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου την 25η Μαρτίου, παραθέτουμε κάποιες ταπεινές σκέψεις.

 Εν πρώτοις, ο καλός χριστιανός είναι και καλός πατριώτης. Όχι βέβαια με την έννοια του σοβινισμού, που εκδηλώνεται με μισαλλοδοξία προς άλλους λαούς, αλλά με την έννοια του πατριωτισμού, που είναι το αγνό αίσθημα αγάπης προς το πάτριο έδαφος, το οποίο μας γέννησε ως έθνος και λαό, όχι μόνο με την φυλετική, αλλά και με την θρησκευτική – πνευματική σημασία. Αυτό που διακατέχεται από το Ορθόδοξο φρόνημα. Έτσι, θα λέγαμε, ο αυθεντικός πατριωτισμός θεμελιώνεται στην άδολη φιλανθρωπία των αγίων της Ορθόδοξης Χριστιανικής πίστης[1].

Από την αρχή η Ορθόδοξη πίστη συνδέθηκε με τον αληθινό πατριωτισμό και εξευγένισε τα ευγενή αισθήματα της αγάπης των λαών προς τις πατρίδες τους, ώστε στις μεγάλες πολεμικές συγκρούσεις οι θυσίες να είναι «υπέρ πίστεως και πατρίδος»[2]. Γι αυτό, άλλωστε, η Εκκλησία έχει εκατομμύρια μάρτυρες για την αγάπη του Χριστού και την υπεράσπιση της πατρίδας. Τελικά, για πολλά αγωνιζόμαστε, αλλά για τα μεγάλα ιδανικά μας, όπως η πίστη και η ελευθερία, τι κάνουμε;

Είναι δεδομένο ότι, η ελληνική γλώσσα κρύβει βαθιά νοήματα και έχει φιλοσοφικό υπόβαθρο. Υπ’ αυτή την έννοια, η λέξη «ελευθερία» ετυμολογικά, προκύπτει από το «παρά το ελεύθειν όπου ερά τις», δηλαδή, ελεύθερος είναι εκείνος, που πηγαίνει εκεί όπου αγαπάει. Ελευθερία είναι να μην είσαι σκλάβος ή δούλος, αλλά το να πράττεις εν γένει σύμφωνα με ό,τι σου γεννά έρωτα και αγάπη στη ψυχή σου. Επομένως, δεν αρκεί μόνο να μην είσαι υπόδουλος σε κάποιον για να είσαι ελεύθερος, αλλά πρέπει να βαδίζεις σύμφωνα με οτιδήποτε σου προκαλεί αγάπη, σε ενθουσιάζει, σε συγκλονίζει, ταράζει την ψυχή σου, σε οδηγεί στη δημιουργία και την υπέρβαση. Η αγάπη για την ελευθερία είναι έμφυτο συναίσθημα στον άνθρωπο. Αφού, ως γνωστό, ο άνθρωπος πλάσθηκε από τον Θεό αυτεξούσιος, να πράττει στη ζωή του ελεύθερα κατά την προαίρεσή του. Όταν ο Θ. Κολοκοτρώνης μίλησε στους Έλληνες μαθητές στην Πνύκα, μεταξύ άλλων τους είπε: «Σαν μία βροχή έπεσε σε όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, κληρικοί και προεστοί, πεπαιδευμένοι και έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι συμφωνήσαμε σε αυτό το σκοπό και κάναμε την Επανάσταση»[3].

Η επανάσταση του ’21 ήταν στο είδος της πρωτότυπη και μοναδική. Δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε πως, δεν ξανάγινε στο κόσμο ποτέ τέτοια επανάσταση, και δεν ξέρουμε αν θα ξαναγίνει, γιατί δεν έγινε για ψωμί, αλλά «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία». Στα «μαύρα» χρόνια της τουρκοκρατίας, που «τα ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά», όπως πολύ εύστοχα θα πει ο εθνικός μας ποιητής Δ. Σολωμός, ο οποιοσδήποτε μίζερος και σκλαβωμένος Έλληνας, μπορούσε να αποκτήσει ελευθερία – φαινομενική βέβαια – να αποκτήσει πλούτη, ακόμα και κοινωνικοπολιτικά αξιώματα, δηλαδή να γίνει μπέης κ.ά., αρκεί να αρνιόταν τον Χριστό. Και γνωρίζουμε εμπειρικά πόσο γοητεύουν τα πλούτη έναν πεινασμένο ή, πόσο γοητεύουν ακόμη τα αξιώματα τον οποιονδήποτε θνητό άνθρωπο! Παρόλα αυτά, όμως, οι ένδοξοι πρόγονοί μας προτίμησαν να υποφέρουν τα πάνδεινα, παρά να αρνηθούν την πίστη τους στον Χριστό. Να αρνηθούν τις παραδόσεις και τις αξίες τους. Καθώς οι αξίες ως πολύτιμο πνευματικό αγαθό, λειτουργεί ως καθοδηγητικός παράγοντας στη ζωή του ανθρώπου και το κοινωνικό σύνολο. Εξάλλου οι θεμελιώδεις ανθρώπινες αξίες (ελευθερία, υπευθυνότητα, σεβασμός, ευγένεια, αγάπη), δίνουν μορφή και κατεύθυνση στα συναισθήματα και την θέληση του ανθρώπου. Προσφέρουν νόημα ζωής.

Έτσι, οι Έλληνες προτιμούσαν να υποφέρουν, παρά να απαρνηθούν τις αξίες και τα ιδανικά τους. Ο Γάλλος Ιησουίτης μοναχός Ρισάρ, που επισκέφθηκε την σκλαβωμένη Ελλάδα στα τέλη του 17ου αιώνα, έγραφε χαρακτηριστικά: «Πάτε στην Ελλάδα να δείτε τι σημαίνει πίστη στον Χριστό. Τι υποφέρουν για τον Χριστό οι Έλληνες, αλλά και τι χάνουν προς χάρη του Χριστού»[4]! Γι αυτό ο Φώτης Κόντογλου θα πεί: «Η Ελληνική επανάσταση είναι η πιο πνευματική επανάσταση που έγινε στον κόσμο. Είναι αγιασμένη. Κανένας λαός δεν έχυσε τόσο αίμα για την πίστη του Χριστού όσο έχυσε ο δικός μας, από καταβολή του Χριστιανισμού ίσαμε σήμερα». «Αγιασμένη Ελλάδα! Είσαι Αγιασμένη γιατί είσαι βασανισμένη. Κι η κάθε γιορτή σου μνημονεύει κι ένα μαρτύριό σου…»[5].

Η γλώσσα κάθε λαού καθορίζει την πολιτισμική του ταυτότητα. Διότι, η κάθε γλώσσα είναι ο τρόπος που κάθε λαός συλλαμβάνει, επεξεργάζεται και εκφράζει τον κόσμο[6]. Επιπλέον, οι υποδουλωμένοι Έλληνες έμειναν προσηλωμένοι και στην ελληνική μας γλώσσα, αφού 400 χρόνια σκλαβωμένοι υπό τον Τουρκικό ζυγό δεν αλλοιώθηκε η γλώσσα μας. Λόγου χάρη, στην Αίγυπτο επειδή οι Έλληνες επέμεναν να μιλούν ελληνικά, παρά τις απειλές, ο Σουλτάνος Σελήμ ο Α’ έκοψε τις γλώσσες τους. Επίσης, από την στιγμή που ο σκλαβωμένος Έλληνας γινόταν μουσουλμάνος, αμέσως έπαυε να ήταν Έλληνας και γινόταν Τούρκος. Γιατί ταυτίζονται οι έννοιες του μουσουλμανισμού με τον Τούρκο, όπως ο Χριστιανισμός με τον Έλληνα, όπως λέγεται με τον βυζαντινό όρο Ρωμιοσύνη (Ελληνορθόδοξος). Γι αυτό αν ένας Έλληνας αλλαξοπιστούσε, έλεγαν «τούρκεψε». Αυτό το ήξεραν πολύ καλά, όχι μόνο οι Έλληνες, αλλά και οι Τούρκοι. Αμέσως μόλις ξέσπασε η επανάσταση, ρωτούσαν οι Τούρκοι τους πολίτες της Πόλης: «Είσαι χριστιανός;», κι όχι «είσαι Έλληνας», και όποιος απαντούσε «είμαι χριστιανός», τότε ακαριαία εκτελούνταν! Έτσι, λοιπόν, 10.000 χριστιανούς έσφαξαν στην Πόλη, όταν ξέσπασε η ελληνική επανάσταση. Άλλωστε, γι αυτό αργότερα όριζε το «σύνταγμα» της Επιδαύρου: «Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν είς Χριστόν, εισίν Έλληνες».

Τέλος, κι ενώ μέχρι τώρα είχαμε αυτούς που συκοφαντούσαν την επανάσταση του ’21, λέγοντας ότι δεν έγινε «για την πίστη του Χριστού», αλλά ήταν ταξική κ.λπ., χωρίς να έχουν ένα ντοκουμέντο, λες και ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης, ο Μακρυγιάννης και οι άλλοι αγωνιστές, δεν ήξεραν γιατί πολεμούσαν και το «ανακαλύψαμε» εμείς εκ των υστέρων. Επιπλέον, όμως, έχουμε και σήμερα μερικούς ανθρώπους, που αρέσκονται να «θάβουν» το αθάνατο ’21, να το προσπερνούν, σαν να πρόκειται περί ασήμαντης λεπτομέρειας της σύγχρονης Ιστορίας μας. Ωστόσο, «η μισή αλήθεια είναι ψέμα», λέει από την πείρα του ο θυμόσοφος λαός μας. Συνεπώς, όποιοι δεν διαφωτίζουν τον λαό, λέγοντας την αλήθεια, αντιθέτως τον σκοτίζουν[7].

Μετά το πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1829, που αναγνώρισε το ανεξάρτητο κράτος της Ελλάδας, ρώτησαν τον Κολοκοτρώνη με ποιόν είμαστε ως Έλληνες. Του λένε: «Είσαι με τους Άγγλους, με το φιλοαγγλικό κόμμα;». Και τους απάντησε «όχι» ο γέρος του Μωριά. «Είσαι με το φιλογαλλικό;». Και απάντησε «όχι». «Μήπως είσαι με το φιλορωσικό;», του λένε. Και απάντησε πάλι ο Κολοκοτρώνης με την σοφία που τον διακατείχε: «Είμαι Θεόφιλος! Γιατί όταν ξεκινήσαμε την επανάσταση, είπαμε: Για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία». Επομένως, στα πρόσωπα των αγωνιστών συνδυάζεται το καθαρό χριστιανικό φρόνημα κι ο αληθινός πατριωτισμός. Καθότι, η αγάπη προς την πατρίδα είναι ιερό συναίσθημα και σαν τέτοιο, πηγαίνει κοντά με την πίστη και την αγάπη προς τον Θεό. Έτσι, οι αληθινοί χριστιανοί, είναι και χρηστοί πολίτες και καλοί πατριώτες. Όπως ομολογούν την πίστη τους, έτσι υπερασπίζουν και την πατρίδα τους[8].

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, γράφει σχετικώς περί της αξίας της πατρίδας: «Μητέρα τιμάν των οσίων. Μήτηρ δε άλλη μέν άλλου. Κοινή δε πάντων πατρίς»[9]. Δηλαδή, είναι ιερό πράγμα να τιμά κανείς την μητέρα του. Ο καθένας έχει την δική του μητέρα. Κοινή όμως μητέρα όλων είναι η πατρίδα. Οι αρχαίοι είχαν ακήρατα ήθη, με άλλα λόγια χρηστά ήθη, που δεν είχαν προσμείξεις ή ξένα στοιχεία. Όπως διατείνεται ο Κόντογλου: «Τα έθνη που ξαγοράζουνε κάθε ώρα της ζωής τους με αίμα και μ’ αγωνία, πλουτίζονται με πνευματικές χάρες, που δεν τις γνωρίζουνε οι καλοπερασμένοι λαοί. Αυτοί απομένουνε φτωχοί από πνευματικούς θησαυρούς κι από ανθρωπιά, γιατί η καλοπέραση κάνει χοντροειδή τον μέσα άνθρωπο. Ενώ ο πόνος κατεργάζεται τους λαούς και τους καθαρίζει, όπως καθαρίζεται το χρυσάφι με φωτιά μέσα στο χωνευτήρι»[10]. Γι αυτό, λοιπόν, έκαναν αυτή την υπέρβαση της αγάπης για την ελευθερία οι αγωνιστές του 1821, που εορτάζουμε φέτος τα 200 χρόνια της Επανάστασης. Αυτή την ηρωϊκή και αγιασμένη υπέρβαση καλούμαστε όλοι να τιμήσουμε και να μιμηθούμε στη ζωή μας με την Χάρη του Θεού.

Εν κατακλείδι, παραφράζοντας τον Καβάφη από το έργο του «Επιτάφιον», ευχόμαστε να έχουμε «πόθο ακήρατο Χριστού», ώστε να έχουμε καθαρή και έντονη επιθυμία να «πλουτίσουμε εν Χριστώ», και όπως αγαπούμε την επίγεια πατρίδα μας όπου είμαστε ελεύθεροι, έτσι να ποθήσουμε και την επουράνια πατρίδα, αφού ως Χριστιανοί «την μέλλουσαν επιζητούμεν»[11], την βασιλεία του Θεού.

 

π. Γεώργιος Β. Δημητρόπουλος

Υπ. ΜΑ Θεολογίας

 



[1] Βλ. π. Γ. Δ. Μεταλληνού, «Έθνος – Εθνικισμός και Ορθόδοξο φρόνημα», Ι. Μ. Γερμανίας, 26/3/2005.

[2] Επισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Μικρός Συναξαριστής, Αθήνα 20206, σ. 92.

[3] «Οι νέοι στον αγώνα της ελευθερίας», Περιοδικό Ο Σωτήρ, τεύχ. 2238, 1/3/2021, σ. 102.

[4] Αρχιμ. Β. Μπακογιάννη, Αντιβίωση, εκδ. Θαβώρ 2008, σ. 61-62.

[5] Φ. Κόντογλου, Η πονεμένη Ρωμιοσύνη, Αθήνα 2011.

[6] Γ. Μπαμπινιώτη, «Η γλώσσα μας», https://www.babiniotis.gr/.

[7] Αρχιμ. Β. Μπακογιάννη, όπ. παρ., σ. 62-64.

[8] Επισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανού, όπ. παρ., σ. 97.

[9] Γρηγόριου Θεολόγου, Επιστολή Σωφρονίω, 37, PG 37, 77C.

[10] Φ. Κόντογλου, Η πονεμένη Ρωμιοσύνη, Αθήνα 2011.

[11] Εβρ. 13, 14.