Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ
Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ

Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ




Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

          Τήν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς ἑορτάζομε τήν κάθοδο τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἐπί τούς Ἁγίους Μαθητάς καί Ἀποστόλους, ἡ ὁποία ἔγινε πενῆντα ἡμέρες μετά τήν ἐκ νεκρῶν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
          Διαβάζομε στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων:
«Ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τήν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδόν ἐπί τό αὐτό. Καί ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καί ἐπλήρωσεν ὅλον τόν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι∙ καί ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεί πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ’ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, καί ἐπλήσθησαν ἅπαντες,  Πνεύματος Ἁγίου...» (Πραξ. β’, 1-4).
          Ἔτσι, πραγματοποιήθηκε ἡ ἐπαγγελία πού εἶχε δώσει ὁ Κύριος στούς Μαθητάς του ὀλίγον πρό τοῦ Πάθους του:
«Καί ἐγώ ἐρωτήσω τόν Πατέρα καί ἄλλον Παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένῃ μεθ’ ὑμῶν εἰς τόν αἰῶνα, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας» (Ἰωάν. ιδ’, 16).
          Καί εἰς ἄλλο σημεῖο ὁ Κύριος λέγει:
«Ὅταν δέ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, ὅν ἐγώ πέμψω ὑμῖν παρά τοῦ Πατρός, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περί ἐμοῦ» (Ἰωάν. ιε’, 26).
          Ἐπί τῇ ἑορτῇ, λοιπόν, τῆς Πεντηκοστῆς, ἐθεωρήσαμε πολύ ὠφέλιμο νά σημειώσωμε μερικά πράγματα σχετικά μέ τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἴσως, ἀγνοοῦν εἰς βάθος αὐτή τήν διδασκαλία, ἤ δυσκολεύονται νά τήν κατανοήσουν. Πολλάκις δέ καί μεῖς οἱ Ἐκκλησιαστικοί διδάσκαλοι ἀσχολούμεθα μέ ἄλλα ζητήματα καί ἀφήνομε κατά μέρος τά θέματα πίστεως, τά ὁποῖα ὅμως ἔχουν τήν πρώτη σημασία γιά τήν σωτηρία τοῦ Ἀνθρώπου.
          Τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν εἶναι ἁπλῶς μιά ἀόριστη δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἤ ποίημα τοῦ Λόγου ὡς ἰσχυρίζοντο ἀκραῖοι Ἀρειανοί, ὡς ὁ Εὐνόμιος κλπ., οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους, τόσο ἀπό τήν Α’, ἰδίως ὅμως ἀπό τήν Β’ Οἰκουμενική Σύνοδο, ὅπου εἰδικά ἀντιμετωπίσθησαν αὐτές οἱ πλάνες τῶν πνευματομάχων αἱρετικῶν.
          Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τό Τρίτο Πρόσωπο τῆς Παναγίας καί Ζωαρχικῆς Τριάδος, Θεός ἀληθινός, ὁμοούσιο καί ἰσότιμο πρόσωπο μέ τόν Πατέρα καί τόν Υἱό.
          Τό προσωπικό ὑποστατικό ἰδίωμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ ἐκπόρευσις ἐκ τοῦ Πατρός.
          Τό Ἅγιο Πνεῦμα ἦτο πάντοτε «παρόν» μαζί μέ τά ἄλλα δύο πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος∙ συμμετέχει στήν δημιουργία τοῦ σύμπαντος κόσμου, ἐνεργεῖ διά τῶν Προφητῶν, συνεργεῖ στήν ὑπόθεση τῆς σωτηρίας τοῦ Ἀνθρώπου, ἐνῷ μετά τήν Ἁγία Πεντηκοστή, «ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας». Μορφώνει τόν Χριστό ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν καί μᾶς καθιστᾶ διά τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας. Ἐν γένει διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνεχίζεται τό ἀπολυτρωτικό ἔργο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, διά τῶν Μυστηρίων.
          Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τό Πανάγιο Πνεῦμα συμπεριελήφθη στό «Σύμβολο τῆς Πίστεως», στό γνωστό ἄρθρο μέ τό ὁποῖο ὁμολογοῦμε τήν Θεότητά Του:
«Καί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό κύριον, τό ζωοποιόν, τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον, τό σύν Πατρί καί Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καί συνδοξαζόμενον, τό λαλῆσαν διά τῶν προφητῶν».
          Στό σημεῖο αὐτό θά ἀναφερθοῦμε στήν αἱρετική διδασκαλία, τήν ὁποία ὅλως αὐθαιρέτως εἰσήγαγαν οἱ Παπικοί στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τό γνωστό “Filioque”. Πρόκειται γιά τήν διδασκαλία περί ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ», πού ὄχι μόνο ἀποτελεῖ αὐθαιρεσία, ὅπως ἀναφέραμε προηγουμένως, ἀλλά ὑπῆρξε καί ἕνα ἀπό τά βασικώτερα σημεῖα πού ὡδήγησε στό ὁριστικό Σχῖσμα τοῦ 1054.
          Ἡ αἱρετική αὐτή θέση τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν, ἡ μεγίστη αὐτή κακοδοξία, διασπᾶ (ὡς διδασκαλία) τήν ἑνότητα τῆς Ἁγίας Τριάδος, καί ἀνατρέπει ὅσα ἐδίδαξε ἀπ’ ἀρχῆς, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία.
          Μέ ἁπλᾶ λόγια, τό “Filioque” καταργεῖ τήν μοναρχία τῆς Θεότητος, συγχέει τά ὑποστατικά ἰδιώματα τοῦ Πρώτου καί τοῦ Δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος (ἐφόσον τό Ἅγιο Πνεῦμα, κατά τήν ὡς ἄνω κακοδοξία, ἐκπορεύεται «καί ἐκ τῶν δύο») καί ὑποβιβάζει τό Τρίτο Πρόσωπο, τό Πανάγιο Πνεῦμα.
          Ἡ πλάνη αὐτή, ὁδηγεῖ σέ μεγάλες ἐπιπτώσεις ὡς πρός τήν σωτηρία τοῦ Ἀνθρώπου, καί δυστυχῶς ἀποτελεῖ ἕνα ἀκόμη μεγάλο ἐμπόδιο (ὅπως καί τό θέμα τῆς Οὐνίας) γιά τήν ἐπαναπροσέγγιση μέ τήν Μία, τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐξ ἧς οἱ Δυτικοί ἀπεκόπησαν.
          Μετά τό Σχῖσμα, πολλοί Ἅγιοι Πατέρες ἐθεολόγησαν περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ Ἅγιος Μᾶρκος Ἐπίσκοπος Ἐφέσου ὁ Εὐγενικός, ὁ μαθητής του Γεννάδιος ὁ Σχολάριος καί πλεῖστοι ἄλλοι, οἱ  ὁποῖοι σθεναρῶς ἀντιμετώπισαν τίς παπικές κακοδοξίες περί τοῦ ὡς εἴρηται θέματος.
          Ἡ ὀρθή διδασκαλία καί πίστη περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔχει θεμελιώδη σημασία, ἀφοῦ δέν δύναται νά ὑπάρξῃ Ἐκκλησία χωρίς τήν παρουσία τοῦ Τρίτου Προσώπου τῆς Παναγίας Τριάδος. Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος ἀναφέρει χαρακτηριστικά:  «Εἰ μὴ Πνεῦμα παρῆν, οὐκ ἄν συνέστη ἡ Ἐκκλησία» (Ὁμιλία Α’ εἰς Πεντηκοστήν, PG. 50. 459).      
          Κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς (στούς Αἴνους) ἡ Ἐκκλησία μας διακηρύττει ψάλλουσα:
«Τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ἦν μέν ἀεί, καί ἔστι καί ἔσται, οὔτε ἀρξάμενον, οὔτε παυσόμενον, ἀλλ' ἀεί Πατρί καί Υἱῷ συντεταγμένον καί συναριθμούμενον∙ ζωή καί ζωοποιοῦν, φῶς καί φωτός χορηγόν∙ αὐτάγαθον καί πηγή ἀγαθότητος· δι' οὗ Πατήρ γνωρίζεται, καί Υἱὸς δοξάζεται καί παρά πάντων γινώσκεται, μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις, τῆς ἁγίας Τριάδος».
          Δηλαδή, «τό Ἅγιο Πνεῦμα ὑπῆρχε πάντοτε, καί ὑπάρχει καί θά ὑπάρχῃ. Οὔτε εἶχε (ποτέ) ἀρχή, οὔτε θά ἔχῃ τέλος, ἀλλά πάντοτε εἶναι ἑνωμένο καί συναριθμεῖται μέ τόν Πατέρα καί τόν Υἱό. Εἶναι ζωή καί δίνει ζωή, εἶναι φῶς καί χορηγός φωτός. Εἶναι ἀγαθό ἀφ’ ἑαυτοῦ Του καί πηγή ἀγαθότητος. Μέσω Αὐτοῦ ὁ Πατέρας γνωρίζεται καί ὁ Υἱός δοξάζεται καί κατανοεῖται ἀπό ὅλους. (Ὑπάρχει) μία δύναμη, μία ἑνότητα, μία προσκύνηση, αὐτή τῆς Ἁγίας Τριάδος».
          Ἐπίσης, ἡ Ἐκκλησία μας τονίζει ὅτι διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποκτοῦμε τήν ἑνότητα, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητη στήν ζωή μας τήν προσωπική καί τήν κοινωνική. Ἑνότητα μέ τόν Θεό καί ἑνότητα μέ τόν συνάνθρωπό μας.
          Στό κοντάκιο τῆς Ἑορτῆς ἀναφέρεται:
«Ὅτε καταβάς τάς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος· ὅτε τοῦ πυρός τάς γλώσσας διένειμεν, εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε...».
          Σήμερα ἐπικρατεῖ σύγχυση στόν κόσμο. Ὁ καθένας μέ τόν δικό του τρόπο, ἀπό τήν δική του θέση καί κατά τήν προσωπική ἐσωτερική του κρίση, προσπαθεῖ νά δώσῃ λύση στά κοινωνικά προβλήματα καί στά προσωπικά καί ἄλλα ἀδιέξοδα. Ὅμως, χωρίς τήν ἔλλαμψη καί τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,  διασαλεύεται ἡ ἐσωτερική μας καί κοινωνική συνοχή.
          Μόνο ὅσοι ζοῦν μέσα στήν Ἐκκλησία, οἱ θεούμενοι, οἱ ἄνθρωποι τῆς προσευχῆς, τῆς ἀσκήσεως, τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας καί ζωῆς, μποροῦν νά κατανοήσουν καί νά ἀντιληφθοῦν εἰς βάθος τό μυστήριο τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι Ἑνότητος, ὅπως τό ἐβίωσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἀπό τῆς ἀρχῆς καί μέχρι τῶν ἐσχάτων.
          Ἄς προσευχηθοῦμε μέ ζέση ψυχῆς, ὥστε τό Πανάγιο Πνεῦμα νά σκηνώσῃ στήν καρδιά μας, νά μᾶς φωτίσῃ, νά μᾶς  ἁγιάσῃ καί νά μᾶς λυτρώσῃ.    

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

Γιατί το Άγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε με τη μορφή πύρινης γλώσσας;




Όταν ο Κύριος βαπτίσθηκε στον Ιορδάνη το Άγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε εν είδει περιστεράς. Εμφανίσθηκε όχι για να προσθέσει κάτι στον Χριστό, αλλά συμβολικά, έτσι ώστε να δείξει αυτό που υπάρχει μέσα στον Χριστό: την ακακία, την καθαρότητα και την ταπεινότητα.

Αυτό συμβολίζει το περιστέρι. Όταν οι απόστολοι συγκεντρώθηκαν την πεντηκοστή ημέρα από την ήμερα της Ανάστασης, το Άγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε με τη μορφή πύρινων γλωσσών. Εμφανίσθηκε ως πύρινη γλώσσα για να τους αφαιρέσει κάτι και να τους προσθέσει κάτι. Δηλαδή, να αφαιρέσει από αυτούς κάθε αμαρτία, κάθε αδυναμία, φόβο και ακαθαρσία της ψυχής και να τους δωρίσει τη δύναμη, το φως και τη ζεστασιά. Οι πύρινες γλώσσες επισημαίνουν συμβολικά αυτά τα τρία: τη δύναμη, το φως και τη ζεστασιά.

Γνωρίζεις ότι το πυρ είναι δυνατό, γνωρίζεις πως φωτίζει και ζεσταίνει. Αλλά όταν μιλάς για το Άγιο Πνεύμα πρόσεξε να μην σκέπτεσαι υλικά αλλά πνευματικά. Γίνεται λόγος λοιπόν, για την πνευματική δύναμη, για το πνευματικό φώς και για την πνευματική ζεστασιά. Και αυτά είναι: η δυνατή θέληση, ο φωτισμένος νους και η ζέση της αγάπης. Μ΄ αυτά τα τρία πνευματικά όπλα εξόπλισε το Άγιο Πνεύμα τους στρατιώτες του Χριστού για να αντιμετωπίσουν τον κόσμο. Ο Διδάσκαλος τους είχε απαγορεύσει ακόμα και ράβδο να φέρουν από τα επίγεια όπλα.

Γιατί το πυρ εμφανίζεται με τη μορφή γλωσσών πάνω από τα κεφάλια τους; Επειδή οι απόστολοι έπρεπε μέσω της γλώσσας να κηρύξουν στους λαούς το χαρμόσυνο νέο, την ευαγγελική αλήθεια και ζωή, την επιστήμη της μετάνοιας και της συγχώρεσης. Με τον λόγο έπρεπε να διδάξουν, με τον λόγο να θεραπεύουν, με τον λόγο να παρηγορούν, με τον λόγο να αγιάζουν και να καθοδηγούν, με τον λόγο να φροντίζουν την Εκκλησία. Επίσης, με τον λόγο να αμύνονται, αφού τους είπε ο Οδηγός να μην φοβούνται τους διώκτες και να μην υπερασπίζονται εαυτούς στα δικαστήρια κατά το δοκούν, επειδή είναι απλοί άνθρωποι, και τους βεβαίωσε: «Ου γαρ υμείς έστε οι λαλούντες αλλά το Πνεύμα του πατρός υμών το λαλούν εν υμίν» (Ματθ. 10,20). Θα μπορούσαν άραγε να μιλούν τη συνηθισμένη γλώσσα των ανθρώπων για το μέγιστο χαρμόσυνο νέο το οποίο έφθασε ποτέ στα αυτιά των ανθρώπων, ότι ο Θεός εμφανίσθηκε στη γη και άνοιξε στους ανθρώπους τις πύλες της αθάνατης ζωής; Θα μπορούσε άραγε ο άνθρωπος με τη θνητή ανθρώπινη φύση να διαδώσει αυτό το ζωοποιό βάλσαμο μέσα από τη δυσωδία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και μάλιστα έως την άκρη του κόσμου; Με τίποτα και ποτέ. Μόνο το πύρινο Πνεύμα του Θεού μπορούσε να το κάνει, το οποίο διά στόματος αποστόλων σκόρπισε ουράνιες σπίθες στο επίγειο σκοτάδι.

Αλλά, άνθρωπε, δεν αισθάνθηκες ποτέ το Πνεύμα του Θεού μέσα σου; Δες, και εσύ είσαι βαπτισμένος με Πνεύμα· με νερό και Πνεύμα. Άραγε ποτέ δεν σε ξάφνιασε μέσα σου κάποια μεγάλη και φωτεινή σκέψη, σιωπηρός λόγος του Αγίου Πνεύματος; Ποτέ δεν σε ξάφνιασε σαν άνεμος και δεν φούντωσε μέσα στην καρδιά σου η αγάπη για τον Δημιουργό σου φέρνοντας σου δάκρυα στα μάτια;

Παραδώσου στην θέληση του Θεού και φύλαξε αυτό που δονεί την ψυχή· θα γνωρίσεις το θαύμα της Πεντηκοστής, που στάθηκε πάνω από τους αποστόλους.

Ειρήνη και χαρά από το Άγιο Πνεύμα.
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Η τραγωδία της Πίστεως»

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Η ΑΓΑΠΗ

Άνθρωπε, τα πάντα υποτάσσονται στο υπέρτατο Ον, σύμφωνα με το άπαν των δικών Του απείρων θελήσεων και τίποτα δεν λαμβάνει χώρα, χωρίς την εξουσία Του. Κάθε εκδήλωση που δίνει πνευματική ανάταση, είτε μικρή είτε μεγάλη, είναι ιδιότητες εκφρασμένες μέσα από του Λόγου Του τη σάρκα και η καθολική αυτή
πτηση είναι η φώτιση που δέχεται η λογική δύναμη του ανθρώπου, η οποία ποτισμένη από την καθαρότητα της ψυχής, εκφράζει την ολοκληρωμένη αγάπη της, που προέρχεται από τη δονητική δύναμη του θεϊκού Λόγου, που η ψυχή έχει μέσα της δεχθεί τη στιγμή της σύστασής της.
Αλήθεια οδηγεί την ανθρώπινη ύπαρξη στη χαρά, ελεύθερα, χωρίς να θίγει θέληση, ώστε εφόσον θελήσει το ανθρώπινο είδος να μπορεί να επανέλθει στην αρχική του φύση και στο αληθινό της φύσης του. Η αρχική φύση του ανθρώπου ήταν χαρούμενη και όμοια με τον κόσμο των όντως όντων, τους αγίους αγγέλους. Με λόγια απλά, ήταν στο αιώνιο, στο αναλλοίωτο, στο αθάνατο.
Ο υπερβατικός σκοπός κινεί τον άνθρωπο να υπάρξει σαν θείο ον, γεμάτος φως χρηστότητας, τέλειος λάτρης και αιώνιος εκφραστής της Αγάπης. Η αγάπη μένει αιώνια, αναλλοίωτη, αθάνατη, αληθινή, αφού είναι η μόνη δύναμη που ενώνει τα όντα στην Αιώνια Ζωή της.

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

Η γνώση του Θεού

Κάποια φορά όταν έφυγε για λίγο απο το Άγιον Όρος ο Γέροντας Σιλουανός ο Αθωνίτης, ήταν κλεισμένος σ' ένα σπιτάκι στη Ρωσία, άν δεν κάνω λάθος, και προσευχόταν. Ένα απόγευμα πήγαν κάποιοι άνθρωποι και λένε στον Γέροντα: Καλόγερε, βγές έξω να χαρείς την φύση, τα δέντρα τα πουλιά, τον ήλιο. Τί κάθεσε μέσα κλεισμένος και κλαίς; Κι ο Γέροντας βγαίνει έξω και τους απαντάει: Δεν καλαίω για μένα, κλαίω για εσάς, διότι εσείς θαυμάζετε την δημιουργία, που όντως είναι υπέροχη και ασύγκριτα όμορφη, και δεν θαυμάζετε τον δημιουργό που έφτιαξε την δημιουργία. Ο Γέροντας Σιλουανός είχε περάσει απο την πίστη στην γνώση του Θεού, βίωνε τον Θεό. Γιατί άλλο να πιστεύεις ότι η φωτιά καίει και άλλο να την πιάσεις την φωτιά και να καείς, τότε θα έχεις γνώση περί της φωτιάς.

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

ΥΙΕ ΜΟΥ ΔΟΣ ΜΟΙ ΣΗΝ ΚΑΡΔΙΑΝ» (Παροιμ. κγ´ 26)



 «Υἱέ μου», δηλαδή παιδί μου, γιέ μου...Ὄχι δοῦλε μου. Ἄλλωστε μᾶς τό δήλωσε: «οὐκέτι λέγω ὑμᾶς δούλους»( Ἰω. 15, 15)-«Δέν σᾶς ἀποκαλῶ πλέον δούλους» ἀλλά υἱούς, παιδιά μου.
«Δός μοι σήν καρδίαν» δηλ. δός μου τήν καρδιά σου...Ὄχι τά λεφτά σου...ὄχι τό τάμα σου..., ὄχι τή λαμπάδα σου...,ὄχι τά λόγια σου....Διότι πάλι μᾶς τό δήλωσε: «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε εἰσελεύσεται εἰς τήν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ' ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς»(Ματθ. 7, 21).
Δός μου τήν καρδιά σου..., ὄχι τά πράγματά σου, ὄχι τά δικά σου... ἀλλά ἐσένα τόν ἴδιο.
Θέλω τήν καρδιά σου καί ὅ,τι αὐτή περιέχει· θέλω τά συναισθήματά σου, τίς ἐπιθυμίες σου, τή θέλησή σου, τή βούλησή σου γιά νά τά ἐξαγιάσω...Θέλω ἐπίσης τίς ἁμαρτίες σου γιά νά τίς ἐξαλείψω.
«Υἱέ μου δός μοι σήν καρδίαν» (Παροιμ. κγ´ 26)
Ὁ ἀγαθός καί πανοικτίρμων Κύριος ζητᾶ τήν καρδιά μας. Ζητᾶ τό κέντρο τῆς ψυχοσωματικῆς μας ὕπαρξης.
-Γιατί;
-Γιά νά μᾶς γεμίσει μέ τήν ἄπειρη χαρά Του. Γιά νά μᾶς κάνει θεούς κατά χάριν· κατά πάντα ὅμοιους μέ Αὐτόν «πλήν τῆς κατ’ οὐσίαν ταυτότητος», ὅπως διδάσκει ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής.
Ὁ Θεός θέλει τήν καρδιά μας, διότι ἐκεῖ θέλει νά ἀναπαύεται, νά βασιλεύει καί νά κυριαρχεῖ. Ὄχι γι’ Αὐτόν ἀλλά γιά ἐμᾶς, γιά τό δικό μας τό καλό...
Μᾶς ζητᾶ ὁλόκληρη τήν καρδιά μας: «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου» (Λκ. 10, 27) μᾶς λέει στήν πρώτη ἐντολή. Θέλει νά Τοῦ τήν δώσουμε αὐτοπροαίρετα καί ὄχι ἀναγκαστικά. Θέλει νά Τόν θέλουμε καί νά Τόν ἀγαπᾶμε.
Διότι θέλει νά γίνει ἕνα μαζί μας διά τῆς ἀκτίστου Του δόξης. Θέλεις νά μᾶς γεμίσει μέ τήν μακαριότητα πού Ἐκεῖνος ζεῖ.
«Ἰδού ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω» (Ἀποκ. 3, 20). Ὁ Κύριος κρούει στήν θύρα τῆς καρδιᾶς κάθε ἀνθρώπου ζητώντας νά εἰσέλθει σ’ αὐτή, ὄχι ὡς ἕνας διαβάτης πού ζητᾶ τό δικό του συμφέρον, ἀλλ΄ ὡς εὐεργέτης πού θέλει νά μᾶς διακονήσει.
Ἐάν Τόν ἀκούσουμε καί Τοῦ ἀνοίξουμε (διότι ποτέ ἀπό μόνος Του δέν παραβιάζει τήν πόρτα-μόνο περιμένει ὑπομονητικά μία ζωή... ὅσο διαρκεῖ ἡ γήϊνη ζωή μας...περιμένει καί χτυπᾶ γιά νά Τοῦ ἀνοίξουμε) τότε θά ζωστεῖ τό λέντιο καί θά γίνει ἀπό φιλοξενούμενος φιλοξενῶν καί «ξενοδοχῶν ἡμᾶς».
Θά μᾶς καθαρίσει τήν καρδία καί θά τήν γεμίσει μέ τήν Θεία Του Χάρη. Θά δειπνήσει μαζί μας, γεμίζοντας μας μέ ἄρρητη εὐφροσύνη. «Ἐάν τις ἀκούσει τῆς φωνῆς Μου καί ἀνοίξει τήν θύραν, καί εἰσελεύσομαι καί δειπνήσω μετ’ αὐτοῦ καί αὐτός μετ’ ἐμοῦ» (Ἀποκ. 3, 20).
Ἡ καρδία μας πού ζητᾶ νά τήν εὐεργετήσει εἶναι γεμάτη μέ κάθε εἶδος ἀκαθαρσίας, εἶναι ταλαίπωρη, πονεμένη, ἀκατάστατη, χωρίς χῶρο ἐλεύθερο γιά νά χωρέσει τόν  «Ἀχώρητον παντί». Μόνον ὁ Κύριος μπορεῖ νά τήν καθαρίσει, νά τήν ἀναπαύσει, νά τήν ἡρεμίσει, νά τήν κάνει χωρητική τῆς Μεγαλωσύνης Του, θρόνο τῆς δόξης Του, θυσιαστήριο δικό Του. Γι’ αὐτό καί  μᾶς ζητάει νά Τοῦ τήν δώσουμε.
Ἡ καρδιά τοῦ ἀληθινοῦ Χριστιανοῦ πρέπει νά εἶναι Θυσιαστήριο τοῦ ζῶντος Θεοῦ μέσα στό ναό τοῦ σώματός του. Νά τί μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος, τό στόμα τοῦ Χριστοῦ: «Οὐκ οἴδατε ὅτι ναός τοῦ Θεοῦ ἐστε καί τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν»;(Α΄ Κορ. 3, 16).
Ἀπό τήν στιγμή τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματός μας εἴμαστε δυνάμει ναοί τοῦ Θεοῦ. Καλούμαστε νά γίνουμε καί ἐνεργεί
ᾳ τηρώντας τίς Θεῖες Ἐντολές. Ναός τοῦ Θεοῦ εἶναι τό ἀνθρώπινο σῶμα, Ἱερό Βῆμα ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί Θυσιαστήριο ὁ νοῦς του.
Ὁ ναός, τό Ἱερό Βῆμα καί τό Θυσιαστήριο πρέπει νά εἶναι ἀπόλυτα καθαρά καί ἅγια.
Ὁ Κύριος μόνο μπορεῖ νά τά καθαρίσει καί νά τά καθαγιάσει. Γιαυτό μᾶς ζητᾶ νά Τοῦ τά δώσουμε· γιά νά τά μεταβάλλει σέ ἄξιο ναό, Ἱερό Βῆμα καί Ἱερό Θυσιαστήριο Του.
«Ὁ Κύριος» μᾶς διδάσκει ὁ Ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ «ζητᾶ μία καρδιά γεμάτη ἀγάπη γιά τόν Θεό καί τόν πλησίον. Αὐτή εἶναι ὁ τόπος, στόν ὁποῖον Ἐκεῖνος ἀναπαύεται καί ἐμφανίζεται μέ τήν πληρότητα τῆς ἐπουρανίου δόξης Του.
«Υἱέ, δός μοι σήν καρδίαν» (Παροιμ. κγ´ 26), μᾶς λέει ὁ Κύριος, κι Ἐκεῖνος ὑπόσχεται νά μᾶς δώση τό κάθε τι. Ζητᾶ τήν καρδιά μας ὁ Κύριος, γιατί μέσα σ᾿ αὐτή θέλει νά ἐγκαθιδρύση τή βασιλεία Του. «Ἐγγύς Κύριος πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν, πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν ἐν ἀληθείᾳ» (Ψαλμ. ρμδ´ 18)»[1].

Τί σημαίνει ἀγαπῶ τόν Θεό;

Σημαίνει ὅτι:
Ἀρνοῦμαι τό θέλημά μου κάθε στιγμή καί ἀναζητῶ τό δικό Του.
Ἀρνοῦμαι τή φιλαυτία μου καί τά πάθη μου καί τηρῶ τίς ἐντολές Του.
Ἀρνοῦμαι τήν καλοπέραση πού τρέφει τά πάθη καί κάνω ἄσκηση, νηστεύω, κακοπαθῶ γιά χάρη τοῦ Κυρίου.
Ἀρνοῦμαι τόν ἐγωισμό, τήν οἴηση, τήν ὑπερηφάνεια πού συνιστοῦν τό εὔκρατο κλίμα ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν καί τῶν παθῶν.
Ἐγκολπώνομαι τήν ταπείνωση, τήν ταπεινοφροσύνη στούς λογισμούς, τήν εὐτέλεια σ’ ὅλες μου τίς κτήσεις, τήν ἔσχατη θέση κάθε στιγμή, τήν ἀτιμία καί τήν περιφρόνηση τοῦ κόσμου γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ.
Προσεύχομαι ἀδιάλειπτα καί δίνω κάθε σκέψη μου σ’ Αὐτόν τόν Λατρευτό τῆς καρδιᾶς μου.
Ζητῶ νά βασιλεύει Αὐτός σ’ ὅλη μου τήν ὕπαρξη.
Ἐπιθυμῶ ὁ Κύριος νά κυβερνᾶ τά συναισθήματα, τό θυμό, τίς ἐπιθυμίες καί τά διανοήματά μου, τό σῶμα μου καί τήν ψυχή μου.
Προσπαθῶ κάθε μου βλέμμα νά εἶναι γι’ Αὐτόν, κάθε μου ἄκουσμα, κάθε μου λόγος, κάθε μου κίνηση, κάθε μου ἐνέργεια, κάθε κίνηση τῆς ψυχῆς μου νά εἶναι ὅλα γιά τόν Κύριο καί μόνο γι’ Αὐτόν.
Προσπαθῶ νά ἔχω ἐνεργό τό Ἅγιο Πνεῦμα μέσα μου διότι μόνο δι’ Αὐτοῦ θά μπορέσω νά κατορθώσω καί νά ζήσω ὅλα ὅσα ἀνέφερα προηγουμένως.
Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό δέν εἶναι ἁπλῶς μία ἀρετή, δέν εἶναι ἕνα ἀνθρώπινο κατόρθωμα, ἀλλά ἕνα θεανθρώπινο ἐπίτευγμα: Εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς συνεργασίας τῆς Θείας Χάρης μέ τήν ἀνθρώπινη θέληση.
«Ὅταν λέμε ἀγάπη» μᾶς διδάσκει ὁ Γέρων Πορφύριος  «δὲν εἶναι οἱ ἀρετὲς ποὺ θ΄ ἀποκτήσουμε ἀλλὰ ἡ ἀγαπώσα καρδία πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ἄλλους. Τὸ καθετὶ ἐκεῖ νὰ τὸ στρέφουμε. Βλέπουμε μία μητέρα νὰ ἔχει τὸ παιδάκι της ἀγκαλιά, νὰ τὸ φιλάει καὶ νὰ λαχταράει ἡ ψυχούλα της; Βλέπουμε νὰ λάμπει τὸ πρόσωπό της, πού κρατάει τ΄ ἀγγελούδι της; Ὅλ΄ αὐτὰ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ τὰ βλέπει, τοῦ κάνουν ἐντύπωση καὶ μὲ δίψα λέει: «Νὰ εἶχα κι ἐγὼ αὐτὴ τὴ λαχτάρα στὸν Θεό μου, στὸν Χριστό μου, στὴν Παναγίτσα μου, στοὺς ἁγίους μας!». Νά, ἔτσι πρέπει ν΄ ἀγαπήσομε τὸν Χριστό, τὸν Θεό. Τὸ ἐπιθυμεῖς, τὸ θέλεις καὶ τὸ ἀποκτᾶς μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ».

Πῶς ἀποκτᾶται ἡ ἀγάπη αὐτή πρός τόν Θεό;

Μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.
Καί πῶς ἀποκτᾶται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ; Ἤ πιό σωστά πῶς ἐπανενεργοποιεῖται (ἐπανανακαλύπτεται) ἡ Θεία Χάρη τήν ὁποία ἤδη  ἔχουμε λάβει κατά τό Ἅγιο Βάπτισμά μας;
Μέ τήν ὅλη πνευματική προσπάθεια καί πρό πάντων  μέ:
 α) τήν μετάνοια- τακτική ἐξομολόγηση διά τῆς ὁποίας αἴρονται τά ἐμπόδια πού δέν μᾶς ἐπιτρέπουν νά κοινωνήσουμε μέ τόν Θεό.
β)    τήν ἀδιάλειπτη προσευχή πού συνοδεύεται μέ σωματικό κόπο,
γ)   τήν πνευματική μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῶν Πατερικῶν καί τῶν λειτουργικῶν κειμένων.
δ)   τήν Θεία Λατρεία-Θεία Λειτουργία-Θεία Κοινωνία.

Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΛΛΙΣΤΡΑΤΟΣ
Στὸ βίο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, ἐπισκόπου Ἀντιοχείας, πού στεφανώθηκε μὲ τὸ φωτοστέφανο τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου στὴ Ρώμη, στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Τραϊανοῦ, διαβάζουμε αὐτὰ τὰ λόγια: «Ὅταν τὸν ἔπαιρναν γιὰ νὰ τὸν καταβροχθίσουν τὰ ἄγρια θηρία καὶ ἐκεῖνος εἶχεν ἀσταμάτητα τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ στὰ χείλη του, οἱ εἰδωλολάτρες τὸν ρώτησαν γιατί θυμόταν τὸ ὄνομα ἐκεῖνο ἀδιάλειπτα. Ὁ Ἅγιος ἀπάντησε ὅτι εἶχε τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γραμμένο μέσα στὴν καρδιά του κι ὅτι ὁμολογοῦσε μὲ τὰ χείλη Ἐκεῖνον πού πάντα ἔφερε μέσα στὴν καρδιά του. Ὅταν τὰ ἄγρια θηρία εἶχαν καταβροχθίσει τὸν Ἅγιο, ἡ καρδιά του, μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διατηρήθηκε ἀνέπαφη ἀνάμεσα στὰ κόκαλά του. Οἱ ἄπιστοι τὴ βρῆκαν καὶ τότε θυμήθηκαν ὅσα εἶχε πεῖ ὁ Ἅγιος. Ἔτσι, ἔκοψαν τὴν καρδιὰ ἐκείνη στὰ δύο, θέλοντας νὰ μάθουν ἂν ἦταν ἀληθινὸ ὅ,τι τοὺς εἶχε λεχθεῖ. Στὸ ἐσωτερικὸ τῶν δύο κομματιῶν τῆς καρδίας βρῆκαν μίαν ἐπιγραφὴ γραμμένη μὲ χρυσᾶ γράμματα: ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. Ἔτσι ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ἦταν θεοφόρος καὶ στὸ ὄνομα καὶ στὴν πράξη, ἔχοντας πάντα καὶ φέροντας μέσα στὴν καρδιὰ του τὸ Θεὸ Μας Χριστό, μὲ τὸ ὄνομά Του γραμμένο μὲ τὸ λογισμὸ τοῦ νοῦ σὰν μὲ κάλαμο».
Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ἦταν μαθητὴς τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοὺ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου καὶ εἶχε τὸ προνόμιο, ὄντας παιδί, νὰ δεῖ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ προσωπικά. Ἦταν τὸ εὐλογημένο ἐκεῖνο παιδί, γιὰ τὸ ὅποιο λέγεται στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι ὁ Κύριος τὸ ἔβαλε στὸ μέσο τῶν Ἀποστόλων, πού συζητοῦσαν γιὰ πρωτεῖα, τὸ πῆρε στὴν ἀγκαλιά του καὶ εἶπε: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ὅστις οὖν ταπεινώσει ἑαυτὸν ὡς τὸ παιδίον τοῦτο, οὗτος ἐστὶν ὁ μείζων ἐν τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν»[2].
Σίγουρα ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος διδάχτηκε τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τὸν ἅγιο Εὐαγγελιστὴ καὶ τὴν ἐφάρμοζε κατὰ τὴν περίοδο ἐκείνη τῆς ἀκμῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι Χριστιανοί. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ μάθαιναν τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ, πρῶτα γιὰ τὴ μεγάλη σημασία τῆς ἴδιας τῆς προσευχῆς, ὅπως καὶ γιὰ τὸ ὅτι σπάνιζαν τότε καὶ ἦταν πανάκριβα τὰ χειρόγραφα ἱερὰ βιβλία, γιατί λίγοι ἦταν οἱ γραμματισμένοι (οἱ πιὸ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους ἦταν ἀγράμματοι) καὶ γιατί ἡ προσευχὴ τοὺ Ἰησοῦ ἦταν εὔκολη, πρόσφερε ἱκανοποίηση καὶ ἐπενεργοῦσε μὲ μία πολὺ εἰδικὴ ἐνέργεια καὶ δύναμη.
Στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία διαβάζουμε τὸ πιὸ κάτω ἐπεισόδιο: Κάποιος στρατιώτης, γέννημα τῆς Καρχηδόνας, πού ὀνομαζόταν Νεωκόρος, ὑπηρετοῦσε στὴ φρουρὰ τῆς Ἱερουσαλὴμ στὰ χρόνια πού ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ὑπέστη θεληματικὰ τὰ πάθη καὶ θανατώθηκε γιὰ ν' ἀπολυτρώσει τὸ ἀνθρώπινο γένος. Σὰν εἶδε ὁ Νεωκόρος τὰ θαύματα πού τελέσθηκαν στὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, πίστεψε σ' Αὐτὸν καὶ βαφτίστηκε ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους. Ὅταν τελείωσε τὴ θητεία του, ὁ Νεωκόρος πῆγε πίσω στὴν Καρχηδόνα καὶ μοιράστηκε τὸ θησαυρὸ τῆς πίστης μὲ ὁλόκληρη τὴν οἰκογένειά του. Ἀνάμεσα σ' ἐκείνους πού δέχτηκαν τὸ Χριστιανισμὸ ἦταν καὶ ὁ Καλλίστρατος, ὁ ἐγγονὸς τοῦ Νεωκόρου. Σὰν ἔφτασε στὴν κατάλληλη ἡλικία ὁ Καλλίστρατος πῆγε στὸ στρατό. Τὸ στρατιωτικὸ ἀπόσπασμα στὸ ὅποιο τοποθετήθηκε τὸ ἀποτελοῦσαν εἰδωλολάτρες. Παρακολούθησαν τὸν Καλλίστρατο καὶ πρόσεξαν πώς αὐτὸς δὲ λάτρευε τὰ εἴδωλα, ἀλλὰ ἀφιέρωνε πολλὴν ὥρα στὴν προσευχὴ τὴ νύκτα μέσα σὲ μοναξιά. Κάποτε κρυφάκουσαν, ἐνῶ ἐκεῖνος προσευχόταν, καὶ τὸν ἄκουσαν νὰ ἐπαναλαμβάνει ἀδιάκοπα τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι' αὐτὸ τὸν κατήγγειλαν στὸ διοικητή τους. Ὁ ἅγιος Καλλίστρατος, πού ὁμολογοῦσε τὸ Χριστὸ ὄντας μόνος στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας, Τὸν ὁμολόγησε δημοσίως στὸ φῶς τῆς ἡμέρας καὶ ἐπισφράγισε τὴν ὁμολογία του μὲ τὸ αἷμα του»
[3].
 ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Τῼ ΘΕῼ ΔΟΞΑ!

ερομόναχος Σάββας γιορείτης

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

TΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ


Ο Αγιορείτης Γέρων Παΐσιος, ακολουθώντας τους παλαιούς Πατέρες της Εκκλησίας, παρότρυνε τους Χριστιανούς να μελετούν τα σημεία των καιρών. Στο έργο του Σημεία των καιρών, έγραφε: « Απορώ! Δεν τους προβληματίζουν όλα αυτά τα γεγονότα;… Κι ενώ τα σημεία φαίνονται ξεκάθαρα·… Δυστυχώς το ράδιο μόνο παρακολουθούμε τί καιρό θα έχουμε. Τί θα μας πει ο Χριστός; “ Ὑποκριταί, τὸ μὲν πρόσωπον τοῦ οὐρανοῦ γινώσκετε διακρίνειν, τὰ δὲ σημεῖα τῶν καιρῶν οὐ δύνασθε γνῶναι; ” ».
Ο Γέρων Παΐσιος τόνιζε και τις ευεργετικές συνέπειες που μπορεί να έχει η εξέταση των σημείων της συντελείας στην πνευματική ζωή των ανθρώπων. Φρονούσε πως η μελέτη των σημείων των καιρών οδηγεί και στη συνειδητοποίηση του πρόσκαιρου της παρούσης ζωής και τη στροφή της ανθρώπινης ψυχής προς τον ουρανό. Πίστευε στην πνευματική αξιοποίηση της περί εσχάτων διδασκαλίας της Εκκλησίας και της εξέτασης των σημείων της συντελείας. Και θεωρούσε την αδιαφορία για τα εσχατολογικά θέματα δείγμα πνευματικής χαλαρότητας, υλιστικού φρονήματος και προσκόλλησης στα εγκόσμια. Με το χαρακτηριστικό του ύφος έλεγε: « Και βλέπω αδιαφορία προπαντός. Να μη μάθουν οι άνθρωποι ( πως ) θα γίνη η Δευτέρα παρουσία, γιατί στενοχωρούνται, δεν μπορούν να γλεντήσουν, κατάλαβες τί γίνεται; Εδώ είναι… Παλαιά, να πούμε, άκουγαν θα περάση ένας κομήτης. Ένα και ένα οι άνθρωποι συγκλονίζονταν. Σου λέγει, γιά να δούμε, μπορεί να πεθάνουμε, να ετοιμαστούμε, να εξομολογηθούμε, να κάνουμε και μια καλωσύνη… Άρχιζαν εκεί πέρα, ετοιμάζονταν… ή θα γίνη πόλεμος, ετοιμάζονταν… Τώρα να μην ακούσουν Δευτέρα Παρουσία, να μην ακούσουν ότι θα έρθει καμιά φορά ο Αντίχριστος. Λοιπόν, για να το γλεντάν, κατάλαβες τί γίνεται; Γιατί δεν μπορούν, τους χαλάει αυτό… Δεν τα αξιοποιούν οι άνθρωποι για τη σωτηρία τους βλέπεις… ».

( Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασιλείου Ταμιωλάκη Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ )

Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

ΑΓΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΗΝ ΜΕΤΟΧΗ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ


Ήταν ένας μοναχός τόσο απλός, τόσο ταπεινός, που όταν προσευχόταν όλη την νύχτα δεν καταλάβαινε πότε ξημέρωνε και έλεγε: Καλά τί γίνεται; όταν κάνω προσευχή αμέσως ξημερώνει; Διερωτόταν μόνος του. Τόσο απλός!
Η Χάρις του Θεού δεν έχει σχέση με τα ανθρώπινα, περί μόρφωσης κ.α. Αλλά ενεργεί παντού. Και πιό πολύ εκεί που υπάρχει απλότητα, αγάπη και ταπείνωση. Μόνο η αμαρτία διώχνει την Θεία Χάρη.
Αγιαζόμαστε όταν μετέχουμε στην θεία λειτουργία, κι άς μή καταλαβαίνουμε, αγιαζόμαστε διότι είναι αοράτως παρών ο Θεός και μας αγιάζει και μας χαριτώνει. Λαμβάνουμε χάρη της παρουσίας του Θεού, κι έτσι αυξάνει η πίστη και η αγάπη μας προς Αυτόν.

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

Σκέψεις στην ακροθαλασσιά. ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ



ΜΕ ΠΟΙΟΝ μοιάζει ό χριστιανός, πού σηκώνει τις θλίψεις της επίγειας ζωής με αληθινή πνευματική σύνεση; Μ' έναν οδοιπόρο, πού στέκεται στην ακροθαλασσιά σε ώρα τρικυ­μίας.


Τα αγριεμένα άσπρα κύματα πλησιάζουν τον οδοιπόρο και, αφού σπάσουν στην άμμο, διαλύονται πάνω στα πό­δια του σε αναρίθμητες μικρές σταγόνες. Ή θάλασσα, φιλονικώντας με τον άνεμο, βρυχιέται, υψώνει κύματα σαν βουνά, βράζει, παφλάζει. Το ένα κύμα γεννά και στη συνέχεια καταβροχθίζει το άλλο. Οι κορυφές τους είναι στεφανωμένες με κάτασπρο αφρό. Όλη ή θάλασσα είναι καλυμμένη απ' αυτά τα κύματα, πού μοιάζουν με τερά­στιο λάρυγγα φοβερού τέρατος δίχως δόντια.

Ό οδοιπόρος παρατηρεί το φοβερό θέαμα με ήρεμο λογισμό. Τα μάτια του είναι στη θάλασσα. Πού είναι, όμως, ή σκέψη του; Και πού ή καρδιά του; Ή σκέψη του είναι στις πύλες του θανάτου. Και ή καρδιά του στην κρί­ση του θεού. Εκεί είναι ήδη με τον νου του· εκεί είναι με το αίσθημα του- εκεί είναι οι φροντίδες του· εκεί είναι ό φόβος του. 

Από τον φόβο τούτο φεύγει μακριά ό φόβος των επίγειων πειρασμών, θα κοπάσουν οι άνεμοι, θα γαληνέψει ή θάλασσα. Εκεί πού πρώτα μάνιαζαν τα τεράστια οργισμένα κύματα, δεν θα βλέπει κανείς παρά μιαν επίπεδη επιφάνεια από νερά ακίνητα, νερά κουρασμένα από τη θύελλα. Μετά τη μεγάλη θαλασσοταραχή, τα νερά θα καταπέσουν σε μια νεκρική ακινησία. Στον διάφανο κα­θρέφτη τους θα αντανακλά ό βραδινός ήλιος, όταν θα σταθεί πάνω από την Κρονστάνδη, θα σκορπίσει τις ακτί­νες του σ' όλον τον Φιννικό Κόλπο και θα συναντήσει τον ποταμό Νιεβα προς την Πετρούπολη. Θέαμα σαν ζω-γράφημα, γνωστό στους κατοίκους της ερήμου του Άγιου Σεργίου. Αυτόν τον ουρανό, αυτή την ακροθαλασσιά, αυτά τα κτίρια πόσοι τα είδαν; Πόσοι είδαν τα άφροστεφανωμένα, τα περήφανα, τα άγρια κύματα; Πάρα πολλοί. Και όλοι αυτοί έφυγαν, Όλοι βρίσκονται τώρα στην ησυχία του τάφου. Εκεί θα βρεθούν και όσοι σήμερα τα αντικρίζουν. Πόσο άστατα, πόσο φευγαλέα είναι τα επίγεια -όσο των κυμάτων τα άφροστέφανα!


Κοιτάζοντας από τον ήσυχο άρσανά τη θάλασσα του βί­ου να φουσκώνει από τα κύματα των παθών, Σε ευγνω­μονώ, Βασιλιά και Θεέ μου! Μ' έφερες σ' ετούτη την άγια μονή. Μ' έκρυψες «στο απόκρυφο καταφύγιο της θείας Σου παρουσίας από τις άδικες επιθέσεις των ανθρώπων» και με φύλαξες «από συκοφαντικές γλώσσες»1. Για τούτο μόνο πονάει ή ψυχή μου, για τούτο συνταράζεται το άγνω­στο: Θα περάσω, άραγε, από δώ, από την ακροθαλασσιά του άστατου και ψεύτικου βίου, «στον τόπο της σκηνής της θαυμαστής, στον οίκο του Θεού, με φωνές χαράς και δοξολογίας, μέσα σε ήχους γιορτινούς»2; Θα κατοικήσω, άραγε, εκεί αιώνια; Τί κι αν έχω θλίψεις στον κόσμο; «Εγώ στήριξα τις ελπίδες μου στον Θεό, κι έτσι δεν έχω να φοβηθώ ότι κι αν μου κάνει άνθρωπος»3.
Έρημος Άγιου Σεργίου, 1843

1. Ψαλμ. 30:21.              2. Ψαλμ. 41:5.           3. Ψαλμ. 55:12.

ΒΙΒΛ. ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ . Α  ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ. Ι.Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ.