Ο Παντοκράτωρ

Ο Παντοκράτωρ
Ο Παντοκράτωρ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχολογικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχολογικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Μια ψυχολογική παρέμβαση με αφορμή τον κορονοïό



ΤΗΣ ΕΛΕΟΝΩΡΑΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ ΛΟΥΚΑ, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ψυχολογίας, Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου. (07 Απρ 2020, https://paideia-news.com/).

«Η Ομορφιά βρίσκεται στα μάτια αυτού που τη βλέπει» λέει μια βασική αρχή της Γνωστικής Ψυχολογίας. Κατ’ ανάλογο τρόπο και η χαρά και η λύπη και η ομορφιά και η ασχήμια, βιώνονται πολύ υποκειμενικά και όχι κατ’ ανάγκη με βάση τις ‘πραγματικές’ διαστάσεις ενός προβλήματος/ θέματος.

Ο εγκέφαλός μας, λοιπόν, και ο τρόπος σκέψης μας καθορίζει το ποια ερμηνεία θα επιλέξουμε να δώσουμε στα όποια γεγονότα και κατ’ επέκταση πώς αυτή η ερμηνεία θα επηρεάσει τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά μας. Έτσι, σκέψεις, συναισθήματα και συμπεριφορά φαίνονται να βρίσκονται σε μια κυκλική σχέση έτσι ώστε το ένα να επηρεάζει το άλλο και πολλές φορές να ανακυκλώνονται.

Η διαφορά, λοιπόν, στον τρόπο που ο κάθε άνθρωπος αντιμετωπίζει τα σημαντικά γεγονότα στη ζωή του, και μάλιστα τα δυσάρεστα, έχει να κάνει, όχι μόνο με ιδιότητες της προσωπικότητας όπως είναι η αισιοδοξία/ απαισιοδοξία, η ψυχική ανθεκτικότητα, η υπομονή, η επιμονή, κτλ. αλλά και το πώς έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε και πού να εστιάζουμε τη σκέψη μας κάθε φορά.

Αυτό γίνεται ιδιαίτερα σημαντικό στις καταστάσεις κρίσεως, όπως αυτή που καταρρακώνει τελευταία την ανθρωπότητα, αλλά και πολλές άλλες. όπως πόλεμοι, αρρώστιες, απώλειες, θάνατος… Ο κάθε άνθρωπος, θα περάσει αναπόφευκτα μια σειρά τέτοιων κρίσεων στη ζωή του, μικρότερων ή μεγαλύτερων και θα βιώσει πόνο είτε σωματικό, είτε ψυχικό. Το κλειδί αντιμετώπισης αυτών των καταστάσεων έγκειται στον τρόπο που έχουμε μάθει να ερμηνεύουμε, να βιώνουμε και να αντιμετωπίζουμε αυτές τις κρίσεις.

Παρόλο που η πρώτη αντίδρασή μας σε μια τέτοια κρίση αποτελεί πιθανότατα ένα σοκ και μια τάση άρνησης και φυγής, το θέμα είναι τι κάνουμε στην επόμενη φάση και πώς διαχειριζόμαστε πρακτικά την κατάσταση;

Αφήνουμε τις σκέψεις φόβου, τρόμου, πανικού ή μιζέριας και κατάθλιψης να μας κυριεύσουν, ανακυκλώνοντας συνεχώς αρνητικές σκέψεις και επιτρέποντάς τους να κυριεύσουν το είναι μας και να μας καθηλώσουν ψυχικά και σωματικά, ή ανασκουμπωνόμαστε μετά το πρώτο πλήγμα, ανασυγκροτούμε τις δυνάμεις μας, βλέπουμε την κατάσταση σφαιρικά (και στις πραγματικές της διαστάσεις) και επαναπρογραμματιζόμαστε με νέες εναλλακτικές σκέψεις, δράσεις και συμπεριφορές;

Ειδικά το τελευταίο, το θέμα του επαναπρογραμματισμού κι ακόμα περισσότερο της αναθεώρησης της ζωής μας γίνεται συνειδητή απόφαση όταν στη ζωή μας έρχεται να μας ταρακουνήσει κάτι δυνατό (είτε ευχάριστο είτε, πιο συχνά ,δυσάρεστο).  Ο πόνος, στην όποια μορφή του, έχει, τότε ένα ρόλο αφυπνιστικό: Είναι αυτός που θα μας κάνει να  ΄κατεβάσουμε ταχύτητα’ από το τρέξιμο της καθημερινότητας, την πολυπραγμοσύνη και το ‘σκόρπισμά΄ μας, να ‘έρθουμε εις εαυτόν’, να κλειστούμε στο  ΄κέλυφος’μας (κυριολεκτικά ή ψυχολογικά) και να αναρωτηθούμε πού πάμε, τι κάνουμε, τι πραγματικά επιδιώκουμε στη ζωή και ποιος είναι ο απώτερος σκοπός της ζωής μας. Είναι αυτές οι ουσιαστικές στιγμές του υπαρξιακού αναστοχασμού, που καλούμαστε να δώσουμε απαντήσεις και να πάρουμε αποφάσεις, αφού μέσα στο τρέξιμο της καθημερινότητας και τη μέθη του ευδαιμονισμού, δεν είχαμε το χρόνο, τη διαύγεια και καθαρότητα του μυαλού να ασχοληθούμε και να αφουγκραστούμε την εσωτερική φωνή μας. Με την προϋπόθεση βέβαια πως είμαστε διατεθειμένοι να την ακούσουμε και να πράξουμε ανάλογα με ό,τι έχει να μας πει.

Το θετικό με τον πόνο είναι πως αν αξιοποιηθεί σωστά, μπορεί να μας οδηγήσει σε ένα βαθύτερο επίπεδο ύπαρξης, να μας κάνει πιο ώριμους, πιο προσγειωμένους, να περιστείλει τον εγωισμό μας, να μας κάνει πιο ανθρώπινους, να ανοίξει τα μάτια μας σε αλήθειες που δεν βλέπαμε πριν και να μας βοηθήσει να ιεραρχήσουμε πιο σωστά τις ανάγκες μας, βάζοντας προτεραιότητες και ουσιαστικότερους στόχους στη ζωή μας.

Σε μας επαφίεται αν  θα αδράξουμε την ευκαιρία, ώστε και «μέσα από το πικρό να βγάλουμε γλυκύ» ή αν παραμείνουμε στη μιζέρια και στον αρνητισμό μας.

Ανατρέχοντας στους στίχους γνωστού μας ποιητή, «πήραμε τη ζωή μας λάθος κι αλλάξαμε ζωή», μπορούμε και εμείς να τον κάνουμε πράξη και να μεταμορφώσουμε τις ζωές μας!

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΙΩΠΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ



Ζούμε δυστυχώς έναν πρωτόγνωρο ιδιότυπο «πόλεμο» από την σύγχρονη λοιμική νόσο (Covid-19), σε παγκόσμιο επίπεδο. Βιώνουμε πρωτοφανή και συγκλονιστικά γεγονότα. Καθημερινά παρακολουθούμε από τα ΜΜΕ εκατοντάδες θανάτους παγκοσμίως, με τις μελλοντικές επιστημονικές προβλέψεις να είναι δυσοίωνες ή, στην καλύτερη περίπτωση, συγκρατημένα αισιόδοξες. Έτσι, διακατέχουν τις ψυχές των ανθρώπων δυνατά συναισθήματα, φόβου, αγωνίας, θλίψης, απογοήτευσης, μελλοντικής ανασφάλειας κ.ά. Έχει δηλαδή δημιουργηθεί στις ψυχές των ανθρώπων μία σύγχυση. Και, γνωρίζουμε από την Ορθόδοξη Παράδοση, πως σύγχυση στη καρδιά του ανθρώπου δημιουργεί μονάχα ο πονηρός, αντίθετα, το Πνεύμα το Άγιο  δημιουργεί ανάπαυση και γαλήνη στη καρδιά. Επομένως, είναι προφανές ότι πρόκειται για έναν φοβερό πειρασμό και μία άνευ προηγουμένου δοκιμασία σε παγκόσμιο επίπεδο. Δεν απογοητευόμαστε βέβαια ποτέ, αλλά κρατούμε με όλες τις ψυχικές δυνάμεις μας την πίστη (εμπιστοσύνη) μας στον Θεό, ο Οποίος κρατά στα χέρια Του την ζωή μας ολόκληρη. Αφού, γνωρίζουμε άλλωστε, πως ο αγαθός Θεός ενδιαφέρεται για τα πετεινά του ουρανού, πόσο μάλλον για τον άνθρωπο, που έχει ανεκτίμητη αξία η ψυχή και η ζωή του (πρβλ. Ματθ. 6, 26). Από την άλλη μεριά όμως, από πνευματικής επόψεως, η ασθένεια και η θλίψη είναι το κατεξοχήν φάρμακο της Πρόνοιας του Θεού, να φέρει τον άνθρωπο κοντά Του και να αυξήσει την αρετή του. Επιτρέπει ο Θεός μία δοκιμασία στη ζωή του ανθρώπου προς πνευματική ωφέλεια, τόσο σε προσωπικό, όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Επομένως, η πίστη στην Πρόνοια του Θεού αποβάλλει την ολιγοπιστία και πλημυρίζει την ανθρώπινη ψυχή με μία ανεκλάλητη και ανεξήγητη ελπίδα και χαρά, μπροστά σ’ ένα υποτιθέμενο ζοφερό και απροσδιόριστο (κοινωνικό, εκκλησιαστικό κ.ά.) μέλλον. Με άλλα λόγια, διαμέσου της πίστης και της προσευχής, ο πόνος της ζωής μας γίνεται ζωντανή συνομιλία με τον Θεό και αλλάζει προσανατολισμό και προοπτική.
Σε ψυχολογικό επίπεδο, ο άνθρωπος σκέφτεται τις ψυχολογικές επιπτώσεις της εξάπλωσης του κορωνοϊού. Είναι πολύ σημαντικό στη φάση που βρισκόμαστε, να τηρούμε τους κανόνες υγιεινής και να είμαστε υποστηρικτικοί όχι μόνο στους ανθρώπους που είναι άρρωστοι, αλλά και σ’ αυτούς που έχουν άγχος. Άλλωστε, ο πανικός είναι κακός σύμβουλος και δεν μας οδηγεί σε σωστές αποφάσεις. Η κρίση είναι μια παροδική κατάσταση η οποία αποσταθεροποιεί το άτομο, το οποίο έρχεται αντιμέτωπο με μια απειλητική περίσταση, που την αντιλαμβάνεται ως σημαντική. Επιπλέον, εκείνη τουλάχιστον τη στιγμή που συμβαίνει, δεν μπορεί ούτε να την αποφύγει ούτε να την επιλύσει με τις συνήθεις δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων που διαθέτει (Caplan, 1964). Συνήθως, πρόκειται για μια συναισθηματικά απειλητική κατάσταση που συνδέεται με αλλαγές στις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες ζει. Στην περίπτωση της ολοένα και αυξανόμενης εξάπλωσης του κορονοϊού, αντιμετωπίζουμε μια κατάσταση κρίσης, η οποία προκαλεί αναστάτωση, άγχος, αποδιοργάνωση και εσωτερική ένταση. Ωστόσο, ο καθηγητής Ψυχολογίας Baruch Fischhoff (Carnegie Mellon University USA) αναφέρει, ότι υπάρχει αυξημένο άγχος από το ένα μέρος, αλλά από το άλλο σε περιόδους κρίσεις, όπως είναι η συγκεκριμένη, οι άνθρωποι τείνουν να μαζεύονται μαζί και να υποστηρίζει ο ένας τον άλλον (βλ. Κ. Μέγαρη, 9/03/2020). Εκτός από την σωματική κόπωση, οι γιατροί δέχονται επίσης και μεγάλη ψυχολογική πίεση με αρνητικό συναισθηματικό αντίκτυπο, που ίσως να επηρεάζει την ομαλή λειτουργία τους στο Νοσοκομείο. Υπάρχουν επομένως και ψυχολογικές επιπτώσεις στο νοσηλευτικό προσωπικό, τις οποίες καλούνται να διαχειριστούν μέσα στο βαρύ κλίμα της πανδημίας.
Αυτή η παγκόσμια πανδημία, χωρίς αμφιβολία, έχει τα χαρακτηριστικά Βιβλικής καταστροφής. Παραμερίστηκε ή λησμονήθηκε ο Θεός από τον σύγχρονο άνθρωπο, παρασυρόμενος από τους ταχύτατους (ηλεκτρονικούς) ρυθμούς της ζωής του. Αυτή η νόσος, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, ότι είναι καρπός της αυτοθέωσης του ανθρώπου. Επομένως, ήταν, δυστυχώς, αναμενόμενο φαινόμενο μία πρωτόγνωρη κρίση, αποτέλεσμα της μετανεωτερικότητας, η οποία επικεντρώνεται στα κοινωνικοπολιτικά τεκταινόμενα του δυτικού κόσμου, όπου προβάλλεται η ανθρωπολογία ενός ανιστορικού τύπου, που ζεί μόνο για το «εδώ και τώρα» (hic et nunc) και ενδιαφέρεται μόνο για το «ενδοκοσμικό» γίγνεσθαι της απόλαυσης της υπερκατανάλωσης σε τοπικό χρόνο και χώρο, απόρροια της ανεξέλεγκτης οικονομίας. Υπ’ αυτή την έννοια, ο άνθρωπος κινδυνεύει να μεταβληθεί σ’ ένα παράλογο αγώνα δρόμου, για να μην γεράσει ποτέ, αρνούμενος ακόμη τον ίδιο τον εαυτό του και την ανθρώπινη φύση του. Σε αυτό το πλαίσιο, ο μετανεωτερικός άνθρωπος έχει γίνει μέρος του «πολιτισμού της εικόνας» και έχει απομακρυνθεί από τον «πολιτισμό του λόγου». Σε αυτή την συνάφεια, όταν ο λ(Λ)όγος υποχωρεί, επιδρά καταλυτικά στην ανθρώπινη συνείδηση, με αποτέλεσμα όχι μόνο την γλωσσική ανεπάρκεια του αυθεντικού (ευαγγελικού) λόγου, αλλά και την απουσία της πραγματικής σχεσιακότητας του ανθρώπου (το εγώ με το συ), τόσο στο επίπεδο των διαπροσωπικών σχέσεων, όσο και με τον Θεό. Συνεπώς, ο μετανεωτερικός άνθρωπος θεωρεί ότι είναι αυτονομημένος και, παράλληλα, πιστοποιεί την «κοινωνία της αδιαφορίας», αφού προτιμά την ατομική του οχύρωση και κατοχύρωση. Διαπιστώνεται θλιβερά, ότι αυτός ο άνθρωπος δεν κοινωνεί ουσιωδώς των πραγμάτων καθότι δεν κατέχει ουσιωδώς λόγο, ακόμη κι όταν αντιδρά σε μορφές καταπίεσής του. Έτσι, όμως, η διαμόρφωση αυτού του ανθρωπολογικού τύπου, δεν έχει να προσφέρει τίποτα ούτε στον ίδιο τον άνθρωπο, αλλά ούτε και στην κοινωνία ολόκληρη (πρβλ. Δ. Μπαλτά). Φαίνεται πως περιορίζονται τα όρια της ελευθερίας μας στην μετα-εποχή, μιας αξίας πανανθρώπινης. Όμως, τις Θερμοπύλες της ελευθερίας μας δεν φυλάσσουν αποτελεσματικά οι φοβικές μας προκαταλήψεις, αλλά το ελεύθερο πνεύμα και το ελληνικό παράδειγμα (paradigm), μέσα από τον πνευματικό πολιτισμό, ιδιαιτέρως εκφραζόμενο από την πανανθρώπινη προοπτική του χριστιανικού μηνύματος, του σταυροαναστάσιμου ήθους, με οικουμενική εμβέλεια και ανταπόκριση.
Πρωτόγνωρες συνθήκες διαβίωσης για τα σύγχρονα πολιτισμικά δεδομένα, «φυλακισμένοι» οι άνθρωποι στα ίδια τους τα σπίτια! Η κάθε ημέρα μέσα σ’ αυτόν κυκεώνα, μας φαίνεται αιώνας. Ωστόσο, ο άνθρωπος ως λογική ύπαρξη, είναι προσαρμοστικό όν, μπορεί να προσαρμόζεται πιο εύκολα σε σχέση με άλλα όντα, σε διαφορετικές συνθήκες διαβίωσης. Πρωτοφανή δεδομένα για τον σύγχρονο τεχνολογικό πολιτισμό και την επιστημονική πρόοδο του ανθρώπου, όπου αποκαλύπτεται ίσως η ανεπάρκεια ή αδυναμία, αλλά και η πρόκληση της επιστήμης να εξαλείψει ολοκληρωτικά τις νέες ασθένειες που εμφανίζονται στην εποχή μας. Δοκιμάζεται η αντοχή, το ήθος και η ανθρώπινη ζωή εν γένει, βλέποντας να αυξάνονται ραγδαίως τα μολυσμένα κρούσματα, με τον απόηχο εκατοντάδων θανάτων παγκοσμίως, που παραπέμπουν σε καταστάσεις πολέμου. Με αποτέλεσμα να συγκλονίζεται η επιστημονική κοινότητα. Επιπλέον, εκεί που η πανδημία πλήττει ανελέητα ολόκληρο τον πλανήτη, την ίδια στιγμή, δεν είναι ευκαταφρόνητο το γεγονός πως στη πατρίδα μας νοσούν τα λιγότερα κρούσματα. Απ’ ότι διαφαίνεται, όμως, θα ζήσουμε κοσμοϊστορικά και θαυμαστά γεγονότα στην εποχή μας, σ’ ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο. Διότι, ως γνωστό, εκεί που πλεονάζει η αμαρτία, υπερπερισσεύει η Χάρις του Θεού (Ρωμ. 5, 20), με αποτέλεσμα να υπερκεράζει πάντα το κακό η δύναμη και η αγάπη του Θεού (πρβλ. Εβρ. 2, 14-15). Τώρα είναι η ώρα της δοκιμασίας (Σταυρού), θα έρθει όμως και η λιακάδα (Ανάσταση). Το σίγουρο είναι ότι θα μείνει στην ιστορία αυτή η πρωτόγνωρη κρίση, αφήνοντας ανεξίτηλο το στίγμα της στους ανθρώπους, όπου θα μιλάμε πλέον για προ και μετά κορωνοϊού εποχή. Θα έχει στιγματίσει δηλαδή τις συνειδήσεις των ανθρώπων.
Επιπλέον, με αφορμή αυτή την λαίλαπα, μας λυπεί το γεγονός, πως με επιπολαιότητα και μη κατανοώντας την κρισιμότητα και την σοβαρότητα αυτής της δυσμενής κατάστασης, εξαπολύουμε «χολή και όξος» εναντίον παντός «υπευθύνου», επιστρατεύοντας διάφορα λογικά επιχειρήματα που, εκ πρώτης όψεως, με καλή διάθεση ορμώμενοι φαίνεται να καθίστανται δικαιολογημένα, ωστόσο, επενδυμένα ενίοτε μ’ έναν αδιόρατο εγωϊσμό, υποκρύπτουν δηλαδή έναν δυσδιάκριτο εγωκεντρισμό, που δύσκολα διακρίνεται λόγω έλλειψης αυτογνωσίας (ταπείνωσης) και πνευματικής διάκρισης, με αποτέλεσμα να ευτελίζεται όλος ο συλλογισμός μας και η αυθεντία μας! Όπως προκύπτει, αφού έχει προφητευθεί, πάντα θα είναι ο Χριστός «σημείον αντιλεγόμενον» (Λουκ. 2, 34). Εξάλλου, έχουμε την τάση να είμαστε φιλοκατήγοροι, απόρροια του μεταπτωτικού (αμαρτωλού) ανθρώπου. Η αλήθεια βέβαια να λέγεται και να βιώνεται με διάκριση, πάντα «αληθεύοντες εν αγάπη» (Εφεσ. 4, 15), μη διαγράφοντες όμως αλλήλους. Όπως λέει μία ινδιάνικη παροιμία: «Μην κρίνεις κάποιον, πριν περπατήσεις δύο φεγγάρια με τα παπούτσια του». Αλλά και ο ευαγγελικός λόγος ορίζει: «Μην κρίνετε τους συνανθρώπους σας, για να μην σας κρίνει κι εσάς ο Θεός» (Ματθ. 7, 1). Αν δεν μπεις στα παπούτσια του άλλου (πρβλ. αλληλοπεριχώρηση/ενσυναίσθηση), δεν ξέρεις την ζωή του και τι περνάει! Πολλές φορές οι άνθρωποι δεν «μπήκαμε» στα παπούτσια των άλλων και, συνεπώς, δεν γνωρίζουμε τις αγωνίες και τον ψυχικό πόνο τους, για την ζοφερή κατάσταση που ζούμε. Για την πνευματική ευθύνη που έχουν έναντι Θεού και ανθρώπων, αλλά και τον καθημερινό σταυρό που σηκώνουν για χάρη των άλλων. Ο σκοπός είναι να νιώσουμε τον πάσχοντα (πνευματικά και σωματικά) ασθενή άνθρωπο. Άρα, «χρή σιγάν, ή κρείσσονα σιγής λέγειν» (Πυθαγόρας). Αν δεν μπορούμε να πούμε κάτι καλό για τον άλλο, καλύτερα να σιωπούμε.
Ο πνευματικός άνθρωπος, όμως, ο «εν Χριστώ» άνθρωπος βλέπει διαφορετικά τα τεκταινόμενα και αξιολογεί με «πνευματικό μάτι» τις ανθρώπινες καταστάσεις. Ο πνευματικός άνθρωπος βλέπει βαθύτερα, καθώς διαβλέπει πίσω από τα επιφαινόμενα την ουσία των πραγμάτων και των γεγονότων και ανάγεται ο νούς του αμέσως στον Θεό, βλέποντας τις ψυχοπνευματικές ωφέλειες πίσω από κάθε δυσκολία και δοκιμασία. Κι αυτό, γιατί έχει διάκριση και μνήμη Θεού. Ο πνευματικός άνθρωπος σιωπά και προσεύχεται. Άλλωστε, «Θεολόγος είναι αυτός που ξέρει αληθινά να προσεύχεται» (Ευάγριος Ποντικός/Νείλος Ασκητής). Αφού γνωρίζει από την εν Θεώ εμπειρία του, πως η προσευχή μπορεί να αλλάξει το παγκόσμιο γίγνεσθαι. Έχει τόση δύναμη η προσευχή, όταν συνοδεύεται με ταπείνωση και πίστη πολύ, που δύναται να ανατρέψει τα βδελυρά ανθρώπινα σχέδια. Όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: «Οι ισχυροί του κόσμου έχουν τα δικά τους σχέδια, αλλά μέσα από αυτά προωθείται άθελά τους το σχέδιο του Θεού»! Εξάλλου, «καλύτερα ν' ανάψεις ένα κερί παρά να καταριέσαι το σκοτάδι», λέει μία κινεζική παροιμία. Η προσευχή είναι το απαύγασμα της αγάπης του πνευματικού ανθρώπου. Με την προσευχή καταργούνται οι φυσικές αποστάσεις και ενώνονται οι καρδιές, αναγάγοντας πνευματικά τους ανθρώπους στον ουρανό, αρπάζοντάς τους νοερώς στον θρόνο του Θεού. Η «εύλαλη σιωπή» είναι πολύ σημαντική στην Ορθόδοξη Παράδοση, αφού η σκέψη (ενδιάθετος λόγος) προηγείται της ομιλίας, καθώς επίσης, η σιωπή αποτελεί δείγμα σεβασμού, προσευχής και περισυλλογής του «έσω ανθρώπου» (πνευματική υπόσταση), του «κρυπτού της καρδίας άνθρωπου» (Α’ Πέτρ. 3, 4), σε περιπτώσεις θλίψης, αρρώστιας και δοκιμασίας. Η προσευχή αποτελεί έκφραση αγάπης προς όλο τον κόσμο. Άρα, οι πνευματικοί άνθρωποι προσεύχονται γιατί αγαπάνε, και αγαπάνε γι’ αυτό προσεύχονται υπέρ όλης της κτίσης (πρβλ. καύση καρδίας, Ισαάκ του Σύρου). Η μνήμη Θεού, που εμπεριέχει το βαθύτερο νόημα και την έννοια της ζωής, δίνει αδιάκοπη αγάπη και γεμίζει όλη την ανθρώπινη ύπαρξη με την θεία χαρά και του μυστηρίου της ζωής, έχοντας σεβασμό προς όλες τις μορφές ζωής επάνω στον πλανήτη. Έτσι, ο πνευματικός άνθρωπος, μπορεί να βλέπει πιο καθαρά τα μυστήρια της ζωής (πρβλ. λόγοι των όντων). Διότι, στο βαθμό που πάσχει η εσωτερική/πνευματκή μας ζωή, αντανακλάται και προς τον κόσμο η πνευματική μας ανεπάρκεια. Ενώ, αντίθετα, όσο είναι γεμάτη Χάρη Θεού η ζωή μας, τόσο αντανακλάται και προς τα έξω η θεία Χάρις. Ο σύγχρονος άνθρωπος διψά για την «εύλαλη σιωπή», την εμπειρική θεολογία περισσότερο, παρά για κοινότυπους λόγους, δίχως ουσία και Χάρη Θεού.
Μη ξεχνάμε, όμως, ότι ιστορικά προχωρούμε προς τα έσχατα. Αυτό το γεγονός βέβαια δεν πρέπει να μας ανησυχεί, αλλά να μας έχει σε μία πνευματική επαγρύπνηση, σε προσευχή και μετάνοια, δηλαδή να είμαστε θεολογικά σε εγρήγορση (μνήμη Θεού), διότι δεν ξέρουμε πως και πότε έρχεται ο Κύριος στη ζωή μας, «σαν κλέφτης εν νυκτί» (Α’ Θεσ. 5, 2. Ματθ. 24, 44). Έτσι, λοιπόν, να τηρήσουμε πάση φυλακή στη καρδία μας (Μ. Βασιλείου, PG 31, 640), να είμαστε σε εγρήγορση και νήψη (εσωτερική ενάργεια, έλεγχο της καρδιάς και του νού, κοινωνία με τον Χριστό), καλλιεργώντας την καρδιά μας με την προσευχή, ώστε να μην απατηθούμε από τους νοητούς κλέφτες της ψυχής μας. «Γι’ αυτό δεν μας έκανε γνωστή ο Θεός την τελευτή μας, για να δηλώσει, ότι πρέπει να κάνουμε εμείς την σπουδή και την πρόνοια της ζωής μας» (Ι. Χρυσόστομος, PG 49, 263). Και, «γι’ αυτό έρχεται ο Κύριος ως κλέφτης την νύχτα, όχι για να μας “κλέψει”, αλλά να μας κάνει ασφαλέστερους», διατείνεται ο ιερός Χρυσόστομος (PG 56, 278). Όλα τα κάνει ο Θεός από άπειρη αγαθότητα προς ωφέλεια και σωτηρία του ανθρώπου. Συνεπώς, όσοι άνθρωποι εμπιστεύονται τον Θεό και παραδίδουν την ζωή τους στην Θεία του Πρόνοια, όλα θα συνεργήσουν στο αγαθό, αφού «αυτοί που αγαπούν τον Θεό, τα πάντα συνεργούν στο αγαθό» (Ρωμ. 8, 28).
Πολλές φορές, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, επιτρέπει ο Θεός να βασανιζόμαστε στη ζωή μας από την τρικυμία των θλίψεων και των πειρασμών, για να ασκούμαστε στην καρτερικότητα και την υπομονή (βλ. Ομιλία 32, PG 151). Εξάλλου, «η υπομονή είναι πικρή, αλλά ο καρπός της είναι γλυκός» (Ζάν-Ζάκ Ρουσσώ). Εμφανίζεται όμως ο Χριστός σε αυτούς την στιγμή που Τον επικαλούνται, για να τους δείξει ότι Αυτός είναι ο Θεός των όλων που δίνει χέρι βοηθείας σ’ αυτούς που τον επικαλούνται (βλ. Γ. Παλαμά, όπ. παρ.). Πραγματικά, όταν ο άνθρωπος κάνει υπομονή, του δίνει ο Θεός πολύ Χάρη, διότι «ο υπομένων είς τέλος ούτος σωθήσεται» (Ματθ. 24, 13). Όταν όμως απουσιάζει ο Χριστός στις ώρες των καταιγίδων της ζωής μας, τότε αναπόφευκτα κινδυνεύουμε να καταποντιστούμε στην απόγνωση και την απελπισία. Δεν μας εγκαταλείπει όμως ο Θεός, αλλ’ αντιθέτως, εμείς Τον εγκαταλείπουμε με την αμαρτία μας, κατά τους Πατέρες (πρβλ. Εβρ. 13, 5), αφού η αμαρτία αποτελεί αρρώστια της ψυχής (Κλήμη Αλεξανδρείας, Λόγος Προτρεπτικός, 11, ΒΕΠΕΣ 7, 74). Η αμαρτία εισέρχεται ως «μεσότοιχον» ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό, εμποδίζοντας έτσι την θεία κοινωνία. Γι’ αυτό έπειτα ο Θεός με την αγαθότητά Του, χρησιμοποιεί οικονομία και παιδαγωγία με διάφορους τρόπους, για την σωτηρία του ανθρώπου.
Μία νότα αισιοδοξίας μας προσφέρεται από την Εκκλησία τώρα και πάντοτε, πως οποιαδήποτε ανθρώπινη κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με θερμή και έμπονη καρδιακή προσευχή. Δηλαδή, η προσευχή που πονάει για τους άλλους ανθρώπους και η οποία, βοηθάει στον άνθρωπο να έρθει η εσωτερική καλοσύνη. Ο πόνος μας να γίνεται συμπόνια για τους άλλους με την προσευχή. Για τον Θεό δεν έχει σημασία η ποσότητα της προσευχής, αλλά η ποιότητα, όταν γίνεται από την καρδιά μας. Τότε, όταν επιτυγχάνεται αυτή η καρδιακή προσευχή, ερχόμαστε στη θέση του άλλου (ενσυναίσθηση), έρχεται φυσιολογικά η αγάπη, ο πόνος, η ταπείνωση, η ευγνωμοσύνη μας στον Θεό με την συνεχή δοξολογία, όπου η προσευχή καθίσταται ευπρόσδεκτη από τον Θεό για τον συνάνθρωπό μας και τον βοηθάει (άγιος Παΐσιος Αγιορείτης). Η προσευχή μοιάζει με το κλειδί που ανοίγει την πόρτα της ψυχής μας, για να μπει σ’ αυτήν ο Θεός, λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Αυτή είναι η θεοποιός προσευχή κατά τους Πατέρες. Η προσευχή έχει την δύναμη να ανατρέψει πραγματικά όλα τα δεδομένα του κόσμου και την πορεία των γεγονότων. Η προσευχή ενισχύει την πίστη μας στον Θεό και ζωογονεί την πνευματική μας ζωή, διοχετεύοντας στη ψυχή μας την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Με θεολογική εμβρίθεια αναφέρει ο Γέροντας Εφραίμ της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα στο Άγιον Όρος: «Όταν ο άνθρωπος λέει την ευχή Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, παράγει ενέργεια. Παράγει Χάρη Αγίου Πνεύματος και την θέτει σε δράση… Διατάσει (τρόπον τινά) αυτή την «φωτιά» της θείας Χάριτος, να ενεργήσει απανταχού της γής. Και ενεργεί η θεία Χάρη, διότι, το όνομα του Ιησού Χριστού έχει αυθυπάρχουσα Ενέργεια και Χάρη. Όση Δύναμη και Χάρη έχει η Θεότητά Του. Ο Αληθινός Θεός». Άρα, μία τέτοια καρδιακή προσευχή, διασκορπίζει την θεία Χάρη ως άλλη «πυρηνική βόμβα» θα λέγαμε και πλημμυρίζει ευλογία όλο το σύμπαν. Έτσι, το Άγιο Πνεύμα μεσιτεύει στον Θεό για τον πόνο μας, με «στεναγμούς αλαλήτους» (Ρωμ. 8, 26), που δεν εκφράζονται με λέξεις.
Επικαλούμενοι το άγιο όνομα του Χριστού, με την ησυχαστική προσευχή, παραμένουμε στην παρουσία του Θεού με το νού στην καρδιά μας. Το Θείο όνομα του Χριστού προσκομίζει στον άνθρωπο την θεία Χάρη Του, διότι είναι ενωμένο (οντολογικά) με το Πρόσωπό Του και εισάγει τον άνθρωπο στην παρουσία Του. Η παρουσία του Χριστού, που είναι καθαρτική, καθαρίζει τον άνθρωπο από τις αμαρτίες του και τον ανακαινίζει πνευματικά, καθώς επίσης, επιφέρει τον φωτισμό της καρδιάς. Επομένως, το κυριότερο μέλημα της ζωής μας και η αδήριτη πραγματικότητα της «εσωτερικής θρησκευτικότητας», είναι (ή θα πρέπει) η εκζήτηση πρώτα της βασιλείας του Θεού και όλα θα προστεθούν τα υπόλοιπα που έχουμε ανάγκη (Ματθ. 6, 33). Τότε με την Χάρη του Θεού τα προβλήματά μας θα λυθούν και θα βγούμε απ’ όλα τα αδιέξοδα που μας βασανίζουν και μας αγχώνουν. «Η προσευχή πάντα στηρίζει», τονίζει ο άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης. Μη χάνουμε την ζωντανή και πνευματική επικοινωνία με τον Χριστό, διαμέσου της προσευχής. Το θέμα είναι πως θα σχετισθούμε καλύτερα με τον Θεό μέσω της προσευχής, αλλά και με τους συνανθρώπους μας. Άλλωστε, ο άνθρωπος ως υπαρξιακή σχέση, δεν είναι αυτο-αναφορικός, αλλά έχει αναφορά τον Θεό μέσω της προσευχής. Είναι η σχέση που έχει ο άνθρωπος με τον Θεό μέσω της πίστης (εσωτερική δύναμη), που ελπίζει στον Θεό και όχι στον εαυτό του. Αυτό έγκειται στην ελεύθερη πίστη μας, ώστε να ενεργήσει στη ζωή μας ο Χριστός, διαβεβαιώνοντας: «εί δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» (Μαρκ. 9, 23). Πρέπει, θα λέγαμε, όμως να υπάρξει η κατάλληλη προετοιμασία και η πνευματική διάθεση (δεκτικότητα) της ψυχής μέσω της άσκησης, ώστε να ενεργήσει το Άγιο Πνεύμα το θαύμα και να το δεχθεί ο άνθρωπος. Ο Θεός μπορεί, αν ο άνθρωπος θέλει (βλ. αυτεξούσιο). Η πίστη όμως προϋποθέτει την επίσκεψη της θείας Χάριτος (θεία συνέργια). Να μην ολιγοπιστούμε και να μην φοβόμαστε όταν έχουμε βοηθό και προστάτη τον Κύριο Ιησού στην «τρικυμισμένη» πορεία της ζωής μας (πρβλ. Ματθ. 14, 25-33). Διότι Αυτός μας λέει έχετε θάρρος και πιστεύετε, «εγώ είμαι η ζωή και η ανάσταση» (Ιωάν. 11, 25). Επομένως, να δούμε με «πνευματικό μάτι» αυτή την κρίση, ως μία πνευματική ευκαιρία καρδιακής προσευχής και ειλικρινούς μετάνοιας. Να αξιοποιήσουμε πνευματικά αυτή την δυσκολία και δοκιμασία, και η δοκιμασία αυτή όταν αξιοποιηθεί πνευματικά, γίνεται ευλογία και μετατρέπεται σε πηγή πνευματικών Χαρίτων από τον Θεό. Χωρίς καμία απελπισία και πεσσιμισμό, αλλά με θάρρος, έχοντας πάντα σταθερή και ακλόνητη την ελπίδα μας στον Χριστό, διότι, κι αν «έν τω κόσμω θλίψιν έχομεν, αλλά θαρρούμεν ο Χριστός νενίκηκε τον κόσμον» (πρβλ. Ιωάν. 16, 33). Άρα, τι να φοβηθούμε; Κι αν αρρωστήσουμε ακόμη, όλη η ζωή μας είναι δική Του, αφού τα πάντα ανήκουν στον Θεό, και τα παρόντα και τα μέλλοντα. Επομένως, «εί το όνομα Κυρίου ευλογημένον, από του νυν και έως του αιώνος» (Ιώβ. 1, 21). Η πίστη άλλωστε είναι πάντοτε πηγή χαράς.
Ωστόσο, φοβόμαστε για τον κορωνοϊό και την εξάπλωση της επιδημίας, και δικαίως, αφού είμαστε αδύναμοι άνθρωποι, αλλά για τον πνευματικό θάνατο που οδηγούμαστε λόγω της σκληροκαρδίας και αμετανοησίας μας, δεν γίνεται λόγος! Ενώ μεν για τον κορωνοϊό υπάρχει ελπίδας σωτηρίας μέσω του εμβολίου, ωστόσο, για τον «ιό» της σκληροκαρδίας μας, η ελπίδα μας είναι μόνο το «εμβόλιο» της Χάριτος του Θεού. Περιμέναμε άραγε τον κορωνοϊό να μας πεί ότι μία μέρα θα πεθάνουμε; Πορευόμαστε όμως προς το Πάσχα, προς την Ανάσταση, να μην μας κυριεύει ο φόβος λοιπόν, γιατί η Ανάσταση του Χριστού πάτησε τον θάνατο, κάθε είδους θάνατο, κατήργησε και τον βιολογικό (φυσικό) και τον πνευματικό θάνατο ακόμη. Δεν υπάρχει θάνατος, υπάρχει μόνο αιώνια ζωή. Συνεπώς, θα πορευτούμε με αυτή την πίστη μας, επικαλούμενοι προσευχητικά την αγάπη του Χριστού, ξέροντας ότι η ζωή μας είναι ένα πέρασμα (πάσχα στα εβραϊκά), από τα μάταια στην αιώνια βασιλεία του Θεού. Η αγάπη του Θεού, η οποία νικά τον φόβο και δίνει στον άνθρωπο την ζωντανή αίσθηση της παρουσίας Του (πρβλ. Α’ Ιωάν. 4, 18). Χωρίς να μας κυριεύει ο φόβος και ο πανικός, αλλά να έχουμε την αναφαίρετη χαρά της Αναστάσεως. Άλλωστε, όπως ψάλλουμε στο Μ. Απόδειπνο, «άλλον γαρ εκτός σου βοηθόν, εν θλίψεσιν ουκ έχομεν, Κύριε των Δυνάμεων ελέησον ημάς» (Ψαλμός Μ. Αποδείπνου).
Θα υποστούμε όμως την ακούσια έλλειψη της θείας Λατρείας, αφού δεν κάναμε εκούσια μετάνοια. Γι’ αυτό τονίζουν οι άγιοι Πατέρες, για να ταπεινωθούμε επιτρέπει ο Θεός ακούσιες θλίψεις, επειδή δεν ταπεινωνόμαστε εκουσίως, ώστε να μας ελκύσει με την Χάρη του και να ωφεληθούμε πνευματικά. Ταπείνωση είναι η επίγνωση (αυτογνωσία) της προσωπικής μας πραγματικότητας, η αυτοσυνειδησία μας ότι είμαστε αμαρτωλοί ως άνθρωποι, το «ειδεχθές προσωπείον» μέσα μας (πρβλ. άσωτο υιό), κατά τον Γρηγόριο Παλαμά. Έτσι, λοιπόν, «η ταπεινοφροσύνη είναι μεγάλο φάρμακο σωτηρίας», τονίζει ο Μέγας Αθανάσιος (περί Παρθενίας, 5, PG 28, 257), και γίνεται «φάρμακο κατά των πειρασμών», λέει και ο ιερός Χρυσόστομος (PG 55, 353). Ενδεχομένως ν’ ακούγεται ο λόγος του ποιητή επίκαιρος, αν παραλληλίσουμε την νοσταλγία που βιώνουμε εκτός της Εκκλησίας, που ίσως δεν ζήσαμε πραγματικά, γι’ αυτό νοσταλγούμε την απώλεια της. «Ω απέραντη νοσταλγία για κάτι που ποτέ δεν ζήσαμε, κι όμως αυτό υπήρξε όλη η ζωή μας…» (Τάσος Λειβαδίτης). Διαμέσου αυτού του υπέροχου ποιήματος, κάνουμε τον κατάλληλο συνειρμό για την εκκλησιαστική μας ζωή, την οποία θεωρήσαμε ως αυτονόητη, όπου βιώνεται και συγχρόνως δεν χορταίνεται, αλλά νοσταλγείται. Διότι, ζώσα Ζωή δεν είναι μόνο ότι κινείται κι αναπνέει έξω μας, αλλά πολύ περισσότερο εκείνο που στέκει και σιωπά μέσα μας. Η ζωντανή παρουσία του Θεού. «Ζεί Κύριος ο Θεός», έλεγε με απλότητα και κατάνυξη ο άγιος Ιάκωβος ο Τσαλίκης! Δεν είναι μόνο οι στιγμές που ζούμε, αλλά και οι αναμνήσεις που αναμασιούνται στο νού. Είναι η νοσταλγία για όσα θέλαμε και δεν μπορέσαμε, η λήθη για όσα μπορέσαμε και δεν θέλαμε! (βλ. Δ. Χατζημαγιόγλου). Συνεπώς, υπήρξαν πνευματικές επιπτώσεις. Πόσο άγιος και θεραπευτικός είναι αυτός ο πόνος! Θα εορτάσουμε φέτος μία αληθινή Σαρακοστή, Σαρακοστή πόνου και μετάνοιας με συντριβή καρδίας. Προς στιγμή σκοτεινιάζει ο Ήλιος (ο Χριστός), όπως την ημέρα του φρικτού Πάθους Του, για να ανατείλει μετά η ένδοξη και λαμπρή Ανάστασή Του, μέσα στο πέλαγος της πνευματικής Χαράς. Η θεία χαρά που νιώθει ο πνευματικός άνθρωπος, παρόλες τις δυσκολίες, δεν έχει καμία σχέση με την κοσμική χαρά, που επιζητούν ανεπιτυχώς πολλοί άνθρωποι στην «κοιλάδα του Κλαυθμώνος» (Ψαλμ. 83, 7) της εφήμερης ζωής. Όλοι οι Άγιοι, αλλά ακόμη ο Χριστός και η Παναγία, πέρασαν απ’ αυτή την ζωή με πόνο (άγιος Παΐσιος Αγιορείτης). Και οι άγιοι ως άνθρωποι που ήταν πονούσαν, αλλά μετέτρεπαν τον πόνο τους σε θερμή προσευχή, προκειμένου να λάβουν δύναμη εξ’ ύψους. Όταν, λοιπόν, ελπίζουμε και εμπιστευόμαστε την ζωή μας στα χέρια του Θεού, θα μας λυτρώσει από τις θλίψεις που μας ταλαιπωρούν, γιατί Αυτός είναι η καταφυγή και η προστασία μας, καθότι είναι μεγάλη η αγαθότητα Του και η αγάπη Του μέσω της παρουσίας Του (βλ. Ψαλμ. 30). Καθώς, επίσης, όπως διατείνεται ο Μ. Βασίλειος, «όποιος δεν ζητεί από τον Θεό γήινα και πρόσκαιρα πράγματα, αλλά μεγάλα και ουράνια (βλ. μνήμη Θεού), αυτός ο άνθρωπος, ακόμη κι αν σιωπά με την γλώσσα και το στόμα του, αλλ’ όμως φωνάζει πολύ με το νού και την καρδία (ψυχή) του, η κραυγή του φθάνει στα αυτιά του Θεού· γι’ αυτό και εισακούεται η προσευχή του από τον Θεό και λυτρώνεται από κάθε θλίψη» (Ευθυμίου Ζυγαδηνού, Ερμηνεία στους Ψαλμούς, τόμ. Α’, Κων/πολη 1821, σελ. 274).
Ήρθε η ώρα επιτέλους να εκτιμήσουμε αυτά που θεωρούσαμε ως αυτονόητα ή δεδομένα, όπως την πίστη μας, την Θεία Λειτουργία, την υγεία μας και την ζωή μας ολόκληρη, η οποία αποτελεί θείο δώρο και που, δυστυχώς, αρκετές φορές η καθημερινή πραγματικότητα πικρά μάς διαψεύδει. Να εκτιμήσουμε τα αγαπημένα μας πρόσωπα γι’ αυτό που είναι. Είναι η κατάλληλη ώρα του πνευματικού απολογισμού, ειδικά αυτή την ευλογημένη περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής. Να επανεκτιμήσουμε την καθημερινότητα, που την θεωρούσαμε ως δεδομένη και βαρετή, γιατί τελικά τίποτα ανθρώπινο δεν είναι δεδομένο. Κάθε δοκιμασία μας βάζει ή μας «υποχρεώνει», σε μία διαδικασία αναστοχασμού. Να φιλοσοφήσουμε την ζωή. Φέτος θα σηκώσουμε πραγματικά τον σταυρό μας, όχι θεωρητικά, αλλά στον προσωπικό μας Γολγοθά, μέσω αυτής της γενικευμένης δοκιμασίας, ώστε με ασφάλεια να οδηγηθούμε και στην ανάσταση. Άλλωστε, ανασταίνεται ο Χριστός, δεν γίνεται να μην γίνουμε καλά. Πιστεύω ακράδαντα, πως ο Θεός θα μετατρέψει σε καλό (ευλογία) όλο αυτό τον πειρασμό, αλλάζοντας τον άνθρωπο με την Χάρη Του προς το αγαθότερο, δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Διότι, κάποιοι άγιοι άνθρωποι (Άγιον Όρος κ.α.) προσεύχονται γονατιστοί αυτή την στιγμή για την σωτηρία μας. Αρκεί κι εμείς να είμαστε δεκτικοί της Θείας Χάρης με μετάνοια. Θεωρώ, πως μέσα από αυτή την σκληρή και πικρή δοκιμασία, θα αναγεννηθούμε πνευματικά όπως ο Φοίνικας (μυθικό πουλί), που αναγεννάται μέσα από τις στάχτες του (πρβλ. Ιώβ. 29, 18)! Δεν θα μας εγκαταλείψει ο Θεός. Γι’ αυτό να εκλάβουμε ως πιστοί άνθρωποι αυτό τον οδυνηρό περιορισμό, ως μία πνευματική ευκαιρία διόρθωσης του «παλαιού εαυτού»  (αμαρτωλού) μας, για τις πολλές και ανεπαίσθητες αμαρτίες μας. Ο Θεός όμως δεν θέλει ποτέ τον θάνατο του αμαρτωλού, αλλά την σωτηρία του (βλ. Ιωάν. 3, 16. Λουκ. 9, 56). Ας μετανοήσουμε «εκ ψυχής», όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στους κατοίκους της Λήμνου, που μαστίζονταν από λοιμό. Ακούγεται τώρα στο νού μας ως κάλεσμα μετανοίας, όσο ποτέ άλλοτε ο κατανυκτικός ύμνος του Μ. Κανόνα. Μπαίνει στο στόμα του πιστού σαν φωνή, σαν αφυπνιστικός σεισμός, στην κοιμωμένη και ραθυμούσα ψυχή του: «Ψυχή μου, ψυχή μου, ανάστα τι καθεύδεις, το τέλος εγγίζει και μέλλεις θορυβείσθαι· ανάνηψον ούν, ίνα φείσηταί σου Χριστός ο Θεός, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών» (Ανδρέου Κρητός). Να ξυπνήσει η ψυχή μας από τον ύπνο της ραθυμίας (ψυχική αναισθησία) γιατί το τέλος είναι κοντά, ώστε να την ελεήσει ο Χριστός, που γεμίζει τα πάντα με την πανταχού παρουσία Του. Συνεπώς, το «κλειδί» της σωτηρίας είναι η μετάνοια.
Κατ’ οικονομίαν εκκλησιαστικώς και αγάπη προς τον συνάνθρωπο αντιμετωπίζεται η νόσος με τις Εκκλησίες κλειστές για την διασφάλιση του αγαθού της δημόσιας υγείας, και ίσως να σκεφτούμε πως αφανώς βάλλεται η Εκκλησία, όπως άλλωστε σε όλη την ιστορική πορεία της. Παραδόξως όμως, «η Εκκλησία μπορεί να κλυδωνίζεται, αλλά δεν καταποντίζεται» (Ι. Χρυσόστομος, Προς Ευτρόπιο, 1, PG 52, 398). Εξάλλου αυτή είναι η δόξα της Εκκλησίας, το σταυρικό ήθος της Εκκλησίας. Η ζωή της Εκκλησίας είναι μυσταγωγική, μυστηριακή, ευχαριστιακή, θυσιαστική, και απαιτεί την παρουσία μας και την μετοχή μας. Παρόλη, λοιπόν, αυτή την διαφορετική και δυσμενή πραγματικότητα που βιώνουμε, έχω την πεποίθηση πως οι Εκκλησίες θα γεμίσουν ασφυκτικά από τον πιστό λαό μετά την κρίση, ένας «πνευματικός σεισμός», με δάκρυα στα μάτια, ευχαριστώντας τον Θεό για τις άπειρες ευεργεσίες Του. Είτε ενδεχομένως λόγω του συνδρόμου στέρησης, αφού αισθητά λείπει καιρό από την θεία Λατρεία, είτε από την βαθιά υπαρξιακή του ανάγκη να προσευχηθεί στον Θεό και να τον λατρέψει μέσα στον Ναό Του, ώστε να πάρει θεία δύναμη και παρηγοριά. Διότι «κάθε αποχωρισμός είναι ένας μικρός θάνατος» (G. Eliot). Εξάλλου, η στέρηση δημιουργεί μεγαλύτερο πόθο για την Εκκλησία και την φυσική/αληθινή συμμετοχή στα ιερά Μυστήρια. Μακάρι να είχαμε πάντοτε τον πόθο του εκκλησιασμού και την αυτοσυνειδησία της μετάληψης της θείας Κοινωνίας. Η Εκκλησία είναι μία πνευματική αγκαλιά. Επομένως με ευσεβή ζήλο να ποθήσουμε την Εκκλησία. Διότι, χωρίς την Θεία Λειτουργία δεν έχει νόημα η ζωή. Η Θεία Λειτουργία εμποδίζει το κακό να αυξηθεί. Ωστόσο, δεν έχει τόση πολύ σημασία η συχνότητα της Θείας Κοινωνίας, ειδικά σε περιόδους κρίσης, όσο ο τρόπος προσέλευσης στο Μυστήριο, δηλαδή με καθαρή καρδιά και πνεύμα συντετριμμένο και τεταπεινωμένο (Ψαλμ. 50, 19), όπου ο αγαθός Θεός ποτέ δεν εξουδενώνει μία ταπεινωμένη καρδιά. Είναι η υψοποιός ταπείνωση (πρβλ. Λουκ. 18, 14), καθώς «στην ταπείνωση υπάρχει κάτι τόσο ωραίο σαν εκείνη την ώρα να διαβαίνει ο Θεός» (Τάσος Λειβαδίτης), θεολογεί πολύ όμορφα ο ποιητής.
Επιπροσθέτως, ποτέ δεν έλειψε από την γή η Εκκλησία της σιγής, δηλαδή των κατακομβών. Αλλά για να συμπροσευχηθούμε μαζί με την Εκκλησία της σιωπής, πρέπει να εισέλθουμε στην παρουσία της σιγής για να την συναντήσουμε και να την αναγνωρίσουμε. Αυτές τις δύσκολες και κρίσιμες στιγμές της παγκόσμιας συμφοράς από την λοιμώδη νόσο, η σιωπηλή Παναγία αφουγκράζεται την σιγή των δεομένων ανθρώπων – «Χαίρε σιγής δεομένων πίστις. Χαίρε νύμφη ανύμφευτε» (βλ. Μελίτωνος, Μητρ. Χαλκηδόνος). Στην Εκκλησία, λοιπόν, όλα τα θέματα της ζωής μας, τα κάνουμε θέμα προσευχής και γευόμαστε τον προσωπικό μας σταυρό, αλλά και την ανάσταση ακόμη. Ο πνευματικός άνθρωπος βλέπει τα ανθρώπινα γεγονότα και φαινόμενα της εποχής, υπό το πρίσμα της πνευματικής ζωής και της Ορθόδοξης πίστης. Έτσι, κινείται πάντοτε μέσα στο πνευματικό πλαίσιο της Εκκλησίας, το οποίο είναι σταυρο-αναστάσιμο, αφού γνωρίζει εμπειρικά αυτή την ανοδική πρόοδο. Στην Εκκλησία και, ειδικά, στην Θεία Ευχαριστία, που ενώνεται ο ουρανός με την γή, καθώς ο Υιός του Θεού συναναστρέφεται με τους ανθρώπους, είναι πολύ έντονη η Θεία Παρουσία. Η ζωντανή παρουσία του Θεού, δηλαδή η αγιότητα που μεταγγίζεται από την Θεία Λειτουργία, αλλά και από τους αγιασμένους ανθρώπους. Η συμμετοχή στην Θεία Λειτουργία είναι απόρροια της καρδιακής σχέσης με τον Χριστό, ο οποίος είναι η πηγή της όντως Ζωής. Επομένως, η στέρηση της Θείας Λειτουργίας αποτελεί για τους πιστούς στέρηση Ζωής. Με αποτέλεσμα, χωρίς την Θεία Λειτουργία η ζωή μας είναι πνευματικά νεκρή και χωρίς νόημα ύπαρξης.
Επίσης, μέσα σ’ ένα συγκινησιακό κλίμα, τελέστηκε για πρώτη φορά ίσως στη Χώρα μας, η διπλή εορτή της 25ης Μαρτίου, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου και η μνήμη της εθνικής παλιγγενεσίας του 1821. Και οι δύο εορτές μας διδάσκουν την ανδρεία και εμψυχώνουν το ηθικό μας φρόνημα με βάση την αρετή της ελπίδας, εκεί που φαίνεται ότι όλα έχουν χαθεί. Από την μία μεριά η χαρμόσυνη αγγελία του Αρχάγγελου Γαβριήλ προς την Θεοτόκο, πως θα γεννήσει τον Σωτήρα του κόσμου, ο Οποίος θα αναγεννήσει πνευματικά στο θεανδρικό του Πρόσωπο όλο το ανθρώπινο γένος (τον πεπτωκότα Αδάμ), κι από την άλλη μεριά πάλι, η ελευθερία της Πατρίδας μας από τον δυσβάστακτο τουρκικό ζυγό, που φαινόταν ένα κατόρθωμα μη επιτεύξιμο. Κι όμως, η ελπίδα γεννιέται μέσα από την πλήρη απελπισία, αποδεικνύοντας πως οι άνθρωποι κάθε εποχής, είναι πάντα εφευρετικοί και δεν παραδίδουν ποτέ τα «όπλα» τους απέναντι σε κάθε δοκιμασία που τους επιβάλλεται. Σε όλη την ιστορία της Ορθόδοξης παράδοσης και ζωής, καταφεύγαμε στην Κεχαριτωμένη Θεοτόκο, στην Υπέρμαχο Στρατηγό, στην Παναγία, η οποία είναι «η αιτία της των πάντων θεώσεως» (Ειρμός, Ωδή στ’, Ακάθιστος Ύμνος). Έτσι και σήμερα λοιπόν αποθέτουμε σε Αυτήν όλες τις ελπίδες μας, ώστε με την Χάρη της να «ευφράνει τις ψυχές μας» (Τροπάριο, Ωδή ζ’, Ακάθιστος Ύμνος). Η σκέπη της Παναγίας είναι πνευματικό ιατρείο. Γι’ αυτό σ’ αυτήν καταφεύγουμε για να μας λυτρώσει από τα ψυχικά και σωματικά μας νοσήματα (πρβλ. Θεοτοκίον, Τριώδιον). Γιατί η Παναγία είναι η μόνη που φέρνει τον Ήλιο της δικαιοσύνης, τον Χριστό και κατέστη κατοικητήριο του (νοητού) Φωτός (βλ. Ωδή γ’, Ακάθ. Ύμνος).
Δοκιμάζεται ο άνθρωπος σήμερα, καθώς η κατάσταση καθίσταται πολύ εύθραυστη στην παγκόσμια κοινότητα, όχι μόνο στην χώρα μας, υπό την κυριαρχία μιας αόρατης απειλής και ενός ασύμμετρου εχθρού. Ωστόσο, αντί να μοιρολογούμε επειδή δεν βγαίνουμε από το σπίτι, το θεάρεστο έργο θα ήταν να προσευχηθούμε να εξέλθει από το Νοσοκομείο κάποιος ασθενής. Ας καταφύγουμε στην ευλογημένη προσευχή για τους ασθενείς αδελφούς μας, τους ανθρώπους του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, αλλά και των πνευματικών πατέρων μας, ώστε να ενισχυθούν πνευματικά και να τους φωτίσει ο Θεός να ανταπεξέλθουν στις δύσκολες συνθήκες, παίρνοντας δύναμη εξ’ ύψους για το ευθυνοφόρο έργο που έχουν να επιτελέσουν, σ’ ένα ιδιόμορφο για την εποχή μας, λόγω της επιδημίας, εκκλησιαστικό και κοινωνικό περιβάλλον. Η μάχη θα κερδηθεί κατά του «αόρατου εχθρού» με την συμβολή των επιστημόνων, αλλά και με τις δικές μας προσευχές. Θα περάσει η φοβερή δοκιμασία με την Χάρη του Θεού, αρκεί να επιδείξουμε σύνεση και διάκριση, λίγη υπομονή και πολύ προσευχή με ταπείνωση στο θέλημα του Θεού. Διότι, η ταπείνωση συγκινεί τον Θεό και έρχεται το Άγιο Πνεύμα και η θεία Χάρις.
Με πόνο ψυχής, αλλά ταυτόχρονα και με πνευματική αγαλλίαση, θα εορτάσουμε φέτος πιο πνευματικό Πάσχα. Διότι, ως Χριστιανοί γνωρίζουμε ότι τα κίνητρα των γεγονότων είναι πρωτίστως πνευματικά. Να διέλθουμε από την δοκιμασία με την Χάρη της Παναγίας, προκειμένου να εξέλθουμε «είς αναψυχήν» και να ευφρανθούμε ψυχικά. Να εκφράζουμε την πνευματική αντιμετώπιση των δυσκολιών σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας. Με άλλα λόγια, να αξιοποιούμε πνευματικά τις δυσκολίες, γιατί αυτό που μας φαίνεται καταστροφικό, μπορεί να έχει μεγάλη πνευματική ωφέλεια. Αναθεωρήσαμε, λόγου χάρη, το καθημερινό μας πρόγραμμα, ξεφεύγοντας λίγο από την συχνή χρήση των ηλεκτρονικών συσκευών(;), παρακινούμενοι σε περισυλλογή και προσευχή. Η έκβαση θα είναι θετική και λυσιτελής, με ταπείνωση, θερμή προσευχή και πνευματική ανάταση του ανθρώπου. Ο σκοπός είναι να γίνει ο κόσμος πιο φιλάνθρωπος μέσα απ’ αυτή την δοκιμασία, αλλά προϋποτίθεται να γίνει πρώτα πιο φιλόθεος. Διότι, όταν ο άνθρωπος είναι παιδί του Θεού έχει πληρότητα Χάριτος (πρβλ. Α’ Ιωάν. 3, 1). Εξάλλου, δική μας «δουλειά» είναι να προσευχόμαστε και να σκεφτόμαστε τον Θεό (μνήμη Θεού), και «δουλειά» του Θεού είναι να μας σκέφτεται (Θ. Πρόνοια) και να μας βγάζει από τα αδιέξοδα μας. Να έχουμε λοιπόν απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό, διότι ό,τι επιτρέπει είναι προς τον συμφέρον μας και να το δεχόμαστε χωρίς γογγυσμό (βλασφημία), αλλά με ευγνωμοσύνη και δοξολογία. Με ακράδαντη πίστη και ακλόνητη ελπίδα στον Πανοικτίρμονα Θεό. Άλλωστε «δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο παράδεισος» (Μ. Βασιλείου, Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, PG 31, 517), διαλαλούν ανά τους αιώνες οι άγιοι πάντες. Παρεμπιπτόντως, ο «χειμώνας» παρομοιάζεται με την αμαρτία, κατά τους Πατέρες (βλ. Ερμά, κεφ. 53, 2. Γρ. Νύσσης, είς το Πάσχα, PG 9, 264. Μ. Βασιλείου, Επιστολή 70, 1). Άρα, μπορεί να είναι βαριά και οδυνηρή η δοκιμασία (χειμών), αλλά είναι γλυκιά η αγάπη του Θεού, η προοπτική της αιωνιότητας, η ψυχοπνευματική ανάπαυση κοντά στον Θεό, η Ανάσταση του Χριστού. Καθώς, όπως τονίζουν οι άγιοι Πατέρες, ο άνθρωπος από την φύση του είναι θεούμενη ύπαρξη (Γρ. Θεολόγου, Λόγος στα Θεοφάνεια, PG 36, 324), που σημαίνει ότι έχει εσωτερική (υπαρξιακή) ανάγκη για εσωτερική ανάπαυση, δηλαδή πνευματικά να ειρηνεύσει και να γαληνεύσει εν Θεώ και να κοινωνήσει με τον Θεό. Επομένως, εν κατακλείδι, να κυριαρχήσει στις καρδιές μας το χαρμόσυνο βίωμα της Αναστάσεως, που θα εορτάσουμε σε λίγο, που βιώνεται πραγματικά ως θεϊκό μήνυμα αιωνίου ζωής αθανάτου. Για να εορτάσουμε (έστω και στην κατ’ οίκον εκκλησία) θεοπρεπώς τα φρικτά Πάθη του Κυρίου και την ένδοξη Ανάσταση Του.

π. Γεώργιος Β. Δημητρόπουλος
Υπ. ΜΑ Θεολογίας




Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020

Οι ψυχολογικές επιπτώσεις της πανδημίας του Κορωνοϊού


Ευαγγελία Αβραάμ, Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπεύτρια Γνωστικής Αναλυτικής Ψυχοθεραπείας, Μαρ. 17, 2020, https://www.psychologynow.gr/


       Είναι φορές στη ζωή, που η καθημερινότητα και αυτό που βιώνουμε ως δεδομένο ανατρέπονται. Ένα αιφνίδιο γεγονός όπως ένας θάνατος, ένα τραυματικό γεγονός, απώλεια εργασίας, οικονομική καταστροφή, καταστροφή της περιουσίας μας λόγω εξωτερικών συνθηκών, ένα διαζύγιο μπορεί να επηρεάζει τη ψυχική και κατόπιν την σωματική μας υγεία.
Μια τέτοια κατάσταση, είναι η κατάσταση που δημιουργήθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο, λόγω της αιφνίδιας πανδημίας του κορωνοϊού. Η καθημερινότητα των περισσότερων ανθρώπων άλλαξε. Πράγματα που θεωρούσαμε δεδομένα ξαφνικά απαγορεύονται, απουσιάζουν ή τροποποιούνται.
Η επιβεβλημένη και απότομη αλλαγή συνηθειών, έστω και παροδικά δημιουργεί άγχος και πολλές φορές θυμό. Σ’ όλο αυτό που συμβαίνει έρχεται να προστεθεί και η αίσθηση της απειλής της υγείας, καθώς και η αίσθηση της αβοηθησίας πως δεν μπορείς να κάνεις κάτι για να ανατρέψεις ή να αντιμετωπίσεις επαρκώς την κατάσταση.
Ταυτόχρονα δημιουργείται τεράστια αίσθηση ανασφάλειας στον πληθυσμό, διότι δεν υπάρχει κάποια επίσημη γνώση για το μέχρι πότε θα συνεχιστεί η κατάσταση. Αυτό από μόνο του δημιουργεί μεγάλη εσωτερική ένταση, άγχος και αποδιοργάνωση. H κατάσταση, γίνεται ακόμη πιο επιβαρυντική για το λόγω ότι δεν παρέχει προοπτική άμεσης διαφυγής, ταυτόχρονα όμως και ελπίδας. Πέρα από την απειλή της υγείας, προκύπτει το άγχος για το άγνωστο και η κοινωνία υπόκειται σε μεγάλη συναισθηματική πίεση.
Οι οδηγίες είναι σαφής: «καθίστε στο σπίτι» και «πλένετε τα χέρια όταν έρχεστε σε επαφή με οποιαδήποτε δραστηριότητα εκτός σπιτιού». Αυτό από τη μία, μοιάζει σωστό και αυτονόητο από την άλλη όμως βάζει πολλούς συνανθρώπους μας σε έναν νέο κύκλο άγχους και ψυχαναγκασμών.
Η κατάσταση δυσχεράνει ακόμη περισσότερο, μια και σε τέτοιες περιόδους έντασης, κρίσης και απώλειας της καθημερινότητας, οι άνθρωποι στρέφονται σε φίλους συγγενείς, οικεία άτομα ώστε να μοιραστούν το άγχος. Στην περίπτωση αυτή όμως οι συναναστροφές αποτελούν την κύρια πηγή απειλή της υγείας.
Έτσι τα άτομα μπαίνουν σ έναν φαύλο κύκλο όπου κυριαρχεί ο φόβος, η απειλή, η απελπισίας η αβοηθησία, η οποιαδήποτε διαφυγή οδηγεί στον ίδιο πάλι φαύλο κύκλο. Οι ψυχολογικές επιπτώσεις της κατάστασης θα φανούν αργότερα όταν η απειλή της σωματικής υγείας εκλείψει. Η κατάσταση είναι πολύ πιο δύσκολη για τους ανθρώπους που ήδη υποφέρουν από ψυχαναγκαστική διαταραχή, προβλήματα με τη διατροφή καθώς και προβλήματα άγχους ή κατάθλιψης.
Το ανθρώπινο είδος είναι επιβιωτικό, όπως φαίνεται εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Και σαφώς δε θα περιέλθει σε αφανισμό με αυτή τη πανδημία. Όλοι ψάχνουμε αυτές τις μέρες για ένα έστω και μικρό αισιόδοξο μήνυμα. Η ίδια η ζωή όμως από μόνη της εμπεριέχει την ελπίδα.
Κι ελπίδα έγκειται, στο συνεχίσουμε να κάνουμε όνειρα, στο να συνεχίσουμε να προγραμματίζουμε πράγματα. Ίσως μέσα από αυτή την κοινωνική περιπέτεια, της οποίας είμαστε κομμάτι, να τολμήσουμε να επανεκτιμήσουμε την καθημερινότητα, την οποία θεωρούμε δεδομένη, γιατί επί της ουσίας τίποτα δεν είναι τελικά δεδομένο.

Καλό κουράγιο σε όλους με Ελπίδα.

   


Πέμπτη 31 Μαΐου 2018

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΙΕΡΟΕΞΕΤΑΣΤΗΣ



 

Σπυρίδων Τσιτσίγκου, Αναπληρωτή Καθηγητή της Ψυχολογίας της Θρησκείας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

       Η ανάλυσή μου αυτή δεν θα είναι ούτε ιστορικο-φιλολογική, ούτε θεατρική —μολονότι το «Θείον» θέλγεται, πολλές φορές, εκτός από τούς Αγίους, και από εμβριθείς και φωτισμένους καλλιτέχνες— αλλ’ από τη σκοπιά τής Πολιτικής Ψυχολογίας τής Θρησκείας· η δε ερμηνεία τού εν λόγω παγκόσμιου και κλασικού έργου τού Ντοστογιέφσκι δεν θα άπτεται ούτε θεολογικο-φιλοσοφικών, ούτε πολιτικών εννοιών ή καταστάσεων. Η ουσία, κατ’ εμέ, τής επικής αυτής νουβέλας ή Παραβολής έγκειται στη σχέση υπαρξιακής ελευθερίας (ήτοι εσωτερικής αυτο-διερώτησης) και αναξιοπαθημάτων τού λαού, ή, με άλλα λόγια, στη σχέση αυθεντικής ύπαρξης (δηλ. αγιότητας) και εξουσίας (πολιτικής και θρησκευτικής).
x Επικίνδυνο αλλά και κατ’ εξοχήν ανθρώπινο το δώρο τής ελευθερίας βουλήσεως στο πρόσωπο του ανθρώπου· γιατί μπορεί να το στρέψει κατά τού δημιουργού Του και, συνεπώς, κατά τού εαυτού του, οπότε να οδηγηθεί στη θεοδικία, την παράπλευρη και πρακτική αθεΐα, την ψευδαίσθηση της αυτεξουσιότητάς του και τελικά το Μηδενισμό, με καταληκτικό αποτέλεσμα την αυτο-εκμηδένισή του.
x Στην πορεία τής σύγχρονης ιστορίας, η εξουσία τής Εκκλησίας παραχώρησε τη θέση της στην εξουσία τού Κράτους, η εξουσία τού Κράτους στην εξουσία τής ανθρώπινης συνείδησης και η τελευταία στην ανώνυμη (δημοκρατική) εξουσία τής λεγόμενης «κοινής γνώμης», η οποία λειτουργεί κομφορμιστικά και προπαγανδιστικά. Έτσι, έχουμε μεταβληθεί σε αυτόματα, που ζούμε με την ψευδαίσθηση ότι είμαστε ελεύθερες προσωπικότητες. Ωστόσο, πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο. Ο μέσος ή κοινός άνθρωπος, επειδή όχι μόνο δεν ξέρει πώς να διαχειρισθεί το μεγάλο αυτό δώρο τής ελευθερίας (ή, ακόμα χειρότερα, νομίζει ότι είναι ελεύθερος εσωτερικά και εξωτερικά), αλλ’ αδιαφορεί και ραθυμεί, όπως οι σκλάβοι τού Πλατωνικού σπηλαίου, αφού η ελευθερία προϋποθέτει ωριμότητα, υπευθυνότητα και εγρήγορση προς την ορθή κάθε φορά επιλογή, αυτό το δώρο το φοβάται (E. Fromm) και, αντ’ αυτού, ενδίδοντας στον Πειρασμό (που εδώ προσωποποιούν ο Ιβάν και ο Μέγας Ιεροεξεταστής), προτιμά την αβουλία, την απραγία, την ψυχοπνευματική νωθρότητα και την ομοιοτυπία, που τελικά —μέσω μιας μαζοχιστικής αδυναμίας— καταλήγει σε μια συνειδητή, πολλές φορές, αυτοπαράδοση και υποδούλωση (βλ. ανταποδοτική θυσία) του Εγώ του στη χαμέρπεια και ποταπότητα , ήτοι στις σκοτεινές δυνάμεις και τον Αντίχριστο, για τη σιγουριά και προστασία του από το ανυπόφορο αίσθημα της αβεβαιότητας και ανασφάλειάς του. Με άλλα λόγια, οι λαϊκές μάζες αναζητούν ένα «πατέρα» - θύμα, για να τους κάνει τη λάντζα, και μετά να τον πετάξουν, όπως άλλωστε και ο μέγας ιεροεξεταστής αναζητά, απ’ τη μεριά του, ένα θύμα, γιατί ο άνθρωπος είναι φύσει κυριαρχικό ον, που θέλει να εξουσιάζει και να εξουσιάζεται (βλ. συλλογική αυταρχικότητα). Ο Χίτλερ απεχθανόταν και ταυτόχρονα «αγαπούσε» τις μάζες. Πράγματι, η στάση τού όχλου απέναντι στον μέγα ιεροεξεταστή ήταν αυτή τού φόβου και της απέχθειας. Αυτό υποδηλώνει την εσωτερική όλων αυτών τών προσώπων αλλοτρίωση και τον διχασμό μεταξύ τής πίστης τους στο Θεό και της αγάπης τους προς τον εαυτόν τους. Στην πραγματικότητα, αυτό που επιθυμούν, είναι «άρτος και θεάματα», δηλ. ψωμί και θαύματα, και όχι τον ίδιο το Θεό, δηλ. την έσχατη Ελευθερία. Άρα, οι μάζες επιδιώκουν αφ’ ενός μεν την ικανοποίηση των βασικών τους αναγκών, αφ’ ετέρου δε έναν καλό διαχειριστή, πράγματα που και τα δυο δεν τους τα προσέφερε ο Χριστός, σε αντίθεση με το κράτος τού Βατικανού , σύμφωνα με τον Ντοστογιέφσκι, τον Φώτη Κόντογλου, τον π. Ιουστίνο Πόποβιτς και πολλούς άλλους, γιατί ο Χριστός δεν θέλει να είναι ένας σφετεριστής διαχειριστής, που θα πάρει το μεγαλύτερο μερίδιο από την πίτα, αλλ’ ένας ελευθερωτής μυσταγωγός – μεσίτης σαν τον Προμηθέα. Αντίθετα, ο δημαγωγός διαχειριστής τής πολιτικο-οικονομικής εξουσίας προσδιορίζει και αυτό ακόμα το αντικείμενο της επιθυμίας τού λαού, αποδίδοντάς του μια φαντασιακή αξία, δηλ. εξωραΐζοντάς το. Έτσι, όχι μόνο κολακεύει το λαό, αλλά και —μέσω ιδίως των μαζικών συγκεντρώσεων— τού παρέχει μια απούσα ψυχική συλλογική ταυτότητα, η οποία τον ξεχωρίζει από τον αμαρτωλό, τον αιρετικό και τον αλλοδαπό. Παραδίδει, λοιπόν, αυτός ο λαός εκούσια και δουλόπρεπα την ελευθερία του, τα τάλαντα και τα Χαρίσματά του, την όλη του δηλ. ανθρώπινη προσωπικότητα, σε κάποιον ή κάποιους (πολιτική ή θρησκευτική εξουσία), με (εμπορικό) αντάλλαγμα την πιο συμφέρουσα, υλικά και οικονομικά, διαχείριση των αγαθών του. Έτσι, είναι ο ίδιος ο λαός που εκθρέφει το θηρίο, το οποίο ύστερα θα γυρίσει να τον καταβροχθίσει (βλ. Saddam Hussein και Αμερική). Και τότε, αντί πινακίου φακής, ο όχλος προσκυνά το «χρυσό μόσχο», δηλ. εμπίπτει σε μια ειδωλολατρική (φαντασιακή) θρησκεία, που βρίσκει την ευκαιρία να τον εκμεταλλευτεί αγρίως. Και επειδή, όσο ο λαός υποβιβάζεται, καταπιέζεται και ευτελίζεται, τόσο περισσότερο αναζητά ψυχολογική στήριξη, κοινωνική αναγνώριση και συγχώρηση, ευχαριστώντας, θαυμάζοντας και αποθεώνοντας (βλ. Ανθρωποθεϊσμό) τον καπηλευτή και θύτη του (βλ. μηχανισμό ταύτισης με τον επιτιθέμενο), γιατί, ταυτιζόμενος μαζί του, ικανοποιείται με την κυριαρχία εκείνου, μολονότι μέσα του μπορεί ακόμα και να τον μισεί (Marcuse), ή να θέλει να τον σκοτώσει, η κάθε εξουσία φροντίζει διαρκώς να τον τρομοκρατεί, συνθλίβει και εξουθενώνει μορφωτικά, ηθικά, ψυχικά, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά.
x Προκειμένου, όμως, η παγκόσμια εξουσία και εκμετάλλευση αυτή να μην αποκαλύψει το πραγματικό της πρόσωπο, αλλά να λανσαριστεί ως προσφορά, ο Λεβιάθαν, όπως οι τρεις δαιμονικοί Πειρασμοί τού Χριστού, υπόσχεται ιδεολογικά στο λαό δουλειά, ψωμί, ελευθερία, καλούς μισθούς και συντάξεις, ειρήνη, τάξη, ασφάλεια και γενικά ευημερία, δηλ. ένα επίγειο παράδεισο στα επίπεδα της οικονομίας, τής θρησκείας και της Πολιτικής, τ.έ. μια αφηρημένη ουτοπία. Υπόσχεται, με άλλα λόγια, τη μεταμόρφωση της Εκκλησίας και όλου τού κόσμου σε μια επίγεια καταναλωτική και ηδονοθηρική Βασιλεία τού Θεού, και μάλιστα μαγικά/αυτόματα και χωρίς κόπο (βλ. σύνδρομο Faust). Γιατί, αν ο άρχων δεν υποσχεθεί κάτι, τότε δεν θα τον αγαπήσουν οι υπήκοοί του, ή προτιμήσουν οι ψηφοφόροι.
x Πώς, όμως, θα γίνει πιστευτή αυτή η καλή επαγγελία ή ευ-αγγέλιο; Όταν, αντί τής απλής προσφοράς, κάνουμε λόγω για διακονία τού λαού, δηλ. μέσω μιας ιεροποίησης της Πολιτικής, όταν δηλ. χρησιμοποιήσουμε τον Θεό για την απόκτηση της πολιτικο-οικονομικής εξουσίας, αφού, ούτως ή άλλως, η θρησκεία εξασφαλίζει τη μέγιστη δυνατή συνοχή τού λαού. Ο γνωστός άθεος Βρετανός φιλόσοφος Bertrand Russel, γράφει ότι, η απειλή για την ελευθερία τής σκέψης είναι σήμερα πολύ μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη εποχή. Αλλά, δεν προέρχεται από τη χριστιανική Εκκλησία· προέρχεται από τις πολιτικές κυβερνήσεις, που εξ αιτίας τού κινδύνου τής αναρχίας και του χάους, έχουν αναλάβει ένα χαρακτήρα ιερό, που παλαιότερα ανήκε στη θρησκεία. Άρα, εδώ κινούμαστε, και μάλιστα πολύ έντεχνα και θεατρικά, μεταξύ πολιτικής θρησκείας και θρησκειοποιημένης πολιτικής εξουσίας.
x Αυτήν την πολιτική έκφραση – εκδούλευση προσφέρει απλόχερα, με τα ανάλογα φυσικά ανταλλάγματα, η ιδεολογικοποιημένη αστική θρησκεία, με βασικά εργαλεία της το πέπλο τού μυστηρίου, την τελετουργική θυσία ενός ή πολλών «αποδιοπομπαίων τράγων» και τα άφθονα, πομπώδη και διατυμπανιζόμενα θρησκευτικά θαύματα. Όλα αυτά θα εξουδετερώσουν παραδειγματικά την όποια αμφιβολία, ολιγοπιστία και θεοδικία τού λαού. Και, έτσι, η φυσική αριστοκρατία ή η ελίτ τού πνεύματος θα κατορθώσει να υποτάξει τον απαίδευτο όχλο.
x Ο Μέγας Ιεροεξεταστής, υποκρινόμενος, όπως ο αρχέγονος Όφις στην Εύα, ότι αγαπά τον άνθρωπο περισσότερο από ό,τι ο Θεός, που επιτρέπει ο δίκαιος και αθώος άνθρωπος να υποφέρει στην παρούσα ζωή, εμφανίζεται ψυχολογικά ως μια συμπλεγματική προσωπικότητα της «θέλησης για δύναμη» (βλ. Νίτσε), που ως τέτοια ακριβώς συνδυάζει αρσενικά (δηλ. πατρικά) και θηλυκά (δηλ. μητρικά) στοιχεία. Εφόσον, όπως γνωρίζουμε, η σχέση τού μεγάλου ιεροεξεταστή Τομάς ντε Τορκεμάδα με τον πατέρα του υπήρξε προβληματική, αναζήτησε συμβολικά αλλού την εξιδανικευμένη πατριαρχική δύναμη· όχι, βέβαια, στον αδύναμο Σταυρωμένο χριστιανικό Θεό (που ανιδιοτελώς θυσιάστηκε για τη λύτρωση όλων τών αθώων θυμάτων τής ανθρωπότητας), αλλά στο βασιλικό οίκο και την παπική αυλή, των οποίων τις κοσμικές αυτές δυνάμεις εξουσίας εσωτερίκευσε ναρκισσιστικά μέσα του, ενώ, στη συνέχεια, τις αυτο-λάτρεψε στο πρόσωπό του. Έτσι, αιτιολογεί τον Μακιαβελικό δογματισμό, τον εγωκεντρικό πατερναλισμό και την κυνική απολυτότητα (μονοπώληση) της αλήθειας του, δηλ. την υποκατάσταση της απόλυτης αυθεντίας και παντοδυναμίας τού Θεού Πατέρα τών φώτων, τής δικαιοσύνης, τής αγάπης και της ελευθερίας, με τον παγκόσμιο επίγειο «Άγιο Πατέρα», τον Ποντίφικα της Ρώμης (ή με άλλους, κατά καιρούς, «φιλεύσπλαχνους» «πατερούληδες του λαού» ή «μεγάλους αδελφούς»), καθώς και την ασφυξία τής Θείας πνοής, τη φίμωση δηλ. της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος, τ.έ. τη διάβρωση, καταρράκωση και εκμηδένιση της προσωπικής μας Πεντηκοστής, τής λογικά κριτικής μας ικανότητας, του διαπροσωπικού διαλόγου, τής ελευθερίας τής σκέψης, τού πνεύματος της προφητείας, τής παρρησίας και της δημιουργικότητας.
x Αλλά, τότε, έχουμε να κάνουμε με μια αρρωστημένη, ατροφική, εωσφορική και εκκοσμικευμένη θρησκεία, που αλλοτριώνει εξουσιαστή και εξουσιαζόμενο (βλ. αμοιβαία αλλοτρίωση). Η θρησκεία αυτή γεννιέται μέσω τής αντικειμενικοποίησης (δηλ. ολοκληρωτικοποίησης, μαζικοποίησης και αδιακριτοποίησης) της θεότητας και της λατρείας της. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια αυτοπεριχαρακωμένη, «κλειστή», ατομικιστική, μονιστική, αυτιστική, καρκινική και αυταρχική θρησκευτικότητα (E. Fromm), που υπερκερά τον Παπισμό, ή μάλλον έναν πολιτικό Ουμανισμό, μολονότι ο θρησκευτικός ηγέτης υποκρίνεται φαρισαϊκά ότι υπηρετεί το Θεό και τον άνθρωπο. Η αιρετική, δηλ. νευρωσική, θρησκευτικότητα αυτή λειτουργεί θεϊστικά, μυθικά, φονταμενταλιστικά, απολυταρχικά, κτητικά, μαγικά, ηθικιστικά, ωφελιμιστικά και νομικιστικά. Ο Νομικισμός, ενώ ευνοεί το Νεστοριανισμό και τον Πελαγιανισμό, παράλληλα ως αυταρχική θρησκευτικότητα αντιστοιχεί σε μια μονοφυσιτική θεώρηση του Θείου.
x Από την άλλη μεριά, τα δεσποτικά καθεστώτα, με τη μεγαλύτερη συγκεντρωτική εξουσία, χρειάζονται, πάνω από όλα, ενότητα και πολιτική σταθερότητα, την οποία, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τούς εξασφαλίζει η συμπόρευση και σύμπραξή τους με τη λεγόμενη «εξωτερική» (extrinsic), δηλ. την ανώριμη και προκατειλημμένη θρησκευτικότητα, η οποία αφ’ ενός μεν γίνεται εργαλείο τής οποιασδήποτε πολιτικο-οικονομικής εξουσίας (Allport), αφ’ ετέρου δε δεν ανέχεται τη διαφορετικότητα, την ετερότητα, τον ξένο, τον οποίο και φονεύει, μόνο που ο φόνος αυτός εξιδανικεύεται ως θρησκευτική θυσία.
x Μα, ίσως, θα πουν κάποιοι, και ο Χριστός δεν ζητά να απωλέσουμε την ψυχή μας, για να την κερδίσουμε; Να ταπεινωθούμε, για να υψωθούμε; Να αυτοκενωθούμε, για να αυτοπληρωθούμε; Δεν έδωσε την εξουσία τού «δεσμείν» και «λύειν»; Δεν δίδαξε την υπακοή; Ναι, αλλά σε ποιον; Γιατί, όχι μόνο ο Σατανάς μετασχηματίζεται σε Άγγελο φωτός, αλλά και η Εκκλησία μπορεί, εξ-αντικειμενοποιημένη, να ειδωλοποιηθεί. Πράγματι, η Εκκλησία τού Χριστού, αυτή η Θε-ανθρώπινη ζωή τής αγιότητας, αντί με τη συνεχή αυτοκριτική και μετάνοιά της να υψώνεται και πνευματικά αυξάνεται σε αντάξια Νύμφη Του, μεταβάλλεται σε ένα καθιδρυματικό, καθεστωτικό και συστημικό θεσμό με κύριες πρακτικές τήν εκκλησιαστική δικονομία, το τελετουργικό Τυπικό και τη διοικητική Γραφειοκρατία. Και, τότε, αντί να θεραπεύει και σώζει τούς ανθρώπους, τούς αλλοτριώνει (βλ. εκκλησιογενή νεύρωση), τ.έ., διασπώντας τη διασύνδεση του Εγώ με τον εαυτόν τους, ή το πρόσωπο με τη φύση του, ή την ψυχή από το σώμα, τούς απομυζά τήν ενέργειά τους, συνθέτοντας —μέσω τής φαντασίας— ανύπαρκτες αντιλήψεις, εικόνες και παραστάσεις.
x Όπως άλλο πράγμα είναι η πίστη και άλλο η ευπιστία, μολονότι σχετίζονται, έτσι άλλο πράγμα είναι η ασκητική και ψυχοπαιδαγωγική υπακοή και άλλο η εμπαθής υποταγή, τ.έ. η φοβική καθυπόταξη και η θεσμική υποτέλεια. Απαιτείται λεπτή διάκριση και ισορροπία σχοινοβάτη μεταξύ καλού και κακού, αγιότητας και αμαρτίας, Άκτιστου και κτιστού. Η ταπεινοφροσύνη δεν ταυτίζεται με την απουσία τού Εγώ, το σβήσιμο της προσωπικότητας, τον ευτελισμό τής αυταξίας, αυτοσυνειδησίας και αυτοπεποίθησης· αντίθετα, τις προϋποθέτει. Ο Χριστός – Λόγος δεν μας ζητά την ακύρωση ή καταστροφή τού εαυτού μας, δηλ. τη στωική απάθεια και τη βουδιστική νιρβάνα, αλλά την πνευματική μετα-μόρφωσή του μέσω τής ελεύθερης συνεργίας μας. Δεν έχει τόση αξία να αγαπάς τον εαυτό σου, ή το Θεό και τον «πλησίον» σου, από φόβο ή ανταπόδοση, όσο από αυθεντική, εσωτερική, άδολη και ανιδιοτελή αγάπη. Μια τέτοια όμως αγάπη μόνο ο αληθινά πνευματικός άνθρωπος μπορεί να αναπτύξει και όχι ένα άβουλο ον, ή ένας υπάνθρωπος, φοβικός και νευρωσικός (δηλ. κομπλεξικός). Ο Χριστός και η Εκκλησία Του δεν υπάρχουν στον κόσμο, για να καταδυναστεύουν και εκμεταλλεύονται το λαό, όπως τα ολοκληρωτικά καθεστώτα ή οι δικτάτορες, αλλά για να τον ελευθερώνουν, τον αναβιβάζουν πνευματικά, τον ανθρωποποιούν, τον εμπνέουν, σώζουν και αγιάζουν.
x Από πού, όμως, άραγε, πηγάζει βαθύτερα η δίψα για τη σαδιστική κυριαρχία (με άμεσα επακόλουθα τη βία και την τρομοκρατία), που, πολλές φορές, φθάνει μέχρι το σαδομαζοχισμό; Με βάση την Κοινωνική Ψυχολογία, η απάντηση είναι λόγω άμυνας απέναντι σε ένα ομογενοποιημένο σύνολο ανθρώπων με κοινή ιδεολογική ταυτότητα· αλλά και αντίστροφα: ο μεγάλος ιεροεξεταστής, για παράδειγμα, ενεργεί ως μέλος μιας άλλης οργανωμένης εξουσιαστικής ομάδας. Πιο πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι η μεγαλύτερη επιθετικότητα εμφανίζεται σε ανθρώπους με υψηλή αλλ’ ασταθή αυτοεκτίμηση. Γενικά, η τάση τών ειδικών είναι ότι η απανθρωπία, η αγριότητα και η θηριωδία οφείλονται στην ψυχοπάθεια, ιδίως στο ναρκισσισμό. Εξ άλλου, με βάση την Ατομική Ψυχολογία τού Alfred Adler, η ορμή για δύναμη συνιστά έναν θεμελιώδη παράγοντα του ανθρώπινου ψυχισμού, που, μάλιστα, κατά τον Sullivan, λειτουργεί ισχυρότερα και από την πείνα ή τη δίψα, πηγάζοντας από το complex κατωτερότητας, δηλ. το αίσθημα ανικανότητας του ατομικού Εγώ να σταθεί μόνο του και να ζήσει. Τέλος, με βάση τη Φροϋδική Ψυχανάλυση, η απάντηση είναι λόγω τής απώθησης της μεταβίβασης και αντιμεταβίβασης του Υπερεγώ μας. Τα ηθικά συστήματα, συμπεριλαμβανομένου τού Χριστιανισμού, μπορούν να συμβολοποιηθούν (συγχέοντας φαντασία και πραγματικότητα) ως μύθοι, αξίες, ιδέες, καθήκον κ.λπ. Η θέσμιση των συμβόλων είναι εκείνη που προσδίδει κοσμική δύναμη στην Εκκλησία. Θα έπρεπε, αλλ’ ο χρόνος δεν μας το επιτρέπει, να μπορούσαμε να εξετάσουμε ψυχαναλυτικά αφ’ ενός μεν τις αυτοβιογραφίες τού βασιλιά Φερδινάνδου, τής καταπιεσμένης τραυματικά αλλά σιδηράς βασίλισσας Ισαβέλλας, τού εβραϊκής καταγωγής δομινικανού ηγούμενου και μέγα ιεροεξεταστή Τομάς ντε Τορκεμάδα (1420-1498) και του αναγεννησιακού φιλότεχνου πάπα Σίξτου Δ’, που υπέγραψε την επανίδρυση της Ιεράς Εξέτασης (αφού ο θεσμός της προϋπήρχε από το 1233 στη Γαλλία και ύστερα στη Γερμανία), τον προσηλυτισμό, όπως και το δικαίωμα των Πορτογάλων να αποκτούν σκλάβους, αφ’ ετέρου δε ιστορικά τις σχέσεις τού τότε κράτους και Εκκλησίας στην Ισπανία (βλ. Ψυχοϊστορία). Ο πλήρως διαπλεκόμενος πολιτικά και ομοφυλόφιλος, κατά τον ιστορικό Στέφανο Ινφέσσουρα, πάπας αυτός είχε αναμιχθεί προσωπικά στη συνωμοσία δολοφονίας τού ηγέτη τής Φλωρεντίας, Λαυρέντιου του Μεγαλοπρεπή τών Μεδίκων, είχε κηρύξει σταυροφορία εναντίον τών Οθωμανών Τούρκων τής Σμύρνης και βρισκόταν σε σύγκρουση με τον αντιπαπιστή βασιλιά τής Γαλλίας Λουδοβίκο 11ο, ενώ φημιζόταν για το νεποτισμό και την ευνοιοκρατία τών εραστών του, τούς οποίους, μαζί με τους ανεψιούς και λοιπούς συγγενείς του, χειροτονούσε Καρδιναλίους. Πάντως, ο φόβος τών Μαυριτανών, τών Μαράνων (δηλ. των κρυπτο-εβραίων), τών Σεφαραδιτών Εβραίων και των Μουσουλμάνων Μορίσκος έκανε έμπιστο σύμμαχο του βασιλικού ζεύγους τής Ισπανίας τον σαδιστή Τορκεμάδα, όντας και ο προσωπικός εξομολόγος τους, ωσάν μια αποπλανώσα μητέρα – σύμβουλος, φαντασιωτικά.
Πέρα από τα ιστορικά πρόσωπα, που προβάλλονται χαρισματικά «ελέω τού Θεού Πατρός», αλλά και ελέω τής πατριαρχικής δομής τής τότε κοινωνίας, όλοι οι χαρακτήρες τού Ντοστογιεφσκικού δράματος (τα αδέλφια Ιβάν, Αλιόσσα και Ντμίτρι, και ο ετεροθαλής πατροκτόνος Σμερντιάκοφ) ζουν μια συγκρουσιακή και διασπασμένη ζωή. Η τύρβη και η βαβούρα τής ταβέρνας συμβολίζουν στο μυθιστόρημα την εσωτερική αναστάτωση της ψυχής τού Ιβάν· την ψυχική του αυτήν ταραχή προσπαθεί ο ίδιος να διασκεδάσει με την ασίγητη ενδιατριβή του στην κοσμική ζωή. Αλλά και του αδελφού του η ψυχή, τού Ντμίτρι, είναι ταραγμένη, αφού επιθυμεί την ίδια γυναίκα με τον Ιβάν. Από την άλλη μεριά, ο μέγας ιεροεξεταστής Τομάς ντε Τορκεμάδα, όντας μια αυταρχική προσωπικότητα, σαν τους Ναζί, πάσχοντας από το λεγόμενο «Λάιος complex» , φαίνεται ότι τη σύγκρουση και ενοχή (απωθώντας τες ασυνείδητα), που του προκαλούσε το παρελθοντικό εβραϊκό Υπερεγώ εκ τού πατέρα του (και όταν έχει διαρραγεί η εμπιστοσύνη τού γιου προς τον πατέρα, δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, αλλ’ αντίθετα μίσος και επιθετικότητα, και προς καμιά άλλη εξουσία, μηδέ τού ίδιου τού Θεού ή και του πάπα εξαιρουμένων, ο οποίος πάπας μάλιστα είχε εκφράσει τη δυσαρέσκειά του ως προς τις φρικτές θηριωδίες τού Τορκεμάδα) μεταβίβαζε αρνητικά στους «εχθρούς» τής νέας συμβολοποιημένης μεγαλοπρεπούς αυτοεικόνας του. Με άλλα λόγια δηλ. είχε αποσύρει τη libido του από τον έξω κόσμο (δηλ. δεν αναγνώριζε το μοίρασμα των Χαρισμάτων σε κανέναν άλλον) και την κατηύθυνε καθηλωτικά μόνο προς το Εγώ του, εκλαμβάνοντας τον εαυτόν του —με μια μη απωθημένη μετουσίωση — ως τον αυτόκλητο αμύντορα του Χριστιανισμού, ανακουφιζόμενος έτσι από ένα πολύ πιθανό πλήγμα παθητικού μηδενισμού και κατάθλιψης (ανταναπληρώνοντας κάπως την απόρριψη της αυτο-ιδέας του ως του κέντρου τού κόσμου, τις ματαιώσεις, το βαθύ αίσθημα κατωτερότητας, την εύθραυστη αυτοεκτίμησή του, την τραυματική του μονότητα και εν γένει μια ζωή άνευ νοήματος, που βίωνε), με μια μάλιστα πρωτοφανή επιθετικότητα και σκληρότητα (βλ. χρόνια οργή/εκδίκηση του Νάρκισσου λόγω απογοήτευσης από τη μη απόλυτη πραγμάτωση των αυτιστικών ονείρων του).

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ