Σάββατο 7 Απριλίου 2012

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΥ ΦΙΛΟΥ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ





Θά σας ενθυμίσω ένα ώραίο ρητό του μεγάλου μας πατρός Επιφανίου Επισκόπου Κύπρου, το οποίον εξεφώνησε κάποτε στην αρχή ενός λόγου του. «Προ εξ ημερών του Πάσχα, διά των πέντε αισθήσεων, τον τετραήμερον ο τριήμερος, ταις δυσί τον έναν χαρίζεται».
Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος αποτε­λείωσε την αποστολή Του και θεράπευσε το πανανθρώ­πινο τραύμα και σε έξι ημέρες θα παρεδίδετο στα πανάχραντά Του πάθη, όπου θα εσφράγιζε την επιτυχία της σωτηρίας μας, έδειξε, σαν προοίμιο σε μας τους μαθητές Του και γενικά σε όλον τον κόσμο, ότι υπάρχει ανάσταση νεκρών και ότι Αυτός είναι όντως «η Ανάστασις και η Ζωή». Ακριβώς πριν από τα συνταρακτικά τούτα γεγονότα, της αναστάσεως δηλαδή του Κυρίου, προηγήθηκεν κατά έξι μέρες η ανάσταση του Λαζάρου, ο οποίος, όπως ξέρετε, ήταν φίλος του Χριστού. Και ο Σίμων ο λεπρός, ο Φαρισαίος, ο πατέρας του Λαζάρου, επειδή ήταν πιστός, αρεσκόταν ο Κύριος να συχνάζη στην οικία του και να έχη φιλικές σχέσεις με αυτήν την οικογένεια.
Ανέστησε φυσικά τον Λάζαρο, όχι τόσο για να δείξη την δύναμη της θεοπρεπούς Του μεγαλωσύνης, άλλωστε το είχε κάνει και ενωρίτερα αυτό σε άλλες περιπτώσεις, αλλά για να δείξη ότι πλησιάζει το προοίμιο της συντριβής του θανάτου και της γενικής αναστάσεως της ανθρωπινής φύσεως και της αποκαταστάσεως συμπάσης της κτίσεως «της υποταγείσης εις την φθοράν» εξ αιτίας της πτώσεως του ανθρώπου.
Το ιστορικό γεγονός της αναστάσεως του Λαζάρου το φέρομε στην αναγωγή, καθώς πολλές φορές κάνουν οι Πατέρες μας ερμηνεύοντας την Γραφή, για να ορθάσωμεν έτσι σ΄ ένα πόρισμα πνευματικό, το οποίο πολύ θα μας ώφελήση. Κάθε τί το οποίο περιέχεται στην Γραφή, έχει πολλαπλές ερμηνείες. Η ανάσταση του ιστορικού Λαζάρου έγινε τότε, αλλά αυτό, μεταφερό­μενο στην αλληγορία, ενεργείται κάθε μέρα στις ψυχές των ανθρώπων. Η αναγωγή λοιπόν είναι η εξής. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος είναι πάντοτε μαζί μας, όπως ο Ίδιος ομολογεί, «ιδού εγώ μεθ΄ υμών είμι πάσας τάς ημέρας, εώς της συντέλειας του αιώνος», περιστρέφεται και ανασκοπεί του καθενός την κατά­σταση και μυστικώς εκφράζει στις ουράνιες Του δυνάμεις και στους σεσωσμένους· «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται». Κάθε ένας από μας είναι νεκρός Λάζαρος και φίλος του Ιησού μας, χάριν του ότι για μας εθυσιάσθη, για όλους ενδιαφέρεται. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο παντογνώστης Θεός, ο πανάγαθος Δεσπότης και ο αληθινός μας πατέρας, βλέποντας την νέκρωσή μας, συνεχώς φωνάζει προς τις ουράνιες δυνάμεις Του. «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται». Τώρα ποιος από μας τους κεκοιμημένους θα είναι ικανός να προκαλέση την συμπάθειά Του, ούτως ώστε να επέμβη και να τον αναστήση; Γιατί αυτός μόνος Του ομολόγησε ότι, «εγώ είμι η ανάστασις και η ζωή». Όπως αναφέρεται, όταν η αδελφή του Λαζάρου η μεγαλύτερη, η Μάρθα, αν και πίστευε στον Ιησού Χριστό, εν τούτοις, από το βόγγο του πόνου πού έχασε τον μονάκριβο της αδελφό, ξεχνώντας την δύναμη της αναστάσεως πού βρισκόταν σ΄ Αυτόν, άρχισε να του λέη με παράπονο: «Κύριε, ει ης ώδε, ουκ αν απέθανε μου ο αδελφός». Και ο Ιησούς απαντά: «Αναστήσεται ο αδελφός σου». Πάλιν αυτή δεν καταλαβαίνει το νόημα και επιμένει: «Ναι, Κύριε, ξέρω ότι στην έσχατη ήμερα της παλιγγενεσίας και αυτός θα αναστηθή». Τότε ο Ιησούς διακηρύττει: «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή.
Λοιπόν αυτός είναι ο Ιησούς μας ο οποίος μένει μαζί μας σαν η αιωνία και μόνιμος ανάσταση και προσδοκά του καθενός μας την ανάσταση. Πότε θα στραφούμε προς Αυτόν να έκφράσωμε τον πόνο της νεκρώσεως μας, για να φωνάξη και σε ΄μάς: «Λάζαρε, δεύρο έξω». Για να γίνη αυτό χρειαζόμαστε συμπαρα­στάτες, όπως είχε και ο Λάζαρος τις δύο αδελφές, την Μάρθα και την Μαρία. Η μέν Μάρθα συμβολίζει κατά τους Πατέρες την πρακτική εργασία, την πρακτική μετάνοια και τα σωματικά έργα. Η δε Μαρία συμβολίζει την θεωρία, την πνευματική εσωστρέφεια μέσω της οποίας επικοινωνεί κάθε λογική ψυχή με τον Θεό. Η πρακτική μετάνοια συνίσταται στον πόνο, στο πένθος και στο κλάμα «υπέρ των προτέρων αμαρτημάτων» και στο πένθος υπέρ της ανακτήσεως των αρετών και των χαρισμάτων, τα όποια κληρονομικά μας παρέδωσε ο Ιησούς μας και ανήκουν στον καθένα από ‘μάς. Όύπω γάρ έφανερώθη -λέγει ο Άγιος Ιωάννης- τί έσόμεθα, οίδαμεν δε, όταν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα». Δηλαδή θα δούμε τον Κύριο μας στην ήμερα εκείνη της παλιγγενεσίας και θα είμεθα όμοιοι με αυτόν. «Ο Θεός εν μέσω Θεών» εκμαγεία του αρχετύπου.
Για να φθάσωμε σ΄ αυτήν την αξία, πρέπει, όπως είπα, να αποκτήσωμε πρωτίστως την συνεχή ειλικρινή πρακτική μετάνοια, πού αυτή θα μας οδηγήση στην θεωρία. Επειδή πρακτικά αμαρτήσαμε, πρακτικά αρ­νηθήκαμε τον Ιησού μας, πρακτικά τον προσβάλαμε και τον προδώσαμε, πρακτικά τώρα να επιστρέψωμε πίσω και ν΄αποδείξωμεν ότι πλέον δεν θα ξανακάμψω­με τα γόνατα μας μπροστά σε κάθε είδωλο της αμαρτίας.
Είμεθα υπόχρεοι τώρα, ο καθ’ ένας από ‘μάς, ν’ αποκτήσωμε τις δύο αδελφές, την πραγματική πράξη της μετανοίας πού μας οδηγεί μακριά από κάθε παράβαση της εντολής. Άρνηση στον Θεό δεν υπάρχει από κανένα λογικό όν, και από αυτούς ακόμα τους άθεους, τους ύλιστές, τους αναρχικούς. Ας κομπάζουν με τα χείλη. Δεν μπορούν ν΄ αρνηθούν τον Θεό, διότι, για να μπορέσωμε να αρνηθούμε ένα πράγμα, πρέπει να είμαστε δυνατοί να το καταργήσωμε. Τότε θα καυχη­θούμε πάνω στην απιστία μας ότι όντως αυτό δεν υπάρχει, το καταστρέψαμε. Αν εμείς αρνηθούμε Αυτόν, λέει ο Παύλος, αυτός πιστός μένει. Ποία λοιπόν είναι η άρνηση αφού τα πράγματα είναι έτσι; Η άρνηση είναι στην παράβαση της εντολής. Αυτό μας διδάσκει η πα­γκόσμια ιστορία. Και τα δύο στοιχεία, το ανθρώπινο και το αγγελικό, τα όποια κατέβησαν και συνετρίβησαν, δεν άρνήθησαν τον Θεό, αλλά την εντολή. Και ακριβώς η παράβαση της εντολής, πού θεωρείται άρνηση, προκά­λεσε την πτώση, την συντριβή και τον θάνατο. Τώρα και σε μας ο τρόπος της επιστροφής είναι η πρακτική ομολογία. Από εκεί πού πλανηθήκαμε και παρασυρ­θήκαμε και αρχίσαμε να παραβαίνουμε τις εντολές του Χριστού μας και καταρρακώσαμε την προσωπικότητα μας, από την Ίδια θύρα θα επιστρέψωμε. Να παύσωμε να άμαρτάνωμε, να τον άρνούμεθα και να τον προδί­δουμε. Αφού φθάσωμε σ’ αυτήν την κατάσταση διά της Χάριτος Του, τότε βαθύτερα μέσα στο είναι μας θα ριζώση η αίσθηση αυτή της μετανοίας πού θα μας προκαλέση το πένθος και τον πόνο και το δάκρυ. Τότε ο νους ελεύθερος από την επίδραση και την αιχμαλωσία των εξωτερικών σφαλμάτων, της εξωτερικής χρεωκοπίας, γυρίζει προς τον Θεό και συνεχώς πενθών ζητεί το έλεος Του· και αυτή είναι η θέση της Μαρίας. Όταν οι δύο αδελφές αποκτηθούν, να είστε βέβαιοι ότι τότε ο Λάζαρος νους, το ψυχικό μας είναι, θα αναστηθή, όπως τότε στον ιστορικό Λάζαρο. Και τότε, όπως αναφέρει το ευαγγέλιο, επισκέφθηκε ο Ιησούς μας την οικία του Λαζάρου και του παρέθεσαν εκεί τράπεζα και ο Λάζαρος «ην εις των συνανακειμένων». Έτσι και ο Λάζαρος νους θα ευρίσκεται μαζί με τον Ιησού μας στην πνευματική ευφροσύνη, εκεί όπου μας διαβεβαιώνει ότι «ετοιμάσω ημίν τόπον». Εκεί στην ουράνια πανευφροσύνη, ως κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Ιησού μας, θα ευρισκόμαστε και ΄μείς, όπως τότε ο Λάζαρος, στην ιδία τράπεζα «συνευοχούμενοι» και όχι πενθούντες για τον θάνατο, αλλά χαίροντες για την δική μας ανάσταση.
Ο καθένας από μας λοιπόν ας επΙσπεύση να αποκτήση χωρίς χρονοτριβή τις αρετές πού αντιπρο­σωπεύουν οι δύο αδελφές, Μάρθα και Μαρία, πού είναι ικανές να πείσουν τον Ιησού μας να παρουσιάση το πτώμα του νεκρού νου και να διατάξη ως Πανσθενουργός Λόγος το «Λάζαρε, δεύρο έξω» από τον τάφο της αναισθησίας και «είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου». Αμήν.
Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ (Βατοπαιδινού), § Περί της Αναστάσεως του Λαζάρου Αθωνικά Μηνύματα, σελ. 139-145, Έκδοσις Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1995.

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Η χρήση των πατερικών κειμένων στη διδασκαλία του θρησκευτικού μαθήματος


Φώτιος Σω

τ. Ιωαννίδης
Λέκτορας Τμ. Θεολογίας Α.Π.Θ.
Επιμορφωτικη Ημεριδα των Θεολογων-Αρτα 22/11/2004





Χαιρετισμοί
Η εισήγηση θα αναφερθεί με συντομία στο κύρος και την προσφορά των Πατέρων της Εκκλησίας, σε κάποιες βασικές αρχές για την ερμηνευτική προσέγγιση της σκέψης τους, στον εντοπισμό προβλημάτων γύρω από το θέμα που μας απασχολεί καθώς και στη διατύπωση ορισμένων απόψεων, που ίσως αποτελέσουν αφορμή για προβληματισμό και συζήτηση στο διάλογο που θα ακολουθήσει.
1.   Η σπουδαιότητα και το κύρος των Πατέρων
Η Ορθόδοξη Εκκλησία διαφυλάττει ανόθευτη την αποστολική αλήθεια και ακέραιες τις διδασκαλίες των Πατέρων της. Έχοντας μάλιστα τη βεβαιότητα της αγιοπνευματικής συνεργίας στο θεολογικό τους έργο, χαρακτηρίζει τους ίδιους θεόπνευστους και θεοπαράδοτα τα συγγράμματα τους (Πενθέκτη Σύνοδος, ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδος, Τόμος Συνόδου έτους 1351). Εξαιτίας αυτής της βεβαιότητας, αποδίδει στην πατερική Παράδοση κύρος ίσο με αυτό της Αγίας Γραφής.
   Η διδασκαλία των Πατέρων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη αλήθεια της Γραφής.  Η θεολογική  συμβολή  της συνίσταται στη  φανέρωση  του  κρυμμένου θησαυρού που βρίσκεται κάτω από το γράμμα της Γραφής και αποτελεί συνέχεια, επεξεργασία και   βιωματική   έκφραση   αυτής.   Στη   συνείδηση   της   Εκκλησίας   ο πατερικός λόγος αποτελεί συνέχεια και προέκταση του αποστολικού λόγου κι έτσι Γραφή και Παράδοση δεν αποτελούν μόνο την ενιαία έκφραση της θείας αλήθειας, αλλά και την οδό που οδηγεί τον άνθρωπο στη σωτηρία του.
    Οι άγιοι Πατέρες είναι τα γνήσια πρότυπα της χριστιανικής ζωής. Με το έργο και τη ζωή τους συνδέουν το υπεραισθητό με το αισθητό, το κτιστό με το άκτιστο, το χρόνο με την αιωνιότητα. Κατά συνέπεια, η παρουσία και η μαρτυρία τους δεν εξαντλείται στην αρχαιότητα, γιατί η αγιαστική ενέργεια του Πνεύματος συνεχίζει να τελοιεί τα μέλη της Εκκλησίας και να αναδεικνύει Πατέρες και διδασκάλους.
2.   Το έργο και η προσφορά των Πατέρων
Το έργο και η προσφορά των Πατέρων δεν εξαντλείται στο θεολογικό πεδίο της ερμηνείας της αλήθειας και της ορθής διατύπωσης των δογμάτων της Εκκλησίας. Το πλούσιο και πολύπλευρο έργο τους συμβάλλει, σε κάθε εποχή, στο ανθρωπιστικό ιδεώδες και προσφέρει καρπούς στην ιστορία του πνεύματος και του πολιτισμού, ενώ με το φρόνημα, το ήθος και το βίο τους γίνονται οι εκφραστές του ανακαινισμένου εν Χριστώ ανθρώπου.
Οι Πατέρες ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο, πλούσιο ή φτωχό, ισχυρό ή αδύνατο, μορφωμένο ή απαίδευτο, για τη δικαιοσύνη, την αξία και την ελευθερία του ανθρώπου, για την ισότητα και την ειρήνη. Ο λόγος τους είναι προφητικός, επαναστατικός, χαρισματικός, απελευθερωτικός, κενωτικός και θεραπευτικός. Προσλαμβάνουν τον κόσμο και τα πνευματικά αγαθά του, χρησιμοποιώντας τα και εντάσσοντας τα αριστοτεχνικά στην έκφραση της αλήθειας και στην προοπτική της μεταμόρφωσης.
3.   Προϋποθέσεις κατανόησης της πατερικής θεολογίας
   Η ουσιαστική κατανόηση του πνεύματος της πατερικής θεολογίας    προϋποθέτει πρωτίστως τη ριζική μεταβολή της προσωπικής ζωής του ανθρώπου και τη μετοχή του στη ζωή της Εκκλησίας. Η αυτονόμηση του τελευταίου από το εκκλησιαστικό βίωμα και άρα από τις εμπειρίες των Πατέρων δυσχεραίνει την κατανόηση αυτού του πνεύματος και αποτελεί τον πρώτο λόγο ακαταληψίας της πατερικής θεολογίας. Συνεπώς, η κατανόηση της πατερικής γραμματείας βρίσκεται πέρα από τις δυσχέρειες που γεννούν τα ιστορικοφιλολογικα προβλήματα των κειμένων και οπωσδήποτε δεν εξαντλείται σ' αυτά. Έτσι, για την κατανόηση της διδασκαλίας ενός Πατέρα, ενώ κρίνεται   αναγκαία   η   καλή   γνώση   του   εκφραστικού   μέσου,   του   πολιτιστικού περιβάλλοντος και της ιστορίας της εποχής του, εντούτοις τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν και ασφαλή τεκμήρια για την κατανόηση της.
Οι Πατέρες ερμηνεύουν την αλήθεια χωρίς να αλλοιώνουν το περιεχόμενο της, χωρίς να την υποτάσσουν σε φιλοσοφικές κατηγορίες και χωρίς να κατασκευάζουν θεολογικά συστήματα. Οι διδασκαλίες τους είναι απόρροια της προσωπικής τους πνευματικής εμπειρίας, την οποία βιώνουν μέσα στην Εκκλησία με την προσευχή, τη μετοχή στα μυστήρια και την άσκηση. Η φωνή των Πατέρων είναι η φωνή του Αγίου Πνεύματος, που κατευθύνει και φωτίζει τη σκέψη τους.
Οι Πατέρες δεν αυτονομούν τις αρετές ούτε όμως και τις αστοχίες των ανθρώπων. Τις εντάσσουν στο εκκλησιαστικό σώμα. Έτσι, οποιαδήποτε πράξη του ανθρώπου χαρακτηρίζεται ως αρετή ή αμαρτία όχι τόσο από τα θετικά ή αρνητικά της αποτελέσματα, αλλά από το αν εκπηγάζει ή προάγει ή λυμαίνεται την αγάπη και την ενότητα του Σώματος του Χριστού. Κατά συνέπεια, ο Χριστιανός εκλαμβάνεται ως οικουμενικό πρόσωπο, που καλείται να ενσαρκώσει στην επίγεια ζωή του την αγάπη, με σκοπό τη δική του μεταμόρφωση, αλλά και του κόσμου.
Η πατερική διδασκαλία τονίζει την χωρίς προϋποθέσεις αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. Αναδεικνύει την οικειότητα που υπάρχει ανάμεσα στο Θεό εν Χριστώ και τον άνθρωπο, τοποθετεί τις σχέσεις των ανθρώπων στη βάση του φιλάδελφου πνεύματος και του διαλόγου, δίνει διέξοδο στα υπαρξιακά αδιέξοδα και φανερώνει τα χαρίσματα και τις εσωτερικές δυνάμεις του ανθρώπου.
4.   Η αναγκαιότητα της μελέτης των πατερικών έργων στη διδασκαλία του θρησκευτικού μαθήματος
Με βάση όλα όσα εκτέθηκαν παραπάνω πιστεύουμε πως η προσέγγιση και η σπουδή των Πατέρων της Εκκλησίας στο μάθημα των Θρησκευτικών κρίνεται αναγκαία, όχι μόνο για να πληροφορήσουμε τους μαθητές ποιοι και τι ήσαν αυτοί, τι δίδασκαν και ποιο το πνευματικό κλίμα της εποχής τους, αλλά κυρίως για να ψηλαφίσουμε την αγωνία τους για την αλήθεια, να παρακολουθήσουμε την πιστότητα στην Παράδοση και την εμπιστοσύνη τους στο Αγιο Πνεύμα. Να γνωρίσουμε το εύρος της πνευματικής τους καλλιέργειας, την ευγένεια, τη γενναιοψυχία και την αισθαντικότητά τους. Να εκπλαγούμε από το θάρρος και την αγωνιστικότητα τους. Να ζήσουμε την ελπίδα τους, τις στιγμές της χαράς και  της αγωνίας τους, να θαυμάσουμε το μεστό και πάντα επίκαιρο λόγο τους, αλλά και να γευτούμε κάτι από τις θείες εμπειρίες τους.
Σύμφωνα με την αρχαία ασκήτρια Θεοδώρα: «ο δάσκαλος οφείλει να φροντίζει τους μαθητές του σαν πατέρας και να ενδιαφέρεται για την ψυχή τους». Αυτή η διαχρονική αλήθεια νομίζω πως αφορά πρωτίστως το θεολόγο και το περιεχόμενο των διδαχών του, αφού άλλωστε κατά το Γέροντα Πορφύριο: «από τους Πατέρες θα μάθουν τα παιδιά. Η διδασκαλία των Πατέρων θα μάθει στα παιδιά μας για την εξομολόγηση, για τα πάθη, για τις κακίες, πώς νικούσαν οι άγιοι τον εαυτό τους. Κι εμείς θα προσευχόμαστε ο θεός να εγκύψει μέσα τους».
Παρόλα αυτά, είναι άξιο παρατήρησης και αναφοράς το γεγονός πως στη νεοελληνική εκπαίδευση, συμπεριλαμβανομένης και της πανεπιστημιακής, το ενδιαφέρον μας για τους Πατέρες και τη θεολογία τους είναι όψιμο, αφού μας απασχολεί μόλις τα τελευταία 40 χρόνια. Σ' όλα αυτά τα χρόνια, οι ιθύνοντες των εκπαιδευτικών προγραμμάτων για το μάθημα των Θρησκευτικών στη Μέση παιδεία, ενώ αναγνώριζαν την αξία και τη σπουδαιότητα της πατερικής γραμματείας, δεν την περιέλαβαν στα αναλυτικά προγράμματα ως κύρια ύλη. Στις δύο μόνο περιπτώσεις που αυτό συνέβη, κατά τις σχολικές χρονιές 1979-1980 στην Α' τάξη του Λυκείου και 1983-1984 στην Γ' τάξη του Γυμνασίου, πρέπει να λεχθεί πως επιβλήθηκε από λόγους ανάγκης, εξαιτίας της μη έγκαιρης συγγραφής των νέων σχολικών εγχειριδίων που θα αντικαθιστούσαν τα παλαιά. Τότε, όμως, η εσπευσμένη και πρόχειρη απόφαση για την είσοδο της πατερικής γραμματείας στα αναλυτικά προγράμματα της Μέσης παιδείας ουσιαστικά θυσίασε τη σπουδαιότητα της. Και τούτο, γιατί η επιλογή των κειμένων, που είχε γίνει το έτος 1969 και είχε περιληφθεί στο Ανθολόγιο Πατερικών Κειμένων, παρουσιαζόταν ανακόλουθη προς τα ισχύοντα την εποχή εκείνη νέα αναλυτικά προγράμματα του θρησκευτικού μαθήματος. Κατά συνέπεια, χάθηκε μία αγαθή συγκυρία να εισαχθεί σε μονιμότερη βάση ο πατερικός λόγος στην εκπαίδευση και να αποδειχθεί η σπουδαιότητα και η αξία του.
   Από   τότε,   και   μέχρι   τις   ημέρες   μας,   η   διδασκαλία   των   Πατέρων   στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση εξακολουθεί να είναι αποσπασματική και να κινείται στο περιθώριο   των   διδακτικών   ενοτήτων.   Τα   ισχύοντα   διδακτικά   εγχειρίδια   του μαθήματος των Θρησκευτικών στις τρεις τάξεις του Λυκείου παρουσιάζουν στις διδακτικές τους ενότητες σύντομα αποσπάσματα - τριών ή τεσσάρων γραμμών – από πατερικά έργα, τα οποία φρονούμε πως δεν προσφέρουν καμία συμβολή στη γνώση και την κατανόηση της πατερικής σκέψης. Στο διδακτικό εγχειρίδιο της Γ΄ τάξης του Γυμνασίου μπορεί να αντικρίσει κανείς καλύτερη εικόνα, σε σχέση με την προηγούμενη, αφού η έκθεση της ιστορικής ύλης προσφέρεται για την όποια αναφορά στους Πατέρες. Εκεί, υπάρχουν συγκεκριμένες διδακτικές ενότητες που ασχολούνται με το βίο και τη δράση κάποιων Πατέρων, ενώ υφίσταται, όπως και στο Λύκειο, η παράθεση σύντομων αποσπασμάτων από τα έργα τους. Αντιθέτως, στα διδακτικά εγχειρίδια των δύο πρώτων τάξεων του Γυμνασίου απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά σ' αυτούς ακόμα και η περιφερειακή παράθεση αποσπασμάτων από τη συγγραφική παραγωγή τους.
Από τα παραπάνω καθίσταται εμφανές πως ο πατερικός λόγος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση είναι υποτονικός και ο ρόλος του περιφερειακός. Οπωσδήποτε, γι' αυτό το φαινόμενο δεν ευθύνονται αποκλειστικά οι εκάστοτε συγγραφείς των διδακτικών βιβλίων, αλλά όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς κατάρτισης των αναλυτικών προγραμμάτων στη Μέση παιδεία, αφού το ζήτημα, κατά την άποψη μας, δεν είναι μόνο θεολογικό ή παιδαγωγικό, αλλά γενικότερων επιλογών της παιδευτικής στρατηγικής.
Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς πώς μία γραπτή Παράδοση, που έχει να παρουσιάσει τέτοιο γραμματειακό πλούτο, με χρονικό εύρος δύο χιλιάδων ετών, γραμμένη σ' όλους τους γλωσσικούς τύπους του έλληνα λόγου, να βρίσκεται στο περιθώριο και να μη μελετάται συστηματικά. Πώς η πλούσια Παράδοση της Φιλοκαλίας, αυτής των έντεκα αιώνων, ενώ σήμερα έχει μεταφραστεί σε πλήθος γλωσσών κι έχει αγγίξει την ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου σε Δύση και Ανατολή, Χριστιανού και μη, δεν ενδιαφέρει άμεσα τη Μέση ελληνική παιδεία κι αφήνει ανυποψίαστο για την ύπαρξη της τον Έλληνα μαθητή. Πώς αυτή η Παράδοση, που υμνεί τη ζωή, αποκαλύπτει την αλήθεια, κομίζει πανανθρώπινες αξίες, αγγίζει όλες τις πτυχές της καθημερινότητας και εξανθρωπίζει τον άνθρωπο, να αποτελεί ζήτημα διανοητικής και μόνο προσέγγισης από τους μαθητές και να είναι αποκομμένη από τη ζωντάνια και τον πλούτο των γραπτών μνημείων της, τα οποία μάλιστα μοιάζει σαν να. τα περιφρονεί. Λυτά τα παράδοξα διεκδικούν σίγουρα μία θέση στο βιβλίο Guinness!!!
Οι σύγχρονες απόψεις αρκετών θεολόγων, που θέλουν το θρησκευτικό μάθημα να είναι κυρίως προσφορά πολιτιστικού αγαθού προς τους μαθητές, μολονότι αρκετοί θα είχαν σοβαρές ενστάσεις, φρονούμε πως, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και ύστερα από σοβαρή επεξεργασία, βρίσκονται προς τη σωστή κατεύθυνση. Σύμφωνα λοιπόν με αυτές τις απόψεις, τα θρησκευτικά ως πολιτιστικό μάθημα δε θα αναφέρονται στις
διάφορες λαογραφικές κι εθιμικές παραδόσεις, αλλά στις θεμελιώδεις απαντήσεις, επιλογές και προτεραιότητες που καθορίζουν τη συνολική πρόταση ζωής την οποία αντιπροσωπεύει ένας πολιτισμός. Χωρίς να απονευρώνεται ο θεολογικός χαρακτήρας του  μαθήματος,  αλλάζει  η   μέθοδος  του.   Αν  δηλαδή   το  ομολογιακό   μάθημα χρησιμοποιούσε την αξιολογική  και κατηχητική μεθοδολογία, το πολιτιστικό θα χρησιμοποιεί την περιγραφική,  ιστορική κι ερμηνευτική,  σεβόμενο πλήρως την ελευθερία και τη θρησκευτική ετερότητα.  Η διδασκαλία των Θρησκευτικών ως πολιτιστικού μαθήματος δε θα αποβλέπει στην κατήχηση ή τον προσηλυτισμό, αλλά στην παροχή εκείνων των θρησκευτικών μορφωτικών αγαθών και στοιχείων που σημάδεψαν την πορεία του ελληνικού κι ευρωπαϊκού πολιτισμού. Θα αποβλέπει, δηλαδή, στο να βοηθήσει το μαθητή να γνωρίσει και να κατανοήσει τον κόσμο που τον περιβάλλει, στη διαμόρφωση του οποίου σπουδαίο ρόλο έπαιξε η Ορθοδοξία και ο Χριστιανισμός γενικότερα. Δε θα προέχει πλέον ο ομολογιακός χαρακτήρας, αλλά η συμβολή της θρησκείας και της θεολογίας στον ελληνικό κι ευρωπαϊκό πολιτισμό.
Φρονούμε όμως πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς τον πρωταγωνιστικό ρόλο της πατερικής γραμματείας, που άλλωστε δικαιωματικά της ανήκει, γιατί, τότε, το μάθημα των Θρησκευτικών θα ήταν κενό ουσιαστικού περιεχομένου, αφού ο Ορθόδοξος εκκλησιαστικός πολιτισμός είναι στην ουσία του ευχαριστιακός, λατρευτικός εν τέλει βιωματικός. Δεν ξέρω βέβαια με ποιον τρόπο ή κατά πόσο είναι εφικτό να απεμπολήσουμε τον ευρύ ομολογιακό χαρακτήρα από το μάθημα, γιατί ο Χριστιανισμός είναι ομολογιακή τοποθέτηση. Μάλιστα το πολιτιστικό αγαθό που έχει παραχθεί είναι προϊόν αυτής ακριβώς της ομολογίας στη γνήσια όμως και αληθινή ερμηνευτική της προσέγγιση. Επιπροσθέτως, η υιοθέτηση της περιγραφικής και ιστορικής μεθόδου για την παρουσίαση της Ορθοδοξίας θα εγκυμονεί τον κίνδυνο να μην παρουσιαστεί αυτή ως υπάρχουσα και ζώσα πρόταση αληθινής ζωής, όπως προκύπτει μέσα από κάθε σελίδα της πατερικής γραμματείας, αλλά ως πτυχή του θρησκευτικού φαινομένου ή ως απλό πολιτιστικό προϊόν. Η Ορθόδοξη Εκκλησία έδωσε και δίνει πολιτιστικό αγαθό με τα μνημεία του λόγου και της τέχνης της. Δεν πρέπει όμως να διαφύγει της προσοχής μας πως το προϊόν αυτό προέρχεται από τα πιστά μέλη της και είναι αποτέλεσμα της προσωπικής μετοχής τους στην αλήθεια της.
Προσωπικά θεωρώ πιο ρεαλιστική και εγγύτερη προς τον πυρήνα της Ορθοδοξίας την πρόταση του πανεπιστημιακού δασκάλου Νίκου Ματσούκα, ο οποίος, ήδη από τη δεκαετία του ’80 υπερασπίζεται την άποψη για τη σύνδεση του θρησκευτικού μαθήματος με την παιδεία και τον πολιτισμό, που όμως δε θα έχει βιωματικό ή κατηχητικό χαρακτήρα αλλά γνωστικό.  Σε ό,τι αφορά στο περιεχόμενο του θα περιλαμβάνει τα μνημεία του πολιτισμού όχι μόνο της ελληνορθόδοξης παράδοσης, αλλά όλης της Ορθοδοξίας. Η ελληνορθόδοξη παράδοση, που εμπνεύστηκε από τη θεολογία,   τη   λατρεία   και   τη   ζωή   της   Εκκλησίας   είναι   αδιαμφισβήτητα   μία πολιτιστική κληρονομιά και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού πολιτισμού. Ο καθηγητής Ματσούκας λοιπόν είναι της άποψης να γίνεται το μάθημα μέσα από δόκιμες   σχολιασμένες   μεταφράσεις    βιβλικών,    πατερικών,   λειτουργικών    και ασκητικών κειμένων, καθώς κι εκλεκτών έργων από την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
   Από την πλευρά μας, θα προτιμούσαμε η σπουδή της πατερικής γραμματείας στη Μέση παιδεία να είναι το κύριο αντικείμενο του θρησκευτικού μαθήματος σε μία τουλάχιστον τάξη του Γυμνασίου και σε μία του Λυκείου. Η ανάπτυξη της μπορεί να γίνει κλιμακωτά,  με επιλογή  κατάλληλων  κειμένων  και στις ήδη υπάρχουσες διδακτικές ώρες. Σε ό,τι αφορά στα κείμενα, υπάρχουν στις μέρες μας πολλές και καλές νεοελληνικές μεταφράσεις, οι οποίες θα απάλλασσαν το δάσκαλο και το μαθητή  από  τη  μορφολογική   επεξεργασία  του  κειμένου,  που  άλλωστε  είναι αντικείμενο άλλων μαθημάτων, και θα βοηθούσαν στην ερμηνευτική προσέγγιση της σκέψης των Πατέρων, αλλά και της γνησιότερης γνωριμίας με την Ορθοδοξία ως πρόταση και στάση αληθινής ζωής.
Η υπάρχουσα θεματική του αναλυτικού προγράμματος για το θρησκευτικό μάθημα στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση φρονούμε πως μπορεί κάλλιστα να αναπτυχθεί μέσα από την πατερική γραμματεία. Σήμερα, όμως, παρουσιάζεται το παράδοξο να ομιλούμε στα παιδιά για τις βιβλικές αλήθειες χωρίς την άμεση προσφυγή στην ασφαλή ερμηνεία των Πατέρων. Μιλούμε για ορθόδοξη πίστη και λατρεία χωρίς να αναφερόμαστε πρωτίστως στις πηγές, που επεξεργάστηκαν το περιεχόμενο της πίστης, πλούτισαν, αλλά και διαμόρφωσαν τη λατρεία της Εκκλησίας. Επιπροσθέτως, η διδασκαλία μέσα από τα κείμενα αποφεύγει το στείρο βερμπαλισμό του διδάσκοντα, προσδίδει ζωντάνια και δημιουργικότητα στην παράδοση του μαθήματος, καλλιεργεί κριτικό πνεύμα στους μαθητές, αναδεικνύει την ορθοπραξία των Πατέρων, τη δυναμική σκέψη και τον προβληματισμό τους, που στις περισσότερες περιπτώσεις παραμένει επίκαιρος, ενώ παράλληλα τοποθετεί το μήνυμα τους στη σημερινή εποχή.
Η πιο πάνω αντίληψη των πραγμάτων είναι παντελώς ξένη προς την καλλιέργεια κάθε είδους θρησκευτικού φονταμενταλισμού ή οπισθοδρόμησης ή επιβολής της θρησκευτικής κατήχησης στα σχολεία ή ακόμα και διάπλασης ενός συγκεκριμένου ηθικού τύπου. Η ορθόδοξη εκκλησιαστική Παράδοση δεν καλλιεργεί ηθικούς τύπους ανθρώπων, αλλά ελεύθερα πρόσωπα. Άλλωστε, η δυναμική θεώρηση της Παράδοσης, απαλλαγμένη από τις όποιες ιδεολογικές της χρήσεις, βρίσκεται πολύ μακριά από κάθε ακρότητα και αποτελεί την ασφαλή πορεία του ανθρώπου στην προοπτική της πνευματικής του ελευθερίας και ανάτασης.
Ευχαριστώ για την υπομονή και την προσοχή σας

προσεγγισεις σύγχρονων θεματων βίοηθικης και βιοτεχνολογιας



Στον 20ο αιώνα, τον τελευταίο της δεύτερης χιλιετίας, η εξέλιξη των Εφηρ-μοσμένων Επιστημών ξεπέρασε κάθε λογική πρόβλεψη. Η διαπίστωση αναφέρε­ται στις κατακτήσεις της Τεχνολογίας. Σήμερα στην αρχή του νέου αιώνα, ψηλα­φίζουμε τις βιοτεχνολογικές απειλές που διαφαίνονται και βέβαια δεν αναιρούν ού­τε την αξία του τεχνικού πολιτισμού ούτε τον ευεργετικό ρόλο των ερευνητών στην υπηρέτηση του.
Η έκρηξη της Τεχνολογίας άνοιξε ορίζοντες, με απροσδόκητες συνέπειες πάνω στη ζωή, τους θεσμούς και τους στόχους των κοινωνιών. Οι διαπιστώσεις δείχνουν να κατακτήσαμε το «θαύμα». Σήμερα με την αποκωδικοποίηση του αν­θρώπινου γονιδιώματος, την κλωνοποίηση, τις γενετικές μεταλλάξεις την εξωσωμα­τική γονιμοποίηση και την τελική χαρτογράφηση του ανθρώπινου εγκεφάλου αποτολμάται ίσως μια τολμηρή αναδιάταξη των φυσικών νόμων. Βέβαια είναι νωρίς για μια επίσημη τοποθέτηση των Ανθρωπολογικών Επιστημών πάνω στις γενικότε­ρες συνέπειες. Όμως είναι φανερό ότι οι εξελίξεις αυτές πραγματοποιούνται με ταχύτατους ρυθμούς που δεν προσφέρουν δυνατότητες θεσμικών προσαρμογών.
Υπενθυμίζουμε ότι η θεσμική πλευρά των πολιτισμών εξελίσσεται με αργούς ρυθμούς. Οι εξελίξεις, όμως, που προαναφέρθηκαν, πραγματοποιούνται με τέτοιους ρυθμούς, που δεν προσφέρουν δυνατότητες ανάλογων πνευματικών και θεσμικών προσαρμογών. Φυσικά, από τη δεκαετία του 1930 ο Aldous Huxley είχε αναφερ­θεί προφητικά στις κατευθύνσεις της γονιδιακής έρευνας, και μάλιστα μίλησε με ιδιαίτερη ακρίβεια ακόμη και γι' αυτήν την κλωνοποίηση. Αλλά, είναι άλλο να λες τι θα συμβεί κάποτε, στο απώτερο μέλλον, και άλλο να ακούς για τις συνέπειες των σημερινών εφαρμογών. Και σήμερα ακούμε όχι γι' αυτά που θα συμβούν, αλλά για ό,τι μπορεί ήδη να συμβαίνει και αποσιωπάται επιμελώς ή ενδεχομένως συμβαίνει και χρειάζεται κάποια προετοιμασία της κοινής γνώμης από τα media για να το αποδεχτεί πιο ανώδυνα.
Με τα δεδομένα αυτά ήταν λογικό να αρχίσουν να διατυπώνονται επιφυ­λάξεις, που αναφέρονται μάλλον στο ενδεχόμενο κακής χρήσης των νέων δυνατο­τήτων, όταν η κλωνοποίηση, πέρα από τις «λογικές» προσπάθειες για την παραγω­γή βελτιωμένων φυτικών ή ζωικών ειδών, στραφεί στην εξασφάλιση επιλεγμένων ανθρώπων ή βιολογικών οργάνων-ανταλλακτικών, με μη ελεγχόμενα κριτήρια. Εδώ αποκτούν την ηθική τους βαρύτητα μια σειρά ερωτημάτων, όπως λ.χ.: γιατί τόπι, μυστικότητα στα πειράματα; ή πόσο κοστίζω η παραγωγή ενός κλωνοποιημένου υποκειμένου; ή ποιοί επενδύουν στην πολυδάπανη έρευνα και τις εφαρμογές της; ή ακόμη πώς εκτιμάται η ανθρώπινη ζωή από τους συντελεστές του εγχειρήματος; ή τι τελικά κερδίζουμε ως ανθρωπότητα από την κλωνοποίηπη;
Τα ερωτήματα αυτά δεν απαντήθηκαν ποτέ. Αντίθετα δημιουργούν πλήθος προβλημάτων. Ας σημειωθεί ότι προβλήματα αυτού του είδους αποκτούν συχνά υψηλή δημοσιότητα, αφού αναφέρονται σε ασυνήθη γεγονότα, που διαταράσσουν τον ύπνο της συνειδησιακής στατικότητας των κοινωνιών. Η δημοσιότητα αυτή αναπαράγεται από τα Μ.Μ.Ε. και ευαισθητοποιεί τη συλλογική συνείδηση. Στο βάθος όμως θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι είναι ελάχιστος ο πραγματικός προβλη­ματισμός.
Η εξήγηση του φαινομένου οδηγεί στη διαπίστωση μιας κοινωνικο-ηθικής παθολογίας που επιβεβαιώνεται και στατιστικά. Από κοινωνιομετρικές προσεγγί­σεις της κοινής γνώμης έχει προκύψει ότι κάθε μαζική ευαισθητοποίηση της συν­δέεται με δύο τύπους αποδεκτών της συγκλονιστικής είδησης. Ο ένας τύπος είναι ειδησεογραφικός και ο άλλος, συνειδησιακός. Ο πρώτος, που υπερτερεί αριθμητικά, χρειάζεται εναλλασσόμενη επικαιρότητα. Μ' αυτήν σπάζει τη μονοτονία της καθη­μερινότητας. Οι ειδήσεις έχουν γι' αυτόν μόνο ενημερωτική σημασία, και χάνουν τη φόρτιση τους, μόλις εμφανιστούν νέες με πιο προκλητική επικαιρότητα.
Ο δεύτερος τύπος, που δυστυχώς υστερεί αριθμητικά, προβληματίζεται από την είδηση, την μετακινεί στο επίπεδο της προσωπικής ηθικής, αγωνιά για τις συνέπειες της, συνδέει ενδεχόμενες απειλές γενικά με την ανθρώπινη και ειδικά με την προσωπική του ζωή και αναζητεί υπεύθυνη ενημέρωση και αυθεντικές απα­ντήσεις. Εδώ η είδηση είναι μια πύλη εισόδου στη γνώση του γεγονότος, που συγ­κλονίζει, γιατί επηρεάζει την πορεία του ανθρώπινου πεπρωμένου που μπορεί κάποτε να γίνει και προσωπικό αδιέξοδο. Στην περίπτωση μας αυτός ο δεύτερος τύπος φαίνεται να ενδιαφέρεται πραγματικά για το πρόβλημα της κλωνοποίησης, γιατί οι κοινωνικές, οι ηθικές και οι μεταφυσικές ευαισθησίες του τον τοποθετούν τροπικά πολύ κοντά στο μυστήριο της ανθρώπινης ζωής και βέβαια στον συνάν­θρωπο, που τον θεωρούν με την ηθική σημασία, «πλησίον».
Η επισήμανση αυτής της κοινωνικής ιδιομορφίας, με λογική την κάποια απατηλή εξωτερικότητά της, δείχνει πώς και σε ποιο βαθμό τα πλήθη, που ενημε­ρώνονται με τον ίδιο τρόπο, γνωρίζουν και αποδέχονται την κλωνοποίηση.
Με δεδομένη αυτήν την πορεία δημοσιοποιείται πρόσφατα ο προβληματι­σμός της Βίοηθικής που, εκτός από τις αγωνίες και τους φόβους της, διατυπώνει επι­φυλάξεις για το ενδεχόμενο κακής χρήσης των νέων δυνατοτήτων.
Είναι φανερό, λοιπόν, ότι ο ορίζοντας της Βιοηθικής δεν αποτελεί μια πρό­σφατη έκρηξη κοινωνικού ή θεσμικού πουριτανισμού, αλλά μια σκεπτικιστική στάση, μπροστά στην αποδέσμευση και τη χρήση δυνάμεων που μπορούν να οδη­γήσουν σε διασάλευση λεπτών ισορροπιών, σαν εκείνες που ορίζουν τους φυσι­κούς νόμους και την όλη ζωή του πλανήτη μας. Ήδη οι γνωστές ανθρώπινες υπερ­βολές στην παράχρηση των φυσικών πόρων του πλανήτη μας έδειξαν τις τελευταίες δεκαετίες πόσες εύθραυστες ισορροπίες έχουν ανατραπεί και πόσες πραγμα­τικές απειλές άρχισαν να μολύνουν και να αλλοιώνουν τον ευεργετικό ρόλο του φυσικού περιβάλλοντος.
    Στην κλωνοποίηση λ.χ., βλέπουμε να παρακάμπτεται τεχνολογικά η αρχή φυσικών νόμων που απαιτεί την ετερότητα του φύλου των γεννητόρων. Στο μέλλον οι νέες υπάρξεις δε θα συνδέονται βιολογικά κατ' ανάγκη με κάποια, οποιαδήποτε πατρότητα. Εδώ υπάρχει και είδηση: Το Φεβρουάριο του '98 σε φεμινι­στική ημερίδα στο Ρότερνταμ υποστηρίχθηκε από κάποια μαχητική σύνεδρο ότι «στη νέα χιλιετία ο ανδρικός ρόλος θα περιοριστεί σε υπηρετικές δραστηριότητες, α­φού ο άνδρας δε θα έχει πλέον θέση στην αναπαραγωγή, που προσδιορίζει τα προνό­μια του. Έτσι δεν είναι διόλου απίθανο να τεθεί σε αχρηστία και εξελικτικά να εκλεί­ψει σαν είδος» (Περιοδικό: New Interpretations, 6.2.1998, σ. 21).
Εξάλλου η κλωνοποίηση σε συνδυασμό με τις ανακαλύψεις της βιοτεχνολο­γίας προϋποθέτει το σχεδιασμό και τον προσανατολισμό της βούλησης στην επι­λογή του αποτελέσματος. Εδώ αρχίζει να τίθεται ζήτημα προσωπικών επιλογών είτε προς την κατεύθυνση της απόφασης για τη γέννηση τέκνων είτε ακόμη και προς τη διόρθωση ορισμένων χρωμοσωματικών ιδιαιτεροτήτων που δεν επιθυ­μούν οι μέλλοντες γονείς να κληρονομήσουν στις επόμενες γενιές. Βέβαια μια τέ­τοια στάση είναι λογικό να ευνοεί «κοινωνικούς διαχωρισμούς» και αντίστοιχες «κοινωνικές ανισότητες», αφού οι συζητούμενες εφαρμογές όχι μόνο σήμερα, αλ­λά και στο απώτατο μέλλον θα είναι ιδιαίτερα δαπανηρές και απαγορευτικές για τους «μη έχοντας». Έτσι μια πρώτη βιοηθική επιφύλαξη διαβλέπει την προοδευ­τική ανάπτυξη μιας «ευγονικής στάσης» έναντι της ζωής και της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, πορευόμαστε ίσως σε έναν κόσμο που μέσω της βιοτεχνολογίας θα θέσει τις μελλοντικές προδιαγραφές του. Όποιος τις πληροί έχει θέση, ενώ όποιος δεν τις πληροί δε θα έχει θέση σ' αυτόν.
Είναι αυτονόητο, λοιπόν, ότι στις επόμενες φάσεις η συλλογική βούληση θα εκφραστεί σύμφωνα με την κυρίαρχη λογική των πολιτισμών και των «προνομοι-ούχων εχόντων» που, παρά τις περί ισότητας των φύλων διακηρύξεις, παραμένουν σκληρά ανδροκρατικοί και θα απαιτήσουν μέσω της τεχνητής επιλογής πιο αντι­προσωπευτικά δείγματα του κυρίαρχου φύλου. Και οι περιπτώσεις επιλογής προς κλωνοποίηση από το λεγόμενο «ασθενές φύλο» θα έχουν ως κίνητρα την αισθησι­ακή σκοπιμότητα, τον ωφελιμισμό και τον ηδονισμό. Άλλωστε με την ίδια λογική για κάποιους υπερβολικά απαισιόδοξους, στη θεραπευτική κλωνοποίηση δεν απέ­χει πολύ, η ιδέα για μια μελλοντική προοπτική παραγωγής άβουλων αφυών, που θα καλύψουν ανάγκες μεταμοσχεύσεων, σκληρών χειρωνακτικών εργασιών ή και επικίνδυνων στρατιωτικών αποστολών.
    Φυσικά ένας σεβαστός αριθμός ερευνητών αναφέρεται στα ενδεχόμενα ευ­εργετικά αποτελέσματα για την ανάκαμψη της εξαφάνισης των ειδών, για τη δημι­ουργία τραπεζών με όργανα και ιστούς προς μεταμόσχευση και επίσης για την έ­ρευνα που συνδέεται με την προσέγγιση των μυστικών της θεραπείας ορισμένων ασθενειών ή την καταπολέμηση των αιτίων του γήρατος. Μάλιστα με αφορμή την αποκωδικοποίηση ενός γονιδίου, που λέγεται ότι είναι το γονίδιο του γήρατος, σι: πρόσφατο συνέδριο γενετιστών στην Αθήνα, πριν τρία χρόνια, υποστηρίχθηκε ότι το   αργότερο σε μια εικοσαετία θα γίνει πραγματικότητα η επέκταση του ορίου ηλικίας στα 120-130 χρόνια. Επιπλέον υποστηρίζεται ότι «οι πιο συνηθισμένες ασθένειες τα ψυχικά νοσήματα, οι καρδιαγγειοπάθειες, οι καρκίνοι, η παχυσαρκία και η οστεοπόρωση συνδέονται με τη γενετική … και αναζητούνται τα γονίδια που ευθύνονται για τις διαφοροποιήσεις αυτές. Όταν ανακαλυφθούν, θα αλλάξει ο τρόπος θεραπείας» Οι απαντήσεις παρ’ ότι τόσο πειστικές, δε φαίνεται να καθησυχάζουν την κοινή γνώμη, που γενικά αισθάνεται αμήχανη, γιατί οι δημόσιοι φορείς ενημέρωσης είτε αποφεύγουν να μιλούν είτε δεν τα λένε όλα.
Από την άλλη πλευρά οι τεχνικές που σε κάποια στιγμή μετεξελίχθηκαν στην μικρο-εξωσωματική γονιμοποίηση, με τις τράπεζες του ανώνυμου σπέρμα­τος η των ανώνυμων ωαρίων και τους μεγάλους αριθμούς των in vitro γονιμοποιουμένων ωαρίων που οδηγούνται στην κατάψυξη, ενώ είναι ανθρώπινη ζωή, επι­κρίνονται ήδη από πολλούς. Σημειώστε ότι σε ολόκληρο τον κόσμο υπάρχουν πολλές δεκάδες χιλιάδες τέτοιων ωαρίων που «περίσσευσαν» σε διαδικασίες τε­χνητών γονιμοποιήσεων και παραμένουν στην κατάψυξη, αναμένοντας εμφύτευ­ση, καταστροφή ή χρησιμοποίηση ως πειραματόζωα «για το καλό της ανθρωπότη­τας». Είναι φανερό ότι πίσω από το εγχείρημα υπάρχουν σοβαρά ηθικά, θεσμικά και μεταφυσικά προβλήματα.
Η πρακτική τέτοιων εφαρμογών είναι γνωστό ότι με την διαρκή επανάλη­ψη εξοικειώνει τους συντελεστές τους και έχει ως αποτέλεσμα την προοδευτική α­πομάκρυνση από τα αρχικά συνειδησιακά αδιέξοδα. Είναι βέβαιο άλλωστε ότι σχετικοποιήθηκαν επικίνδυνα οι άλλοτε ηθικά και μεταφυσικά φορτισμένες έννοι­ες της μητρότητας και της πατρότητας, ενώ πλήττεται σοβαρά από σύγχρονες ιδεολο­γίες η ιερότητα του μυστηρίου του γάμου.
Απομυθοποιήθηκε το μυστήριο της ζωής και ειδικά στην εξωσωματική γο­νιμοποίηση αντιμετωπίζεται ως φυσικοχημική διεργασία με λογικό το εργαστηρι­ακό κόστος, λογικές τις αμοιβές των εργαστηριακών συντελεστών, λογική και αυ­τήν την αμοιβή του ανώνυμου-επώνυμου δότη ή και της αντίστοιχης δότριας, λο­γική την αμοιβή της ενοικιασμένης μήτρας και λογικά και τα ποσοστά επιτυχίας του εγχειρήματος. Αυτή η πορεία λογικοποίησης μεταβάλλει την ανθρωπολογική δομή του είδους μας και διασπά επικίνδυνα την ισορροπία ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, τις εφαρμογές των επιστημονικών επιτευγμάτων και τη δημι­ουργία, το ανθρώπινο επίτευγμα και την πίστη.
    Αν θελήσουμε να εμβαθύνουμε περισσότερο, διαβλέπουμε τις πιθανές απειλές  από μια πορεία διαταραχής των φυσικών ισορροπιών, με ίσως ανεξέλεγκτες
συνέπειες. Πολλοί φοβούνται μια προοδευτική αναστάτωση της αναπαραγωγής,
αλλά και της ισορροπίας των φύλων, που συγκρατούν οι φυσικοί νόμοι. Διατυπώ-
νονται φόβοι για εμφάνιση νέων επιδημιολογικών κινδύνων εξαιτίας της ανάπτυξης
παθογόνων βακτηριδίων. Αν απελευθερωθούν τέτοιοι γενετικά μεταλλαγμένοι
οργανισμοί, τότε θα έχουμε κινδύνους ίσως και μεγαλύτερους από την απελευθέρωση
ραδιενεργών και χημικών τοξικών. Οι γενετικά μεταλλαγμένοι οργανισμοί μπορούν να αναπαραχθούν, να μεταλλαχθούν και να μεταφέρουν τα γονίδια τους στο υλικό άλλων οργανισμών. Και από όσα γράφονται, η μετάλλαξη ενός στοιχείου στο περιβάλλον μπορεί να προκαλέσει χείμαρρο αλλαγών κατά την μηχανιστική λογική του «
domino effect».
    Υπάρχουν ακόμη επιφυλάξεις για πιθανές αλλοιώσεις της ποικιλομορφίας του είδους μας και πολλά ερωτηματικά για τις λεπτές ισορροπίες των διανθρώπινων σχέσεων και της προσωπικής μας ελευθερίας. Ήδη εμφανίστηκαν αδιέξοδα, με περίεργες σχέσεις συγγένειας και γονεϊκών δεσμών που δεν προέβλεψαν μέχρι σήμερα οι οικογενειακοί θεσμοί. Ίσως αύριο να μη προκαλεί απορία, σήμερα ό­μως είναι δύσκολο να καταλάβουμε πώς είναι δυνατό η κόρη να είναι δίδυμη α­δελφή του πατέρα της και ο γιός, δίδυμος αδελφός της μητέρας του· ή το πιο εύ­κολο, πώς γίνεται η γιαγιά να είναι και μητέρα της εγγονής της. Αναφερόμαστε φυσικά στις απλούστερες σχέσεις, γιατί θα προκύψουν και πιο σύνθετες με πιο σύνθετα προβλήματα συγγενειών που δεν υποπτεύονται οι κοινωνίες και δεν γνω­ρίζει αν πρέπει να αναγνωρίσει και να ευλογήσει η Εκκλησία. Γι' αυτό κι οι εφαρ­μογές της βιοτεχνολογίας αντιμετωπίζονται δικαιολογημένα σήμερα με κάποια ε­πιφύλαξη. Αφήνουν ενδεχόμενα εκμετάλλευσης του ανθρώπινου πόνου και των συναισθηματικών αδιεξόδων μας.
Αλλ' υπάρχουν και φόβοι, φόβοι που αναδύονται από τη σύζευξη σύντο­μα της γενετικής μηχανικής και της πληροφορικής, όταν θα είναι δυνατή η παρα­γωγή βιολογικών μικροτσίπς, που, όπως λέγεται, θα αναλαμβάνουν να συμπληρώ­νουν τα νέα υποκείμενα με επιθυμητές υπερ-λειτουργίες. Αναφερόμαστε σε υπερ-μνήμη ή υπερ-γνώση, που θα περιλάβει ολόκληρες βιβλιοθήκες, σε αθλητική υπερ-δύναμη ή σε αισθητική υπερ-ομορφιά. Και όλα αυτά χωρίς να λάβουμε υπόψη μας μια κορυφαία θεσμική και ηθική αρχή-δικαίωμα που πρέπει να σεβαστούμε στη νέα ύπαρξη. Την αρχή-δικαίωμα, ο νέος άνθρωπος να μη διαφέρει από τους φίλους του και να έχει, όπως όλοι οι φυσιολογικοί άνθρωποι, πατέρα και μητέρα.
Τελικά, φαίνεται ότι στο βάθος καταστρατηγείται η αξία του ανθρώπινου προσώπου και η σχέση του με τη δημιουργία. Διασαλεύεται η φυσική τάξη της γέννησης και οι μυστικές λειτουργίες της δείχνουν να παρακάμπτονται ως «πεπα­λαιωμένες». Είναι φανερό ότι το θαύμα της «κατ' εικόνα Θεού» δημιουργίας μετατο­πίζεται σε άλλη οντολογική βάση, που αναιρεί τη θεανθρώπινη κοινωνία, διαγράφει το φυσικό δίκαιο και μετασχηματίζεται σε μηχανιστική αναπαραγωγή αντιγράφων ενός εγωκεντρικού προτύπου που «αυτοθεοποιείται» και επιθυμεί φιλάρεσκα να απολαμ­βάνει το θέαμα της εξω-υπαρξιακής του προέκτασης.
    Οι κλασικοί μας πρόγονοι θα έκαναν λόγο για «νέαν ύβριν». Αναμφίβολα στε­κόμαστε θεατές στη βάση μιας ίσως νεοβαβελικής κατασκευής, χωρίς να γνωρίζουμε λεπτομέρειες από τα σχέδια των «μηχανικών» της. Δεν αποκλείεται να μπαίνουμε στην ευθεία μιας δεύτερης «πτώσης», σαν εκείνη την πρώτη αδαμική, με νέες α­ς τώρα, αύριο ίσως μη αναστρέψιμες συνέπειες για το ανθρώπινο είδος και πεπρωμένο του. Θα μπορούσα να πω πως δε φοβούμαι. Προσθέτω όμως· «ο Θεός να βάλει το χέρι Του».

Βα­σί­λει­ος Τ. Γι­ούλ­τσης
Ομότιμος Κα­θη­γη­τής Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­ας
στη Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή του Α.Π.Θ.

Συνέντευξη του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας κ.κ.Αναστασίου στην Εφημερίδα Φιλελεύθερος



Δημοσιεύτηκε: Ιούνιος 28. 2010 12:07
Ενημερώθηκε: Ιούλιος 02. 2010 17:01

Διαβάστε την ομιλία του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας,
που εκφώνησε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου: 



Μια συνέντευξη ανθρώπινη με τον Αρχιεπίσκοπο Τιράνων, Δυρραχίου και Πάσης Αλβανίας Αναστάσιο, με τα μάτια να βουρκώνουν κάποιες στιγμές, για να δηλώσει με την ταπεινότητα που τον χαρακτηρίζει: «Μείναμε κοντά στους απλούς ανθρώπους που είχαν ανάγκη, σε φτωχικές συνθήκες, όχι για 1-2 χρόνια αλλά για δεκαεννέα. Συμφιλιώθηκε με την καχυποψία των άλλων”.
O Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας, που ήταν πρόσφατα στην Κύπρο όπου του απονεμήθηκε ο τίτλος του επιτίμου διδάκτορος του Κυπριακού Πανεπιστημίου, παραχώρησε αποκλειστική συνέντευξη στην εφημερίδα «Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ» και στη δημοσιογράφο Αντιγόνη Δρουσιώτη.
- «Τρομοκρατικές ενέργειες και θρησκευτική συνείδηση», η διάλεξη που δώσατε όταν σας αναγόρευσε σε Επίτιμο Διδάκτορα η Σχολή Κοινωνικών Επιστημών και Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστημίου Κύπρου. Τις ζήσατε από πρώτο χέρι. «Μαύρο στρατηγό», σας αποκαλούσε μερίδα του Τύπου πιέζοντας την πολιτική ηγεσία να σας διώξει.
-Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα, δέσποζε μια ιδιότυπη καχυποψία. Είχα πάει αρχικά ως Πατριαρχικός Έξαρχος, για να δω τι απέμεινε από την Εκκλησία που ήταν διαλυμένη επί 23 χρόνια. Πολλοί δεν πίστευαν ότι αυτή ήταν η αποστολή μου, είχαν διάφορες υποψίες. Έρχεται από την Ελλάδα, πιθανώς και με άλλες επιδιώξεις.
-Πώς αντιμετωπίζεται η καχυποψία;
-Κατ’ αρχάς προσπάθησα να την κατανοήσω με τη σκέψη: Άνθρωποι οι οποίοι από τα παιδικά τους χρόνια μεγάλωσαν με τη βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει Θεός, ότι τα πάντα ερμηνεύονται από την πάλη των τάξεων και τα πολιτικά ενδιαφέροντα, πώς να αποδεχτούν ότι εγώ είμαι εκεί διότι πιστεύω στον Θεό, στον Θεό της αγάπης, και ότι πηγαίνω για να τους βοηθήσω. Έπρεπε λοιπόν να συμφιλιωθώ με την καχυποψία των άλλων, να κάνω αυτό που πρέπει και τα πράγματα θα αποδείκνυαν την αλήθεια. Έτσι, προχώρησα ήρεμα στην εκτέλεση του καθήκοντός μου, προσπαθώντας όλες οι ενέργειες να είναι θετικές και για το λαό της Αλβανίας και για το λαό της Ελλάδος και γενικότερα των Βαλκανίων.
-Υπήρχαν στιγμές δύσκολες που σκεφτήκατε να φύγετε;
-Υπήρξαν πολλές στιγμές δύσκολες αλλά όχι τόσο ώστε να τα εγκαταλείψω λόγω των αντιξοοτήτων. Υπήρξε μια περίοδος στην οποία άρχισε η υπονόμευση από εκεί που δεν την περίμενε κανείς.
-Από συνεργάτες σας;
-Όχι τόσο από συνεργάτες. Κυρίως από ανθρώπους οι οποίοι είχαν τη δική τους αντίληψη για το τι δέον γενέσθαι στην Αλβανία.
-Πολιτική;
-Πολιτική και θρησκευτική. Στην Αλβανία υπάρχει μια ιδιοτυπία η οποία δεν είναι πολύ γνωστή στα περιβάλλοντα της Ελλάδος και της Κύπρου. Οι χριστιανοί ορθόδοξοι δεν είχαν όλοι τους την ίδια εθνική καταγωγή. Υπήρξε λοιπόν τον πρώτο καιρό μια τάση να δημιουργηθούν μικρές ανεξάρτητες ομάδες με επιρροή από τις γύρω μεγάλες Εκκλησίες. Η δική μου θέση ήταν όλοι οι ορθόδοξοι να είμαστε μαζί, ανεξαρτήτως καταγωγής ή γλώσσας. Αυτό μερικοί δεν το ήθελαν.
-Γιατί μείνατε;
-Διότι ήξερα ότι ο ορθόδοξος λαός είχε ανάγκη από έναν άνθρωπο με εμπειρία στα εκκλησιαστικά, που θα τον αγαπήσει πραγματικά και θα σταθεί κοντά του στις δύσκολες στιγμές. Πήγα αρχικά ως Πατριαρχικός Έξαρχος για να μελετήσω τις συνθήκες, να υποβάλω σχετική έκθεση. Κατόπιν θα επέστρεφα στα καθήκοντά μου. Ήμουν τακτικός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και είχα τη θέση μου ως Επίσκοπος- Γενικός Διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας. Όταν ετοιμάστηκα να φύγω, πολλοί Ορθόδοξοι με πίεσαν να μείνω. Απάντησα ότι αν ήθελαν κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να το ζητήσουν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και να το αποδεχθεί η αλβανική κυβέρνηση. Μια αντιπροσωπεία επισκέφθηκε το Πατριαρχείο και ζήτησε να επανιδρυθεί το συντομότερο η Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Αλβανίας. Στις 24 Ιουνίου 1992 μού ανήγγειλαν από το Πατριαρχείο ότι είχα εκλεγεί Αρχιεπίσκοπος και μαζί με μένα άλλοι τρεις Μητροπολίτες. Εξήγησα ότι έπρεπε να ενημερώσουν σχετικά την αλβανική κυβέρνηση.  Ο Πρόεδρος ήταν ο νυν Πρωθυπουργός ο καθηγητής Μπερίσα …με τον οποίο είχα άριστες σχέσεις τον πρώτο χρόνο, αλλά δεν δεχόταν να με δει, διότι νόμιζε ότι παιζόταν κάποιο παιχνίδι πίσω από τις πλάτες του. Περίμενα λοιπόν από τις 24 μέχρι τις 30 Ιουνίου. Τότε με δέχθηκε για να μου δηλώσει ότι, παρά τις δυσκολίες που υπήρχαν, δέχονται τον έως τότε Πατριαρχικό Έξαρχο, αλλά όχι τους άλλους τρεις, επίσης ελληνικής καταγωγής. Έπρεπε να αποφασίσω αν θα προχωρούσα μόνος μου, και μάλιστα ξυπόλητος στα αγκάθια, ή θα αποσυρόμουν για να αναλάβουν άλλοι την ευθύνη. Τελικά έδωσα το μεγάλο μήνυμα στις 12 Ιουλίου και υπέγραψα επάνω στο ανοικτό Ευαγγέλιο. Ήταν η περικοπή της Μεγάλης Παρασκευής.
-Ο δρόμος της σταύρωσης;
-Έπρεπε να αποδεχθείς ότι δεν πήγαινες σε ένα θρόνο δυνάμεως, δόξης, ανέσεως. Πορευόσουν σε μια απαιτητική και αμφιβόλου επιτυχίας αποστολή.
-Ήλθε η Ανάσταση;
-Η Ανάσταση δεν έρχεται μετά το σταυρό, η Ανάσταση συνυπάρχει με το σταυρό. Γνώριζα από εκείνη τη στιγμή το τι με περίμενε. Έπρεπε να ξεπεράσω και το φόβο της αποτυχίας. Τράβα μπροστά. Να σου φτάνει ο Θεός, συμβούλευα από χρόνια τον εαυτό μου.
-Αν δεν το είχατε όμως αυτό από μικρός ίσως να μη δεχόσασταν;
-Γεννήθηκα Νοέμβριο του 1929. Άρχισα να καταλαβαίνω τον κόσμο στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην κατοχή, σε μια εποχή που έβλεπα τους ανθρώπους γύρω μου να πεθαίνουν από την πείνα. Περίμενα τον αδελφό μου αν θα γύριζε από το μέτωπο. Είχαμε μάθει ως παιδιά να βλέπουμε κατάματα το θάνατο και τον πόνο. Αυτό μας είχε ωριμάσει και νομίζω ότι μας βοήθησε κατόπιν να προχωρούμε με τόλμη. Έπρεπε να κάνουμε ό,τι θετικότερο, όχι μόνο για τον εαυτό μας αλλά και για τους γύρω μας, και για την πατρίδα μας.
-Γι’ αυτό ακολουθήσατε το δρόμο της ιεροσύνης;
-Η αγάπη και η επίδοσή μου ήταν τα μαθηματικά και προς τα εκεί θα προχωρούσα. Η δική μου γενιά αντιμετώπισε το ερώτημα, τι είναι καλύτερο για μια νέα κοινωνία, για το μέλλον της πατρίδος. Πολλοί συμμαθητές μου πίστευαν ότι τη λύση θα αποτελούσε η κομμουνιστική γραμμή, η οποία θα έφερνε την ισότητα. Μια άλλη ομάδα, στην οποία ανήκα κι εγώ, πιστεύαμε ότι τελικά μέσα στην αγάπη και την ελευθερία, όπως τις αποκαλύπτει το Ευαγγέλιο, θα μπορούσε να υπάρξει κάτι ουσιαστικό. Έτσι πήραμε την απόφαση. Είναι πολύ προσωπικές αυτές οι στιγμές και φοβούμαι ότι όσο τις φέρνει κανείς στη δημοσιότητα, αλλοιώνονται, κινδυνεύουν να χάσουν την ιερότητα της σιωπής.
-Πείτε μας κάτι έστω συμβολικό.
-Στο πίσω μέρος του εγκολπίου που φορώ υπάρχει ένα σημάδι, το οποίο είναι δύο στάχυα και στη μέση ένας σταυρός. Υπήρξε μια πολύ κρίσιμη ώρα στη ζωή μου. Είχα τελειώσει το Πανεπιστήμιο. Στην τελευταία φάση της θητείας μου στο στρατό, ήμουν αρχηγός της Σχολής Διαβιβάσεων. Τη Μεγάλη Εβδομάδα βρισκόμουν σε μια έντονη περισυλλογή. Τη Μεγάλη Τρίτη διαβάζεται ένας στίχος από το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο. Αυτός λέει, «εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γήν αποθάνη, αυτός μόνος μένει, εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει». Αυτός ο στίχος ακολουθεί τη συνάντηση του Ιησού με τους Έλληνες. Πολλές φορές διαβάζεις ευαγγελικούς στίχους και σου είναι αδιάφοροι, μερικές φορές όμως είναι τέτοιες οι συνθήκες ζωής που σου αποκαλύπτουν κάτι το μοναδικό. Εκείνη τη Μεγάλη Τρίτη πήρα την οριστική απόφαση. Έπρεπε, όχι απλώς να δώσω κάτι στην Εκκλησία, αλλά να δοθώ.
-Μετανιώσατε για κάτι;
Αρκετές φορές έκανα λάθη στις επιλογές μου, πολλές φορές θύμωσα.
-Καταφέρνετε να τιθασέψετε το θυμό σας;
Δεν τα καταφέρνω πάντα. Δεν ανήκω στους ανθρώπους που δεν κάνουν λάθη, αλλά ξέρω ότι η λύση είναι να προσπαθήσει κανείς να μην τα επαναλάβει και να ζητήσει συγγνώμη από αυτόν που λύπησε.
-Υπάρχει κάποιο μεγάλο λάθος;
Ορισμένες φορές έκανα αυστηρή αξιολόγηση ορισμένων ανθρώπων και ίσως να τους αδίκησα. Επίσης, υπήρξαν περιπτώσεις που έδειξα εμπιστοσύνη σε ανθρώπους που δεν την άξιζαν.
-Κάποιες Εκκλησίες έχουν πολλά λεφτά.
-Η Εκκλησία θεωρείται από ορισμένους ότι είναι οι κληρικοί, οι Επίσκοποι, εκείνοι που έχουν την ευθύνη της διοικήσεως. Δεν είναι έτσι. Την Εκκλησία την αποτελούν όλοι όσοι είναι βαπτισμένοι, συνεπώς όλοι έχουμε ανάγκη αυτοκριτικής και διορθώσεως. Μια τοπική Εκκλησία, όπως και ένα οργανωμένο κράτος, πρέπει να έχει οικονομική επάρκεια. Αρκεί οι πόροι να χρησιμοποιούνται ορθά σε έργα αγάπης.
-Μα κάποιες Εκκλησίες έχουν επιχειρήσεις, μετοχές, και την ίδια στιγμή εσείς στην Αλβανία αγωνίζεστε για ένα κομμάτι ψωμί.
-Καταλαβαίνω τι θέλετε να πείτε μεταξύ των λέξεων. Εμείς στην Αλβανία είμαστε φτωχοί και δεν θα μπορούσαμε μόνοι μας να κάνουμε πολλά πράγματα. Ευτυχώς είμαστε πλούσιοι σε φίλους και το πρώτο διάστημα κατορθώσαμε να επιτύχουμε πράγματα που δεν είχαμε φανταστεί, αλλά δεν είμαστε αυτόνομοι οικονομικά. Για μένα λοιπόν είναι μεγάλη μέριμνα, καθώς σκέπτομαι τη μετά Αναστάσιο περίοδο, τι θα γίνει με τους ανθρώπους που δεν θα έχουν τόσους φίλους και συμπαραστάτες. Τι γίνεται με τους μισθούς των ιερέων; Εμείς δεν έχουμε κράτος από πίσω μας. Άρα και το οικονομικό θέμα υπάγεται στα προβλήματα της Εκκλησίας. Απλώς θέλει σωστές λύσεις. Σωστή διαχείριση, λιτότητα ζωής των υπευθύνων και αλληλεγγύη.
-Τι ευχή κάνετε;
-Να είμαστε συνεπείς και αληθινοί, να ζούμε αυτό που πιστεύουμε. Δεν είναι εύκολο να αγαπάς αληθινά, να συγχωρείς αληθινά. Δεν είναι εύκολο να κατανοείς τον διαφορετικό και να τον δέχεσαι ως αδελφό σου. Γενικά, δεν πιστεύω σε ένα εύκολο Χριστιανισμό. Τα δύσκολα αξίζουν.
-Είναι εύκολο να αγαπήσεις ένα μουσουλμάνο;
-Όταν σκεφθείς ότι δεν υπάρχει άλλος Θεός για σένα και άλλος Θεός για το μουσουλμάνο, γιατί να μην τον αγαπήσεις; Υπάρχουν υπέροχοι άνθρωποι οι οποίοι γεννήθηκαν σε μια άλλη θρησκεία. Δεν ήταν δική τους η επιλογή και ούτε δική μας για να καμαρώνουμε. Δεν υπάρχει δικός μας Θεός και ξένος, ένας είναι ο Θεός.
-Και των καθολικών;
Βλέπω ότι αγαπάτε το χιούμορ… Βεβαίως. Στην Καινή Διαθήκη ορίζεται ότι «ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ». Αυτός ο ορισμός είναι για μένα ο πιο τολμηρός, ο πιο ακριβής και πάντα επίκαιρος.
-Βιώσατε το ελληνικό κουσούρι να μην αποδέχεται τον άλλο όταν κάνει κάτι καλύτερα από σένα;
-Κουσούρι όχι μόνο ελληνικό αλλά πανανθρώπινο. Η ζήλια είναι το μεγάλο πρόβλημα και στα θρησκευτικά περιβάλλοντα. Μην ξεχνάτε, στην αρχαία Ελλάδα, πόσοι, που σήμερα τους θυμόμαστε με ευγνωμοσύνη, πέθαναν σε εξορία. Δεν υπάρχει μόνο το «Οιδιπόδειο» σύμπλεγμα αλλά και το «Αριστείδιο» σύμπλεγμα όπως το λέω, «ο τάδε είναι πολύ καλός, μιλούν συνεχώς επαινετικά γι’ αυτόν, ας εξοστρακισθεί».
-Από τους θρησκευτικούς κύκλους περιμένει κανείς την αγάπη.
-Εδώ είναι μια απλοποίηση. Οι λεγόμενοι θρησκευτικοί κύκλοι είναι και αυτοί άνθρωποι. Ο διάβολος τούς κυνηγά περισσότερο. Και αν δεν μπορεί να τους πιάσει για φιλοχρηματία, ή για θέματα που σχετίζονται με την ηθική, τους πιάνει με τη ζήλια, την υποκρισία, τη μικροψυχία. Χρειάζεται μια αδιάκοπη επαγρύπνηση.
-Πώς μπορείς να αντιμετωπίσεις τις αναπάντεχες δυσκολίες και τις ανθρώπινες αδυναμίες;
Με την αφοσίωση στην αποστολή σου. Για άλλα πράγματα στη ζωή μου είχα προετοιμαστεί. Για να γίνω καθηγητής έκανα συγκεκριμένες σπουδές. Για την Αφρική επίσης. Για την Αλβανία, δεν είχα προετοιμαστεί, μου ήλθε απότομα. Ήξερα λοιπόν ότι είχα αποδεχτεί μια κρίσιμη αποστολή που απαιτούσε θυσίες. Οι προσωπικές όμως στιγμές δεν είναι εύκολο να γίνουν συνέντευξη. Τις δύσκολες ώρες η παρηγοριά μου είναι το μικρό εκκλησάκι στο διαμέρισμά μου, όπου καταφεύγω, γονατίζω, σκέφτομαι, προσεύχομαι και στο τέλος παίρνω τις αποφάσεις μου.
-Παίρνετε εύκολα αποφάσεις;
-Όχι πάντα. Συζητώ πολύ με τους συνεργάτες μου, αλλά η τελική απόφαση είναι προσωπική. Δεν σας κρύβω ότι τον πρώτο καιρό άνθρωποι που ήταν πολύ κοντά μου, με συμβούλεψαν να μην κάνω το λάθος να μείνω στην Αλβανία, διότι δεν θα γινόταν τίποτα. Η Αλβανία είναι τόπος σκληρός, γεμάτος απρόοπτα, ήμουν όχι απλώς ξένος, αλλά από την Ελλάδα. Έχει σημασία να αποδέχεσαι ακόμη και τον κίνδυνο μιας πιθανής αποτυχίας, όταν πηγαίνεις σε μια αποστολή, η οποία ξέρεις ότι είναι ιερή αλλά δεν είναι βέβαιο το αποτέλεσμα.
Με την δημοσιογράφο Αντιγόνη Δρουσιώτη.