Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2020

Μία αλλιώτικη πορεία προς τα Χριστούγεννα

 



 

Πορευόμαστε προς τα Χριστούγεννα με μια διαφορετική πραγματικότητα, τη στιγμή που αυξάνονται δραματικά οι αριθμοί των θετικών κρουσμάτων, που νοσούν από τον κορωνοϊό, με αποτέλεσμα να αυξάνεται και ο κύκλος των περιορισμών με άδηλο μέλλον. Ταυτόχρονα δημιουργείται μία συγκρατημένη αισιοδοξία, λόγω τού περιβόητου ερχομού, που ευαγγελίζεται το εμβόλιο για την ανθρωπότητα. Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικές αντιδράσεις από μία ικανή μερίδα ανθρώπων σε όλη την Ευρώπη, που δεν συμφωνούν με τα αυστηρά περιοριστικά μέτρα (lockdown), σε συνδυασμό με το γεγονός της μεγάλης διάδοσης των συνωμοσιολογικών θεωριών. Δυστυχώς, όλος ο κόσμος παγκοσμίως βρίσκεται σε μία περιδίνηση γύρω από τα κοινωνικά θέματα (υγειονομικά, οικονομικά, ψυχολογικά). Φαίνεται πως η ζωή και η υγεία τού ανθρώπου, έχει καταντήσει αντικείμενο διεθνών οικονομικών συμφερόντων και συγκρούσεων. Βλέπουμε συνοχή εθνών εν απορία. Μέσα σε αυτό το οδυνηρό κλίμα της επιδημίας, επικρατεί στους ανθρώπους μία σύγχυση σε συνδυασμό με την εύθραυστη ψυχολογική κατάσταση. Ακόμα, παρατηρείται μία επιεικώς περιφρόνηση των ιερών θεσμών, με αποτέλεσμα να υφέρπει ένας έντονος εφελκυσμός μεταξύ της πίστης και της Επιστήμης, που, στην πραγματικότητα, δεν υφίσταται στην Ορθόδοξη Παράδοση[1]. Με πρόσχημα, όμως, τη μετάδοση του ιού δημιουργείται, σ’ ένα βαθμό, η αποξένωση (αποκλεισμός) των ανθρώπων και η αλλοίωση των διαπροσωπικών σχέσεων, υπονομεύοντας, βέβαια, την ελευθερία τού ανθρώπου και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ωστόσο, οι θάνατοι δεν είναι αριθμοί, αλλ’ αγαπημένα μας πρόσωπα.

«Τι ειρωνεία! Ο άνθρωπος, ο αλαζών, να πέφτει κάτω νεκρός από ένα αθέατο θηρίο, που λέγεται ιός»[2], έλεγε πριν από χρόνια ένας φωτισμένος ιεροκήρυκας. Νομίσαμε ότι μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τον Χριστό, αλλ’ Εκείνος μας διαβεβαιώνει με σαφήνεια: «χωρίς εμού ού δύνασθε ποιείν ουδέν»[3]. Σε αυτήν τη συνάφεια, η επιστολή προς Διόγνητον των πρώτων χριστιανικών χρόνων, μας διδάσκει πως «οι Χριστιανοί απέχουν από την πολυπραγμοσύνη και την ανθρώπινη αλαζονεία. Δεν διδάσκονται το μυστήριο της θεοσέβειας και της πίστης από κάποιον άνθρωπο, αφού οι Χριστιανοί δεν ξεχωρίζουν από τους άλλους ανθρώπους στη γλώσσα ή στις συνήθειες. Ούτε κατοικούν σε δικές τους ξεχωριστές πόλεις, ούτε ζουν με «περίεργο» τρόπο. Αλλά, κατοικούν σε πόλεις, όπως συνέπεσε ο καθένας και διαβιούν με τις τοπικές συνήθειες, συγχρόνως όμως γίνεται φανερή η θαυμαστή και αξιοπρόσεκτη συμπεριφορά τους. Ζουν ο καθένας στη δική του πατρίδα, αλλ’ ως πάροικοι. Μετέχουν σε όλα τα κοινά ως πολίτες και υπομένουν τα πάντα, όμως σαν να ήσαν ξένοι. Η ξενιτειά είναι πατρίδα τους και η πατρίδα τους ξενιτειά. Είναι γήινοι άνθρωποι, αλλά δεν ζούν με ζωώδη τρόπο. Διαβιούν στη γη αλλ’ έχουν το πολίτευμα στον ουρανό[4]. Υπακούουν στους κρατικούς νόμους, αλλά με τον τρόπο τους ξεπερνούν τούς νόμους. Αγαπούν τούς πάντες, έστω κι αν διώκονται από όλους. Αγνοούνται και κατακρίνονται, φονεύονται αλλά «ζωοποιούνται». Γίνονται φτωχοί από πεποίθηση και «πλουτίζουν» τούς άλλους. Περιφρονούνται από τους ανθρώπους, αλλά γίνεται δόξα γι’ αυτούς η περιφρόνηση. Συκοφαντούνται αλλά δικαιώνονται. Χλευάζονται κι αυτοί ευλογούν, υβρίζονται και τιμούν. Ενώ κάνουν το καλό τιμωρούνται ως κακοί· χαίρονται όμως γιατί έτσι αποκτούν την «εν Χριστώ» ζωή. Ό,τι είναι για το σώμα η ψυχή, είναι και για τον κόσμο οι Χριστιανοί. Και οι Χριστιανοί κατοικούν στον κόσμο, αλλά δεν είναι του κόσμου[5]. Η αθάνατη ψυχή κατοικεί μέσα στο θνητό σώμα και οι χριστιανοί κατοικούν στη φθαρτή κτίση αναμένοντας την ουράνια αφθαρσία».

Εντός, λοιπόν, αυτού του ζοφερού πλαισίου της επιδημίας και της κοινωνικής σύγχυσης, ο χριστιανός ελπίζει στη Πρόνοια του Θεού. Άλλωστε, ο νόμος του Θεού καθορίζει τη φυσική και υγιή εξέλιξη των πραγμάτων. Όλα γίνονται υπό την πρόνοια του Θεού, έστω κι αν είναι αντίθετα με το θέλημά Του, το λεγόμενο «κατά παραχώρηση θέλημα». Πάντα έχει ένα σκοπό ο Κύριος που επιτρέπει κάτι, και ο σκοπός του Θεού είναι η τελική πραγμάτωση τού θελήματός Του, δηλαδή η σωτηρία όλων των ανθρώπων. Πιστεύουμε, λοιπόν, στη Θεία πρόνοια, αλλά ταυτόχρονα εμπιστευόμαστε και τους ιατρούς, οι οποίοι καθημερινά θυσιάζουν όλο τον εαυτό τους με τούς κινδύνους που υφίστανται, ώστε να ανταποκριθούν στις δύσκολες συνθήκες τής επιδημίας. Άλλωστε, «η Εκκλησία πάντοτε καλλιεργεί την οδό της ισορροπίας. Από τη μία εξαντλεί ό,τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος και, από την άλλη, ζητάει την βοήθεια τού Θεού. Ο γιατρός νοσηλεύει και ο Θεός θεραπεύει, όπως έλεγαν και οι παλιοί»[6]. Σύμφωνα με τους αγίους Πατέρες – τονίζει ο Γάλλος καθηγητής Θεολογίας Ζάν Κλώντ Λαρσέ – πρέπει να αποδεχτούμε την Ιατρική επιστήμη[7], ακόμη κι αν αυτή είναι κοσμική γνώση, μόνο που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι είναι ο Θεός ο οποίος δημιουργώντας τον κόσμο, μας έδωσε τα φάρμακα μέσω των φυτών, αλλά και την διάνοια των ανθρώπων, οι οποίοι εφεύραν επιπλέον φάρμακα απ’ αυτά που μας προσφέρει η φύση. Είναι ο Θεός που χάρισε την διάνοια στους ιατρούς, είναι Αυτός ο δημιουργός της θεραπείας, είναι ο Θεός που θεραπεύει διαμέσου της Ιατρικής και των ιατρών. Επομένως, πρέπει να κατανοήσουμε και να βιώσουμε από χριστιανικής επόψεως τις προσωπικές μας νόσους, πνευματικές, ψυχολογικές και σωματικές. Πως τα νοσήματα, τα οποία είναι αποτέλεσμα του προπατορικού αμαρτήματος, μπορούν με χριστιανικό τρόπο να τα ζήσουμε πνευματικά με την Χάρη του Χριστού και να γίνουν για εμάς κάτι ωφέλιμο πνευματικό[8]. Ο Θεός δεν είναι αίτιος τού πόνου, ούτε θέλει οι άνθρωποι να πονάνε. Επίσης, ο πόνος δεν είναι η τιμωρία με την οποία ο Θεός τιμωρεί τον άνθρωπο για την αμαρτία του. Αλλά, η αυτονόμηση του ανθρώπου από τον Θεό, δηλαδή η αμαρτία είναι η αρχή της φθοράς, τού πόνου και τού θανάτου. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, τονίζει ότι ο Θεός έπλασε το σώμα, αλλά όχι την ασθένεια[9]. Ο Θεός δεν στέλνει τα κακά στον κόσμο, αλλά είναι απόρροια της κακής προαίρεσης του ανθρώπου: «ούκ έστιν αίτιος των κακών ο Θεός»[10], λέει ο Μ. Βασίλειος. Ωστόσο, παρόλο την αμαρτωλότητα του ανθρώπου, ο Θεός με την αγαθότητά Του δίνει τρόπους, ώστε να αξιοποιήσουμε πνευματικά τούς πειρασμούς και όλα τα κακά, που συμβαίνουν στη ζωή μας, για να ωφεληθούμε στο τέλος, αφού ο Θεός θέλει την σωτηρία του ανθρώπου[11].

Όσο πληγωμένη είναι η ανθρωπότητα από την παρουσία της αμαρτίας, τόσο η παρουσία τού Χριστού θα προξενεί βαθύτατο πόνο. Εξάλλου, η Π. Διαθήκη μας υπενθυμίζει, ποιός μπορεί να αντέξει την οργή του Θεού σε ημέρες θλίψεως; Βέβαια, πρέπει να επισημάνουμε πως, ως «οργή Θεού»[12] στη θεολογία εκλαμβάνεται η εγκατάλειψη Θεού, η απουσία τής Θείας χάριτος από τη ζωή μας. Καθώς, σύμφωνα με τον Ψαλμωδό: «πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν· ουκ έστι ποιών χρηστότητα»[13]. Ταυτόχρονα, όμως, η αγία Γραφή μας παρηγορεί: «Αλλά, Χριστός Κύριος τοις υπομένουσιν αυτόν εν ημέρα θλίψεως»[14]. Παρόλη την ανθρώπινη εξαχρείωση, ο σκοπός τού Θεού, είναι η επιστροφή τού ανθρώπου, αφού η αγάπη του Θεού υπερνικά την οργή Του[15]. Άρα, να έχουμε ελπίδα, γιατί ο Χριστός μετατρέπει την θλίψη σε χαρά.

Αναζητούμε τον Χριστό μέσα στο χάος της κοινωνικής σύγχυσης και της πνευματικής ραθυμίας: «ψάχνουμε για μια διέξοδο γυρεύοντας μια αλλιώτικη ζωή…»[16]. «Εγώ σε ψάχνω (Χριστέ) για να έχω μία αιτία για να ζώ», όπως λέει και το λαϊκό άσμα· να έχω νόημα ζωής. Εξίσταμαι[17]: βγαίνω έξω από τον εαυτό μου (χάνω τα λογικά μου) και αναζητώ το Συ τού Θεού με την προσευχή. Για να αποκτήσει ο άνθρωπος πνεύμα ανδρείας στους πειρασμούς, χρειάζεται συνεχώς να προσεύχεται, ώστε να αισθάνεται την παρουσία του Θεού κοντά του. Έτσι, ο πιστός άνθρωπος τα βλέπει όλα με θεανθρώπινο μάτι. Με την εσωτερική νοερή αίσθηση της καρδιάς, που βλέπει με τα πνευματικά μάτια. Ο άνθρωπος με τον Θεό βλέπει με διαφορετικό μάτι, πνευματικό, την αρρώστια, τον πόνο και όλες τις δοκιμασίες τις εκμεταλλεύεται θετικά. Τις εκλαμβάνει ως ευκαιρίες προσέγγισης του Θεού και της αγάπης Του, ως ευκαιρία μετανοίας και θερμής προσευχής. Καλλιεργώντας, λοιπόν, ο άνθρωπος τις θεοσύστατες εντολές, ωριμάζει πνευματικά και δέχεται την Χάρη του Θεού. Αναπτύσσοντας παράλληλα υψηλό αίσθημα της αγιότητας, αφού, ως γνωστό, οι δοκιμασίες και οι πειρασμοί, ωριμάζουν πνευματικά τον άνθρωπο. Μεταμορφώνοντας τον εαυτό του σε παράδεισο, όπου αντανακλάται η αγιότητα προς τον κόσμο (Κτίση). Γι’ αυτό οι Άγιοι καθίστανται μία πύρινη φλόγα προσευχής υπέρ όλης της Εκκλησίας.

Ο πνευματικός άνθρωπος όλα τα θεωρεί αποτελέσματα της προσευχής του, αφού συνεχώς ζητεί να «λευκανθεί» η ψυχή του από τον Θεό. Όπως ακριβώς ζητούσε με πόθο ψυχής ο προφητάναξ Δαβίδ: «ραντιεῖς με ὑσσώπῳ, καὶ καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι»[18]. «Αν όμως ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τις δοκιμασίες με κοσμικό τρόπο, βασανίζεται και στενοχωριέται. Δεν έρχονται τα θέματα της ζωής του όπως θέλει και δεν βρίσκει ανάπαυση. Όμως, στις θλίψεις ο Θεός δίνει την αληθινή παρηγοριά. Οι πνευματικοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις δοκιμασίες με τον Χριστό, δεν απογοητεύονται και δεν έχουν δικές τους θλίψεις. Ζητούν ταπεινά το έλεος του Θεού και έχει νόημα η ζωή τους. Μπορεί να έχουν πίκρες, αλλά παράλληλα «μαζεύουν» και την αγάπη του Θεού. Επομένως, όταν στις δοκιμασίες υπάρχει πνευματική αντιμετώπιση, τότε δεν υπάρχει θλίψη και στενοχώρια. Γιατί, όταν ο άνθρωπος τοποθετηθεί πνευματικά, όλα αλλάζουν και μεταμορφώνονται με τον Χριστό. Όταν ακουμπήσει ο πόνος και η θλίψη στον γλυκύ Ιησού, όλα μεταβάλλονται σε μέλι και Χάρη Θεού»[19], αναφέρει από την εν Θεώ εμπειρία του ο άγιος Παΐσιος.

Με λίγα λόγια, να δούμε αυτό τον πειρασμό υπό το πνευματικό πρίσμα της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης, αφού «πολλαί αι θλίψεις των δικαίων», προειδοποιεί η Αγία Γραφή. Κι όμως, οι περισσότεροι άνθρωποι κλονίζονται στη πίστη τους προς τον Θεό. Σκανδαλίζονται και γογγύζουν οι χριστιανοί για τις θλίψεις και τα βάσανα της ζωής. Γι’ αυτό, ας αλλάξουμε στάση ζωής, διότι «ουδείς απείραστος επάνω στη γή»[20], κι όταν μας κυκλώνουν οι θλίψεις, οι αδικίες και οι δυνατοί πειρασμοί κατά παραχώρηση Θεού, που οπωσδήποτε θα έλθουν[21], να μην λυγίζουμε και να μην ολιγοπιστούμε, εφόσον Εκείνος με την πανσοφία Του ενεργεί και επιτρέπει τα πάντα προς το αιώνιο συμφέρον της ψυχής μας[22]. Χρειάζεται, λοιπόν, μία ενδοσκόπηση στο βάθος του «είναι» μας. Αυτό που συνήθως χάνει ο άνθρωπος μεγαλώνοντας είναι η πίστη. Αυτό είναι σημαντικό, διότι, αρχίζει καλώς με πίστη, αλλά μετά αναπτύσσονται άλλες αντίρροπες δυνάμεις, ο ορθολογισμός, η φιλαυτία, ο εγωισμός κ.ά. Γι’ αυτό, ακριβώς, χρειάζεται κατάλληλο έδαφος[23], προκειμένου να αναπτυχθεί η πίστη, καθότι, η δύναμη και η ενέργεια τού Χριστού, είναι προβάλλουσα και όχι επιβάλλουσα. Συνεπώς, όποιος θέλει παίρνει αυτή την αγιαστική δύναμη του Θεού, ελεύθερα με την πίστη του. Ο Χριστός είναι η δύναμη[24], που εξέρχεται και θεραπεύει όλους, αλλ’ όμως έγκειται στη πίστη τού κάθε ανθρώπου, δηλαδή στην αποδοχή αυτής της σωστικής ενέργειας και Χάρης. Αυτή η δύναμη του Θεού, «μερίζεται αμερίστως», δηλαδή διαμοιράζεται, αλλά ποτέ δεν εξαντλείται. Εμείς την δύναμη του Αγίου Πνεύματος την πήραμε μέσα μας ως καρπό κατά την βάπτισή μας, κατά την φοβερή ώρα της πνευματικής μας αναγέννησης. Έτσι, το βαθύτερο βίωμα κάθε πιστού μέλους της Εκκλησίας, είναι η καρδιακή και ουσιαστική συμμετοχή «κατά το μέτρο»[25] της δύναμης, της χωρητικότητας, της διάθεσης και της αγωνιστικότητας του, στην εμπειρία της Εκκλησίας[26].

Για να χρησιμοποιήσουμε μία επίκαιρη φράση των ημερών μας, να ιχνηλατήσουμε[27] τα βήματα των Αγίων, οι οποίοι μας παραδειγματίζουν με την αγία ζωή τους. Με αγαθή διάθεση να αξιοποιήσουμε αυτήν τη δοκιμασία ως ευκαιρία καλλιέργειας της αγάπης προς τον συνάνθρωπο. Επομένως χρειάζεται, έστω την ύστατη ώρα, να πούμε ένα «δόξα σοι ο Θεός», γιατί το είχαμε ξεχάσει ή είχαμε αδιαφορήσει στην περίοδο της ευδαιμονίας. Της απνευμάτιστης ζωής μας. Γιατί ζούσαμε στην «μακαριότητά» μας χωρίς Θεό. Ξεχάσαμε ή περιφρονήσαμε την ευλογημένη παρουσία του Θεού όταν κυλούσαν όλα ομαλά στη ζωή μας. Εξάλλου, μέσω της αυτομεμψίας, λένε οι άγιοι Πατέρες, μάς αποκαλύπτεται ο Θεός. Επίσης, τον καιρό τού πειρασμού αποκαλύπτεται η ποιότητα της πνευματικής μας ζωής. Η ποιότητα της καρδιάς μας. Αυτό που μας φαίνεται καταστροφικό, μπορεί στο τέλος να έχει μεγάλη πνευματική ωφέλεια, εάν αξιοποιήσουμε πνευματικά την δοκιμασία. Έτσι, θα λέγαμε, έρχονται οι Άγιοι να ξυπνήσουν την «υπνώτουσα» ψυχή μας και τον σκοτισμένο μας νού. Καθώς οι Άγιοι γνωρίζουν καλά πως υπακοή στην Εκκλησία, σημαίνει υπακοή στον Χριστό. Υπακοή σημαίνει ταπείνωση. Αλλιώς, μιλούμε για πίστη προτεσταντικού τύπου. Καθόσον, στην Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν υφίσταται κανείς αυτονομισμός, αλλά η κενωτική αγάπη με την εκκοπή τού ιδίου θελήματος, διαμέσου της υπακοής. Δηλαδή, ταυτίζεται με την έννοια του ανθρώπινου προσώπου, η οποία είναι υπαρξιακή και πραγματοποιείται μέσω της ελευθερίας και της αγαπητικής σχεσιακότητας[28]. Όπως, χαρακτηριστικά, λέει ο αγιασμένος Γέροντας Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης: «ο Θεός είναι Αγάπη και ο ύμνος του Παραδείσου είναι η αγάπη. Η αγάπη όπως την δίδαξε ο Κύριος είναι έκφραση της θυσίας και όχι παραποιημένη από τους ανθρώπους. Είναι καρπός της καρδιάς και προσφορά της (καλής) προαίρεσης. «Ο μένων εν τη αγάπη, εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ», βροντοφωνάζει ο απόστολος της αγάπης, Ιωάννης ο Ευαγγελιστής. Άρα, η αγάπη είναι το κλειδί, που ανοίγει όλες τις πόρτες της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Είναι το φάρμακο, που γιατρεύει όλες τις ψυχοσωματικές αρρώστιες τού ανθρώπου. Διότι, η αγάπη είναι το δόσιμο και το “άπλωμα” της καρδιάς».

Οι Άγιοι αναπαύουν τους ανθρώπους, τούς δίνουν παρηγοριά και ελπίδα, απόρροια της Θείας χάριτος. Ο άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης, διατυπώνει «εν απλότητι καρδίας» την εμπειρία του από τις σωματικές του ασθένειες: «Ή από τις αμαρτίες μου τώρα, ή από την καλοσύνη του ο Θεός με δοκιμάζει, αλλά λέγω “είη το όνομα Κυρίου ευλογημένο”. Δεν απελπίζομαι και λέγω “δόξα τω Θεώ”. Τουλάχιστον, να είμαστε κοντά στον Θεό και να μας βρεί ο Θεός όπως θέλει. Ποτέ δεν με αδίκησε ο Θεός. Εκείνος έχυσε το Πανάγιό Του αίμα επάνω στον Σταυρό. Εγώ, δόξα τω Θεώ, πάω σε κανέναν γιατρό, παίρνω και κανένα φάρμακο… Εκείνος τι υπέμεινε για εμάς; Και οι Άγιοί μας τόσα πάθανε! Ο Θεός δοκιμάζει. Η στεναχώρια είναι η πιο μεγάλη αρρώστια, να την διώχνετε. Στην Εκκλησία βρίσκουμε την υγεία, την παρηγοριά, την ελπίδα και την σωτηρία της ψυχής μας»[29]. Ο χριστιανός πορεύεται με πίστη και αισιοδοξία στις δοκιμασίες, σύμφωνα με το ψαλμικό: «Εάν γαρ και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου, ού φοβηθήσομαι κακά, ότι σύ μετ’ εμού εί Κύριε»[30]. Είμαστε υπό την σκέπη του Θεού, επομένως τι να φοβηθούμε. Ωστόσο, όπως εύστοχα τονίζει ο S. Kierkegaard: Υπάρχουν ορισμένες καταστάσεις, όπως ο πόνος, ο κίνδυνος ή ο θάνατος, που απομυθοποιούν, ξεγυμνώνουν τον άνθρωπο, κάνοντάς τον «άλλον» άνθρωπο[31].

Ο άνθρωπος, όμως, που τοποθετείται με πνευματικό τρόπο απέναντι στις δοκιμασίες, είτε τον επαινούν είτε τον αδικούν, χαίρεται και όλα τα αντιμετωπίζει με ταπείνωση και υπομονή[32], λαμβάνοντας Χάρη. Σε αυτή την περίπτωση, ο Θεός δίνει την ευλογία Του, ώσπου να φθάσει ο άνθρωπος να μην «χωράει» και να μην αντέχει την καλοσύνη του Θεού στην ψυχή του. Προχωρώντας στη πνευματική ζωή ο άνθρωπος, θα βλέπει την αγάπη του Θεού σε μεγαλύτερο βαθμό και θα «λιώνει» από την αγάπη Του[33]. Κατά τον Γέροντα Ιωσήφ τον Βατοπαιδινό, «ο Θεός δεν έχει αγάπη, αλλά είναι αγάπη. Η αγάπη είναι η ολοκλήρωση της προσωπικότητας μας, δεν είναι αρετή. Είναι αυτό, τούτο το πρόσωπο τού Χριστού. Δεν υφίσταται το πρόσωπο χωρίς αγάπη. Είναι στοιχείο οντολογικό». Γι’ αυτό και ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος, ταυτίζει την απόκτηση της θείας Χάριτος, με την αγάπη στον Θεό και στις θλίψεις. Στην τήρηση των ευαγγελικών εντολών, τον πνευματικό αγώνα και την πίστη στη Θεία πρόνοια. Είναι ανάγκη να καταλάβει ο άνθρωπος τα μυστικά της πνευματικής ζωής και τον μυστικό τρόπο, που εργάζεται ο Θεός την σωτηρία του. Τότε παύει να στενοχωρείται για οτιδήποτε του συμβαίνει, διότι δέχεται τις πίκρες ως φάρμακο που τού δίνει ο Θεός, για την υγεία της ψυχής του[34]. Εξάλλου, η υγεία της ψυχής (πνευματική υγεία), στην Ορθόδοξη θεολογία, θεωρείται ως το θεμέλιο της οντολογίας της ανθρώπινης φύσης.

Εφόσον ο Χριστός ήρθε για να μας δώσει, όχι μόνο πνευματική υγεία, αλλά και ψυχοσωματική, επομένως, βάζει εμπρός μας, πως είναι αυτή η υγεία. Και η υγεία είναι όταν πράγματι όλη η ύπαρξή μας, έχει ως κέντρο της αγάπης και του ενδιαφέροντός της, τον Χριστό. Έτσι, μετέπειτα, διαμέσου του Χριστού, αγαπούμε και όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως και όλα όσα είναι γύρω μας. Είναι ανάγκη λοιπόν η προσευχή, γιατί η προσευχή είναι η φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Να ελπίζουμε επί Κύριον και να στρεφόμαστε προς Αυτόν ταπεινά. Και όταν υπάρχει ταπείνωση, έρχεται η Χάρις και το έλεος του Θεού στη ζωή του ανθρώπου. Ο αγιασμένος Σέρβος ασκητής π. Θαδδαίος, διδάσκει: «Εάν εμείς οι ίδιοι δεν διδαχθούμε την ταπείνωση, ο Θεός δεν θα σταματήσει να μας ταπεινώνει»[35]. Να πορευόμαστε λοιπόν με πίστη και μετάνοια, ώστε να ελκύσουμε την αγάπη του Θεού, γιατί το έλεος του Θεού είναι η ανταπόκριση στη μετάνοια του ανθρώπου. Έτσι, όταν πραγματικά ταπεινωθούμε και ζητήσουμε την Θεία βοήθεια, τότε σίγουρα ο Θεός δεν θα μας εγκαταλείψει[36].

Δεν πρέπει να ξεχνούμε πως, ο απώτερος σκοπός της ζωής μας, είναι η πνευματική μας τελείωση. Αφού, ως γνωστό, κατά τους αγίους Πατέρες, το αληθινό και τέλειο αγαθό είναι ο Θεός. Γιατί, όχι μόνο δεν μπορεί να μεταβληθεί, όπως τα κοσμικά αγαθά, αλλά, επιπλέον, κάνει αγαθούς αυτούς που το κατέχουν[37]. Επομένως, ο Θεός είναι το ύψιστο αγαθό, από το οποίο πηγάζουν όλα τα αγαθά, ουράνια και επίγεια[38]. Ο Ινδός φιλόσοφος και νομπελίστας Ταγκόρ, γράφει: «Μη λές πως κάθε ελπίδα έχει χαθεί· ότι από συνήθεια στέλνει ο ήλιος φώς· γεννήθηκε απόψε ένα παιδί, ελπίζει ακόμα στους ανθρώπους ο Θεός». Ο ερχομός τού Χριστού στον κόσμο και η βασιλεία Του, δεν σχετίζεται με την εγκόσμια δόξα και νοοτροπία. Αλλά, αποτελεί αγία ζωή, τρόπο συμπεριφοράς και κατάσταση αγία. Η βασιλεία τού Χριστού μέσα στην Ιστορία, είναι βασιλεία αγάπης και ταπείνωσης. Η ενσαρκωμένη Ελπίδα. Συνεπώς, το θαύμα της γέννησης του Θεανθρώπου βιώνεται εν σιγή. Το οποιοδήποτε θαύμα, κι αυτό ακόμη της σωτηρίας μας, που είναι μέγα μυστήριο. Το θαύμα το κάνει ο Θεός εν σιωπή. Διότι, το θαύμα είναι υπέρλογο και προσεγγίζεται με σιγή, με κατάνυξη, δεν μπορεί να το εξηγήσει η λογική.

Με την σάρκωση του Θεού Λόγου καλύφθηκε η θεότητα, ώστε να μην τυφλώσει το φώς της και κατακάψει την ανθρωπότητα. Κρύβεται ο Θεός, γιατί οι άνθρωποι φοβούνται να τον κρατήσουν κοντά τους. Όπως π.χ. ένα παιδί φοβάται το ύψος, έτσι και ο άνθρωπος ιλιγγιά ο νούς του  μπροστά στον Θεό, που τον διακατέχει ένα ιερό δέος. Ως mysterium tremendum, το περιγράφει ο Ρούντολφ Ότο. Ένα μυστήριο που προκαλεί ταυτόχρονα φόβο και αγάπη! Γι’ αυτό και ο Χριστός δεν τύφλωσε τον άνθρωπο με το φώς της θεότητάς Του, αλλά γεννήθηκε ήσυχα, ταπεινά και ξεκούρασε τον άνθρωπο. Το κρύψιμο λοιπόν του Θεού, είναι η μεγαλύτερη έκφραση της ταπείνωσης και της αγάπης Του. Είναι μία κένωση (άδειασμα), η οποία πάντοτε συνέβαινε και συνεχίζει να συμβαίνει, ενώ με την μορφή της σάρκωσης παρουσιάσθηκε κατά την γέννηση τού Χριστού. Έτσι, ο Χριστός συνεχίζει τις καθόδους (κένωση) Του, με το να καθιστά μέτοχο τού εαυτού Του, την καρδιά, την σκέψη και την αμαρτία τού κάθε ανθρώπου. Σηκώνει (ανασταίνει) τα πάντα επάνω Του, για να μπορεί να διευκολύνει τον άνθρωπο να τον κρατά δέσμιο της αγάπης Του, χωρίς να αναιρεί την ελευθερία του[39]. Μάλιστα, στην κατάσταση της αρχέγονης δικαιοσύνης, στην προπτωτική εποχή, δεν υπάρχει ούτε φθορά ούτε θάνατος, αλλά ζωή και περίσσευμα ζωής[40]. Προς αυτή την πραγματικότητα, λοιπόν, έρχεται ο Θεός με την ενανθρώπησή Του να θεραπεύσει και να οδηγήσει τον άνθρωπο «ένθα ουκ έστι πόνος, ού λύπη, ού στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος»[41]. Άρα, πορεία προς τα Χριστούγεννα, σημαίνει πρόσκληση προς την αγιότητα.

 

π. Γεώργιος Β. Δημητρόπουλος

Υπ. ΜΑ Θεολογίας

 



[1] Πρβλ. Kατά τον W. Mark Richardson του Kέντρου Θεολογίας και Φυσικών Επιστημών Αμερικής: «H επιστήμη δεν μπορεί να γίνει αυτόπτης μάρτυρας του Θεού, αλλά μπορεί κάλλιστα να γίνει μάρτυρας για τον χαρακτήρα Tου», βλ. στο «Η επιστήμη συναντάει τον Θεό», https://www.medium.gr/.

[2] Αρχιμ. Α. Μυτιληναίου, Ιερά Αποκάλυψη, ομιλία 30.

[3] Ιωάν. 15, 5.

[4] Βλ. Εβρ. 13, 14.

[5] Πρβλ. Ιωάν. 15, 19.

[6] Μητρ. Χαλκίδος Χρυσοστόμου, «Δεν έχουμε καταλάβει πόσο πολύ μας αγαπάει ο Θεός, πόσο ταπεινώνεται για εμάς», https://www.pemptousia.gr/, 26/11/2020.

[7] Βλ. Σοφ. Σειράχ 38, 1-8.

[8] Jean Claude Larchet, Συνέντευξη για την ραδιοφωνική εκπομπή της Αποστολικής Διακονίας «Ταξιδεύοντας στον κόσμο του βιβλίου», 3/4/2009.

[9] Ζάν Κλώντ Λαρσέ, Ο Θεός δεν θέλει τον πόνο των ανθρώπων, εκδ. Εν πλώ, Αθήνα 2016.

[10] Βασιλείου Καισαρείας, Ομιλία Δ’, Ε.Π.Ε., τόμ. 7, σελ. 86 κ.εξ.

[11] Α’ Τιμ. 2, 4.

[12] Βλ. Κολοσ. 3, 6.

[13] Ψαλμ. 13, 3.

[14] Ναούμ 1, 7. Πρβλ. Ψαλμ. 19. 141. 142.

[15] Βλ. Σοφονία 3, 16-18. Ωσηέ 11 κ.εξ.

[16] Βλ. Τραγούδι της Σ. Μπέλλου, Δε λές κουβέντα, 1981.

[17] Πρβλ. Λουκ. 8, 56.

[18] Ψαλμ. 50, 9.

[19] Λόγοι Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, τόμ. Δ’, «Οικογενειακή ζωή».

[20] Βλ. Ιωάν. 16, 33.

[21] Σοφ. Σειρ. 2, 1. «εί δουλεύειν Κυρίω Θεώ, ετοίμασον την ψυχήν σου είς πειρασμόν».

[22] Πρωτοπρ. Σ. Κ. Αναγνωστόπουλου, Πνευματικές Διαδρομές στους Μακαρισμούς, Πειραιάς 2009, σελ. 230-231.

[23] Βλ. Λουκ. 8, 5-15. Η παραβολή του Σπορέα.

[24] Βλ. Λουκ. 8, 46.

[25] Πρβλ. Εφεσ. 4, 13.

[26] Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου, Λόγοι εόρτιοι Μυσταγωγικοί, Αθήναι 2014.

[27] Πρβλ. Α’ Πέτρ. 2, 21.

[28] Ε. Προδρόμου, Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 5 (Απρίλιος 1995), σελ. 122.  

[29] Ο Γέρων Ιάκωβος, Α’ Διηγήσεις, εκδ. «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» 2016.

[30] Ψαλμ. 22, 4.

[31] Αρχιμ. Β. Μπακογιάννη, Αντιβίωση, εκδ. «Θαβώρ» 2008, σελ. 15.

[32] Βλ. Α’ Πέτρ. 2, 19-20.

[33] Λόγοι Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, όπ. παρ.

[34] Ισαάκ του Σύρου, Λόγος 78, «Ασκητικά», σελ. 299. Και Λόγος 34, σελ. 147.

[35] Οι λογισμοί καθορίζουν την ζωή μας, εκδ. «Εν πλώ», Αθήνα 2012, σελ. 42.

[36] Βλ. Εβρ. 13, 5.

[37] Μ. Βασιλείου, Είς τον Α’ Ψαλμόν, Ε.Π.Ε., 5, 20.

[38] Βλ. Ιάκ. 1, 17.

[39] Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου, Λόγοι εόρτιοι Μυσταγωγικοί, Αθήναι 2014, σ. 289.

[40] Πρβλ. Ιωάν. 10, 10.

[41] Ζάν Κλώντ Λαρσέ, Ο Θεός δεν θέλει τον πόνο των ανθρώπων, εκδ. Εν πλώ, Αθήνα 2016.

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2020

Τι γιορτάζουμε τελικά τα Χριστούγεννα;

 


     Μέσα σε όλον αυτόν τον καταιγισμό ερεθισμάτων, μηνυμάτων και καταναλωτικών προκλήσεων, μήπως χρειάζεται να επαναφέρουμε το αυθεντικό νόημα των Χριστουγέννων;

Η περίοδος των Χριστουγέννων και ειδικότερα οι μέρες πριν από τις γιορτές, βιώνονται από το μεγαλύτερο ποσοστό του κόσμου με συναισθήματα αγωνίας και άγχους: το στόλισμα του δένδρου, η διακόσμηση του σπιτιού, τα ψώνια για το τραπέζι, τα δώρα, οι ανάγκες των παιδιών, το που θα περάσει ο καθένας την παραμονή των γιορτών, πώς θα αξιοποιηθεί καλύτερα ο ελεύθερος χρόνος των γιορτών και άλλα παρόμοια θέματα που φαντάζουν σημαντικά μέσα στο εορταστικό πλαίσιο. Και χωρίς να το καταλάβουμε περνούν οι μέρες και φτάνει το τέλος του χρόνου. Μήπως όμως ξεχνάμε κάτι; Θα υπέθετα ότι όσοι βιώνουν την παραπάνω κατάσταση, τους ξεφεύγει τί ακριβώς γιορτάζουμε τελικά την περίοδο των Χριστουγέννων.

Ας είμαστε ειλικρινείς όμως: αρχικά πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι, μεταξύ άλλων, η κοινωνία που ζούμε είναι άκρως καταναλωτική και ένα μεγάλο μέρος των σκέψεων, αναγκών, επιθυμιών και πράξεων μας ωθεί, ασυνείδητα, στην αγορά πραγμάτων που νομίζουμε ότι χρειαζόμαστε. Δέκα λεπτά αν αφεθεί κανείς και παρακολουθήσει ένα οποιοδήποτε ΜΜΕ, θα υποστεί πλύση εγκεφάλου που θα πιστέψει ότι η ευτυχία των γιορτών εξαργυρώνεται μέσα από τις ηλεκτρονικές οθόνες - tablets, τηλέφωνα, τηλεοράσεις, laptops κτλ και κάθε είδους καταναλωτική αγορά.

Για να είμαι δίκαιος και κοιτώντας σε πιο βαθύ επίπεδο, σίγουρα πολλοί από τους ανθρώπους γιορτάζουν ουσιαστικές σχέσεις με τους αγαπημένους τους, την οικογένεια και τους φίλους τους, ενδεχομένως ακόμη και ένα άνοιγμα προς αγνώστους ανθρώπους, μέσα από φιλανθρωπικές πράξεις. Θεωρώ ότι σε ένα ευρύτερο, πολιτιστικό επίπεδο, αυτό δεν μπορεί να σημαίνει πολλά περισσότερα από έναν αόριστο και γενικό συναισθηματισμό που προκαλείται από το πλαίσιο και όχι από συνειδητή επιλογή, καθώς όπως διαφαίνεται ξεθωριάζει μετά την εορταστική περίοδο και ο καθένας επανέρχεται στις πρότερες αντιδράσεις. 

Άρα, αυτή είναι η εποχή του έτους, όταν υποτίθεται ότι πρέπει να είμαστε καλύτεροι ο ένας προς τον άλλον, όταν χρειάζεται να είμαστε σε θέση να επιδείξουμε μεγαλύτερη ανοχή στους άλλους ανθρώπους ή τουλάχιστον να μη δείχνουμε αγενείς και κακοί στην αμοιβαία αλληλεπίδραση μας. Ωστόσο, πιστεύω ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο από αυτό που αυτοματοποιημένα μπαίνουμε να βιώσουμε την περίοδο των γιορτών.

Αν και η επίσημη θρησκεία του ελληνικού κράτους είναι η ορθόδοξη χριστιανική, υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που αν και χριστιανοί, δεν αποζητούν και επομένως δεν ανακαλύπτουν κανένα θρησκευτικό νόημα αυτή την περίοδο. Το προσπερνούν, μένοντας μόνο στην ιστορικότητα των γεγονότων, όπως η γέννηση του Χριστού, η ενσάρκωσή του Θεού δηλαδή σε άνθρωπο, η φάτνη, οι μάγοι με τα δώρα, μία αίσθηση όπως έχει αποτυπωθεί από το σχολείο.

Σε αντίθεση με αυτή την επιφανειακή ερμηνεία, υπάρχει μία πιο περιεκτική, δυναμική και βιωματική ερμηνεία των Χριστουγέννων που τοποθετείται αναγκαία σε ένα υπαρξιακό πλαίσιο. Ο Paul Tillich σημειώνει: «Υπό το φως του βέβαιου τέλους μας και κάτω από τις συνθήκες της ύπαρξης, είμαστε αποξενωμένοι και διαχωρισμένοι από τη δική μας ύπαρξη, τις υπάρξεις των άλλων και εν τέλει και την ίδια την ύπαρξη».

Είμαστε απομονωμένα, πεπερασμένα όντα, φυλακισμένα στο δικό μας περιορισμένο βιωματικό πλαίσιο, την προοπτική και τα εννοιολογικά συστήματα. Αγωνιούμε να γίνουμε κατανοητοί και να μας εκτιμήσουν, οι εμπειρίες μας να επικυρωθούν και να ενισχυθούν, να ξέρουμε ότι θα φροντιστούμε και ότι τελικά δεν είμαστε μόνοι στο κοντινό μας σύμπαν. Αυτό που οι περισσότεροι άνθρωποι χρειάζονται απεγνωσμένα είναι η σχέση και η ενσυναίσθηση, που με μία διαφορετική ερμηνεία θα πρότεινα ότι είναι το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων.

Αν δούμε την ενσυναίσθηση ως κατανόηση και μοίρασμα της εμπειρίας ενός άλλου ατόμου, όπως χαρακτηριστικά λέμε «μπαίνω στη θέση του άλλου», τότε νομίζω ότι απόλυτα έχουμε κατανοήσει την ερμηνεία της ενσάρκωσης από την άποψη της ενσυναίσθησης, γι 'αυτό που ακριβώς σημαίνει. Στα θρησκευτικά βιβλία, ο αθάνατος Θεός έγινε άνθρωπος και μοιράζεται την θνητότητά του, όπως οι άνθρωποι, έτσι ώστε τα πεπερασμένα όντα να μπορούν να γίνουν αθάνατα και θεϊκά. Το μωρό Ιησούς, που συμβολίζει το Αθάνατο, έχει εισέλθει στη θνητή ύπαρξη, μπαίνει στη «θέση μας» και βιώνει υποστηρικτικά την υπαρξιακή κατάσταση.

Μέσα από την πορεία του, συνδέεται με τους ανθρώπους, τους κατανοεί και ενδυναμώνεται από τις σχέσεις για να ξεπεράσει τα δεινά που συναντά στην ανθρώπινη πορεία του: Του δίνεται το όνομα Εμμανουήλ, σημαίνει «ο Θεός μαζί μας». Και αν Εκείνος είχε το Θεό, οι διδαχές του τονίζουν την αναγκαιότητα της σχέσης: Δεν είμαστε μόνοι στον πόνο μας και στην οδύνη ή στη χαρά και την ευτυχία μας ή σε οποιαδήποτε από τις εμπειρίες μας. Μπορούμε να κατανοηθούμε και να φροντιστούμε, είμαστε άξιοι εκτίμησης και επιβεβαίωσης, αγάπης και υποστήριξης σε όλες τις εμπειρίες της ζωής μας.

Μέσω της βίωσης αυτής της θεραπευτικής σύνδεσης, της ενσυναίσθησης με τους άλλους ανθρώπους, υπερβαίνοντας το απόλυτο πεδίο της δικής μας ύπαρξης, είμαστε σε θέση να βιώσουμε τις αυθεντικές αξίες στις σχέσεις μας με τις υπάρξεις των άλλων. Υπό το φως των παγκόσμιων, κοινωνικών και διαπροσωπικών καταστροφικών συγκρούσεων και βίας, που ειρωνικά και τραγικά περιβάλλονται από κούφιες κοινοτοπίες μας όπως "επί γης ειρήνη και καλή θέληση", πιστεύω ότι είναι σαφές αυτό που χρειάζεται επειγόντως η ανθρώπινη φυλή.

Όταν συμπάσχουμε με τους άλλους ανθρώπους και πραγματικά προσπαθούμε να καταλάβουμε την πίστη/αξία τους και το σεβασμό των δικαιωμάτων τους, μοιραζόμαστε ενεργά τις εμπειρίες τους και τους παρέχουμε πραγματική φροντίδα/υποστήριξη. Δεν μπορούμε πλέον να τους δούμε και να τους αντιμετωπίσουμε ως απόλυτους «άλλους» εντελώς αντίθετους και ξένους προς εμάς ή ως αντικείμενα που πρέπει να χρησιμοποιούμε και να χειραγωγήσουμε για τους δικούς μας σκοπούς. Η σύνδεσή μας μέσω της ενσυναίσθησης μας ενώνει και αποκαλύπτει την κοινή φύση μας και την υπαρξιακή κατάσταση, θυμίζοντάς μας ότι είμαστε διασυνδεδεμένοι μέλη ενός ανθρώπινου συστήματος, αδέλφια μιας ανθρώπινης οικογένειας, οι οποίες με τη σειρά τους γεφυρώνουν χάσματα, επιβληθείσες συντριβές, συμφιλιώνουν διχαστικές διασπάσεις και αποκαθιστούν τη βασική μας ενότητα.

Η πραγματικότητα των Χριστουγέννων μπορεί να γιορταστεί με νόημα από τον καθένα μας, αν είμαστε πρόθυμοι να λάβουμε το δώρο της ενσυναίσθησης στη ζωή μας, μέσα από την ενσάρκωση του Χριστού σε θνητό.


  Χάρης Πίσχος, Ψυχολόγος MSc - Υπαρξιακός Συστημικός Ψυχοθεραπευτής, https://www.sinaisthisi.gr/, 

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2020

Εγκύκλιος παρηγορητική του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών κ.κ. Χρυσοστόμου προς το Χριστεπώνυμο πλήρωμα της Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών επί τη προσμονή της Εορτής των Χριστουγέννων

 




ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΤΡΩΝ

 

Ἐν Πάτραις τῇ 5ῃ Δεκεμβρίου 2020

Ἀριθμ. Πρωτ.: 456

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 375η

 

 

Πρός

τό Χριστεπώνυμον Πλήρωμα

τῆς Ἱερᾶς καί Ἀποστολικῆς  Μητροπόλεως Πατρῶν

 

 

Παιδιά μου εὐλογημένα,

Μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ πορευόμεθα πρός τήν Βασιλίδα καί Μητρόπολη τῶν Ἑορτῶν, τά ἅγια Χριστούγεννα. Οἱ καιροί τούς ὁποίους διανύομε, κρίμασιν οἷς οἶδεν Κύριος ὁ Θεός, εἶναι ἐξαιρετικά δύσκολοι καί τά προβλήματα τά ὁποῖα ἀντιμετωπίζομε εἶναι ποικίλα.

Πρό ἡμερῶν ἑορτάσαμε, μέ πόνο ψυχῆς, ὅπως εἴπαμε καί στό κήρυγμά μας, τόν Ἅγιον Ἀπόστολον Ἀνδρέα.

Παρά τίς δυσκολίες, ἕνεκα τῶν ὑφισταμένων μέτρων, γιά τήν λεγομένη πανδημία, καθ' ὅλο τόν μῆνα Νοέμβριο, ἐδόθη ἡ εὐκαιρία καί ὁ τρόπος νά προσκυνοῦν οἱ πιστοί τόν ἱερώτατο Ἀπόστολο καί Διδάσκαλό μας καί νά μετέχουν στήν Τράπεζα τῆς Ζωῆς, τηρουμένων καί τῶν μέτρων, τά ὁποῖα ὑφίστανται.

Ἡ προσευχή μας, ἀδελφοί μου καί οἱ δεήσεις μας θερμές ἀναπέμπονται πρός Κύριον καί οἱ παρακλήσεις ἀδιαλείπτως τελοῦνται ἀπό τούς Ἱερεῖς μας ἐνώπιον τῆς Ἁγίας Κάρας καί τοῦ Σταυροῦ τοῦ Μαρτυρίου τοῦ Πρωτοκλήτου τῶν Ἀποστόλων.

Καθημερινῶς τελεῖται στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου καί στούς ἄλλους Ναούς τῆς πόλεως μας ἡ Θεία Λειτουργία καί ἀκούεται  ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Μάλιστα μεταδίδονται οἱ ἱερές Ἀκολουθίες καί μέσῳ τῶν Μ.Μ.Ε. τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας καί ἄλλων τοπικῶν. Γνωρίζω, ὅτι δέν ἀποτελεῖ αὐτό πανάκεια, ὅμως ἔρχεται ὡς παρηγοριά πρός ὅλους ὅσοι ἀγωνίζονται στήν προσευχή καί στήν ὑπομονή μέ τόν δικό τους τρόπο.

Κατά τήν Ἑορτή τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, φροντίσαμε νά τιμηθῇ δεόντως ὁ Ἅγιος, παρά τίς μεγάλες δυσκολίες καί ἡ πόλη μας καί ὁ Λαός μας νά μή στερηθῇ τῆς εὐλογίας.

Πρός τόν σκοπό αὐτό μετά τήν Θεία Λειτουργία, ἐλιτανεύσαμε ἐντός τοῦ Ναοῦ τήν Ἁγία Κάρα τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου, ἀλλά καί πέριξ αὐτοῦ. Ἐπίσης περιήλθαμε μέ τήν Ἁγία Κάρα τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου, ἅπασα τήν πόλη τῶν Πατρῶν καί δεήσεις ἐκάναμε μπροστά ἀπό τούς Ἱερούς Ναούς, τά Νοσηλευτικά Ἱδρύματα καί τίς Πλατεῖες εὐλογώντας τήν πόλη μας καί ὅλους τούς ἀδελφούς μας.

Ἐν ὄψει δέ τῶν μεγάλων Ἑορτῶν, κατά τήν συνάντησή μας στό Ἐπισκοπεῖο μέ τόν Ὑπουργό Προστασίας τοῦ Πολίτη, ἐξεθέσαμε τίς πολλές δυσκολίες καί τήν πίεση τῶν Χριστιανῶν, εἰδικά πρό τῶν μεγάλων αὐτῶν Ἑορτῶν καί παρεκαλέσαμε νά μεταφέρῃ τό αἴτημα μας στόν κ. Πρωθυπουργό, ὥστε νά δοθῇ ἡ εὐκαιρία, ὅσο εἶναι δυνατόν, νά ἑορτασθοῦν τά Χριστούγεννα ὑπό καλύτερες συνθῆκες μέ τήν συμμετοχή πιστῶν, τηρουμένων τῶν μέτρων προστασίας ἐκ τῆς λοιμικῆς νόσου τοῦ κορωνοϊοῦ, σύμφωνα μέ τίς ὁδηγίες τῶν εἰδικῶν Ἐπιστημόνων. Τοῦτο ἐξεφράσαμε καί κατά τήν Ἑορτή τοῦ Ἁγίου ὡς αἴτημα πρός τόν Ἅγιό μας, προκειμένου ἐκεῖνος νά τό μεταφέρῃ στόν Θεό, ὁ Ὁποῖος ὠκονόμησε αὐτή τήν δοκιμασία, διά τάς ἁμαρτίας καί τήν ἀποστασίαν ἡμῶν. Ἐξ ὅσων ἐπίσης γνωρίζομε, παρόμοιο αἴτημα ἐγένετο πρός τήν Κυβέρνηση καί ἀπό τόν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί Πάσης Ἑλλάδος κ.κ. Ἱερώνυμο καί τήν Ἱερά Σύνοδο.

Γνωρίζομε τίς αὐξημένες πνευματικές ἀπαιτήσεις, κυρίως κατά τό διάστημα αὐτό. Γνωρίζετε, ὅτι ὅλαις δυνάμεσι, εἴμεθα κοντά σας παρέχοντας τήν δυνατότητα, τηρουμένων τῶν μέτρων τά ὁποῖα ὑφίστανται, νά μετέχετε στήν πνευματική καί Μυστηριακή ζωή, πάντα σέ συνεργασία μέ τούς Ἱερεῖς τῶν Ἐνοριῶν σας, οἱ ὁποῖοι εἶναι μέ ὅλη τήν δύναμη τῆς ψυχῆς τους κοντά σας.

Κατά τίς ὧρες τῆς μοναξιᾶς σας εἴμαστε δίπλα σας ὄχι μόνο προσευχόμενοι, ἀλλά καί ἐπικοινωνώντας μαζί σας, μέ κάθε δυνατό τρόπο.

Ἐπίσης οἱ Ἱερεῖς μας ἔχουν λάβει ὁδηγίες, νά πράττουν τό καθῆκον τους, μέ σύνεση καί σοβαρότητα, ὥστε καί ὁ Θεός νά δοξάζεται καί οἱ εὐσεβεῖς Χριστιανοί, πνευματικῶς κυρίως, νά οἰκονομοῦνται. Δι' ὅ,τι χρειασθῆτε θά ἐπικοινωνῆτε μέ τούς Ἱερεῖς τῆς Ἐνορίας σας, ὥστε νά λαμβάνετε τίς ἀπαραίτητες ὁδηγίες διά τά περαιτέρω.

Ἡ τοπική μας Ἐκκλησία συμπάσχει μέ τά παιδιά της καί αἵρει τόν σταυρό τῆς ὀδύνης, ὅπως ἐπέτρεψεν ὁ Κύριος. Εἴμεθα κοντά στούς ἀσθενεῖς, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται στά Νοσοκομεῖα τῆς πόλεώς μας καί ὅλης τῆς Πατρίδος μας καί ὄχι μόνο. Εἴμαστε κοντά στό Ἰατρικό καί Νοσηλευτικό Προσωπικό καί στούς οἰκείους τῶν ἀδελφῶν μας, οἱ ὁποῖοι δοκιμάστηκαν καί δοκιμάζονται ἀπό τήν ἀσθένεια ἤ ἔφυγαν ἀπό κοντά μας, κατά τό διάστημα αὐτό.

Ἀδελφοί μου, κοντά στά ὅσα παραπάνω σᾶς ἀνέφερα, παρακαλῶ τήν ἀγάπη σας, ὅσο εἶναι δυνατόν ἀνθρωπίνως, νά προσέχετε τήν ὑγεία σας, ἡ ὁποία εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ ἀνεκτίμητο. Μέσα ἀπό αὐτή τήν δοκιμασία, ἀναθεωροῦμε πολλά πράγματα στήν ζωή μας καί ἐκτιμοῦμε ὅσα, τυχόν, δέν εἴχαμε, ὅσο ἔπρεπε, ἐκτιμήσει. Τήν πνευματική δηλαδή καί Μυστηριακή ζωή, τόν ἐκκλησιασμό, τήν ψυχοσωματική ὑγεία, τήν ἐλευθερία, τήν κοινωνική ζωή καί τόσα ἄλλα.

Παιδιά μου εὐλογημένα, ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς μου εὔχομαι σέ ὅλους σας κάθε οὐράνιο ἀγαθό παρά τούς Πατρός τῶν φώτων, καλή καί εὐλογημένη περαιτέρω πορεία, μέ ἀκράδαντη πίστη στόν Θεό, μέ μετάνοια, μέ ὑπομονή, μέ ἀγάπη καί ἑνότητα, ὥστε πρῶτα ὁ Θεός, νά φθάσωμε νά ἑορτάσωμε τά Χριστούγεννα μέ καλύτερες συνθῆκες, ὅπως εἶναι καί ἡ βαθειά ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς ὅλων μας

Εὐλογημένες Ἑορτές

Σᾶς ἀσπάζομαι μέ ὅλη μου τήν ἀγάπη

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

U Ο ΠΑΤΡΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

 

 

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2020

Εγκύκλιος Μητροπολίτου Πατρών κ.κ. Χρυσοστόμου εν όψει της εορτής του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου

 



ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΤΡΩΝ

 

Ἐν Πάτραις τῇ 26ῃ Νοεμβρίου 2020

Ἀριθμ. Πρωτ.: 440

 

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 372η

 Χ Ρ Υ Σ Ο Σ Τ Ο Μ Ο Σ

ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΤΗΣ ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ

ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΑΤΡΩΝ

 

 

 

Πρός

τό Χριστεπώνυμον Πλήρωμα

τῆς Ἱερᾶς καί Ἀποστολικῆς  Μητροπόλεως Πατρῶν

 

 

Παιδιά μου εὐλογημένα,

Ἐν ὂψει τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, ἡ ὁποία ἐφέτος θά τελεσθῇ, δυστυχῶς, μέ λιτότητα καί ἁπλότητα, ἓνεκα τῶν ὑφισταμένων μέτρων καί τῆς δοκιμασίας, τήν ὁποίαν, κρίμασιν οἷς οἶδεν ὁ Θεός, ἐπέτρεψε δι’ ἡμᾶς, αἰσθάνομαι  ἐπιτακτική τήν ἀνάγκη νά ἐπικοινωνήσω μαζί σας καί νά σᾶς ἀπευθύνω λόγον ἀγάπης καί παραμυθίας.

            Ἀγάπης, ὡς πνευματικός σας πατήρ, ἀφοῦ ἡ καρδία τοῦ ποιμένος φλέγεται  ἐξ’ ἀγάπης πρός τό ποίμνιό του, πρός τά τέκνα του, ἡ ὁποία ἀγάπη, ὡς στοργή καί ὡς θυσιαστική προσφορά ἐμπνέεται ἀπό τήν ἀγάπη του καί τήν κοινωνία μέ τόν Οὐράνιο Πατέρα μας. Καθ’ ἡμέραν αὐτή ἡ ἀγάπη κατακαίει τό εἶναι μου, τήν σκέψη μου, τήν καρδία μου, τήν ὓπαρξή μου ὁλόκληρη καί μοῦ δίδῃ τήν δύναμη, νά μή δίδω τοῖς ὀφθαλμοῖς μου ὓπνον καί τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμόν, γιά τά παιδιά μου, γιά τήν κατά Θεόν εὐτυχία τους καί τήν ἐν γένει χαρά καί εὐφροσύνη τους.

                        Αὐτή ἡ ἀγάπη κάποιες στιγμές ἐξέρχεται ὡς λάβα ἡφαιστείου ἐκ τῆς καρδίας μου, κυρίως, κατά τίς μεγάλες ἡμέρες καί εὐφρόσυνες  ἑορτές ὃπως εἶναι ἡ πασνεβάσμιος ἑορτή τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, ἱδρυτοῦ καί προστάτου τῆς τῶν Πατρέων Ἐκκλησίας.

                        Αὐτή ἡ λάβα τροφοδοτεῖται ἀπό τήν βαθυτάτη προσευχή πρός τόν Θεό γιά ὑγιεία καί ἀγαλλίαση καί πνευματική εὐφροσύνη καί ἀπόλαυση πάντων τῶν ἀγαθῶν τά ὁποῖα προέρχονται παρά τοῦ Πατρός τῶν φώτων.

                        Αὐτή ἡ ἀγάπη μέ κάνει νά σκέπτωμαι νυχθημερόν τό τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου ρῆμα καί νά προσπαθῶ ὃλῃ ψυχῇ καί διανοίᾳ, ὃλαις δυνάμεσι νά τό κάμω πράξη. «Τίς ἀσθενεῖ καί οὐκ ἀσθενῶ, τίς σκανδαλίζεται καί οὐκ ἐγώ πυροῦμαι;»(πρ. Κορινθ, Β, 29)

                        Εἶναι βεβαιωμένο, παιδιά μου ἀγαπητά καί περιπόθητα, ὃτι ὃταν πλέῃ κανείς σ’ αὐτό τό πέλαγος τῆς ἀγάπης, μέ τίς ὃποιες δυσκολίες καί τούς τόσους σταυρούς, αἰσθάνεται ὃτι ζεῖ πραγματικά καί ὃτι δέν εἶναι ἁπλῶς μιά βιολογική ὓπαρξη.

                        Αὐτό ὑπαγορεύει ἡ διδασκαλία καί ἡ ἐπί τοῦ σταυροῦ θυσία τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου πρός τόν Ἐπίσκοπο, πρός τόν ἱερό Κλῆρο καί τόν εὐσεβῆ Λαό τῆς Ἐκκλησίας μας.

                        Αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Ἐπισκόπου σας, ἰδιαίτερα σήμερα θά ἐκφρασθῇ ὡς παραμυθία, ὡς παρηγορία δηλαδή πρός τά πονεμένα παιδιά του, τά ὁποῖα εἰδικά ἐφέτος δέν μποροῦν πανηγυρικά καί πανευφρόσυνα νά τιμήσουν τόν Πρωταπόστολο καί Πρωτόκλητο μαθητή καί μιμητή τοῦ πάθους τοῦ Σωτῆρος, Ἀνδρέαν τόν ἀοίδιμον. Γνωρίζω τόν πόνο σας, γνωρίζω τήν ἐσωτερική σας ὀδύνη, γνωρίζω τά δάκρυά σας, ἀκούω τόν ἐσωτερικό σπαραγμό σας καί μέ ραγισμένη ἀπό τόν δικό μου πόνο τήν καρδία μου, προσπαθῶ νά σταθῶ ὂρθιος, ἳνα μή παρασύρω τά τέκνα μου εἰς περισσήν λύπην ἓνεκα τῆς ἰδικῆς μου βαθυτάτης ὀδύνης.

                        Ποσάκις ἐθρήνησα μυστικῶς, παιδιά μου εὐλογημένα, καθ’ ὃλον αὐτό τό διάστημα, ποσάκις ἠγρύπνησα τοῦ Κυρίου δεόμενος, ποσάκις ἐπί ὣρας τό, πῶς καί διατί ἐσκεπτόμουν καί ποσάκις ἀδύναμον τόν ἑαυτό μου συνέλαβα ἐνώπιον τῆς, ὑπό τοῦ Θεοῦ ἐπιτραπείσης φοβερᾶς ὀδύνης, τῆς ψυχοσωματικῆς κοπώσεως καί τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας, τήν ὣρα πού ἐψέλιζα μέ ὃση δύναμη μοῦ εἶχε ἀπομείνει τό «Πάτερ, ἀπελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τό ποτήριον τοῦτο» (Ματθ, 26,39). Ἐκείνη τήν ὣρα ἒβλεπα ὃτι δύναμιν ἐλάμβανα ἀκούοντας Τόν εἰς τόν κῆπον τῶν ἐλαιῶν, προσευχόμενον πρό τοῦ πάθους Κύριόν μας νά λέγῃ, «πλήν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω Πάτερ, ἀλλ΄ ὡς Σύ» (Ματθ, 26,39).

                        Ἀλλά καί ἂλλος πειρασμός ἒκαιε, τήν ὣρα τοῦ πόνου τά σωθικά μου. Ὡς νά ἢκουα φωνάς μυρίας νά φθάνουν εἰς τά ὧτα μου: « Μήπως ἐσύ ἒφταιξες γιά τήν δοκιμασία…;»

                        Ἐκείνη τήν ὣραν ὃμως τῆς ἀπελπισίας, μιλῶ διά τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, ἐκείνη τήν ὣρα ἢκουα καί ἀκούω φωνῆς πατρικῆς ἂνωθεν μαρτυρούσης «Οὐ μή σέ ἀνῶ, οὐδ’ οὐ μή σέ ἐγκαταλείπω»(πρ. Ἐβρ, 13,5) καί πάλιν «ὀλιγόπιστε εἰς τί ἐδίστασας;».(Ματθ, 14,31)

                        Μέ τήν δύναμη λοιπόν, αὐτῆς τῆς φωνῆς τῆς ἂνωθεν μαρτυρούσης τοῦ οὐρανίου Πατρός τήν ἀγάπην καί τήν βεβαιότητητα τῆς ἐξόδου ἐκ τῆς «μαρτυρικῆς γῆς», τῆς ἐρήμου καί ἀβάτου καί ἀνύδρου εἰς τήν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ἀπευθύνομαι πρός ἐσᾶς τά πνευματικά μου παιδιά, τόν Λαό τοῦ Θεοῦ, τόν κλῆρο τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου.

                        Παιδιά μου, γνωρίζω τήν εὐσέβειά σας, γνωρίζω τήν πρός τόν Θεόν ἀγάπη σας, γνωρίζω τά βαθύτατα αἰσθήματα τῆς εὐλαβείας σας πρός τόν ἃγιον Ἀπόστολον Ἀνδρέα καί διά τοῦτο, κατανοῶ τόν πόνο σας καί τήν βαθειά σας, ἀνθρωπίνως, θλίψη γιά τό ὃτι δέν θά ἑορτάσωμε μέ τήν λαμπρότητα πού ἑορτάζομε πάντοτε τόν Ἃγιό μας. Κατανοῶ τό παράπονό σας καί τίς ποικίλες ἐξ’ άγάπης πρός τόν Θεόν καί τιμῆς πρός τόν Ἃγιον Ἀνδρέα, ἀντιδράσεις σας. Καί ὃσον οἱ ὧρες τῆς ἑορτῆς πλησιάζουν αἰσθάνομαι τά δάκρυά σας νά κυλοῦν ἀπό τά μάτια σας καί νά αὐλακώνουν τά ἀγγελόμορφα πρόσωπά σας.

                        Αὐτά τά δάκρυα καί τόν πόνο σας τά πῆρα ἢδη καί τά μετέφερα στόν Ἃγιο μας καί τά ἓνωσα μέ τά δικά μου δάκρυα καί ἀντί ἀνθέων τά ἀπόθεσα στόν τάφο του καί ἒβρεξα τήν ἁγία του Κάρα καί τόν σταυρό τοῦ μαρτυρίου του καί τόν ἱκέτευσα νά μεσιτεύσῃ  καί νά πρεσβεύσῃ πρός Κύριον, ὣστε νά μᾶς ἐλεήσῃ καί νά μᾶς σώσῃ ἐκ τῆς δικαίας Αὐτοῦ ἀπειλῆς καί τῆς δοκιμασίας, τήν ὁποίαν ἐξ’ αἰτίας, δυστυχῶς τῶν ἁμαρτιῶν μας, ὑφιστάμεθα.

                        Γνωρίζετε παιδιά μου, ὃτι δέν ἐπαύσαμε ἡμέρα καί νύκτα νά προσευχώμεθα ἐνώπιον τῶν ἱερῶν Λειψάνων καί τοῦ σταυροῦ τοῦ Ἀποστόλου μας. Γνωρίζετε ὃτι καθημερινῶς τήν Θεία Λειτουργία τελοῦμε στό ἱερό Ἀποστολεῖο του, στόν ἱερό δηλαδή, Ναό του. Μέσα, λοιπόν ἀπό τήν προσευχή καί τό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας,  εἲμαστε ὃλοι μαζί. Οὐδείς ἀπουσιάζει ἀπό τήν Θεία Λατρεία. Γνωρίζετε ὃτι εἲμαστε κοντά σας, προσφέροντάς σας τόν Κύριόν μας, τό Σῶμα καί τό Αἷμα Του, ὡς ζωή καί οὐράνια κληρονομιά. Καθ’ ὃλον αὐτό τό στάδιο τῆς δοκιμασίας, εἰς οὐδένα ἐστερήσαμε οὐδέν πνευματικόν ἀγαθό, παρά τά περιοριστικά μέτρα. Χρησιμοποιήσαμε καί χρησιμοποιοῦμε τό μέτρον τῆς ἀγάπης ἡ ὁποία εὑρίσκει τρόπους νά εὐεργετήσῃ τόν ἀγαπώμενον.

                        Ὁ Κύριός μας φαίνεται, ὃτι μᾶς ζητάει ἀκόμα κάποιες θυσίες καί μᾶς δοκιμάζει στήν ὑπομονή, στήν ταπείνωση καί στήν ἀγάπη.

                        Ἐφέτος, ζητάει ἀπό μᾶς νά ἑορτάσωμε κατά τρόπο πρωτόγνωρο τόν Ἃγιον Ἀπόστολον Ἀνδρέα. Ἢδη ὁ ἱερώτατος μαθητής, κρατώντας τόν Σταυρό του, ἒφθασε ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Κυρίου καί παρακαλεῖ νά τελειώσῃ ἡ ὀδύνη τῆς ψυχῆς μας. Πόσο θά κρατήσῃ ἡ δυσκολία; Πόσο ἡ ἀσθένεια; Πόσο ἡ δοκιμασία;

                        Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, ὁ διάδοχος τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου στόν θρόνο τῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων, ἢδη μᾶς παρηγορεῖ: «νεφύδριον ἐστι καί θᾶττον παρελεύσεται».

                        Κάνετε τόν ἐφετινό ἑορτασμό ὑπόθεση βαθειᾶς ἐσωτερικῆς περισυλλογῆς, προσευχῆς καί κατανύξεως καί ἑνώσατε ἀπό ἐκεῖ πού θά εὑρίσκεσθε τήν προσευχή σας, μέ τήν ἰδική μας πού θά προσφέρεται στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου καί ἐνώπιον τοῦ φρικτοῦ Θυσιαστηρίου. Ὁ Ἃγιος Ἀπόστολος Ἀνδρέας θά εἶναι στό σπίτι σας, στό τραπέζι σας, γιατί δέν ἒλειψε ποτέ ἀπό τήν καρδιά σας.

                        Μακάρι νά μποροῦσα καί ἐγώ νά δῶ τά πρόσωπά σας μέ τά αἰσθητά μου μάτια, τήν ὣρα πού θά λειτουργῶ, ὃπως, εὐτυχῶς, ἓνεκα τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ, μέσῳ τῶν συγχρόνων μέσων δύνασθε νά βλέπετε ἐσεῖς τό πρόσωπό μου, συμμετέχοντες προσευχητικά, ἀπ’ ὃπου καί ἂν εὑρίσκεσθε, στήν Θεία Λατρεία. Ὃμως εἶστε στίς ἱερές Λατρευτικές συνάξεις ὃλοι μαζί μου καί θά εἶσθε ὃλοι παρόντες νοερῶς κατά τήν ἑορτή τοῦ Ἁγίου μας καί θά ἀτενίζω τά πολυαγαπημένα εἰς ἐμέ πρόσωπά σας μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς, μέ τά πνευματικά μου μάτια ἐνώπιόν μου.

                        Σ’ αὐτή τή γιορτή ἂς ποθήσωμε περισσότερο ὃ,τι στερούμεθα˙, τόν οὐρανό, τήν Θεία Λατρεία, τόν Θεό καί τόν Ἃγιο Ἀπόστολο Ἀνδρέα, τούς ἀνθρώπους. Ἂς ἀγκαλιάσωμε μέ τό νοῦ καί τήν καρδιά μας τούς ἀδελφούς μας πού νοσοῦν καί εὑρίσκονται στίς μονάδες ἐντατικῆς θεραπείας, ἢ σέ ἂλλες κλινικές τῶν νοσοκομείων μας, τούς Ἰατρούς καί Νοσηλευτές, πού μέ κόπους πολλούς καί ἀγρυπνίες στέκονται στό προσκέφαλο τῶν ἀσθενῶν. Ἂς λιτανεύσωμε ἀντί τῆς αἰσθητῆς κατ’ ἒτος λιτανείας, κατά τήν πανήγυρη τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, αὐτή μας τήν ἀγάπη καί ἂς προσευχηθοῦμε γιά ὃλους τούς ἀνθρώπους, ὑποσχόμενοι στόν Κύριό μας ὃτι θά μετανοήσωμε  διά τά πολλά ἡμῶν παραπτώματα.

                        Παιδιά μου εὐλογημένα, ὃταν μέ τό καλό ἀρθοῦν τά περιοριστικά μέτρα, θά τιμήσωμε πανηγυρικῶς τόν Ἃγιό μας καί λιτανευτικά θά τόν παρακαλέσωμε νά σκέπῃ καί νά φρουρῇ, ὃπως μέχρι τώρα πράττῃ, τήν πόλη του καί τόν Λαό του.

 

 

     Μέ πατρικές εὐχές καί εὐλογίες

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

+Ο ΠΑΤΡΩΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

 

 

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2020

Η θεία Σκέπη των Ελλήνων

 


Η γαλανόλευκη ανεμίζει στις καρδιές των αντρειωμένων, 
το "Όχι" μυρίζει στο νου των ελευθερωμένων.

Δισύλλαβη λέξη του '40, ολόχρυση αντηχεί απ' τα βάθη της ψυχής.

Τα βουνά ετρόμαξαν την τόλμη των Ελλήνων, στα αιματοβαμμένα άγια χώματα των ηρώων και μαρτύρων.

Πύρινο ηφαίστειο το "Όχι", το πνεύμα γιγαντώνει και τα πόδια τα φτερώνει.

Υψωμένο το φρόνημα στον ουρανό, ενάντια στην αλαζονεία και τον φασισμό.

Προπορεύεται η Παναγιά στη μάχη, θαύμα ζωντανό με θείες επεμβάσεις.

Προστασία θερμή, Ελλήνων θεία σκέπη, κομίζει η Παναγιά με την Αγία Σκέπη.

Δόξα και θρίαμβος αληθινός, το αδύνατο δυνατό, νίκη φέρει στον εχθρό
με σύμμαχο το Θεό.

Στεφάνι ευγνωμοσύνης στη μνήμη των αθανάτων, η πίστη στα Ιερά και στην Πατρίδα των θαυμάτων.

Γενάδιος