Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΜΗΝΥΜΑ 2017




ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΜΗΝΥΜΑ 2017
    

   Η περίοδος πριν το Πάσχα, με την κορύφωση της Μεγάλης Εβδομάδας και της Αναστάσεως του Χριστού, είναι ιδιαίτερα φορτισμένη από ευκαιρίες πνευματικού προβληματισμού, προσεγγίσεως του Θεού, προσευχής και αποφάσεων μετάνοιας… κι αυτό αφορά όλους τους χριστιανούς και ιδιαίτερα όσους το κάνουν έργο να βιώσουν συνειδητά την πνευματική ένταση της περιόδου, με την κατάλληλη πνευματική προετοιμασία. Αν ανοίξουμε ειλικρινά την καρδιά μας στη συγγνώμη που ανέτειλε από τον Τάφο Του, αν αφήσουμε να την πλημμυρίσει το Φώς της Αναστάσεως, αν προσκυνήσουμε την παρουσία του Αναστάντος, θα δεχθούμε κι εμείς τη δύναμη της Αναστάσεως. Τότε και μόνο τότε θα καταλάβουμε το νόημα του Σταυρού και θα μπορέσουμε να διεισδύσουμε, όσο ανθρωπίνως γίνεται, στο Μυστήριο του Πάθους. Καθότι, η ανάσταση του Χριστού θα ήταν για μας χωρίς σημασία, αν το φώς του Χριστού δεν καταύγαζε ταυτοχρόνως και το εσωτερικό μας σκότος. Δεν μπορούμε να γιορτάσουμε επάξια την Ανάσταση του Χριστού, αν μέσα στη ψυχή μας το φώς που έφερε ο Σωτήρας μας δεν νικήσει εντελώς το σκοτάδι των αμαρτιών μας. Ωστόσο, παρά την ελάχιστη ενδεχομένως ετοιμασία μας, παρά το ότι δεν είμαστε καθαροί, ο Ιησούς μας προσκαλεί να εισέλθουμε στην Πασχάλια χαρά. Στην χαρά της Αναστάσεως.
     Στη μεγάλη γιορτή της Αναστάσεως, η Εκκλησία μας ξαναφέρνει ολοζώντανα, με όλη τη λαμπρότητα και την ένταση της λατρείας της, τη μεγαλειώδη αλήθεια: Χριστός Ανέστη! Για να μας καλέσει να απαντήσουμε, όχι μόνο με το στόμα μας αλλά με την καρδιά, με την βούλησή μας: Αληθώς Ανέστη! Και ταπεινά να δεηθούμε: «πρόσθεσέ μας, Κύριε, πίστη στην Ανάστασή Σου». Για να χαρούμε την υπέρβαση του αδιεξόδου του θανάτου. Για να απορροφήσουμε κάτι από το ανέσπερο φώς αλήθειας και ελπίδας που έφερες στην ανθρωπότητα. Για να νιώσουμε κάτι από την ανεξάντλητη μεταμορφωτική δύναμή της. Ως εκ τούτου, το Πάσχα είναι μια έντονη κλήση για αφύπνιση· για να ανθίσει και πάλι και να καρποφορήσει η αναστάσιμη πίστη μας. Για να συντονισθούμε εκ νέου στον ορθόδοξο ρυθμό της πνευματικής ζωής, να ξαναβρούμε το αναστάσιμο ήθος. Όλα βρίσκουν νόημα και λύση μέσα στο φώς και την χαρά της Αναστάσεως του Χριστού, ο Οποίος είναι ο Νικητής του θανάτου, η ζωή του κόσμου. Η εμπιστοσύνη και η αγάπη μας στον αναστάντα Κύριο, γεμίζουν την ύπαρξή μας, για την κατανόηση και αντιμετώπιση των δύο μεγάλων υπαρξιακών ζητημάτων: του θανάτου και της ζωής. Διότι: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».
     Επομένως, η Εκκλησία μας παρουσιάζει το μυστήριο της χριστιανικής μας πίστης, ως μυστήριο του φωτός. «Δεύτε λάβετε φώς εκ του ανεσπέρου φωτός, και δοξάσατε Χριστόν τον Αναστάντα εκ νεκρών»! Εκείνο το Φώς, δηλ. ο Χριστός, του οποίου τη γέννηση υπέδειξε το άστρο της Βηθλεέμ, έλαμψε ανάμεσά μας με μια λάμψη διαρκώς αυξανόμενη· το σκότος (αμαρτία) του Γολγοθά δεν μπόρεσε να σβήσει το φώς. Ξαναφέγγει τώρα ανάμεσά μας, και όλα αυτά τα αναμμένα κεριά που κρατούν στα χέρια τους οι πιστοί, μαρτυρούν το θρίαμβο του φωτός. Μαρτυρούν την Ανάσταση του Χριστού και, με αυτό τον τρόπο, δηλώνεται η βαθιά πνευματική σημασία του Πάσχα, που είναι το πέρασμα από τον πόνο των Παθών στην Ανάσταση των ψυχών… ένα διαρκές πέρασμα, από τα επίγεια προς τα ουράνια και αιώνια!

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ, ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΕΣΑ ΜΑΣ

Πρεσβύτερος
Γεώργιος Δημητρόπουλος

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΧΡΙΣΤΌΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ



«Όταν έρχεται ο παππούλης με τον Χριστό, τον βλέπω στις σκάλες πού ανεβαίνει και δίπλα του υπάρχουν δυο ψηλοί, όμορφοι άνθρωποι με ολόασπρη στολή πού γέρνουν προς το Άγιο Ποτήριο και με ανοιχτά τα χέρια τους το προστατεύουν»

       Τόν Σεπτέμβριο κάποιου έτους στο ογκολογικό τμήμα του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Ρίου επικρατεί μεγάλη αναστάτωση. Ο μικρός Δημητράκης ζητούσε επειγόντως τον ιερέα του Νοσοκομείου. Ήθελε οπωσδήποτε να κοινωνήση. Ήταν 13 ετών. Ενάμιση περίπου χρόνο βρισκόταν στην συγκεκριμένη κλινική. Ένας μικρός πονοκέφαλος τον ώδήγησε εκεί. Οι γιατροί διέγνωσαν καρκίνο του εγκεφάλου. Η καταγωγή του ήταν από το Φίερι της Αλβανίας. Οι γονείς του αβάπτιστοι. Έμεναν αρκετά χρόνια στην Πάτρα. Αυτός, λίγο μετά την είσοδό του στο Νοσοκομείο, θέλησε να βαπτιστή. Άκουγε για τον Χριστό και ήθελε να γίνη «παιδί» Του. Βαπτίστηκε «εις το όνομα του Πατρός και του Υϊού και του Αγίου Πνεύματος», κατόπιν κατηχήσεως βέβαια. Όλοι τον αγαπούσαν πολύ στην κλινική. Ο καρκίνος είχε προχωρήσει αρκετά και ήδη του είχε στερήσει την όραση. Δεν έβλεπε καθόλου, τίποτε και κανέναν. Άκουγε όμως με μεγάλη και θαυμαστή υπομονή. Δεν παραπονιόταν. Έλεγε ότι ο Θεός τον αγαπά πολύ. Προσευχόταν και παρακαλούσε και τους γονείς του να κάνουν το ίδιο.
Όσοι τον επισκέπτονταν καταλάβαιναν να υπάρχη κάτι διαφορετικό σ΄ αυτό το παιδί. Μιλούσε συνέχεια για τον Θεό. Ήταν πάντα ευγενικό και χαρούμενο. Το πρόσωπο του έλαμπε. Ήθελε να κοινωνάη συχνά των Τιμίων Δώρων. Όταν κάποιες φορές η μητέρα του ήταν σε κάποιον άλλο χώρο της κλινικής, φώναζε: «Μητέρα, ελα γρήγορα. Φτάνει ο παππούλης με τον Χριστό. Ανεβαίνει τα σκαλιά. Έλα να με ετοιμάσης». Και έτσι γινόταν. Ο ιερέας ερχόταν και εύρισκε τον Δημητράκη καθισμένο στο κρεββάτι του, με ανοιχτό το στόμα κάνοντας με ευλάβεια τον σταυρό του. Ενώ δεν εγνώριζε την ακριβή ώρα της προσελεύσεως του ιερέως με τα Τίμια Δώρα, με διορατικό χάρισμα τον έβλεπε να έρχεται, μολονότι παρεμβάλλονταν δυο κλειστές πόρτες πού εχώριζαν το δωμάτιο του από τον διάδρομο πού ερχόταν ο ιερέας. Αυτό το βεβαιώνει και η ευλαβής κυρία Μαρία Γαλιατσάτου η οποία εθελοντικώς εφρόντιζε το παιδί αυτό. «Κυρία Μαρία, θέλω κάτι να σας πώ», της είπε μία ημέρα. «Όταν έρχεται ο παππούλης με τον Χριστό, τον βλέπω στις σκάλες πού ανεβαίνει και δίπλα του υπάρχουν δυο ψηλοί, όμορφοι άνθρωποι με ολόασπρη στολή πού γέρνουν προς το Άγιο Ποτήριο και με ανοιχτά τα χέρια τους το προστατεύουν».
Κάποτε τον ρώτησε ο γιατρός: «Τί κάνεις, Δημητράκη, πώς πάμε;». Του απάντησε: «Κύριε γιατρέ, μπορώ να σας πώ από κοντά. Εγώ είμαι καλά. Εσείς μην στενοχωριέστε πού έφυγε η γυναίκα σας. Ο Θεός θα είναι μαζί σας γιατί είστε καλός άνθρωπος». Ο γιατρός έμεινε λίγο ακίνητος. Κανείς δεν ήξερε το θλιβερό γεγονός πού είχε συμβή την προηγούμενη ήμερα στο σπίτι του, ότι δηλαδή η γυναίκα του τον εγκατέλειψε και πήρε άλλον άνδρα. «Αυτό είναι παιδί του Θεού», έλεγαν όσοι το γνώριζαν. Την τελευταία φορά πού κοινώνησε δεν μπορούσε πλέον να σταθή καθιστός στο κρεββάτι αλλά υποδέχθηκε με χαρά και λαχτάρα τον Χριστό ξαπλωμένος. «Ευχαριστώ πολύ», ψέλλισε και μετά εκοιμήθη. Ο ιερέας, όταν την άλλη μέρα πήγε στο νεκροτομείο να διαβάσει στον Δημητράκη το τρισάγιο, είπε: «Τέτοιο λείψανο πρώτη φορά στην ζωή μου βλέπω. Το πρόσωπο του είναι χαμογελαστό, λάμπει και έχει το χρώμα του κεχριμπαριού». Οι γονείς του αγάπησαν τον Χριστό πολύ και θέλουν και αυτοί να βαπτιστούν.

Από το βιβλίο: «Ασκητές μέσα στον κόσμο». Πηγή : http://oiaggeloitoufwtos.blogspot.gr/2014/11/blog-post_92.html?spref=pi



Τι Προτιμάς; Μορφωμένο Πού Μπορεί Να Σε Ζαλίσει, Ή Άγιο Πού Μπορεί Να Σε Ξυπνήσει;




     Πρίν από αρκετά χρόνια με πλησίασε κάποιος νεαρός φοιτητής. Μέ πολλή διστακτικότητα, αλλά καί μέ τήν ένταση τού απαιτητικού αναζητητή, μού δήλωσε ότι είναι άθεος, πού όμως θά ήθελε πολύ νά πιστέψει, αλλά δέν μπορούσε. Χρόνια προσπαθούσε καί αναζητούσε, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Συνομίλησε μέ καθηγητές καί μορφωμένους. Αλλά δέν ικανοποιήθηκε η δίψα του γιά κάτι σοβαρό. Άκουσε γιά μένα καί αποφάσισε νά μοιρασθεί μαζί μου τήν υπαρξιακή ανάγκη του. Μού ζήτησε μία επιστημονική απόδειξη περί υπάρξεως Θεού. Ξέρεις ολοκληρώματα ή διαφορικές εξισώσεις; τόν ρώτησα. Δυστυχώς όχι, μού άπαντα. Είμαι τής Φιλοσοφικής. Κρίμα! διότι ήξερα μία τέτοια απόδειξη, είπα εμφανώς αστειευόμενος. Ένιωσε αμήχανα καί κάπου σιώπησε γιά λίγο. Κοίταξε, τού λέω. Συγγνώμη πού σέ πείραξα λιγάκι. Αλλά ο Θεός δέν είναι εξίσωση, ούτε μαθηματική απόδειξη. Άν ήταν κάτι τέτοιο, τότε όλοι οι μορφωμένοι θά τόν πίστευαν. Νά ξέρεις, αλλιώς προσεγγίζεται ο Θεός. Έχεις πάει ποτέ στό Άγιον Όρος; Έχεις ποτέ συναντήσει κανέναν ασκητή; Όχι, πάτερ, αλλά σκέπτομαι νά πάω, έχω ακούσει τόσα πολλά… Άν μού πείτε, μπορώ νά πάω καί αύριο. Ξέρετε κανέναν μορφωμένο νά πάω νά τόν συναντήσω;
-Τί προτιμάς; Μορφωμένο πού μπορεί νά σέ ζαλίσει, ή άγιο πού μπορεί νά σέ ξυπνήσει;
-Προτιμώ τόν μορφωμένο. Τούς φοβάμαι τούς αγίους.
-Η πίστη είναι υπόθεση τής καρδιάς. Γιά δοκίμασε μέ κανέναν άγιο. Πώς σέ λένε; ρωτώ. Γαβριήλ, μού απαντά.
Τόν έστειλα σέ έναν ασκητή. Τού περιέγραψα τόν τρόπο προσβάσεως καί τού έδωσα τίς δέουσες οδηγίες. Κάναμε κι ένα σχεδιάγραμμα. Θά πάς, τού είπα, καί θά ρωτήσεις τό ίδιο πράγμα. Είμαι άθεος, θά τού πείς, καί θέλω νά πιστεύσω. Θέλω μία απόδειξη περί υπάρξεως Θεού. Φοβάμαι, ντρέπομαι, μού απαντά. Γιατί ντρέπεσαι καί φοβάσαι τόν άγιο καί δέν ντρέπεσαι καί φοβάσαι εμένα; ρωτώ. Πήγαινε απλά καί ζήτα τό ίδιο πράγμα. Σέ λίγες μέρες, πήγε καί βρήκε τόν ασκητή νά συζητάει μέ κάποιον νέο στήν αυλή του. Στήν απέναντι μεριά περίμεναν άλλοι τέσσερις καθισμένοι σέ κάτι κούτσουρα. Ανάμεσα σέ αυτούς καί ο Γαβριήλ βρήκε δειλά τήν θέση του. Δέν πέρασαν περισσότερα από δέκα λεπτά καί η συνομιλία τού Γέροντα μέ τόν νεαρό τελείωσε.
Τί γίνεστε, παιδία; ρωτάει. Έχετε πάρει κανένα λουκουμάκι; Έχετε πιεί λίγο νεράκι; Ευχαριστούμε, Γέροντα, απήντησαν, μέ συμβατική κοσμική ευγένεια. Έλα εδώ, λέει απευθυνόμενος στόν Γαβριήλ, ξεχωρίζοντάς τον από τούς υπόλοιπους. Θά φέρω εγώ τό νερό, πάρε εσύ τό κουτί αυτό μέ τά λουκούμια. Καί έλα πιό κοντά νά σού πώ ένα μυστικό: Καλά νά είναι κανείς άθεος, άλλα νά έχει όνομα αγγέλου καί νά είναι άθεος; Αυτό πρώτη φορά μού συμβαίνει. Ο φίλος μας κόντεψε νά πάθει έμφραγμα από τόν αποκαλυπτικό αιφνιδιασμό. Πού εγνώρισε τό όνομά του; Ποιός τού αποκάλυψε τό πρόβλημά του; Τί, τελικά, ήθελε νά τού πεί ο γέροντας;
– Πάτερ, μπορώ νά σάς μιλήσω λίγο; Μόλις πού μπόρεσε νά ψελλίσει. Κοίταξε, τώρα σουρουπώνει, πάρε τό λουκούμι, πιές καί λίγο νεράκι καί πήγαινε στό πιό κοντινό μοναστήρι νά διανυκτερεύσεις. Πάτερ μου, θέλω νά μιλήσουμε, δέν γίνεται; Τί νά πούμε, ρέ παλληκάρι; Γιά ποιόν λόγο ήλθες;
Στό ερώτημα αυτό ένιωσα αμέσως νά ανοίγει η αναπνοή μου, αφηγείται. Η καρδιά μου νά πλημμυρίζει από πίστη. Ο μέσα μου κόσμος νά θερμαίνεται. Οι απορίες νά λύνονται χωρίς κανένα λογικό επιχείρημα, δίχως καμία συζήτηση, χωρίς τήν ύπαρξη μιάς ξεκάθαρης απάντησης. Γκρεμίσθηκαν μέσα μου αυτομάτως όλα τά άν, τά γιατί, τά μήπως καί έμεινε μόνον τό πώς καί τό τί από δώ κι εμπρός. Ό,τι δέν τ ού έδωσε η σκέψη τών μορφωμένων, τού τό χάρισε ο ευγενικός υπαινιγμός ενός αγίου, αποφοίτου μόλις τής τέταρτης τάξης τού δημοτικού. Οι άγιοι είναι πολύ διακριτικοί. Σού κάνουν τήν εγχείρηση χωρίς αναισθησία καί δέν πονάς. Σού κάνουν τήν μεταμόσχευση χωρίς νά σού ανοίξουν τήν κοιλιά. Σέ ανεβάζουν σέ δυσπρόσιτες κορυφές δίχως τίς σκάλες τής κοσμικής λογικής. Σού φυτεύουν τήν πίστη στήν καρδιά, χωρίς νά σού κουράσουν τό μυαλό.

Μητροπολίτης Μεσογαίας κ. Νικόλαος

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Ψάχνω γιὰ λίγο οὐρανὸ



      2017! Στὴν ἀρχὴ τοῦ νέου ἔτους ἀναζητῶ τὸ νόημα τοῦ ἔτους, τὸν σκοπὸ τῆς ἐπίγειας πορείας μου. Εἶμαι πλασμένος ἀπὸ χῶμα· μέσα μου ὅμως κάτι ἀνώτερο ζητῶ. Εἶμαι φτιαγμένος ἀπὸ ὕλη· μέσα μου ὅμως τὸ πνεῦμα κυριαρχεῖ. Δὲν ἔχω μόνο σῶμα· ἔχω καὶ ἀθάνατη ψυχή. Ζῶ πάνω στὴ γῆ καὶ ἐπίμονα ψάχνω γιὰ λίγο οὐρανό. Ἐκεῖ εἶναι στραμμένο τὸ βλέμμα μου, ἐκεῖ εἶναι ἡ καρδιά μου, οἱ πόθοι μου καὶ ὁ προορισμός μου, ἐκεῖ νιώθω νὰ ἀναπνέει ἐλεύθερα ἡ ψυχή μου. Δυστυχῶς, ὅμως! Ἔχει γίνει τόσο χωματένια ἡ ζωή μας, τόσο φτηνή, ἀνούσια καὶ ρηχή. Ζοῦμε πνιγμένοι στὴ ματαιότητα καὶ στὴν ἀπάτη. Ζοῦμε ὑπόδουλοι στὸ κράτος τῆς φθορᾶς. Καὶ δὲν τὸ ἀντέχουμε.
Δὲν ἀντέχουμε νὰ μᾶς λένε ὅτι ὁ ἄν­θρωπος εἶναι ἕνα ἐξελιγμένο ἀνώτερο ζῶ­­ο, ἕνας λίγο πιὸ ἔξυπνος πίθηκος. Δὲν μποροῦμε νὰ συμβιβασθοῦμε μὲ τὴν ἰδέα ποὺ μᾶς περνοῦν, ὅτι ὅλα ἀρχίζουν καὶ τελειώνουν ἐδῶ, ὅτι ὁ θάνατος εἶναι τὸ ὁριστικὸ τέλος τῆς ζωῆς μας, ὅτι δὲν ὑπάρχει κάτι ἀθάνατο μέσα μας, μιὰ ψυχὴ ποὺ πάντοτε ζεῖ καὶ ποτὲ δὲν πεθαίνει. Καὶ ἑπομένως δὲν δεχόμαστε ὅτι ὅταν τελειώσει ἡ ζωή, δὲν ἀξίζει νὰ φρον­τίσουμε τὸ σῶμα, ἀλλὰ τὸ πιὸ πρακτικὸ εἶναι νὰ τὸ κάψουμε καὶ νὰ σκορπίσουμε τὴ σκόνη του, νὰ μὴ μείνει τίποτε, νὰ μὴ μᾶς θυμᾶται κανείς, νὰ σβήσουν καὶ νὰ τελειώσουν ὅλα ἐδῶ, μέσα στὰ χειροκροτήματα ἐκείνων ποὺ σὲ λίγο θὰ ἀκολουθήσουν τὴν ἴδια πορεία, στὸ μηδὲν καὶ στὸ τίποτε. Καὶ ἀφοῦ, ὅπως λένε, δὲν ἀκολουθεῖ τίποτε, ἀφοῦ ὅλα τελειώνουν ἐδῶ, αὐτὸ ποὺ ἀξίζει εἶναι νὰ προσπαθοῦμε γιὰ ἕνα πιὸ καλὸ καὶ ἀπολαυστικὸ «ἐδῶ», καὶ νὰ ἀσχολούμαστε καὶ νὰ παλεύουμε γιὰ τοὺς μισθοὺς καὶ τὶς συντάξεις, γιὰ τὴν ἐφήμερη δόξα καὶ τὶς ἡδονές, γιὰ τὴν ἄνεση καὶ τὶς ἀπολαβές. Αὐτό, κατὰ τὴν ἀντίληψή τους, εἶναι ὁ ἄνθρωπος: «φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν» (Α΄ Κορ. ιε΄ [15] 32). Ἀλλὰ ὄχι! Δὲν εἶναι αὐτό! Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ πλάσμα τῆς ἰδιαίτερης φροντίδας τοῦ Δημιουργοῦ, τὸ στολίδι τῆς δημιουργίας, ὁ βασιλιὰς τῆς ὁρατῆς κτίσεως, αὐτὸς ποὺ φέρει μέσα του, ­ἀνεκτίμητο δῶρο καὶ περιουσία ἀναφαίρετη, τὴν εἰ­κόνα τοῦ Θεοῦ, καὶ εἶναι προορισμένος νὰ φθάσει στὴν ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ, νὰ γίνει καὶ αὐτὸς θεός, θεὸς κατὰ χάριν. Καλεῖται νὰ μιμηθεῖ τὶς ἀρετὲς τοῦ Θεοῦ, ὅσο αὐτὸ εἶναι δυνατὸν στὴν πεπερασμένη ἀνθρώπινη φύση, γιὰ νὰ ζήσει στὴν αἰ­ωνιό­τητα ἄφθαρτος, ἀθάνατος, ἔνδοξος, αἰώνιος, λαμπρός. Νὰ μετέχει στὴ μακαριότητα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀντανακλᾶ τὴ δόξα Του.
Πρὶν ὅμως ὅλα αὐτὰ τὰ πραγματοποιήσει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τώρα ποὺ ζῶ στὴ γῆ, τώρα ποὺ εἶμαι στὴν ἀτέλεια καὶ στὴ φθορὰ καὶ προσδοκῶ μὲ πόθο βαθὺ ὅσα ὁ Θεὸς μᾶς ὑποσχέθηκε καὶ μᾶς ἐξασφάλισε μὲ τὸν θάνατο καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Υἱοῦ Του στὴν οὐράνια βασιλεία Του, τώρα ποὺ ἀσφυκτιῶ μέσα στὴ ματαιότητα τῶν ἀμέτρητων τοῦ κόσμου τούτου πειρασμῶν, ψάχνω γιὰ λίγο οὐρανό. Γι’ αὐτὸ καὶ ζῶ μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ ψάλλω μὲ τὸν ἱερὸ ὑμνογράφο: «Οὐρανὸς πολύφωτος ἡ Ἐκκλησία, ἀνεδείχθη ἅπαντας, φωταγωγοῦσα τοὺς πιστούς...». Μέσα στὴν ἁγία μας Ἐκκλησία, μέσα στὸν ἅγιο ναὸ τοῦ Θεοῦ, βρίσκω τὸν οὐρανό, βρίσκω τὸ φῶς, τὴν ἀλήθεια, τὴ ζωή. Ἐδῶ μέσα φωτίζονται οἱ δρόμοι μου καὶ ἔχει ὕψιστο νόημα ἡ ζωή μου, ἐδῶ λαμπρύνεται καὶ χαίρεται ἡ ψυχή μου. Ἐδῶ προγεύομαι καὶ προαπολαμβάνω τὴν ἄρρητη χαρὰ καὶ τὴν ἄφατη δόξα τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἡ ταπεινή μου ὕπαρξη φωτίζεται ἀπὸ τὶς ἀνταύγειες τοῦ ἀνεσπέρου φωτὸς τῆς αἰωνιότητος. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ζῶ τὴν πραγματικότητα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ «ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστιν» (Λουκ. ιζ΄ [17] 21). Μέσα μας σκηνώνει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, καὶ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας κράζουμε πρὸς τὸν Θεὸ καὶ Τὸν ὀνομάζουμε Πατέρα. Καὶ ὁ Χριστὸς κατοικεῖ «διὰ τῆς πίστεως ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν» (Ἐφ. γ΄ 17). Ὁ Ὕψιστος Τριαδικὸς Θεὸς «μονὴν παρ’ ἡμῖν ποιεῖ» (Ἰω. ιδ΄ [14] 23), κάνει κατοικία Του τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἀναδεικνύει ἔμψυχο καὶ ζωντανὸ ναό Του.
Ψάχνω γιὰ λίγο οὐρανό. Τώρα καταλα­βαίνω ὅτι μέσα στὴν Ἐκκλησία μπορῶ νὰ βρῶ ὅλο τὸν οὐρανὸ μέσα μου, γιατὶ μέσα μου μπορεῖ νὰ κατοικεῖ ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ. «Ἰδοὺ ὁ οὐρανὸς ἔσωθέν σου, εἰ καθαρὸς ἔσῃ», μᾶς διαβεβαιώνουν οἱ ἅγιοι Πατέρες (Ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος). Τὶς καθαρὲς καρδιὲς τὶς ἐπισκέπτεται ὁ Θεὸς καὶ κατοικεῖ μέσα τους. Τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀνθρώπου γίνεται τότε οὐ­­ρανός, ἕνας μι­κρὸς παράδεισος! Γι’ αὐτὴ τὴ μόνη ἀληθινὴ χαρὰ καὶ ὕψιστη δόξα εἶναι πλασμένος ὁ ἄνθρωπος! Ἀναζητῶ τὸν οὐρανό. Προσμένω τὴν τρισένδοξη οὐράνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στὸ μέλλον, στὴν αἰωνιότητα. Ζῶ μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ὡς συνειδητὸ μέλος της καὶ βρίσκω τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στὸ παρόν: ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι οὐρανός. Καθαρίζω τὸ ἐσωτερικό μου ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ἀνακαλύπτω τὸν οὐρανὸ μέ­σα μου! Ἡ ὕλη, ἡ σάρκα, τὸ χῶμα, ἡ γῆ δὲν ἀξίζουν πιά. Ὅλα στὴ ζωή μου μποροῦν νὰ γίνουν οὐρανός! Καὶ σ’ αὐτὸ τὸ νέο ἔτος καὶ σ’ ὅλη τὴν ἐπίγεια πορεία μου!

Πηγή: "ΣΩΤΗΡ".