Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Η χρήση των πατερικών κειμένων στη διδασκαλία του θρησκευτικού μαθήματος


Φώτιος Σω

τ. Ιωαννίδης
Λέκτορας Τμ. Θεολογίας Α.Π.Θ.
Επιμορφωτικη Ημεριδα των Θεολογων-Αρτα 22/11/2004





Χαιρετισμοί
Η εισήγηση θα αναφερθεί με συντομία στο κύρος και την προσφορά των Πατέρων της Εκκλησίας, σε κάποιες βασικές αρχές για την ερμηνευτική προσέγγιση της σκέψης τους, στον εντοπισμό προβλημάτων γύρω από το θέμα που μας απασχολεί καθώς και στη διατύπωση ορισμένων απόψεων, που ίσως αποτελέσουν αφορμή για προβληματισμό και συζήτηση στο διάλογο που θα ακολουθήσει.
1.   Η σπουδαιότητα και το κύρος των Πατέρων
Η Ορθόδοξη Εκκλησία διαφυλάττει ανόθευτη την αποστολική αλήθεια και ακέραιες τις διδασκαλίες των Πατέρων της. Έχοντας μάλιστα τη βεβαιότητα της αγιοπνευματικής συνεργίας στο θεολογικό τους έργο, χαρακτηρίζει τους ίδιους θεόπνευστους και θεοπαράδοτα τα συγγράμματα τους (Πενθέκτη Σύνοδος, ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδος, Τόμος Συνόδου έτους 1351). Εξαιτίας αυτής της βεβαιότητας, αποδίδει στην πατερική Παράδοση κύρος ίσο με αυτό της Αγίας Γραφής.
   Η διδασκαλία των Πατέρων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη αλήθεια της Γραφής.  Η θεολογική  συμβολή  της συνίσταται στη  φανέρωση  του  κρυμμένου θησαυρού που βρίσκεται κάτω από το γράμμα της Γραφής και αποτελεί συνέχεια, επεξεργασία και   βιωματική   έκφραση   αυτής.   Στη   συνείδηση   της   Εκκλησίας   ο πατερικός λόγος αποτελεί συνέχεια και προέκταση του αποστολικού λόγου κι έτσι Γραφή και Παράδοση δεν αποτελούν μόνο την ενιαία έκφραση της θείας αλήθειας, αλλά και την οδό που οδηγεί τον άνθρωπο στη σωτηρία του.
    Οι άγιοι Πατέρες είναι τα γνήσια πρότυπα της χριστιανικής ζωής. Με το έργο και τη ζωή τους συνδέουν το υπεραισθητό με το αισθητό, το κτιστό με το άκτιστο, το χρόνο με την αιωνιότητα. Κατά συνέπεια, η παρουσία και η μαρτυρία τους δεν εξαντλείται στην αρχαιότητα, γιατί η αγιαστική ενέργεια του Πνεύματος συνεχίζει να τελοιεί τα μέλη της Εκκλησίας και να αναδεικνύει Πατέρες και διδασκάλους.
2.   Το έργο και η προσφορά των Πατέρων
Το έργο και η προσφορά των Πατέρων δεν εξαντλείται στο θεολογικό πεδίο της ερμηνείας της αλήθειας και της ορθής διατύπωσης των δογμάτων της Εκκλησίας. Το πλούσιο και πολύπλευρο έργο τους συμβάλλει, σε κάθε εποχή, στο ανθρωπιστικό ιδεώδες και προσφέρει καρπούς στην ιστορία του πνεύματος και του πολιτισμού, ενώ με το φρόνημα, το ήθος και το βίο τους γίνονται οι εκφραστές του ανακαινισμένου εν Χριστώ ανθρώπου.
Οι Πατέρες ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο, πλούσιο ή φτωχό, ισχυρό ή αδύνατο, μορφωμένο ή απαίδευτο, για τη δικαιοσύνη, την αξία και την ελευθερία του ανθρώπου, για την ισότητα και την ειρήνη. Ο λόγος τους είναι προφητικός, επαναστατικός, χαρισματικός, απελευθερωτικός, κενωτικός και θεραπευτικός. Προσλαμβάνουν τον κόσμο και τα πνευματικά αγαθά του, χρησιμοποιώντας τα και εντάσσοντας τα αριστοτεχνικά στην έκφραση της αλήθειας και στην προοπτική της μεταμόρφωσης.
3.   Προϋποθέσεις κατανόησης της πατερικής θεολογίας
   Η ουσιαστική κατανόηση του πνεύματος της πατερικής θεολογίας    προϋποθέτει πρωτίστως τη ριζική μεταβολή της προσωπικής ζωής του ανθρώπου και τη μετοχή του στη ζωή της Εκκλησίας. Η αυτονόμηση του τελευταίου από το εκκλησιαστικό βίωμα και άρα από τις εμπειρίες των Πατέρων δυσχεραίνει την κατανόηση αυτού του πνεύματος και αποτελεί τον πρώτο λόγο ακαταληψίας της πατερικής θεολογίας. Συνεπώς, η κατανόηση της πατερικής γραμματείας βρίσκεται πέρα από τις δυσχέρειες που γεννούν τα ιστορικοφιλολογικα προβλήματα των κειμένων και οπωσδήποτε δεν εξαντλείται σ' αυτά. Έτσι, για την κατανόηση της διδασκαλίας ενός Πατέρα, ενώ κρίνεται   αναγκαία   η   καλή   γνώση   του   εκφραστικού   μέσου,   του   πολιτιστικού περιβάλλοντος και της ιστορίας της εποχής του, εντούτοις τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν και ασφαλή τεκμήρια για την κατανόηση της.
Οι Πατέρες ερμηνεύουν την αλήθεια χωρίς να αλλοιώνουν το περιεχόμενο της, χωρίς να την υποτάσσουν σε φιλοσοφικές κατηγορίες και χωρίς να κατασκευάζουν θεολογικά συστήματα. Οι διδασκαλίες τους είναι απόρροια της προσωπικής τους πνευματικής εμπειρίας, την οποία βιώνουν μέσα στην Εκκλησία με την προσευχή, τη μετοχή στα μυστήρια και την άσκηση. Η φωνή των Πατέρων είναι η φωνή του Αγίου Πνεύματος, που κατευθύνει και φωτίζει τη σκέψη τους.
Οι Πατέρες δεν αυτονομούν τις αρετές ούτε όμως και τις αστοχίες των ανθρώπων. Τις εντάσσουν στο εκκλησιαστικό σώμα. Έτσι, οποιαδήποτε πράξη του ανθρώπου χαρακτηρίζεται ως αρετή ή αμαρτία όχι τόσο από τα θετικά ή αρνητικά της αποτελέσματα, αλλά από το αν εκπηγάζει ή προάγει ή λυμαίνεται την αγάπη και την ενότητα του Σώματος του Χριστού. Κατά συνέπεια, ο Χριστιανός εκλαμβάνεται ως οικουμενικό πρόσωπο, που καλείται να ενσαρκώσει στην επίγεια ζωή του την αγάπη, με σκοπό τη δική του μεταμόρφωση, αλλά και του κόσμου.
Η πατερική διδασκαλία τονίζει την χωρίς προϋποθέσεις αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. Αναδεικνύει την οικειότητα που υπάρχει ανάμεσα στο Θεό εν Χριστώ και τον άνθρωπο, τοποθετεί τις σχέσεις των ανθρώπων στη βάση του φιλάδελφου πνεύματος και του διαλόγου, δίνει διέξοδο στα υπαρξιακά αδιέξοδα και φανερώνει τα χαρίσματα και τις εσωτερικές δυνάμεις του ανθρώπου.
4.   Η αναγκαιότητα της μελέτης των πατερικών έργων στη διδασκαλία του θρησκευτικού μαθήματος
Με βάση όλα όσα εκτέθηκαν παραπάνω πιστεύουμε πως η προσέγγιση και η σπουδή των Πατέρων της Εκκλησίας στο μάθημα των Θρησκευτικών κρίνεται αναγκαία, όχι μόνο για να πληροφορήσουμε τους μαθητές ποιοι και τι ήσαν αυτοί, τι δίδασκαν και ποιο το πνευματικό κλίμα της εποχής τους, αλλά κυρίως για να ψηλαφίσουμε την αγωνία τους για την αλήθεια, να παρακολουθήσουμε την πιστότητα στην Παράδοση και την εμπιστοσύνη τους στο Αγιο Πνεύμα. Να γνωρίσουμε το εύρος της πνευματικής τους καλλιέργειας, την ευγένεια, τη γενναιοψυχία και την αισθαντικότητά τους. Να εκπλαγούμε από το θάρρος και την αγωνιστικότητα τους. Να ζήσουμε την ελπίδα τους, τις στιγμές της χαράς και  της αγωνίας τους, να θαυμάσουμε το μεστό και πάντα επίκαιρο λόγο τους, αλλά και να γευτούμε κάτι από τις θείες εμπειρίες τους.
Σύμφωνα με την αρχαία ασκήτρια Θεοδώρα: «ο δάσκαλος οφείλει να φροντίζει τους μαθητές του σαν πατέρας και να ενδιαφέρεται για την ψυχή τους». Αυτή η διαχρονική αλήθεια νομίζω πως αφορά πρωτίστως το θεολόγο και το περιεχόμενο των διδαχών του, αφού άλλωστε κατά το Γέροντα Πορφύριο: «από τους Πατέρες θα μάθουν τα παιδιά. Η διδασκαλία των Πατέρων θα μάθει στα παιδιά μας για την εξομολόγηση, για τα πάθη, για τις κακίες, πώς νικούσαν οι άγιοι τον εαυτό τους. Κι εμείς θα προσευχόμαστε ο θεός να εγκύψει μέσα τους».
Παρόλα αυτά, είναι άξιο παρατήρησης και αναφοράς το γεγονός πως στη νεοελληνική εκπαίδευση, συμπεριλαμβανομένης και της πανεπιστημιακής, το ενδιαφέρον μας για τους Πατέρες και τη θεολογία τους είναι όψιμο, αφού μας απασχολεί μόλις τα τελευταία 40 χρόνια. Σ' όλα αυτά τα χρόνια, οι ιθύνοντες των εκπαιδευτικών προγραμμάτων για το μάθημα των Θρησκευτικών στη Μέση παιδεία, ενώ αναγνώριζαν την αξία και τη σπουδαιότητα της πατερικής γραμματείας, δεν την περιέλαβαν στα αναλυτικά προγράμματα ως κύρια ύλη. Στις δύο μόνο περιπτώσεις που αυτό συνέβη, κατά τις σχολικές χρονιές 1979-1980 στην Α' τάξη του Λυκείου και 1983-1984 στην Γ' τάξη του Γυμνασίου, πρέπει να λεχθεί πως επιβλήθηκε από λόγους ανάγκης, εξαιτίας της μη έγκαιρης συγγραφής των νέων σχολικών εγχειριδίων που θα αντικαθιστούσαν τα παλαιά. Τότε, όμως, η εσπευσμένη και πρόχειρη απόφαση για την είσοδο της πατερικής γραμματείας στα αναλυτικά προγράμματα της Μέσης παιδείας ουσιαστικά θυσίασε τη σπουδαιότητα της. Και τούτο, γιατί η επιλογή των κειμένων, που είχε γίνει το έτος 1969 και είχε περιληφθεί στο Ανθολόγιο Πατερικών Κειμένων, παρουσιαζόταν ανακόλουθη προς τα ισχύοντα την εποχή εκείνη νέα αναλυτικά προγράμματα του θρησκευτικού μαθήματος. Κατά συνέπεια, χάθηκε μία αγαθή συγκυρία να εισαχθεί σε μονιμότερη βάση ο πατερικός λόγος στην εκπαίδευση και να αποδειχθεί η σπουδαιότητα και η αξία του.
   Από   τότε,   και   μέχρι   τις   ημέρες   μας,   η   διδασκαλία   των   Πατέρων   στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση εξακολουθεί να είναι αποσπασματική και να κινείται στο περιθώριο   των   διδακτικών   ενοτήτων.   Τα   ισχύοντα   διδακτικά   εγχειρίδια   του μαθήματος των Θρησκευτικών στις τρεις τάξεις του Λυκείου παρουσιάζουν στις διδακτικές τους ενότητες σύντομα αποσπάσματα - τριών ή τεσσάρων γραμμών – από πατερικά έργα, τα οποία φρονούμε πως δεν προσφέρουν καμία συμβολή στη γνώση και την κατανόηση της πατερικής σκέψης. Στο διδακτικό εγχειρίδιο της Γ΄ τάξης του Γυμνασίου μπορεί να αντικρίσει κανείς καλύτερη εικόνα, σε σχέση με την προηγούμενη, αφού η έκθεση της ιστορικής ύλης προσφέρεται για την όποια αναφορά στους Πατέρες. Εκεί, υπάρχουν συγκεκριμένες διδακτικές ενότητες που ασχολούνται με το βίο και τη δράση κάποιων Πατέρων, ενώ υφίσταται, όπως και στο Λύκειο, η παράθεση σύντομων αποσπασμάτων από τα έργα τους. Αντιθέτως, στα διδακτικά εγχειρίδια των δύο πρώτων τάξεων του Γυμνασίου απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά σ' αυτούς ακόμα και η περιφερειακή παράθεση αποσπασμάτων από τη συγγραφική παραγωγή τους.
Από τα παραπάνω καθίσταται εμφανές πως ο πατερικός λόγος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση είναι υποτονικός και ο ρόλος του περιφερειακός. Οπωσδήποτε, γι' αυτό το φαινόμενο δεν ευθύνονται αποκλειστικά οι εκάστοτε συγγραφείς των διδακτικών βιβλίων, αλλά όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς κατάρτισης των αναλυτικών προγραμμάτων στη Μέση παιδεία, αφού το ζήτημα, κατά την άποψη μας, δεν είναι μόνο θεολογικό ή παιδαγωγικό, αλλά γενικότερων επιλογών της παιδευτικής στρατηγικής.
Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς πώς μία γραπτή Παράδοση, που έχει να παρουσιάσει τέτοιο γραμματειακό πλούτο, με χρονικό εύρος δύο χιλιάδων ετών, γραμμένη σ' όλους τους γλωσσικούς τύπους του έλληνα λόγου, να βρίσκεται στο περιθώριο και να μη μελετάται συστηματικά. Πώς η πλούσια Παράδοση της Φιλοκαλίας, αυτής των έντεκα αιώνων, ενώ σήμερα έχει μεταφραστεί σε πλήθος γλωσσών κι έχει αγγίξει την ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου σε Δύση και Ανατολή, Χριστιανού και μη, δεν ενδιαφέρει άμεσα τη Μέση ελληνική παιδεία κι αφήνει ανυποψίαστο για την ύπαρξη της τον Έλληνα μαθητή. Πώς αυτή η Παράδοση, που υμνεί τη ζωή, αποκαλύπτει την αλήθεια, κομίζει πανανθρώπινες αξίες, αγγίζει όλες τις πτυχές της καθημερινότητας και εξανθρωπίζει τον άνθρωπο, να αποτελεί ζήτημα διανοητικής και μόνο προσέγγισης από τους μαθητές και να είναι αποκομμένη από τη ζωντάνια και τον πλούτο των γραπτών μνημείων της, τα οποία μάλιστα μοιάζει σαν να. τα περιφρονεί. Λυτά τα παράδοξα διεκδικούν σίγουρα μία θέση στο βιβλίο Guinness!!!
Οι σύγχρονες απόψεις αρκετών θεολόγων, που θέλουν το θρησκευτικό μάθημα να είναι κυρίως προσφορά πολιτιστικού αγαθού προς τους μαθητές, μολονότι αρκετοί θα είχαν σοβαρές ενστάσεις, φρονούμε πως, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και ύστερα από σοβαρή επεξεργασία, βρίσκονται προς τη σωστή κατεύθυνση. Σύμφωνα λοιπόν με αυτές τις απόψεις, τα θρησκευτικά ως πολιτιστικό μάθημα δε θα αναφέρονται στις
διάφορες λαογραφικές κι εθιμικές παραδόσεις, αλλά στις θεμελιώδεις απαντήσεις, επιλογές και προτεραιότητες που καθορίζουν τη συνολική πρόταση ζωής την οποία αντιπροσωπεύει ένας πολιτισμός. Χωρίς να απονευρώνεται ο θεολογικός χαρακτήρας του  μαθήματος,  αλλάζει  η   μέθοδος  του.   Αν  δηλαδή   το  ομολογιακό   μάθημα χρησιμοποιούσε την αξιολογική  και κατηχητική μεθοδολογία, το πολιτιστικό θα χρησιμοποιεί την περιγραφική,  ιστορική κι ερμηνευτική,  σεβόμενο πλήρως την ελευθερία και τη θρησκευτική ετερότητα.  Η διδασκαλία των Θρησκευτικών ως πολιτιστικού μαθήματος δε θα αποβλέπει στην κατήχηση ή τον προσηλυτισμό, αλλά στην παροχή εκείνων των θρησκευτικών μορφωτικών αγαθών και στοιχείων που σημάδεψαν την πορεία του ελληνικού κι ευρωπαϊκού πολιτισμού. Θα αποβλέπει, δηλαδή, στο να βοηθήσει το μαθητή να γνωρίσει και να κατανοήσει τον κόσμο που τον περιβάλλει, στη διαμόρφωση του οποίου σπουδαίο ρόλο έπαιξε η Ορθοδοξία και ο Χριστιανισμός γενικότερα. Δε θα προέχει πλέον ο ομολογιακός χαρακτήρας, αλλά η συμβολή της θρησκείας και της θεολογίας στον ελληνικό κι ευρωπαϊκό πολιτισμό.
Φρονούμε όμως πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς τον πρωταγωνιστικό ρόλο της πατερικής γραμματείας, που άλλωστε δικαιωματικά της ανήκει, γιατί, τότε, το μάθημα των Θρησκευτικών θα ήταν κενό ουσιαστικού περιεχομένου, αφού ο Ορθόδοξος εκκλησιαστικός πολιτισμός είναι στην ουσία του ευχαριστιακός, λατρευτικός εν τέλει βιωματικός. Δεν ξέρω βέβαια με ποιον τρόπο ή κατά πόσο είναι εφικτό να απεμπολήσουμε τον ευρύ ομολογιακό χαρακτήρα από το μάθημα, γιατί ο Χριστιανισμός είναι ομολογιακή τοποθέτηση. Μάλιστα το πολιτιστικό αγαθό που έχει παραχθεί είναι προϊόν αυτής ακριβώς της ομολογίας στη γνήσια όμως και αληθινή ερμηνευτική της προσέγγιση. Επιπροσθέτως, η υιοθέτηση της περιγραφικής και ιστορικής μεθόδου για την παρουσίαση της Ορθοδοξίας θα εγκυμονεί τον κίνδυνο να μην παρουσιαστεί αυτή ως υπάρχουσα και ζώσα πρόταση αληθινής ζωής, όπως προκύπτει μέσα από κάθε σελίδα της πατερικής γραμματείας, αλλά ως πτυχή του θρησκευτικού φαινομένου ή ως απλό πολιτιστικό προϊόν. Η Ορθόδοξη Εκκλησία έδωσε και δίνει πολιτιστικό αγαθό με τα μνημεία του λόγου και της τέχνης της. Δεν πρέπει όμως να διαφύγει της προσοχής μας πως το προϊόν αυτό προέρχεται από τα πιστά μέλη της και είναι αποτέλεσμα της προσωπικής μετοχής τους στην αλήθεια της.
Προσωπικά θεωρώ πιο ρεαλιστική και εγγύτερη προς τον πυρήνα της Ορθοδοξίας την πρόταση του πανεπιστημιακού δασκάλου Νίκου Ματσούκα, ο οποίος, ήδη από τη δεκαετία του ’80 υπερασπίζεται την άποψη για τη σύνδεση του θρησκευτικού μαθήματος με την παιδεία και τον πολιτισμό, που όμως δε θα έχει βιωματικό ή κατηχητικό χαρακτήρα αλλά γνωστικό.  Σε ό,τι αφορά στο περιεχόμενο του θα περιλαμβάνει τα μνημεία του πολιτισμού όχι μόνο της ελληνορθόδοξης παράδοσης, αλλά όλης της Ορθοδοξίας. Η ελληνορθόδοξη παράδοση, που εμπνεύστηκε από τη θεολογία,   τη   λατρεία   και   τη   ζωή   της   Εκκλησίας   είναι   αδιαμφισβήτητα   μία πολιτιστική κληρονομιά και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού πολιτισμού. Ο καθηγητής Ματσούκας λοιπόν είναι της άποψης να γίνεται το μάθημα μέσα από δόκιμες   σχολιασμένες   μεταφράσεις    βιβλικών,    πατερικών,   λειτουργικών    και ασκητικών κειμένων, καθώς κι εκλεκτών έργων από την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
   Από την πλευρά μας, θα προτιμούσαμε η σπουδή της πατερικής γραμματείας στη Μέση παιδεία να είναι το κύριο αντικείμενο του θρησκευτικού μαθήματος σε μία τουλάχιστον τάξη του Γυμνασίου και σε μία του Λυκείου. Η ανάπτυξη της μπορεί να γίνει κλιμακωτά,  με επιλογή  κατάλληλων  κειμένων  και στις ήδη υπάρχουσες διδακτικές ώρες. Σε ό,τι αφορά στα κείμενα, υπάρχουν στις μέρες μας πολλές και καλές νεοελληνικές μεταφράσεις, οι οποίες θα απάλλασσαν το δάσκαλο και το μαθητή  από  τη  μορφολογική   επεξεργασία  του  κειμένου,  που  άλλωστε  είναι αντικείμενο άλλων μαθημάτων, και θα βοηθούσαν στην ερμηνευτική προσέγγιση της σκέψης των Πατέρων, αλλά και της γνησιότερης γνωριμίας με την Ορθοδοξία ως πρόταση και στάση αληθινής ζωής.
Η υπάρχουσα θεματική του αναλυτικού προγράμματος για το θρησκευτικό μάθημα στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση φρονούμε πως μπορεί κάλλιστα να αναπτυχθεί μέσα από την πατερική γραμματεία. Σήμερα, όμως, παρουσιάζεται το παράδοξο να ομιλούμε στα παιδιά για τις βιβλικές αλήθειες χωρίς την άμεση προσφυγή στην ασφαλή ερμηνεία των Πατέρων. Μιλούμε για ορθόδοξη πίστη και λατρεία χωρίς να αναφερόμαστε πρωτίστως στις πηγές, που επεξεργάστηκαν το περιεχόμενο της πίστης, πλούτισαν, αλλά και διαμόρφωσαν τη λατρεία της Εκκλησίας. Επιπροσθέτως, η διδασκαλία μέσα από τα κείμενα αποφεύγει το στείρο βερμπαλισμό του διδάσκοντα, προσδίδει ζωντάνια και δημιουργικότητα στην παράδοση του μαθήματος, καλλιεργεί κριτικό πνεύμα στους μαθητές, αναδεικνύει την ορθοπραξία των Πατέρων, τη δυναμική σκέψη και τον προβληματισμό τους, που στις περισσότερες περιπτώσεις παραμένει επίκαιρος, ενώ παράλληλα τοποθετεί το μήνυμα τους στη σημερινή εποχή.
Η πιο πάνω αντίληψη των πραγμάτων είναι παντελώς ξένη προς την καλλιέργεια κάθε είδους θρησκευτικού φονταμενταλισμού ή οπισθοδρόμησης ή επιβολής της θρησκευτικής κατήχησης στα σχολεία ή ακόμα και διάπλασης ενός συγκεκριμένου ηθικού τύπου. Η ορθόδοξη εκκλησιαστική Παράδοση δεν καλλιεργεί ηθικούς τύπους ανθρώπων, αλλά ελεύθερα πρόσωπα. Άλλωστε, η δυναμική θεώρηση της Παράδοσης, απαλλαγμένη από τις όποιες ιδεολογικές της χρήσεις, βρίσκεται πολύ μακριά από κάθε ακρότητα και αποτελεί την ασφαλή πορεία του ανθρώπου στην προοπτική της πνευματικής του ελευθερίας και ανάτασης.
Ευχαριστώ για την υπομονή και την προσοχή σας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου