Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ ΠΟΙΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΞΩΣΗΣ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΤΗΣ ΤΡΥΦΗΣ



Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ
Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης
Ο Αδάμ, ο πατέρας της οικουμένης, εγνώριζε στον Παράδεισο την γλυκύτητα της θείας αγάπης. Έτσι, μετά την έξωσή του απο τον Παράδεισο για το αμάρτημά του, εγκαταλειμμένος απο την αγάπη του Θεού, θλιβόταν πικρά και οδυρόταν με βαθείς στεναγμούς. Όλη η έρημος αντηχούσε απο τους λυγμούς του. Η ψυχή του βασανιζόταν με την σκέψη: "Ελύπησα τον αγαπημένο μου Θεό". Δεν μετάνιωνε τόσο για την Εδέμ και το κάλλος της, όσο για την απώλεια της θείας αγάπης, που τραβά αχόρταγα την ψυχή στον Θεό. Το ίδιο και κάθε ψυχή που γνώρισε με το Άγιο Πνεύμα τον Θεό κι ύστερα έχασε την Χάρη, δοκιμάζει το αδαμιαίο πένθος. Θλίβεται η ψυχή και μεταμελείται σφοδρώς, όταν προσβάλει τον αγαπημένο Κύριο. Βασανιζόταν και οδυρόταν στη γή ο Αδάμ και η γή δεν του έδινε χαρά. Νοσταλγούσε τον Θεό και φώναζε: "Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και Τον αναζητώ με δάκρυα. Πώς να μην Τον ζητώ; Όταν ήμουν μαζί Του, αγαλλόταν ειρηνικά η ψυχή μου και ήμουν απρόσιτος για τους εχθρούς. Τώρα όμως απέκτησε εξουσία πάνω μου το πονηρό πνεύμα και κλονίζει και τυραννεί την ψυχή μου. Γι' αυτό λιώνει η ψυχή μου για τον Κύριο μέχρι θανάτου. Το πνεύμα μου ορμά πρός τον Θεό και τίποτε το γήινο δεν με παρηγορεί, και η ψυχή μου δεν βρίσκει πουθενά παρηγοριά, αλλά ποθεί διψασμένα να Τον δεί και να Τον απολαύσει ωσότου χορτάσει. Δεν μπορώ να Τον λησμονήσω ούτε στιγμή κι απο τον πολύ μου πόνο στενάζω και οδύρομαι: Ελέησόν με ο Θεός, το παραπεσόν Σου πλάσμα". Έτσι οδυρόταν ο Αδάμ κι έτρεχαν ποτάμι τα δάκρυα απο το πρόσωπό του κι έπεφταν στο στήθος του και στη γή. Με δέος άκουγε όλη η έρημος τους στεναγμούς του. Ζώα και πουλιά σιωπούσαν απο θλίψη. Κι ο Αδάμ οδυρόταν, γιατί με το αμάρτημά του στερήθηκαν όλοι την ειρήνη και την αγάπη. Ήταν μεγάλη η θλίψη του Αδάμ μετά την εξορία του απο τον Παράδεισο. Σάν είδε όμως τον γιό του Άβελ σκοτωμένο απο τον Κάϊν, αυξήθηκε ακόμα πιό πολύ η θλίψη του Αδάμ, φοβερά στενοχωρημένος κοίταζε και έκλαιγε: "Εξ εμού λαοί εξελεύσονται και πληθυνθήσονται επί της γής, κι όλοι θα υποφέρουν, θα ζούνε μέσα στην έχθρα και στον αλληλοσκοτωμό". Κι ήταν η θλίψη του μεγάλη σάν τον ωκεανό, και την καταλαβαίνουν μόνον οι ψυχές που γνώρισαν τον Κύριο και την ανείπωτη αγάπη Του. Κι εγώ έχασα την Χάρη και φωνάζω μαζί με τον Αδάμ: "Σπλαχνίσου με Κύριε. Δώσε μου πνεύμα ταπεινώσεως και αγάπης". Ώ αγάπη του Κυρίου! Όποιος σε γνώρισε, σ' αναζητεί ακούραστα και φωνάζει μέρα και νύχτα: "Σε ποθώ, Κύριε, και Σ' αναζητώ με δάκρυα. Πώς να μή Σε ζητώ; Εσύ μου έδωσες να Σε γνωρίσω με το Άγιο Πνεύμα, κι αυτή η θεία γνώση τραβά αδιάκοπα την ψυχή μου κοντά Σου". Θρηνεί ο Αδάμ: "Δέν με τέρπει η σιγή της ερήμου. Δεν με τραβούν των βουνών τα ψηλώματα. Δεν με αναπαύει η ομορφιά των δασών και των λιβαδιών. Δεν καταπραΰνει τον πόνο μου των πουλιών το κελάδημα. Τίποτε, τίποτε δεν μου δίνει τώρα χαρά. Η ψυχή μου ράγισε απο την πολύ στενοχώρια. Τον αγαπημένο Θεό μου επρόσβαλα. Κι άν με ξανάπαιρνε στον Παράδεισο ο Κύριος κι εκεί θα θρηνούσα λυπητερά, πονεμένα γιατί πίκρανα τον αγαπημένο μου Θεό".


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου