Κυριακή 21 Απριλίου 2019

"Ιδού αναβαίνομεν είς Ιεροσόλυμα"




Ο πιστός άνθρωπος μέσα στην Εκκλησία, ιδιαίτερα στην δυσανάβατη περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής, ομοιάζει σαν ένα αθλητή του μαραθώνιου, που γνωρίζει καλά πως όταν φθάσει στην τελική ευθεία του αγωνίσματος και γίνεται ορατό το τέλος της διαδρομής, τότε νιώθει ότι πρέπει να εντείνει την προσπάθειά του αξιοποιώντας όλα τα πνευματικά και σωματικά αποθέματα του δυναμισμού του, ώστε να κατορθώσει να φτάσει στο τέρμα, στον σκοπό του αγωνίσματος που είναι ο στέφανος της δόξας. Έτσι, ο πιστός αθλητής του πνευματικού αγώνα, ο κάθε πιστός χριστιανός, ο οποίος διέτρεξε αγωνιστικά την αγία και μεγάλη Τεσσαρακοστή, αντικρίζει με ελπίδα μέσα στη χαρμολύπη[1] της κατανυκτικής ατμόσφαιρας των ιερών ακολουθιών, να ανοίγεται μπροστά του η τελική ευθεία που οδηγεί στο τέρμα του νηπτικού δρόμου. Αφού, ως γνωστό, η Μ. Τεσσαρακοστή θεωρείται από τους Πατέρες ως οδός, που οδηγεί από την θλίψη της νηστείας και του θανάτου (των αμαρτιών μας) στην ένδοξο ανάσταση (ανάσταση ψυχής)[2]. Η οδός η οποία μέσω της Μ. Εβδομάδας οδηγεί στη συνάντηση με τον Αναστημένο Χριστό, τον δοτήρα της ζωής. Στο τέλος, λοιπόν, της Μ. Τεσσαρακοστής και στον τελευταίο κατανυκτικό εσπερινό, διατυπώνεται εύληπτα μια συγκεκριμένη πρόσκληση, αλλά και πρόκληση: «Την έκτην των σεπτών Νηστειών εβδομάδα, προθύμως απαρχόμενοι Κυρίω, προεόρτιον ύμνον των Βαΐων άσωμεν πιστοί, ερχομένω εν δόξη, δυνάμει Θεότητος επί την Ιερουσαλήμ, νεκρώσαι τον θάνατον˙ διό ετοιμάσωμεν ευσεβώς, τα της νίκης σύμβολα, τους κλάδους των αρετών, το Ωσαννά εκβοήσαι, τω ποιητή του παντός»[3].
Διά μέσου αυτού του εξαίσιου θεολογικά Προσομοίου, μας καλεί ο υμνογράφος να ξεκινήσουμε με προθυμία την έκτη εβδομάδα των σεπτών Νηστειών, ψάλλοντας προεόρτιο ύμνο για την Κυριακή των Βαΐων. Την ημέρα κατά την οποία θα έρχεται ένδοξος ο Κύριος στην Ιερουσαλήμ προκειμένου να νεκρώσει τον θάνατο με την δύναμη της θεότητάς Του. Φαίνεται ήδη το τέρμα στον (πνευματικό) ορίζοντα και τα βήματα που θα ακολουθήσουν είναι προδιαγραμμένα. «Ιδού αναβαίνομεν είς Ιεροσόλυμα»[4]. Ιδού, λοιπόν, συνεχίζουμε οι άνθρωποι να ανεβαίνουμε την ανηφόρα της δυσανάβατης προσωπικής περιπέτειας της ζωής μας. Όμως, ξαφνικά, κατά παράδοξο τρόπο, μέσα στο φέγγος των προσδοκώμενων επιθυμιών μας, τα οδυνηρά και δυσβάστακτα, τα αφόρητα και απέλπιδα ή, τα τραγικά και αγωνιώδη τεκταινόμενα του βίου μας, αποκτούν πλέον καινούριο νόημα. Αφού η υποταγή στη φθορά και στο θάνατο δεν είναι πια ανυπέρβλητη, διότι, ξεπερνιέται ο στενός ορίζοντας που οριοθετείται από την απελπισία μας, καθώς αυτός σβήνει όταν συναντήσει το ευρύ και απεριόριστο ορίζοντα των δωρεών της Χάριτος του Θεού[5]. Άλλωστε, κατά τον Γρηγόριο Παλαμά, το θεμέλιο απελευθέρωσης της ανθρώπινης φύσης από την εξουσία του διαβόλου, της αμαρτίας, της φθοράς και του θανάτου, τέθηκε ήδη με την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, ενώ με την ανάσταση του Χριστού επισφραγίστηκε η οντολογική απελευθέρωση του ανθρώπου από την πολλαπλή δουλεία του[6].
Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης έφτασε ακριβώς σε αυτή την έσχατη απόγνωση και απελπισία, ώστε να πιστέψει στην καρδιά του ότι «ο Θεός είναι αδυσώπητος»[7](!), που τον βύθισε σε απερίγραπτη ψυχική αγωνία. Τότε, όμως, ήταν που «ο Κύριος εμφανίστηκε με ακατάληπτο τρόπο στον νεαρό δόκιμο μοναχό και όλη του η ύπαρξη, ακόμη και το σώμα του γέμισαν από την φωτιά της χάρης του Αγίου Πνεύματος»[8]. Πολύ αργότερα, μετά από δεκαπέντε χρόνια σκληρού πνευματικού αγώνα και άσκησης, «όταν δεν μπορούσε να προσευχηθεί καθαρά και έλεγε με θλιμμένη καρδιά την προσευχή», παίρνει «νέα απάντηση από τον Θεό στην καρδιά του: Κράτα τον νού σου στον άδη και μην απελπίζεσαι»[9]. Από εκείνη την στιγμή που άγιος Σιλουανός έγινε, θεία συνάρσει, εμπειρικός γνώστης της Χάριτος, δηλ. απέκτησε εμπειρία Θεού, η (ψυχική/πνευματική) οδύνη του μπορούσε ακόμη να έχει πολλές αφορμές, αλλά να έχει μία μόνο αιτία: τον πόνο της ψυχής, όταν βιώνει αυτή πως η θεία Χάρη δεν είναι αδιαλείπτως αισθητή, λόγω των εμποδίων που εγείρουν μέσα στη ψυχή τα πάθη[10]. Με άλλα λόγια, ο Γέροντας Σιλουανός βίωσε πραγματικά στο βάθος της ψυχής (καρδίας) του, την (φαινομενική)[11] εγκατάλειψη του Θεού. Αυτή ήταν η πραγματική του οδύνη, γι' αυτό προσευχόταν θερμά στον Χριστό να ξαναέρθει η Χάρις.
Υπάρχουν όντως πολλά βάσανα και ποικίλες μορφές πόνου στη ζωή των ανθρώπων. Ωστόσο, στην πραγματικότητα υπάρχει μόνο ένας αβάσταχτος (ψυχο-πνευματικός) πόνος, ο οποίος περικλείει και ανακεφαλαιώνει όλους τους άλλους πόνους. Είναι αυτός, το να μην είσαι άγιος. Σε αυτό το σημείο, ειδικά, ο πατερικός λόγος είναι ακριβής: «Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ασφαλής ένδειξη της άσκησης και συνάμα όρος προκοπής, είναι η οδύνη (άλγος), δηλαδή η αίσθηση της επαίσχυντης αμαρτωλότητάς μας, όταν με πένθος προσπίπτουμε μπροστά στον Ιησού, όπως η αμαρτωλή γυναίκα στα πόδια Του στην οικία του Σίμωνος του λεπρού στη Βηθανία»[12]. Άρα, η προσωπική μας συνάντηση με τον Χριστό και το άνοιγμα (πλατυσμός)[13] της καρδιάς για την θριαμβευτική του είσοδο, δεν στηρίζεται σε μια συγκινησιακή ψυχολογική φόρτιση, αλλά προϋποθέτει τον καθαρισμό[14] της καρδιάς από τα πάθη μας[15]. Προϋποτίθεται η μετατροπή των αποξηραμένων κλαδιών των παθών μας, σε αναζωογονημένα κλαδιά των αρετών, κατά την προτροπή του Προσομοίου που αναφέραμε πιο πάνω.
Δεν έχουμε την πολυτέλεια της επανάπαυσης σε μια ψυχαναγκαστική προσήλωση στο τυπικό (μόνο) της Μ. Τεσσαρακοστής, γιατί δεν αρκεί η εξωτερική συμμόρφωση στους τύπους της εκκλησιαστικής ζωής, όταν αυτή δεν οδηγεί στη συντριβή της καρδίας και στην θεομίμητη ταπείνωση[16]. Λόγου χάρη, η αρετή της νηστείας δεν είναι μια αλλαγή διαιτολογίου, αλλά είναι «βία φύσεως», η οποία καθίσταται απαραίτητη πνευματικά στον αγωνιζόμενο άνθρωπο[17]. Η προσωπική συνάντηση με τον Χριστό, τον θριαμβευτή της ζωής επάνω στον θάνατο, καλεί σε δοξολογική υποδοχή Του πλησιάζοντας στο τέλος του ετήσιου πνευματικού μαραθώνιου, όταν ακουμπάμε ήδη το κράσπεδο της Μεγάλης Εβδομάδας και ο υμνογράφος μας καλεί να κορυφώσουμε τις προσπάθειες, ώστε να «ετοιμάσουμε ευσεβώς τα σύμβολα της νίκης, τα κλαδιά των αρετών». Έτσι, ανοίγονται μπροστά στη θέα μας, από την μία πλευρά η ζοφώδης (σκοτεινή) άβυσσος των παθών και, από την άλλη, η λαμπροφόρα (φωτεινή) θάλασσα των αρετών[18], αλλά μεταξύ τους όμως στέκεται γέφυρα σωτηρίας, μία δοκιμασμένη πορεία αιώνων από τα χνάρια αμέτρητων αγίων διαμέσου της προσευχητικής επίκλησης του Ονόματος του Θεού: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν»[19]. Διότι, η προσφερόμενη προσευχή στον Κύριο θεοπρεπώς, «εν πνεύματι και αληθεία»[20], είναι ενέργεια άφθαρτη και ακατάλυτη[21].
«Ιδού αναβαίνομεν είς Ιεροσόλυμα», και ανοίγεται εμπρός μας σίγουρο μονοπάτι, που οδηγεί από την δουλεία των παθών στην «ελευθερία της δόξης των τέκνων του Θεού»[22]. Γι' αυτό ακριβώς μιλά προφητικά και εσχατολογικά το μέγα Προκείμενο του κατανυκτικού εσπερινού: «Έδωκας κληρονομίαν[23] τοις φοβουμένοις το όνομά σου Κύριε»[24]. Πάνω σε αυτό τον ύμνο, σχολιάζει ο Μ. Αθανάσιος, πως η κληρονομία ή η βασιλεία των ουρανών, είναι οι Χριστιανοί, οι ευλογημένοι του Θεού Πατρός, που κληρονομούν την ετοιμασμένη βασιλεία από καταβολής κόσμου, την βασιλεία του Θεού[25]. Η μακραίωνη παράδοση της Εκκλησίας, γνωρίζει ότι η σωτηρία υπάρχει «εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, που σταύρωσαν οι άνθρωποι, όμως ο Θεός τον ανέγειρε από τους νεκρούς»[26]. Γνωρίζει, λοιπόν, η Ορθόδοξη Εκκλησία βιωματικά (εμπειρικά), με ανεξίτηλα στίγματα[27] και αποδείξεις χαραγμένες στις καθαρισμένες καρδίες των θεωμένων αγίων ανθρώπων πως, πράγματι, το όνομα του Υιού του Θεού καθίσταται μέγα και απεριόριστο στηρίζοντας την Οικουμένη[28]. Είναι οι άγιοι της Εκκλησίας, οι κατά χάριν θεοί, που ομόφωνα μέσω του στόματος του σύγχρονου αγίου Σιλουανού, διαβεβαιώνουν πως, «η εξουσία του κοσμικού κακού πάνω στον άνθρωπο είναι κολοσσιαία και κανένας απόγονος του Αδάμ δεν μπορεί να την νικήσει χωρίς τον Χριστό και έξω απ' Αυτόν. Ο Ιησούς είναι ο Σωτήρας με την κύρια και μοναδική σημασία της λέξης. Αυτή είναι η πίστη του ορθόδοξου ασκητή και γι' αυτό η προσευχή της νοερής ησυχίας γίνεται με την αδιάλειπτη επίκληση του ονόματος του Ιησού Χριστού, την "προσευχή του Ιησού"»[29]. 
Κληρονομία, επομένως, μοναδική και αδαπάνητος κλήρος είναι εκείνοι οι άνθρωποι που ευλαβούνται (εφοβούντο) το όνομα του Θεού, και τώρα θα αξιωθούν (ικανωθούν) μέσω της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος, να υπερνικούν ακόμη και τη φυσική τάξη, αφού στο όνομα του Χριστού θα εκβάλλουν δαιμόνια, θα μιλούν καινούργιες γλώσσες, δεν θα τους βλάπτει κανένα θανατηφόρο ποτό ή φίδι, αλλά θα γιατρεύουν και αρρώστους[30]. Άρα, ο πόνος του πνευματικού αγωνιστή και μαραθωνοδρόμου, καθώς και η οδύνη του πιστού χριστιανού που αγωνίζεται στο κλίμα του χαροποιού πένθους της Μ. Τεσσαρακοστής, είναι ο τρόπος που καλείται ο κάθε πιστός άνθρωπος να συστρατευθεί με τη στρατιά των αγίων και των μαρτύρων. Είναι χαρακτηριστική η παραίνεση του απ. Παύλου, πως το παράδειγμα (πρβλ. paradigm)[31] τόσων μαρτύρων που σαν σύννεφο μας περιστοιχίζουν, μας δίνει δύναμη να απελευθερωθούμε από τα δεσμά της αμαρτωλότητάς μας και να αγωνιστούμε με υπομονή τρέχοντας στον δρόμο που ανοίγεται εμπρός μας, με τα μάτια προσηλωμένα στον αρχηγό και τελειωτή της πίστης μας Ιησού[32], ο Οποίος για χάρη μας υπέμεινε τον σταυρό[33]. Γιατί, πάντα ο σταυρός συνοδεύεται από την Ανάσταση.
Στο τέλος, λοιπόν, της έκτης εβδομάδας των Νηστειών, ανοίγεται εμπρός μας η τελική ευθεία που οδηγεί στην ολοκλήρωση του αγωνιστικού δρόμου της Μ. Τεσσαρακοστής και διαφαίνεται ο ορίζοντας των αγίων Παθών και της Ανάστασης. Ανοίγεται η διέλευση από την Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών, προς το Πάσχα. Το πέρασμα (πάσχα) από τον θάνατο στη ζωή. Με άλλα λόγια, ανοίγεται η πορεία προς τη συνάντηση με τον αναστημένο Χριστό και, συγχρόνως, ανοίγεται εμπρός μας η συνειδητοποίηση του πλήθους των αμαρτιών μας και ο άβυσσος της ευσπλαχνίας των κριμάτων του ψυχοσώστου Σωτήρος Χριστού[34]. Επομένως, προβάλλει επιτακτική η ανάγκη, γι' αυτή την ουσιαστική συνάντηση με τον Χριστό, να προετοιμάσουμε «τα της νίκης σύμβολα, τους κλάδους των αρετών»[35], και παράλληλα μέσα από την ψυχή μας να αναδυθεί η νοερά προσευχή. Ο λυγμός παράκλησης και δοξολογίας. Η προσευχή που διακατέχεται από τα δάκρυα της μετάνοιας και του κατά Θεόν χαροποιού πένθους[36]. Επιπλέον, ο Χριστός, που από άκρα συγκατάβαση «έλαβε μορφήν δούλου»[37] και έγινε άνθρωπος ταπεινώσας τον εαυτό Του γινόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου και σταυρού[38], απαντά προσωπικά στον καθένα μας και, μας παρηγορεί στη θλίψη μας λέγοντας πως, θα έρθουν στιγμές που όταν οι άλλοι θα χαίρονται εσύ θα κλαίς. Αλλά μας διαβεβαιώνει ότι η λύπη μας θα γίνει χαρά, σαν την γυναίκα που όταν γεννήσει ξεχνά την θλίψη και τους πόνους του τοκετού και χαίρεται που έφερε άνθρωπο στον κόσμο[39]. Σε αυτή την ζωή θα έχεις θλίψεις, αλλά μην λιγοψυχάς, γιατί Εγώ τον έχω νικήσει τον κόσμο[40].   
Σε κάθε ενιαύσιο λατρευτικό κύκλο, γίνεται ορατή στον ορίζοντα του πνευματικού μαραθώνιου η ανατολή της αγίας και Μεγάλης Εβδομάδας, αλλά στην απαρχή της έκτης εβδομάδας των νηστειών, καλούμαστε να εντείνουμε τις προσπάθειες και τον αγώνα μας, να συντάξουμε τις δυνάμεις μας για την αναμέτρηση με την καθηλωτική δύναμη των παθών. Καλούμαστε δηλαδή να ετοιμάσουμε τα πνευματικά Βάϊα των φοινίκων, τις αρετές μας, για να υποδεχτούμε επάξια τον νικητή του θανάτου και αρχηγό της ζωής, τον αναστημένο Χριστό. Απομένει, συνεπώς, ο αδελφικός ασπασμός από μέρους μας με την περιπόθητη ευχή στα χείλη και την καρδιά: «Μαράν Αθά», «Αμήν, ναί έρχου, Κύριε Ιησού»[41]. Διότι, ο άνθρωπος είναι ένα όν που «πεινάει» για Θεό. Πίσω από όλες τις κοσμικές πείνες της ζωής μας, βρίσκεται ο Θεός. Τελικά, κάθε ευσεβής πόθος, είναι πόθος για Εκείνον[42]. Εξάλλου, η υπαρξιακή ταυτότητα του πιστού ανθρώπου, καθορίζεται από το εσχατολογικό μέλλον του, την εσχατολογική προοπτική του[43], φωτισμένη και προσδιορισμένη από την ενανθρώπηση και την Ανάσταση του Θεού-Λόγου[44]. Έτσι, ο άνθρωπος εντός της Εκκλησίας, οδηγείται στην βεβαιότητα ότι ο θάνατος νικήθηκε μετά την ασύγχυτη και αδιαίρετη ένωση κτιστού και ακτίστου στο Θεανδρικό πρόσωπο του Ιησού Χριστού[45], τον εκούσιο σταυρικό Του θάνατο, την «είς άδου κάθοδον»[46] και την τριήμερη έγερσή Του[47]. Όλα αυτά τα μεγάλα μυστήρια του Θεού (ο θάνατος, η κάθοδος στον άδη, η εκ νεκρών αναβίωσις κ.ά.), κατά τον Μέγα Αθανάσιο, πράττονται κρυφίως[48]. Τότε, πραγματικά, «μπορεί κανείς να προσπαθήσει να αγαπήσει. Γιατί δεν υπάρχει πια θάνατος. Γιατί κι ο θάνατος είναι πια γεμάτος από τον Θεό»[49].


π. Γεώργιος Β. Δημητρόπουλος
Εφημέριος Ι. Ν. Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου Γομοστού
Υπ. Μ.Α. Θεολογίας




[1] Χαρμολύπη ή χαροποιόν πένθος, είναι το ψυχο-πνευματικό συναίσθημα που εμφορείται ταυτόχρονα από χαρά και λύπη. Μέσα στην Εκκλησία ο πιστός βιώνει εμπειρικά το μυστήριο της σωτηρίας του διά της θείας Χάριτος, δηλ. ενώ νιώθει την θλίψη και τον πόνο των Παθών του Κυρίου, μαζί κι αυτός την θλίψη των αμαρτιών του, ταυτόχρονα όμως νιώθει και την χαρά της Αναστάσεως, μαζί κι ο πιστός νιώθει την χαρά της αφέσεως των αμαρτιών του διά της μετανοίας και εξομολογήσεως. Ανάσταση ψυχής. Βλ. επίσης, υποσ. 18.
[2] Η αποκατάσταση της φύσης του ανθρώπου (ψυχοσωματικά και πνευματικά) στο αρχαίο κάλλος, βλ. Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος περί Ψυχής και Αναστάσεως, PG 46.
[3] «Στιχηρόν προσόμοιον», Κυριακή εσπέρας της Κυριακής Ε' των Νηστειών, Τριώδιον, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1960, σελ. 313.
[4] Ματθ. 20, 18. Μάρκ. 10, 33.
[5] Βλ. π. Αδ. Αυγουστίδη, Παραμυθητική Θεολογία, εκδ. Δομή, Αθήνα 2008, σελ. 141-143.
[6] Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 5, PG 151, 64 BC.
[7] Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ο Γέροντας Σιλουανός του Άθω (1866-1938), εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1978, σελ. 23.
[8] Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ο Γέροντας Σιλουανός του Άθω, όπ. παρ., σελ. 23-24.
[9] Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ο Γέροντας Σιλουανός του Άθω, όπ. παρ., σελ. 41-42.
[10] π. Αδ. Αυγουστίδη, Παραμυθητική Θεολογία, όπ. παρ., σελ. 143-145.
[11] Φαινομενική εγκατάλειψη Θεού, αφού κατ' ουσίαν, ποτέ δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο ο Θεός, αλλά φαίνεται ότι τον εγκαταλείπει η Χάρις για να φανεί ο αγώνας του. Δηλ. κατ' αυτή την περίοδο της εγκαταλείψεως δεν κάνει φανερή (αισθητή) την παρουσία του ο Θεός διά της Ενέργειάς (Χάρης) Του, αλλά μένει φαινομενικά κρυπτόμενος, βλ. πειρασμούς του Μ. Αντωνίου. Βλ. περισσότερα Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1992, σελ. 193 κ.εξ.
[12] Θεοφάνη Επίσκοπου, Νοερά άθλησις, Γέρ. Κλήμεντος, Άγιον Όρος 1987, σελ. 83.
[13] Βλ. πλατυσμός καρδίας, ή πλατυσμός ψυχής, βλ. Β’ Κορ. 6, 11: «Το στόμα ημών ανέωγεν, η καρδία ημών πεπλάτυνται· πάντας ένδον έχομεν· και ουδέ τούτο απλώς, αλλά μετ’ ευρυχωρίας πολλής». Κατά την Ψυχολογία της Θρησκείας, ως πλατυσμός ψυχής, θεωρείται ο «μέγας» ή πνευματικός εαυτός, ή ακόμα και το υψηλότερο κέντρο στον άνθρωπο (δηλ. πνεύμα ή νούς), που διαθέτει ένα αίσθημα ελευθερίας, ευρύτητας, άνεσης, μεγαλοκαρδίας, «αρχοντιάς» (βλ. άγιο Παΐσιο Αγιορείτη), ψυχικής ηρεμίας (γαλήνης, Ψαλμ. 117, 5), μακαριότητας (Ψαλμ. 118, 45. Σ. Σειρ. 47, 12), πλατυσμού, διεπικοινωνίας με άλλους εαυτούς, αλλά και την όλη πραγματικότητα. Ένας εαυτός, που σαν την πνευματική μήτρα του απ. Παύλου, συν-χωρεί όλη την οικουμένη: «πάντας ένδον έχομεν· και ουδέ τούτο απλώς, αλλά μετ’ ευρυχωρίας πολλής». Επίσης, στην Ορθόδοξη ανατολική Υμνογραφία, ο νούς ή η καρδία (ή/και η διάνοια ή όλη ψυχή) των Αγίων, των Μαρτύρων και των Οσίων αναφέρεται ότι με την Θεία Χάρη «πλατύνονται», «καταπλατύνονται», «εμπλατύνονται» ή «προσπλατύνονται» όσον αφορά στην «θεωρία» Θεού (φωτισμός, αγιασμός, θεογνωσία και Θεία θέα). Αρχέτυπο, βέβαια, Πλατυτέρας παραμένει αιώνια η «γαστήρ» της Υπεραγίας Θεοτόκου. (Βλ. Σ. Κ. Τσιτσίγκου, Γνωσιακή Ψυχολογία της Θρησκείας, εκδ. Tremendum, Αθήνα 2018). 
[14] Βλ. Ματθ. 5, 8.
[15] Α. Αυγουστίδη (πρωτοπρ.), Η ανθρώπινη επιθετικότητα. Ποιμαντική και Ψυχολογική προσέγγιση στην Κλίμακα του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1999, σελ. 181-186.
[16] Βλ. πλουτοταπείνωση, Ιωάννη Σιναΐτη, Κλίμαξ, PG 88. Ισαάκ του Σύρου, Ασκητικά.
[17] «Ο νούς του νηστευτή προσεύχεται καθαρά, του δε ακρατούς είναι γεμάτος από ακάθαρτες εικόνες», Ιωάννη Σιναΐτη, Κλίμαξ, ΙΔ', ιστ', PG 88, 865C-868A.
[18] Πρβλ. Αρχιμ. Σωφρονίου, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, όπ. παρ., σελ. 69 κ.εξ. Το πνευματικό πένθος είναι διαφορετικό στη φύση από το ψυχικό πένθος. Το πνευματικό πένθος συνδέεται με την αδιάλειπτη σκέψη της οδυνηρής θλίψης του χωρισμού του ανθρώπου από τον Θεό, το οποίο αυτό πένθος καθαρίζει τον άνθρωπο από τα θανατηφόρα πάθη και ζωοποιεί όλον τον άνθρωπο. Ενώ, αντίθετα, το ψυχικό πένθος σκοτώνει το σώμα και σβήνει την ζωηρότητά του (σελ. 77).
[19] Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Περί Προσευχής, εκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1994, σελ. 123-196. Βλ. π. Αδ. Αυγουστίδη, Παραμυθητική Θεολογία, όπ. παρ., σελ. 145-147.
[20] Ιωάν. 4, 23.
[21] Αρχιμ. Σωφρονίου, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, όπ. παρ., σελ. 61.
[22] Ρωμ. 8, 21.
[23] Βλ. Α’ Πέτρ. 2, 9.
[24] «Προκείμενον», Κυριακή εσπέρας της Κυριακής Ε' των Νηστειών, Τριώδιον, όπ. παρ., σελ. 313.
[25] Αθανάσιου Αλεξανδρείας, Εξηγήσεις είς τους ψαλμούς, Ξ', PG 27, 273D.
[26] Πράξ. 4, 9-12.
[27] Πρβλ. Γαλ. 6, 17.
[28] Ερμά, Ο ποιμήν, sim. IX, 14, R. Joly, SC, 53 bis, 1968, 324, 5-6.
[29] Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο Γέροντας Σιλουανός του Άθω, όπ. παρ., σελ. 174.
[30] Μάρκ. 16, 17-18.
[31] Paradigm=ερμηνευτικό σχήμα ή «παράδειγμα» είναι τα εμπειρικά δεδομένα, βλ. Σ. Κ. Τσιτσίγκου, Η Ψυχολογία της Θρησκείας, Αθήνα 2011, σελ. 42.  Το παράδειγμα, με την έννοια του πρότυπου  προς μίμηση, σε ηθικό ή πνευματικό επίπεδο ενός προσώπου ανώτερου πνευματικά, λ.χ. άγιου.
[32] Βλ. Α’ Πέτρ. 2, 21: «Σ’ αυτό σας κάλεσε ο Θεός. Γιατί ο Χριστός πέθανε για σας, αφήνοντάς σας το υπόδειγμα για να βαδίσετε στ’ αχνάρια τα δικά Του». Βλ. επίσης, Ιάκ. 5, 10.
[33] Εβρ. 12, 1-2.
[34] Πρβλ. «Δοξαστικόν» των αποστίχων του Όρθρου της Μ. Τετάρτης, Ποίημα Κασσιανής μοναχής, Τριώδιον, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήναι 1960, σελ. 376.
[35] «Στιχηρόν προσόμοιον», Κυριακή εσπέρας της Κυριακής Ε' των Νηστειών, Τριώδιον.., σελ. 313.
[36] Βλ. Χαρμολύπη, υποσ. 1 και 18.
[37] Φιλιπ. 2, 6.
[38] Όπ. παρ., 2, 6-8.
[39] Πρβλ. Κοσμά Αιτωλού, Διδαχές, Δ', 107, 271: «Μια γυναίκα όταν γεννά έχει μεγάλους πόνους, όταν όμως γεννήσει λησμονά τους πόνους από την χαρά της στοχαζόμενη πως γέννησε άνθρωπο στον κόσμο. Έτσι και οι Χριστιανοί να χαίρεσθε όταν πληρώνετε και μην σκέφτεστε αυτά που δίνεται, αλλά να σκέφτεστε εκείνα που έχετε να πάρετε στην Δευτέρα Παρουσία του Χριστού μας».
[40] Ιωάν. 16, 20-33.
[41] Αποκ. 22, 20. Βλ. π. Αδ. Αυγουστίδη, Παραμυθητική Θεολογία, όπ. παρ., σελ. 147-154.
[42] Α. Σμέμαν, Για να ζήσει ο κόσμος, Αθήνα 1970, σελ. 20.
[43] Πρβλ. Αυτοπραγμάτωση του Maslow, δηλ. η ανάγκη της ύπαρξης ή της ανάπτυξης ψυχολογικά του ανθρώπου, η δυνατότητα να αναπτύξει τις ικανότητές του και να αισθάνεται πλήρης. Κατά την ορθόδοξη θεολογία, αυτοπραγμάτωση θα λέγαμε είναι η θέωση του ανθρώπου, η ένωσή του με τον Θεό μέσω της θείας Χάρης. Από το προπατορικό αμάρτημα, μέσω της μετάνοιας, ξαναγυρίζουμε στη θεοειδή εικόνα (Θεάνθρωπο Χριστό) του αυθεντικού «είναι», δηλ. στο καθ' ομοίωσιν. Κατά τον Maslow, μπορούν να φτάσουν στην αυτοπραγμάτωση μόνο οι άγιοι, οι μύστες ή βαθύς φιλόσοφοι, οι οποίοι έχουν τις λεγόμενες peak experienses, μυστικές (προφητικές) εμπειρίες. Βλ. Σ. Κ. Τσιτσίγκου, Η Ψυχολογία της Θρησκείας, εκδ. Tremendum, Αθήνα 22011, σελ. 184 κ.εξ.
[44] Πρβλ. Α' Κορ. 15, 14. «Εί δέ Χριστός ούκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δέ και η πίστις υμών». Βλ. Α' Κορ. 15, 19. Βλ. π. Αδ. Αυγουστίδη, Παραμυθητική Θεολογία, όπ. παρ., σελ. 168.
[45] Ν. Ξεξάκη, Ορθόδοξος Δογματική. Η Θεολογία του Ομοουσίου, τόμ. Β', εκδ. Έννοια, Αθήνα 2006, σελ. 254.
[46] Αθανάσιου Αλεξανδρείας, Εξηγήσεις είς τους ψαλμούς, PG 27, 84.
[47] π. Αδ. Αυγουστίδη, Παραμυθητική Θεολογία, όπ. παρ., σελ. 178-180.
[48] Αθανάσιου Αλεξανδρείας, όπ. παρ.
[49] O. Clement, Ο άλλος ήλιος, μτφ. Ν. Γκατζιρούλης, εκδ. Σπορά, Αθήνα 1983, σελ. 101.

Τετάρτη 15 Αυγούστου 2018

Το Πρόσωπο της Παναγίας

  

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός πως ο μήνας Αύγουστος είναι αφιερωμένος στην Παναγία, ο Θεομητορικός μήνας, γι’ αυτό πολύ σοφά χαρακτηρίζεται η μεγάλη Θεομητορική εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ως «το Πάσχα του Καλοκαιριού»[1]. Το Καλοκαίρι παίρνει νόημα από την μεγάλη εορτή της Παναγιάς, που μας φέρνει στο νού και στη μνήμη μας αγαθές εικόνες και αναμνήσεις από τα παιδικά μας χρόνια μέσα στην Εκκλησία. Με τις Ακολουθίες στον ιερό Ναό καθημερινά, παράλληλα με πολύ παιχνίδι τα ξέγνοιαστα χρόνια της παιδικής ηλικίας.
Ένας ευλαβής χριστιανός Ιερεύς, γράφει κάπου στο Διαδίκτυο: «Αν σήμερα συνάνταγα την Παναγία, θα ικέτευα μονάχα αυτό: Άσε με λίγο σιωπηλά να σε ατενίσω, χωρίς καθόλου να σε ενοχλήσω. Κι εσύ αν θές Μητέρα του Χριστού μας, κάνε μου δώρο ακριβό, μόνο ένα βλέμμα, μια ματιά σου που στάζει όλης της Άνοιξης τα μύρα και γλυκασμό πανσέληνου Καλοκαιριού. Θάλασσα ασημένια η Χάρη σου. Φώς που δεν καίει η μορφή σου» [2]! Εντούτοις, «ο Χριστιανός δεν μπορεί να είναι Χριστιανός, αν δεν σέβεται (και αγαπά) ειλικρινά την Παναγία», λέει ο άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης. Ένας νέος ρώτησε κάποτε έναν Ιερέα, τι είναι αγάπη; Και εκείνος απάντησε: «Αγάπη είναι να μου σπάς τα νεύρα, να με σκανδαλίζεις με τις ερωτήσεις σου, και να μην σε διώχνω από κοντά μου»! Αυτό κάνει και η Παναγία. Αυτή είναι η αγάπη της για εμάς τους αμαρτωλούς… Δεν αφήνει η αγάπη της να μας διώξει από κοντά της! Επιπλέον, φέτος το Δεκαπενταύγουστο πρωτίστως να νηστέψουμε από την κακία· να καθαρίσουμε την ψυχή μας από τα πάθη με την Χάρη του Θεού και με την συνέργια βέβαια την δική μας, διά μέσου της σωματικής νηστείας. Η άσκηση στην Ορθοδοξία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο για την απόκτηση των αρετών προκειμένου να αποκτήσουμε την θεία Χάρη και την αγιότητα· να φθάσουμε στην αγάπη του Θεού. Οι άγιοι διά μέσου της άσκησης «γινόντουσαν» κεριά αναμμένα που καιγόντουσαν κι έτσι φώτιζαν τον κόσμο! Είχαν αποκτήσει την αίσθηση της παρουσίας του Θεού στη ζωή τους και θυσίαζαν την ύπαρξή τους ολόκληρη μέσω της προσευχής για την σωτηρία του σύμπαντος κόσμου. Αυτό έκανε και η Παναγία. Διότι, ακριβώς, κατά την αγαπώσα καρδία μας λαμβάνουμε Χάρη Θεού.
Ο άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, τονίζει: «Όταν σκεπτόμαστε τους Αγίους, μας σκέπτονται και οι Άγιοι και μας βοηθούν. Έτσι πιάνει κανείς φιλία με τους Αγίους, που είναι η πιο σίγουρη φιλία. Τότε μπορεί να είσαι μόνος και να ζείς με όλους· και με Αγίους και με Αγγέλους και με όλο τον κόσμο»! Πόσο μάλλον όταν σκεπτόμαστε την Παναγία και προσευχόμαστε σε αυτήν και την παρακαλούμε διά μέσου των Παρακλήσεων, θα μας βοηθήσει και θα είναι ζωντανή η γλυκιά της παρουσία στη ζωή μας; Γι’ αυτό ψάλλουμε: «Δέσποινα και Μήτηρ του Λυτρωτού δέξαι παρακλήσεις αναξίων σών ικετών, ίνα μεσιτεύσης προς τον εκ σού τεχθέντα, ω Δέσποινα του κόσμου γενού Μεσίτρια»[3], για την ψυχοσωματική μας υγεία. Να μην απελπιζόμαστε, διότι έχουμε μεσίτρια στον Ουρανό την Παναγία προς τον φιλάνθρωπο Θεό, και την παρακαλούμε να μην ελέγξει τις πράξεις μας ενώπιον των αγγέλων, αλλά να μας βοηθήσει γρήγορα, όπως πολύ ωραία ψάλλουμε στις Παρακλήσεις της. Γι’ αυτό συμβούλευε ο άγιος Λουκάς ο Ιατρός, Επίσκοπος Κριμαίας: «Μη διστάσεις να καλείς την Παναγία σε βοήθεια όποτε έχεις ανάγκη, και όχι μόνο»[4]. Δεν υπάρχει κανένα θέμα που να μας απασχολεί, και κανένα πρόβλημα που να βασανίζει την ζωή μας, που να μην απαντάται μέσα στα Τροπάρια της Παράκλησης της Παναγίας. Ωστόσο, βασική προϋπόθεση της παράκλησης, είναι η μετάνοια. «Εν μετανοία προσπέσωμεν…»[5]. Χωρίς την μετάνοια και την ταπείνωση δεν υπάρχει Παράκληση. Μέσα στην Παράκληση ακόμη νιώθουμε μία ψυχική γαλήνη, μία χαρά. Συνεπώς, ό,τι είναι το λάδι για το καντήλι, ή το νερό για το σώμα μας, είναι η χαρά για την ψυχή μας. Όμως, έχει διαφορά η χαρά του Θεού, από τις χαρές του κόσμου που νιώθουμε. Ο Μ. Βασίλειος διατείνεται: «Η χαρά είναι ένα σκίρτημα της ψυχής όταν χαίρεται»[6]. Σκίρτημα αγαλλομένης ψυχής. Είναι η απόλαυση της ψυχής στην παρουσία του Θεού. Θυμόμαστε εδώ το σημαντικό ευαγγελικό γεγονός της συνάντησης της Παναγίας με την ξαδέλφη της την Ελισάβετ, όπου «εσκίρτησε το βρέφος έν τη κοιλία»[7] της Ελισάβετ, ο Τίμιος Πρόδρομος, όταν συνάντησε την Μητέρα του Θεού. Δηλ. πήδηξε από χαρά το βρέφος ο Ιωάννης ο Πρόδρομος μέσα στην κοιλιά της μητέρας του, όταν είδε την Παναγία εγκύω ούσα στον Θεάνθρωπο Χριστό. Επιπλέον, μνημονεύουμε τον λόγο του Κυρίου, όταν είπε κάποτε: «Ηγαλιάσατο τω πνεύματι…»[8]. Δηλ. χάρηκε εσωτερικά, ψυχικά, μέσα στη καρδιά του! Αυτό είναι το σκίρτημα όταν χαιρόμαστε. Αυτή την χαρά, άλλωστε, υποσχέθηκε στους μαθητές Του ο Χριστός: «Σας δίνω την χαρά την δική μου, (όχι του κόσμου) που δεν μπορεί κανείς να σας την αφαιρέσει»[9]. Η χαρά του Χριστού είναι μόνιμη, πηγαία, πλήρης και αληθινή! Ενώ η χαρά του κόσμου είναι πρόσκαιρη και ψεύτικη πολλές φορές. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο απόστολος Παύλος, όταν τους προξενούσαν στους Μαθητές λύπη και στεναχώριες ο κόσμος, «λυπούμενοι αεί χαίροντες»[10]. Δηλ. λυπόμαστε από τις θλίψεις, κι όμως πάντοτε χαιρόμαστε· είμαστε χαρούμενοι! Όντως παράδοξο για την κοσμική λογική. Είχαν την πνευματική χαρά οι άγιοι Απόστολοι και πάντες οι άγιοι, παρόλο που λυπόντουσαν από την κακία του κόσμου· χαίρονταν εσωτερικά στην καρδιά τους, διότι είχαν την χαρά του Χριστού. Γι’ αυτό συνιστά ο μέγας Παύλος: «Χαίρετε πάντοτε εν Κυρίω»[11]. Να χαίρεστε πάντα με τον Χριστό. Η Παράκληση, λοιπόν, έρχεται να εκπληρώσει αυτό τον έμφυτο πόθο της καρδίας και της ψυχής μας· την χαρά. Της αληθινής εν Χριστώ χαράς. Εξάλλου, αυτό προσευχόμαστε σε κάθε Παράκληση, «πλήρωσον χαράς την καρδία μας» Παναγία μου. Όχι λίγη χαρά, αλλά πληρότητα χαράς. Να μας γεμίσει χαρά, διότι η Θεοτόκος είναι όντως πλήρης Χάριτος (Κεχαριτωμένη) και χαράς από τον Θεό. Μόνο οι ασεβείς[12] δεν μπορούν να έχουν χαρά. Παρακαλούμε, επομένως, κι εμείς με μετάνοια και ευλάβεια το άγιο Πρόσωπο της Παναγίας, να μας βοηθήσει και να χαρούμε αληθινά εν Χριστώ, διότι μας εμποδίζουν τα ποικίλα προβλήματα της ζωής μας και οι μέριμνες του κόσμου, μας στερούν την αληθινή χαρά.
Κατά συνέπεια, η αγία μας Εκκλησία και φέτος αυτή την ιερή περίοδο του Δεκαπενταύγουστου, προβάλλει το ιερό και γλυκό συνάμα Πρόσωπο της Παναγίας, ως δυνατή πνευματική ευκαιρία ανεφοδιασμού της ελπίδας μας, παρακλήσεως του πόνου μας, θεραπείας των πληγών μας, ενίσχυσης των δυνάμεών μας για την συνέχιση της δημιουργίας της ζωής και, τέλος, θωράκισης της πίστης μας στη δύναμη του Θεού, μέσα από την διαπίστωση της ανθρώπινης αδυναμίας. Κι εμείς οι πιστοί με απόλυτη την βεβαιότητα της συνεχούς παρουσίας της Παναγίας στη ζωή μας, με ευγνωμοσύνη ψάλλουμε: «Εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε»[13]. Το Πρόσωπο της Παναγίας, το οποίο η Εκκλησία μας καλεί να πανηγυρίσουμε με ύμνους και ωδές πνευματικές κατά την κορυφαία Θεομητορική εορτή της, αποτελεί «γέφυρα» μετάβασης από τις οδυνηρές εμπειρίες, κατά τρόπο υπερβατικό και σωτήριο στη χαρά της Ζωής, «η μετά θάνατον Ζώσα»[14]. Έτσι, η Παναγία με την κοίμησή της μετέστη ψυχοσωματικά[15] «έκ του θανάτου είς την ζωήν»[16], εγκαινιάζοντας την νέα έν Χριστώ πραγματικότητα, την οποία δώρισε στον άνθρωπο ο Χριστός με την κάθοδό Του στον Άδη και την έκ νεκρών Ανάστασή Του. Ώστε με πολύ θεολογική εμβρίθεια μιλάει για την Κοίμηση της Θεοτόκου ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όπου την ονομάζει όχι μόνο ένδοξη, αλλά συγχρόνως την ονομάζει «μεταβίωση»[17]. Ο θάνατος της Παναγίας είναι «θάνατος ζωηφόρος» και «αρχή δευτέρας υπάρξεως», της αιώνιας, κατά τον ιερό Δαμασκηνό[18]. Επομένως, με αυτό τον τρόπο η Παναγία έγινε, ως άνθρωπος, συνεργός στο σχέδιο της Θείας Οικονομίας για την σωτηρία του ανθρώπου[19], ενώ παράλληλα, η Ίδια φανέρωσε εσχατολογικά την μέλλουσα πνευματική κατάσταση του ανθρώπου, πρό του τέλους του (επίγειου) κόσμου. Ως έκ τούτου, «τάφος και νέκρωσις ούκ εκράτησεν»[20] την Παναγία, «αλλ’ ως Ζωής Μητέρα προς την Ζωήν μετέστησεν»[21], για να ανοίξει σε όλους μας την πύλη της ευσπλαχνίας που μας εισάγει στη Βασιλεία του Θεού, και είναι η όντως ζωή μας[22]. Γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω γιατί ο θάνατος της «ζωαρχικής Μητέρας» του Χριστού υπερβαίνει την έννοια του θανάτου, ώστε να μην ονομάζεται καν θάνατος, αλλά «κοίμηση» και «θεία μετάσταση» και «εκδημία» ή «ενδημία» προς τον Κύριο. Γι’ αυτό η Κοίμηση της Θεοτόκου, δεν προκαλεί την φρίκη και την απόγνωση του θανάτου στους ανθρώπους, αλλά προκαλεί χαρά και αγαλλίαση, διότι καταργήθηκε πλέον από τον Χριστό το κράτος του θανάτου και η ανθρώπινη φύση ντύθηκε την αθανασία[23].
Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει και ο Ποιητής Τάσος Λειβαδίτης: «Ήταν βέβαια λίγο παράξενος, έμενε στο διπλανό δωμάτιο, όμως εκείνη την νύχτα βγήκε στον δρόμο κρατώντας μια λάμπα… “Τι γυρεύεις;”, του λέω, “την Θεοτόκο” μου λέει – στην ακατάληπτη γλώσσα εκείνων, που δίνουν νόημα σε μια εποχή»[24]! Η ψυχή μας τώρα τον Αύγουστο, η επιλογή της να είναι η προσευχή για να γλυκαθεί από την Χάρη του Θεού· να αφήσει τα πολλά λόγια, τις κόντρες και τους καβγάδες, αλλά και άλλες κακίες που μας πάνε πίσω πνευματικά. Χωρίς βαθυστόχαστα φιλοσοφήματα και περισπούδαστες αναλύσεις, τα θέματα του Αυγούστου να είναι το φώς, ο Χριστός, η Παναγία, η γαλήνη… Τελικά, είναι θέμα τρόπου και όχι τόπου όλα αυτά. Να σκεφτούμε τι όμορφα μπαίνει το φώς στο Ναό από το πάναγνο Πρόσωπο της Παναγίας[25], όπως θα έλεγε η υμνογραφία της Εκκλησίας, υπό το γλυκό βλέμμα του Κυρίου…[26]. Αυτό είναι «το κάλλος της Παναγίας», όπως πολύ εύστοχα γράφει ο μεγάλος Φώτης Κόντογλου, δηλ. η πνευματική της ομορφιά. Αυτό το θείο φώς[27] να φωτίζει τους λογισμούς, τις πράξεις μας και όλη την ύπαρξή μας, και να μας αξιώσει ο Θεός να γευθούμε κι εμείς – όντας αμαρτωλοί, αλλά μετανοημένοι – την μεγάλη αυτή χαρά που προξενεί η εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, με την Χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Εν κατακλείδι, επί τη ευκαιρία της μεγάλης Θεομητορικής εορτής, ας ικετέψουμε την Παναγία και να προσευχηθούμε όχι μόνο για εμάς και την οικογένειά μας, αλλά για τον σύμπαντα κόσμο· ιδιαιτέρως να προσευχηθούμε να ημερέψει τον πόνο και την οδύνη όλων των συνανθρώπων μας, που είδαν τα αγαπημένα τους πρόσωπα να χάνονται με τόσο τραγικό τρόπο από την φονική πυρκαγιά στην χειμαζόμενη Χώρα μας, αλλά και για τον καθένα που περνάει τον δικό του προσωπικό «Γολγοθά». Η Μητέρα του Θεού και μάνα μας Παναγία, να είναι βάλσαμο και δρόσος ψυχής και πνευματική ενίσχυση σε αυτόν τον φοβερό αγώνα τους. Στην προσευχή μας δε, να θυμηθούμε και τις ψυχές των συνανθρώπων μας που βιαίως και μαρτυρικώς έχασαν την ζωή τους και ταξίδεψαν για τον Ουρανό· ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός διά πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου, να τις υποδεχθεί κατά την πολύ Του αγαθότητα και ευσπλαχνία, και να τις χαρίσει την μακαριότητα του Παραδείσου και την θέα του απροσίτου Φωτός του Προσώπου Του[28].

π. Γεώργιος Β. Δημητρόπουλος
Υπ. ΜΑ Θεολογίας



[1] Βλ. http://gr.euronews.com/2017/08/15/dekapentagoustos-to-pasxa-toy-kalokairiou.
[2] Αρχιμ. π. Ανδρέα Κονάνου, βλ. https://www.facebook.com/AndreasKonanosPage/.
[3] Βλ. Μεγαλυνάρια, Ακολουθία του Μικρού Παρακλητικού Κανόνος της Θεοτόκου.
[4] Βλ. Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας, «Λόγος είς την Κοίμησιν της Θεοτόκου», Λόγοι και Ομιλίες, τόμ. Γ’, εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη».
[5] Βλ. Τροπάριο «Τη Θεοτόκω εκτενώς νυν προσδράμωμεν, αμαρτωλοί και ταπεινοί και προσπέσωμεν εν μετανοία εκ βάθους ψυχής…», από την Ακολουθία του Μικρού Παρακλητικού Κανόνος της Θεοτόκου.
[6] Μ. Βασιλείου, Περί λύπης και αθυμίας, PG 33, 1277.
[7] Λουκ. 1, 41.
[8] Λουκ. 10, 21.
[9] Ιωάν. 16, 22-24.
[10] Β. Κορ. 6, 10.
[11] Φιλιπ. 4, 4.
[12] Πρβλ. Μεγαλυνάριο του Μικρού Παρακλητικού Κανόνος της Θεοτόκου: «Άλαλα τα χείλη των ασεβών…».
[13] Απολυτίκιο της Εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
[14] Ωδή θ’, Καταβασίες της Εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Βλ. Μητρ. Νέας Σμύρνης Συμεών (Κούτσα), Οι Καταβασίες των Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών, εκδ. Τέρτιος, σελ. 110-115.
[15] Άλλο πράγμα είναι η μετάσταση και η διαφύλαξη του σώματος της Παναγίας από την φθορά, και άλλο η ανάσταση. Και ακόμα και αν χρησιμοποιούμε την λέξη «συνανίσταται» για το σώμα της Παναγίας, όπως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (PG 151, 465), είναι προφανές ότι δεν πρόκειται ακριβώς για την γενική ανάσταση που θα συμβεί κατά την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, αλλά για κάτι που μοιάζει με αυτήν.
[16] Ιωάν. 5, 24. Βλ. Απολυτίκιο της Εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
[17] Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 37 είς την Κοίμησιν της Θεοτόκου, PG 151, 460 κ.εξ. Αυτή η λεγόμενη μεταβίωση είναι η ανάσταση και ανάληψη του σώματος της Παναγίας, κατά την διδασκαλία του Γρηγορίου Παλαμά.
[18] Βλ. Ιωάννη Δαμασκηνού, PG 94.
[19] Πρβλ. «Ο Χριστός ανέστησε παγγενή τον Αδάμ», βλ. Ευσέβιου, Εκκλησιαστική Ιστορία, Κεφάλαιον ΚΑ’, σελ. 102. Πεντηκοστάριον, Κυριακή της Σαμαρείτιδος, Ωδή ς’, σελ. 125.
[20] Κοντάκιο της Εορτής της Κοίμησης της Θεοτόκου.
[21] Βλ. Κοντάκιο, όπ. παρ. Ιω. Δαμασκηνού, PG 94. Βλ. Αθανάσιου Γιέφτιτς, Ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός περί της Παναγίας Θεοτόκου, στο «Η Θεοτόκος – τέσσερις θεομητορικές ομιλίες», εκδ. Απ. Διακονίας, Αθήνα 1995.
[22] Βλ. Ιωάννη Δαμασκηνού, όπ. παρ. Αρχιμ. Ιερόθεου Καλογερόπουλου, Η Μητέρα της Ζωής ανεδείχθη και Μητέρα όλων μας, Romfea.gr, 02/08/2018.
[23] Αρχιμ. Καλλίστρατου Ν. Λυράκη, Η Αειπάρθενος, στο Περιοδικό Πηγή Ζωής, άρθρο «Μετέστη προς την Ζωήν», της Ι. Μητροπόλεως Μυτιλήνης, αρ. φύλ. 98, 15 Αυγούστου 2005.
[24] Τάσου Λειβαδίτη, Ποιήματα, τόμ. Γ’, «Ευαγγελισμός», εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2003.
[25] Βλ. Θεοτοκίον της Οκτωήχου, Ωδή η’, ήχος Δ’: «Συ μόνη εν πάσαις γενεαίς Παρθένε άχραντε, Μήτηρ εδείχθης Θεού· σύ της Θεότητος γέγονας, ενδιαίτημα πανάμωμε, μη φλογισθείσα τω πυρί, του απροσίτου φωτός· όθεν πάντες σε ευλογούμεν Μαρία Θεόνυμφε».
[26] Πρβλ. Αρχιμ. Ανδρέα Κονάνου, όπ. παρ.
[27] Πρβλ. Γρ. Παλαμά, Υπέρ των ιερώς Ησυχαζόντων, 2, 3, 57, PG 150. (…διά του φωτός θεώμενος και φώς ορών εν τη του φωτός εκείνου θέα τε και απολαύσει, και το υπερφαές και απερινόητον όντως γινώσκει του Θεού…»).
[28] Πρβλ. Γρ. Παλαμά, όπ. παρ. Πρβλ. Ευχή: «Χριστέ το φώς το αληθινόν, το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον είς τον κόσμον, σημειωθήτω εφ' ημάς το φώς του προσώπου Σου, ίνα έν αυτώ οψώμεθα φώς το απρόσιτον, και κατεύθυνον τα διαβήματα ημών προς εργασίαν των εντολών Σου, πρεσβείαις της παναχράντου σου Μητρός και πάντων σου των αγίων. Αμήν».