Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2016

ΣΟΦΑ ΛΟΓΙΑ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΓΕΡΟΝΤΩΝ



    Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από την ταπεινοφροσύνη και τον φόβο του Θεού όλη την ώρα, όπως συμβαίνει με την αναπνοή από τη μύτη του.(Αββάς Ποιμένας).
Προτιμώ εργασία ελαφριά και συνεχή παρά εξουθενωτική εξαρχής που γρήγορα όμως σταματάει.(Αββάς Ματώης)
Ταπείνωσιν να έχεις. Όταν βρέχει, το νερό δεν σταματά εις τις κορφές ή στα βουνά, αλλά κάτω εις την πεδιάδα. Οι ταπεινοί άνθρωποι έχουν χάριν, καρποφορίαν και ευλογίαν.(Γέρων Ιερώνυμος της Αίγινας)
Αποκτά η ψυχή ταπείνωση, όταν νοιάζεται μόνον για τα δικά της σφάλματα. Παρατηρήστε εκείνον που αγαπάει το θέλημά του: Δεν έχει ποτέ ειρήνη στην ψυχή του και δεν ευχαριστιέται με τίποτα. Γι' αυτόν όλα γίνονται όπως δεν θα έπρεπε. Όποιος όμως δόθηκε ολοκληρωτικά στο Θέλημα του Θεού, έχει την καθαρή προσευχή και η ψυχή του αγαπάει τον Κύριο. (Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης).
Αρχή σοφίας, φόβος Κυρίου(Παροιμίες Σολομώντος,9,10). Απόκτησε την εσωτερική ειρήνη και χιλιάδες θα βρουν κοντά σου τη σωτηρία. (Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ).
Χαρακτηριστικό του καλού είναι η ωφελιμότητα. (Άγιος Γρηγόριος Νύσσης). Όπως ο σωματοφύλακας του βασιλιά στέκεται στο πλάι του πάντοτε έτοιμος, το ίδιο και η ψυχή πρέπει να είναι σε εγρήγορση απέναντι στο δαίμονα της σαρκικής αμαρτίας. (Αββάς Ποιμήν).
Οι άνθρωποι έχουν γίνει, για να ζει ο ένας χάρη του άλλου. (Μέγας Βασίλειος). Όταν η προσευχή-συμβαίνει μερικές φορές-γίνεται χωρίς προσοχή και μηχανικά, μην απογοητεύεσθε. Την ώρα της προσευχής με το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού αγιάζεται ακόμη και το στόμα μας. (Στάρετς Βαρσανούφιος).
Εάν έχεις φόβο Κυρίου, έμαθες Θεολογίαν. Εάν δεν έχεις φόβον Κυρίου τέχνην έμαθες διά να ζήσεις. (Γέρων Ιερώνυμος της Αίγινας).
Φροντίζετε την ψυχήν σας μόνον· αυτήν μεριμνάτε να σώσετε οπού είναι τίμια, αθάνατος. (Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής).
Αληθινοί θεολόγοι στην Εκκλησία είναι εκείνοι που μισούν τον εαυτό τους(τα πάθη τους)Αν δεν μισήσει κανείς τον εαυτό του εώς θανάτου, δεν μπορεί να είναι μαθητής του Χριστού και διδάσκαλος του λαού. (Γέρων Σωφρόνιος του Έσσεξ).
Οι λογισμοί που σου φέρνουν αμηχανία και ταραχή προέρχονται από το διάβολο. Οι κατά Θεόν λογισμοί εμπνέουν σιγουριά και ειρήνη. Πάλεψε και θα τ'αποκτήσεις. (Όσιος Μάρκος).
Τη σιωπή να την αγαπάς περισσότερο από το λόγο. Γιατί η σιωπή φέρνει θησαυρό, ενώ η ομιλία τον σκορπίζει. (Αββάς Ησαΐας).
Η απιστία προέρχεται από την υπερηφάνεια. Ο υπερήφανος ισχυρίζεται πως θα γνωρίσει τα πάντα με το νου και την επιστήμη, αλλά η γνώση του Θεού παραμένει ανέφικτη γι'αυτόν, γιατί ο Θεός γνωρίζεται μόνο με την αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος. (Άγιος Σιλουανός).
Πολλοί στην εποχή μας διάλεξαν την ανάπαυση, προτού τους την δώσει ο Θεός. (Αββάς Θεόδωρος).
Προσέξτε την συνείδησή σας, που είναι η φωνή του Θεού και η φωνή του Αγγέλου φύλακά σας. Μην αμελήσετε να φροντίζετε για την συνείδησή σας, διότι μπορεί να την χάσετε, μπορεί να καταφρονηθεί και να γίνει άχρηστη και τότε πια δεν θα είναι η φωνή του Θεού. (Στάρετς Ζαχαρίας).
Όταν σας έρχονται λογισμοί, μην προσπαθείτε να τους διώξετε ανοίγοντας ένα λογικό διάλογο μαζί τους. Χτυπάτε τους επάνω στην Πέτρα. Πέτρα είναι ο Χριστός. Το Όνομά Του. Η προσευχή του Ιησού. Δεν είναι στο χέρι σας, να μην τους δεχθείτε. Τους λογισμούς τους διώχνει μόνο το Όνομα του Ιησού. (Στάρετς Βαρσανούφιος).
Η βάση της θεωρίας είναι η πράξη. (Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος).
Εις κληρικόν: Όσο μπορείς απόφευγε τα έξω. Κλείσου εις το δωμάτιόν σου. Σφίξε τον νου σου ν'ανοίξει να δεις πνευματικόν φως. Να λέγεις πότε να φθάσεις στο δωμάτιόν σου και να κλεισθείς. Μελέτησε, προσευχήσου. Αν δεν είσαι ενισχυμένος, πώς θα ενισχύσεις άλλους; Ο κόσμος ζητά την δίψα της ψυχής να ικανοποιήσει από την Εκκλησίαν, από τα όργανά της, από το ράσον! (Γέρων Ιερώνυμος της Αίγινας).
Με όλους να έχεις αγάπη κι απ' όλους να βρίσκεσαι σε απόσταση. (Αββάς Αρσένιος).
Εάν δεν κατακρίνεις τον πλησίον αλλά εξουθενώνεις τον εαυτό σου, παρέχεις ανάπαυση στη συνείδησή σου. (Αββάς Ησαΐας).
Η αιώνια ζωή είναι πατρίδα της ελευθερίας. (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος).
Εάν ο άνθρωπος δεν πει μεσ' την καρδιά του ότι σ' αυτόν τον κόσμο εγώ μόνον και ο Θεός είμαστε, δεν θα βρει ανάπαυση. (Αββάς Αλώνιος).

Πηγή: Από το εικονολόγιο της ιστοοσελίδας: www.agiazoni.gr
http://paravouniotissa.gr/

ΚΑΘΑΡΣΗ-ΦΩΤΙΣΜΟΣ-ΘΕΩΣΗ




ΚΑΘΑΡΣΗ-ΦΩΤΙΣΜΟΣ-ΘΕΩΣΗ: Εκκλησιαστική ερμηνεία των σταδίων της πνευματικής τελειώσεως

Η διαφοροποίηση νοήματος από τους αρχαίους φιλοσόφους

Τού π. Ιωάννη Ρωμανίδη
   Ο Χριστός είπε: «έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειός εστίν» (Ματθαίος ε΄, 48). Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστιανός πρέπει, με την Χάρη του Θεού, να ανέρχεται συνεχώς τις βαθμίδες της πνευματικής τελειώσεως. Βέβαια, όταν κάνουμε λόγο για στάδια τελειώσεως, δεν εννοούμε κάποια σταθερά σημεία, κάποια χρονικά ή τοπικά στάδια, αλλά πρόκειται για το πώς ενεργεί η Χάρη του Θεού στον άνθρωπο. Η άκτιστη Χάρη του Θεού ενεργεί σε όλη την κτίση και στον άνθρωπο. Όταν η Χάρη του Θεού καθαρίζει τον άνθρωπο λέγεται καθαρτική, όταν τον φωτίζει λέγεται φωτιστική και όταν τον Θεώνει λέγεται Θεοποιός. Αυτό το βλέπουμε στην Αγία Γραφή όπου γίνεται λόγος για κάθαρση του ανθρώπου: «καθαρίσωμεν εαυτούς από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος, επιτελούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού» (Β΄ Κορινθίους ζ, 1). Ένα χαρακτηριστικό χωρίο, στο οποίο φαίνονται τα στάδια της πνευματικής τελειώσεως υπάρχει στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου: «αλλά απελούσασθε, αλλά ηγιάσθητε, αλλά εδικαιώθητε εν τω ονόματι του Κυρίου Ιησού και εν τω Πνεύματι του Θεού ημών» (Α Κορινθίους στ’, 11). Το «απελούσασθε» είναι η κάθαρση, το «ηγιάσθητε» είναι ο φωτισμός και το «εδικαιώθητε» είναι η θέωση. Έπειτα, ο Χριστός είναι Φως και όσοι συνδέονται μαζί Του λαμβάνουν Φως και είναι φωτεινοί. Ο Χριστός είπε στους Μαθητές Του: «υμείς εστε το φως του κόσμου» (Ματθαίος ε: 14) και «ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς» (Ματθαίος ε: 16).

Μέσα στα πλαίσια αυτά κινούνται οι Άγιοι Πατέρες. Ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης κάνει λόγο για κάθαρση, φωτισμό και τελείωση. Ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής συνεχώς ομιλεί για πρακτική φιλοσοφία, φυσική θεωρία και μυστική θεολογία. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος γράφει τα τιτλοφορούμενα πρακτικά και θεολογικά κεφάλαια, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς κάνει λόγο για φυσικά, θεολογικά, ηθικά και πρακτικά κεφάλαια κ.ο.κ. Ο άνθρωπος στην πορεία του προς την θέωση κατ’ αρχάς μετέχει της καθαρτικής ενεργείας, έπειτα της φωτιστικής ενεργείας και τέλος της θεοποιού ενεργείας του Θεού. Και, βεβαίως, υπάρχουν αυξομειώσεις στην πορεία αυτή. Η κάθαρση συνίσταται στην αποβολή των λογισμών από την καρδιά του ανθρώπου, ώστε εκεί να παραμείνει ένας μόνο λογισμός: το όνομα του Χριστού. Συγχρόνως, καθαρίζεται το παθητικό της ψυχής, ήτοι η επιθυμία και ο θυμός. Στην συνέχεια, φωτισμός του νου είναι όταν ο νους του ανθρώπου ξεχωρίζεται από την λογική και ελλάμπεται από την Χάρη του Θεού, οπότε έχει νοερά προσευχή και ο φωτισμένος νους διευθύνει το παθητικό μέρος της ψυχής. Ενώ υπάρχει μια πορεία ανόδου από την κάθαρση στον φωτισμό και την θέωση, συγχρόνως μπορεί να υπάρξει και μια πορεία καθόδου. Δηλαδή, η θεοπτική εμπειρία παραμένει για μικρό η μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και ο άνθρωπος, στην συνέχεια, κατέρχεται στον φωτισμό. Υπάρχει και περίπτωση ο άνθρωπος να χάσει τον φωτισμό και να αρνηθεί τον Χριστό στην πράξη, οπότε μετά συγκαταλέγεται μεταξύ των μετανοούντων. Αυτή, σε γενικές γραμμές, είναι η διδασκαλία των Πατέρων για τα στάδια ή βαθμούς της πνευματικής τελειώσεως. Στην συνέχεια θα αναλυθεί περισσότερο αυτή η πνευματική πορεία.
Καίτοι δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι η θεολογία περί πνευματικής τελειώσεως είναι διάχυτη μέσα στην βιβλικοπατερική παράδοση, εν τούτοις, μερικοί διατείνονται ότι οι Απόστολοι και οι Πατέρες επηρεάσθηκαν στον τομέα αυτόν από την αρχαία Ελληνική φιλοσοφία και, κυρίως, τον νεοπλατωνισμό, ο οποίος αναφερόταν στα θέματα αυτά. Είναι γεγονός ότι, η λέξη και η έννοια της καθάρσεως συναντάται στην αρχαία τραγωδία, η οποία απέβλεπε στο να καθαρίσει την ψυχή του θεατή από τα πάθη, με έλεος και φόβο, και στην συνέχεια να οδηγήσει τον θεατή, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, σε ανώτερη κατάσταση από εκείνη στην οποία βρισκόταν πριν από την παρακολούθηση της τραγωδίας. Επίσης, τον όρο «κάθαρση» τον χρησιμοποιούσε και ο Πλωτίνος και γενικά ο νεοπλατωνισμός, αλλά τον προσδιόριζε ως φυγή της ψυχής από τον αισθητό κόσμο και το σώμα, για να φθάσει στον αγέννητο κόσμο των ιδεών. Έτσι, η ανδρεία καθαρίζει τον άνθρωπο από τον φόβο του θανάτου και η μεγαλοψυχία από τα φθαρτά πράγματα. Επίσης, ο όρος «έλλαμψη» συναντάται στον Πλάτωνα, σύμφωνα με τον οποίον όταν ο άνθρωπος ασχολείται συνεχώς με την ουσία του αγαθού, αιφνιδίως ανάβει ένα φως στην ψυχή και αποκτά την γνώση του αγαθού. Έτσι, η έλλαμψη και ο φωτισμός, κατά τον Πλάτωνα και τους Νεοπλατωνικούς, είναι η γνώση ανελλάμψεως των αρχετύπων των όντων, που είναι οι αγέννητες ιδέες.

«Υπάρχει μία άποψη, ότι η διδασκαλία περί τελειότητος, κατά τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας, είναι ειδωλολατρικής προελεύσεως και ότι τάχα οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν επηρεασμένοι από τις διακρίσεις αυτές μεταξύ καθάρσεως, φωτισμού και Θεώσεως -διότι υπάρχουν παράλληλα και στον νεοπλατωνισμό- υπάρχει σαφής αυτός ο διαχωρισμός δηλαδή των σταδίων της τελειώσεως. Και λόγω μιας ομοιότητας αυτών των δύο, οι δικοί μας έχουν υιοθετήσει την άποψη αυτή, που κυρίως προέρχεται από μελέτες που έχουν κάνει οι Προτεστάντες. Δηλαδή, οι Προτεστάντες αφού έχουν απορρίψει τον μοναχισμό και υιοθέτησαν ή τον απόλυτο προορισμό του Καλβίνου ή την διδασκαλία του Λουθήρου περί σωτηρίας του ανθρώπου δια μόνης της πίστεως κλπ., και είναι αντιμέτωποι ενός μοναχισμού της παραδόσεως που συνάντησαν (Φραγκολατίνων), η οποία εβασίζετο σε αξιομίσθιες, εφ’ όσον ανακάλυψαν ότι η διδασκαλία περί αξιομισθιών είναι εσφαλμένη διδασκαλία, γι’ αυτόν τον λόγο κατήργησαν και την αγαμία, τον μοναχισμό. Μαζί με αυτά ο Λούθηρος, κυρίως, και ο Καλβινος, είχανε μεγάλη απήχηση εναντίον των σταδίων της τελειότητος. Μετά, οι Ιστορικοί Προτεστάντες ασχολήθηκαν με το θέμα και χάρηκαν τόσο πολύ όταν βρήκαν την καταπληκτική ομοιότητα μεταξύ της πατερικής διδασκαλίας και της διδασκαλίας των ειδωλολατρών, και ισχυρίσθηκαν ότι είναι ειδωλολατρικής προελεύσεως τα περί σταδίων τελειώσεως. Και γι’ αυτό οι δικοί μας, οι οποίοι πηγαίνουν με τόση μεγάλη όρεξη και σπουδάζουν -δεν λέω να μην πάνε να σπουδάσουν, τουλάχιστον να πάνε με κρίση να σπουδάσουν, γιατί πηγαίνουν χωρίς κρίση στα ξένα Πανεπιστήμια και βλέπεις τώρα εκεί τα συγγράμματα των Ορθοδόξων θεολόγων γεμάτα, παντού βλέπεις αυτήν την ιδέα, ότι η Εκκλησία έχει επηρεασθεί από τους ειδωλολάτρες και συγκεκριμένα περί των σταδίων της τελειώσεως».

θα δούμε όμως στην συνέχεια ότι οι Προφήτες, Απόστολοι, Πατέρες χρησιμοποιούσαν αυτές τις λέξεις -κάθαρση, φωτισμός, θέωση- αλλά προσέδιδαν εντελώς διαφορετική σημασία σε αυτές, από ό,τι οι αρχαίοι φιλόσοφοι, άλλωστε, αυτό γίνεται και σε πολλούς άλλους όρους, όπως την ουσία, την ενέργεια, το πρόσωπο, την απάθεια, το τριμερές της ψυχής, το ανώτατον Ον κλπ. Οπότε, δεν πρέπει να ερευνούμε και να εξετάζουμε ότι αυτοί οι όροι χρησιμοποιήθηκαν από την αρχαία φιλοσοφία, αλλά να βλέπουμε το ιδιαίτερο νόημα το οποίο προσέδωσαν σε αυτούς οι Άγιοι Πατέρες. Η πατερική διδασκαλία περί των σταδίων η βαθμών της πνευματικής τελειώσεως διαφέρει σαφώς από ανάλογες διδασκαλίες των αρχαίων φιλοσόφων. «Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν δέχονται την πραγματικότητα της ανθρώπινης τελείωσης στην θεωρία μέσα στην πλατωνική, νεοπλατωνική ή αυγουστίνια συνάφεια της ευτυχίας. Ο προορισμός του ανθρώπου δεν είναι η ικανοποίηση εγωιστικών επιθυμιών με την κατοχή τού τι κάνει έναν ευτυχισμένο, αλλά μάλλον η μεταμόρφωση του εαυτού που ζητά φιλαυτία, σε αγάπη η οποία δεν ζητεί τα εαυτής. Έτσι, η πρόοδος προς την τελείωση είναι χωρίς τέλος και σε αυτήν την ζωή και στην ερχόμενη. Αυτό σημαίνει ότι η θεωρία καθ’ εαυτή δεν είναι μια εγγύηση εναντίον της αμαρτίας και της πτώσης στα πρώτα ή στα κατοπινά της στάδια. Έτσι, είναι πολύ πιθανόν -χωρίς αυτό να αποτελεί καμιά μομφή ατέλειας εναντίον του Θεού ή τών κτισμάτων Του- για τον σατανά, τους αγγέλους και τον άνθρωπο, να πέσουν από την μια κατάσταση ή κατώτερο επίπεδο της θεωρίας».

Η Εκκλησία αποβλέπει στην θεραπεία του ανθρώπου, αφού πρέπει η φιλαυτία να γίνει φιλοθεΐα και φιλανθρωπία και η ιδιοτελής αγάπη να γίνει ανιδιοτελής. Αυτό γίνεται με την ενέργεια του Θεού και την συνέργεια του ανθρώπου, δηλαδή με την θεολογική έννοια της συνέργειας. Εάν σε κάθε επιστήμη απαιτείται μέθοδος για την επίτευξη του στόχου της, το ίδιο συμβαίνει και στην εκκλησιαστική ζωή. Για να υπάρξει επιτυχία, απαιτείται ανταπόκριση του ανθρώπου στην αγάπη του Θεού, και αυτός ο στόχος εκπληρώνεται με τα στάδια της πνευματικής τελειώσεως.


Πηγή: «Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις του π. Ι. Ρωμανίδη», Τόμος Β΄. Του Μητροπολίτου Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου κ. Ιεροθέου (Βλάχου).

Νοημοσύνη ενάντια στο τατού





Νοημοσύνη ενάντια στο τατού. Πάνω στο πετσί μας - Ν. Λυγερός. Επιμέλεια: Σοφία Ντρέκου.

   Πάνω στο πετσί μας δεν βάζουμε τατού για να καλύψουμε το κενό μας, έχουμε ήδη τις πληγές των μαχών που δώσαμε στο παρελθόν για να παραμείνουμε ελεύθεροι, ακόμα κι όταν η βαρβαρότητα προσπαθούσε να μας αφανίσει με όλα τα εργαλεία της κοινωνίας, της αδιαφορίας και της λήθης.

Νοημοσύνη ενάντια στο τατού

   Ενώ είναι φαινόμενο μόδας το τατού, οι περισσότεροι δεν ασχολούνται με τις αρνητικές επιπτώσεις του τατού. Διαφημίζεται συνεχώς για λόγους αισθητικούς, υποτίθεται, αλλά η ουσία είναι μία. Από μόνο του το άτομο διαπράττει μια πράξη βαρβαρότητας ενάντια στο σώμα του, διότι του εισάγει με τα μελάνια που χρησιμοποιούνται βαρέα μέταλλα. Ξέρουμε πόσο αρνητική είναι η δράση τους στο ανθρώπινο σώμα κι έχουμε δει την εξέλιξη της οδοντιατρικής, αφού σιγά-σιγά τα αφαίρεσε εξ ολοκλήρου από το οπλοστάσιο της λόγω της τοξικότητάς τους. Παρόλα αυτά, η μόδα του τατού συνεχίζεται ενώ γνωρίζουμε όλο περισσότερο και μάλιστα με ακρίβεια τα συστατικά των μελανιών αφού έχει αποδειχτεί ότι έχουν υδράργυρο, μόλυβδο, αντιμόνιο, βηρύλλιο, κάδμιο, αρσενικό. Σαν να μην έφταναν αυτά τα στοιχεία, στα μελάνια βρίσκουμε επικίνδυνες φθαλικές ουσίες, ή ακόμα και υδρογονάνθρακες.
Το ερώτημα είναι, λοιπόν, γιατί δεν υπάρχει μια πιο βαθιά ενημέρωση σε επιστημονικό επίπεδο ειδικά στους πιο νέους που επηρεάζονται πιο εύκολα από τις μόδες, διότι δεν γνωρίζουν απαραίτητα ότι πρόκειται για μια μη αναστρέψιμη πράξη κι ότι, κατά συνέπεια, ακόμα και η διόρθωσή της είναι επικίνδυνη για τον οργανισμό και όχι τόσο αποτελεσματική. Ας το ξέρουν τουλάχιστον από πριν και να μην το μαθαίνουν όταν είναι πια αργά.


28894 Intelligence against tattoos - N. Lygeros. Translated from the Greek by Athina Kehagias

Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΜΗΝΥΜΑ



«Χριστός ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας· και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος»

Ο πασχαλινός αυτός ύμνος δονεί τον λογισμό μας, συνεπαίρνοντας μυστικά την ύπαρξη και την ψυχή μας. Ο πόθος για ζωή μάς διακατέχει. Συγχρόνως, όμως, και ο φόβος του θανάτου μας συνέχει. Η Ανάσταση του Χριστού έρχεται να μας θυμίσει ότι στην γιγαντιαία πάλη ανάμεσα στην ζωή και στον θάνατο που κυριαρχεί στην ανθρώπινη ιστορία, ο Ιησούς Χριστός κατατρόπωσε τον θάνατο με την ανάστασή Του. Η Ανάσταση του Χριστού δώρισε στον άνθρωπο αποδέσμευση από τον θάνατο, ελευθερία από τον φόβο και το άγχος που προκαλεί. Πλέον ο θάνατος για τον άνθρωπο δεν είναι «μαυρίλα», δεν είναι άδης, αλλά πρόξενος αθάνατης και αιώνιας ζωής. Με το Πάσχα αρχίζει ο καινούριος αιώνας που εισβάλλει στον χρόνο και τον ανακαινίζει. Συνεπώς, η Ανάσταση έχει γίνει πηγή ανανεώσεως του κόσμου. Ύστερα από την Ανάσταση λάμπει πλέον η ζωή και στον χρόνο ακτινοβολεί η αιωνιότητα. Αυτή η βεβαιότητα, ήδη από τους χρόνους των Αποστόλων, οι οποίοι υπήρξαν μάρτυρες του μοναδικού γεγονότος της Αναστάσεως, μέχρι και στις μέρες μας, συναρπάζει την Εκκλησία και καθορίζει την ταυτότητά της. Η Ανάσταση στην Εκκλησία υπό το φως των κεριών αποτελεί πραγματική μυσταγωγία και κατανυκτική ατμόσφαιρα. Η Εκκλησία γνωρίζει και γιορτάζει την εμπειρία της Αναστάσεως, της νίκης πάνω στον θάνατο. Και, μ’ αυτή την αλήθεια ζωογονεί και μεταμορφώνει την ζωή όλης της οικουμένης με ελευθερία και αγάπη. Το παντοτινό μήνυμα της Εκκλησίας είναι ότι δεν κατεξουσιάζει ο θάνατος όταν είμαστε σε κοινωνία με τον Χριστό. Διότι Αυτός είναι η ζωή και η Ανάσταση (Ιω. 11, 25), που ως Θεός την μεταγγίζει σε όσους συνδέονται μαζί Του. Και η κοινωνία αυτή με τον Θεό είναι αρχικά δωρεά, «Χάρις». Μια Χάρη που όμως δεν επιβάλλεται, αλλά που θα πρέπει να γίνει ελεύθερα αποδεκτή από την συνείδηση του ανθρώπου. Συνδέεται με την θεογνωσία, την πίστη (εμπιστοσύνη), την αγάπη, μέσω των μυστηρίων της Εκκλησίας όπου μετέχουμε στο αναστημένο Σώμα του Χριστού. Η βίωση της αλήθειας της Αναστάσεως με την πίστη και με ολόκληρη την ύπαρξή μας, είναι το αντίδοτο στις δηλητηριώδες πνοές που μεταφέρουν την ανάσα του άδη στην καθημερινότητα της ζωής μας. Το αναστάσιμο ήθος μεταμορφώνει το σκληρό πρόσωπο της καθημερινότητας και, μας βοηθάει να βλέπουμε μέσα και από τις πιο μελαγχολικές συνθήκες ένα Πάσχα, δηλαδή μια «διάβαση», ένα πέρασμα στο φώς. Άνθρωποι που πίστεψαν στον Αναστάντα Χριστό, μπόρεσαν με την δύναμή Του να μεταμορφώσουν την έχθρα σε συμφιλίωση, το μίσος σε αγάπη, τον πόνο σε χαρά, την ταπείνωση σε θρίαμβο. Καθότι, μέσα στην ακτινοβολία της Αναστάσεως, όλοι και όλα μπορούν να μεταμορφώνονται και να πλημμυρίζουν φώς. «Δεύτε λάβετε φώς εκ του ανεσπέρου φωτός» και μεταδώστε αυτό το πασχαλινό φώς σε κοντινούς και μακρινούς. Φώς, πασχαλινό φώς στην καρδιά μας, στα πρόσωπά μας! Περισσότερο πασχαλινό φώς στις σχέσεις μας με τους άλλους. Ανέσπερο φώς που χαρίζει νόημα, ελπίδα, πλούτο θεϊκής αγάπης και δύναμη Θεού. Εύχομαι κάθε ενέργεια της ζωής μας να καταυγάζεται από το φώς της Αναστάσεως του Χριστού, ώστε να γίνουμε αναστάσιμη πνοή στο περιβάλλον μας. Με την Ανάσταση μέσα (ψυχή) μας. Χρόνια πολλά και ευλογημένα. Καλό Πάσχα!  01/05/2016.

Πρεσβύτερος
Γεώργιος Δημητρόπουλος
Εφημέριος Ι. Ναού Αγίου Ιωάννου Προδρόμου Γομοστού

Δευτέρα 11 Απριλίου 2016

«Πάρε τον παπά»!



     Καθώς προχωράω στο δρόμο βλέπω πολλές φορές νέα παιδιά, συνήθως στις αρχές της εφηβείας, τα οποία αυθόρμητα, κοροϊδευτικά ή από δεισιδαιμονία χτυπούνε το ένα το άλλο και λένε άλλοτε δυνατά, άλλοτε σιγανά, κρυφογελώντας «πάρε τον παπά»! Κάποιοι λένε πως το «έθιμο» αυτό προέρχεται από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ή της Βενετοκρατίας στα ῾Επτάνησα, όταν οι κατακτητές συνελάμβαναν ανθρώπους και κάποιοι θεωρούσαν σκόπιμο να την πληρώσει ο ιερέας της ενορίας ή της κοινότητας. Και γι’ αυτό προέτρεπαν τους στρατιώτες να πάρουν, να συλλάβουν δηλαδή τον ιερέα. Οι περισσότεροι όμως καλά γνωρίζουν ότι πρόκειται για δεισιδαιμονία. ῎Αν δείς παπά, είναι γρουσουζιά λένε. Οπότε, πρέπει να μεταδώσεις τη γρουσουζιά στο διπλανό σου. Είναι αυτονόητο ότι το έθιμο αυτό δεν έχει καμία λογική. Ούτε βέβαια είναι εξυπνάδα να εύχεσαι ο διπλανός σου να πάθει κακό. Και δεν το κρύβω ότι με ενοχλεί, γιατί κάποτε, οι άνθρωποι αντί να κοροϊδεύουν, ερχόντουσαν και ζητούσαν την ευλογία του ιερέα, φιλώντας του το χέρι. Κι αν για μένα τον ιερέα η κοροιδία των παιδιών είναι ένας μικρός σταυρός που με κάνει να στενοχωριέμαι, γιατί δε γνωρίζουν τι κοροιδεύουν, για τον κόσμο μας είναι μία μαρτυρία της κρίσης που η κοινωνία μας περνά. Αν έχω διάθεση, κάθομαι και συζητώ με τα παιδιά. Πολλά ζητούν συγγνώμη και λένε ότι δεν ήξεραν τι έκαναν. Χαίρομαι τη φιλοτιμία τους. Είναι και κάποια που προσπαθούν να ξεπεράσουν την αμηχανία που τους πιάνει, να πούνε ότι δεν ήταν αυτά που έκαναν τη χειρονομία και να δηλώσουν ότι πιστεύουν στο Θεό. Καταλαβαίνω ότι η φιλοτιμία τους εκδηλώνεται με τη μικρή ντροπή. ῾Υπάρχουν όμως και κάποια που επιμένουν να κάνουν τους έξυπνους και να προσποιούνται ότι δεν τρέχει και τίποτε ή να θεωρούν ότι έκαναν μεγάλο κατόρθωμα με τη χειρονομία τους. ῎Αλλα πάλι κάνουν τη χειρονομία και κρυφογελούν, όντας σίγουρα ότι η χειρονομία τους πέρασε απαρατήρητη, ενώ δεν είναι έτσι.
Πέρα από την προσευχή γι’ αυτά τα παιδιά, για να μπορέσουν κάποια στιγμή να καταλάβουν τι είναι αυτό που κοροιδεύουν, αυτό που με κάνει σκεπτικό είναι το γεγονός ότι η παρουσία του ιερέα δεν έχει πλέον νόημα για τη ζωή των πολλών. Και δεν είναι μόνο η προπαγάνδα της τηλεόρασης που κάνει κυρίως αυτά τα παιδιά να πιστεύουν ότι οι παπάδες υπάρχουμε μόνο για να ζούμε εις βάρος της κοινωνίας, να είμαστε πλούσιοι ενώ ο κόσμος πεινάει και να εκμεταλλευόμαστε το όνομα του Θεού για να κρατήσουμε τους ανθρώπους στην άγνοια και την αμάθεια. Είναι το γεγονός ότι τα παιδιά αυτά, και κατ’ επέκτασιν οι γονείς τους, δεν έχουν μάθει τι σημαίνει ο ιερέας για τη ζωή του κόσμου. Δεν γνωρίζουν ότι ο ιερέας κάθε ημέρα προσεύχεται για όλους αυτούς στην ακολουθία της ᾿Εκκλησίας και σε κάθε Θεία Λειτουργία. Δεν γνωρίζουν ότι ο ιερέας είναι πάντοτε διαθέσιμος να μοιραστεί τον σταυρό τους, την δυσκολία τους, το παράπονό τους. Δεν γνωρίζουν ότι ο ιερέας ο,τι κι αν του πούν, ο,τι κι αν του κάνουν, δεν πρόκειται να πάψει να τους αγαπά. Να μιλά γι’ αυτούς στον Θεό. Και όσο κι αν στην καθημερινότητά τους δεν τους αγγίζει ο προβληματισμός περί του Θεού, στις δύσκολες ώρες, όπως είναι οι εξετάσεις του σχολείου, μία αρρώστια, ένας θάνατος, ο Θεός γίνεται ανάγκη και, η πίστη η μόνη παρηγοριά. Κι εκεί, αυτός ο παπάς που τον ξορκίζουν ως το κακό, δεν πρόκειται να κρατήσει κλειστή την αγκαλιά της καρδιάς του, αλλά θα μοιραστεί μαζί τους το μικρό ή το μεγάλο βάρος τους. ᾿Από αγάπη και όχι για λεφτά. Και ίσως θα παραμείνει ο μόνος τελικά ο οποίος δεν θα ζητήσει λεφτά για το μοίρασμα αυτό.
Με ενοχλεί όταν εμείς οι ιερείς δεν είμαστε έτοιμοι να δείξουμε αυτό το ήθος στους ανθρώπους. ᾿Αλλά και πάλι νιώθω ότι δεν έχει νόημα να κρίνω τους άλλους. ῎Αν δεν είμαι εγώ έτοιμος να ζήσω και να μοιραστώ αυτή την στάση ζωής που πηγάζει από την σχέση μου με το Χριστό, τότε γιατί να κατηγορώ; ᾿Αλλά δεν κρύβω ότι θα ήθελα κάτι πιο τίμιο, κατά την γνώμη μου. ῞Ενας που με κοροιδεύει ή με κατηγορεί, να διατυπώσει κατά πρόσωπον και ευθέως την κατηγορία του. Για να με βοηθήσει, αν κάνω λάθος, να διορθωθώ. ῎Αν όμως με ταυτίζει με το ψεύτικο ή το αληθινό της προπαγάνδας, δεν θέλω να το δεχτώ. Κυρίως γιατί δεν με γνωρίζει και δεν τον γνωρίζω. ῎Εγραψα αυτό το σχόλιο για να μοιραστώ με όσους νέους το διαβάσουν τον προβληματισμό μου. ῎Ισως την επόμενη φορά κάποιοι από αυτούς που θα δούνε έναν παπά στο δρόμο να το σκεφτούν πριν τον κοροϊδέψουν. Γιατί τελικά, είναι σα να αρνούνται ότι αυτός που κοροιδεύουν τους αγαπά. Δεν έχει το πρόβλημα ο παπάς. Αυτός θα αγαπά. Το πρόβλημα το έχει όποιος αρνείται την αγάπη. Και αν κάτι είναι πολυτέλεια στην εποχή μας, είναι ακριβώς αυτή η άρνηση της αγάπης. Πόσο μάλλον όταν αυτή δεν είναι μόνο εκ των ανθρώπων. ᾿Αλλά δηλώνει, έστω και με την φτώχεια της προσωπικής αδυναμίας, την αγάπη του Θεού.

Aπο το βιβλίο «ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΚΟΣΜΟ ΣΑΝ ΚΙ ΑΥΤΟΝ ΤΙ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΩ;», του π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού.

Σάββατο 12 Μαρτίου 2016

"Μεγάλη Τεσσαρακοστή: Περίοδος περισυλλογής, συνάντηση Θεού και ανθρώπου"



Δημήτριος Π. Λυκούδης, πτ. Θεολογίας, πτ. Φιλολογίας, Υπ. Δρας Παν/μίου Αθηνών.

      «Έλεγον περί του αββά Αρσενίου ότι οψέ Σαββάτων, επιφασκούσης Κυριακής, ηφίει τον ήλιον οπίσω αυτού και έτεινε τας χείρας αυτού εις τον ουρανόν ευχόμενος, έως ου πάλιν έλαμψεν ο ήλιος εις το πρόσωπον αυτού και ούτως εκαθέζετο»(1). Μεγάλη Τεσσαρακοστή! Περίοδος πνευματικής προπαρασκευής και περισυλλογής. Συνάντηση Θεού και ανθρώπου, Ακτίστου και κτιστού, Ουρανού και γης, ¨ορατών τε πάντων και αοράτων¨¨. Μεγάλη Τεσσαρακοστή και ο άνθρωπος ευαγγελίζεται τη χαρμόσυνη σάλπιγγα της μετανοίας, της επανόδου, της ανανήψεως, της επιστροφής στην αρχέγονη κατάστασή του μέσω της ¨κατά φύσιν¨ κινήσεως της ψυχής¨(2), γεγονός που χαρίζει ως δωρεά στον πιστό τη δυνατότητα της καταλλαγής με τον Θεό, γεγονός, συνάμα, που καθιστά τον άνθρωπο, ¨κατ΄οικονομίαν¨ Θεού, ικανό να επαναπροσδιορίζει και αυτοβούλως, αυτοθελήτως, αενάως και ελευθέρως, άμα δε και αβιάστως, ν΄αναγνωρίζει τη σχεσιακή του κοινωνία και οντότητα, ουχί μετά του απροσώπου απολύτου, αλλά μετά του Προσώπου, του κατεξοχήν Όντος, τουτέστιν, μετά του Προσώπου του Απολύτου, τον ίδιο τον Άγιο Θεό. Δεσπόζουσα θέση μεταξύ των μέσων που δύναται να επιστρατεύσει ο πιστός για να προσεγγίσει τον Πανάγιο Θεό κατέχει η αέναος προσευχή και δη, η μονολόγιστος ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό», η οποία υποστηρίζεται δια του ιερού κομβολογίου ή κομποσχοινίου, ευχή που επιφέρει πνευματική πληρότητα στην ψυχή και καθιστά την ανθρώπινη φύση «επιτηδείαν εις το να δεχθεί και την υπερφυσικήν χάριν και την ενέργειαν του Θεού»(3).
Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης αναφέρει σχετικά ότι «η προσευχή ως προς την ποιότητά της είναι συνουσία και ένωσις του ανθρώπου με τον Θεόν, και ως προς την ενέργειά της σύστασις και διατήρησις του κόσμου, συμφιλίωσις με τον Θεόν, μητέρα των δακρύων, καθώς επίσης και θυγατέρα, συγχώρησις των αμαρτημάτων, γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς, τοίχος που μας προστατεύει από τις θλίψεις, συντριβή των πολέμων, έργο των Αγγέλων, τροφή όλων των ασωμάτων, η μελλοντική ευφροσύνη»(4). Ερωτούν όμως σήμερα πολλοί: πώς να ξεκινήσουμε την προσευχή; πώς μπορούμε να παρεισφρήσουμε από την προσευχή των λόγων στη σιωπηρή προσευχή, από την εντατική στην αυτοενεργούμενη; Μεγάλη Τεσσαρακοστή! Περίοδος πνευματικής προετοιμασίας και περισυλλογής και ένας τρόπος για να αρχίσουμε το προσευχητικό έργο είναι μέσω της επίκλησης του Ονόματος του Ιησού. Ο εξωτερικός τύπος της προσευχής αποτελείται από τις λέξεις «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Ας σπεύσουμε, όμως, να τονίσουμε ότι δεν υπάρχει αποκλειστικός τύπος. Η φράση δύναται να συντομευθεί όπως «Κύριε Ιησού» ή να επεκταθεί με την προσθήκη «τον αμαρτωλό» στο τέλος, υπογραμμίζοντας την πλευρά της επανόδου και της μετανοίας(5). Έτσι, κάθε πιστός έχει τη δυνατότητα να προσεύχεται καθ΄όλη τη διάρκεια της νυχθημέρου, στον εργασιακό του χώρο, στην οικία του, ακόμη και καθ΄οδόν.
Η συχνή επίκληση του ονόματος του Ιησού εισάγει τον άνθρωπο στην παρουσία του Θεού, είναι λειτουργία εσωτερικευμένη. «Απαρνείται τα διαλογιστικά στοιχεία, τους λογισμούς και γίνεται μία μονάχα λέξη – μονολογία – το όνομα του Ιησού»(6). Έτσι, ο άνθρωπος μυείται με τον αμεσότερο τρόπο στην πνευματική εμπειρία του Αποστόλου Παύλου: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός»(7). Μετά τη Σάρκωση του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού Χριστού οποιαδήποτε ¨αναλογία¨ στην πίστη είναι χριστολογία. «Η ¨μόρφωση¨ του Χριστού μέσα στον άνθρωπο που επιτυγχάνεται μέσω της προσευχής δεν είναι ούτε μίμηση ούτε εφαρμογή στον άνθρωπο των τιμών της Σαρκώσεως, αλλά προβολή μέσα στον άνθρωπο της ίδιας της Σαρκώσεως, που ενεργείται και συνεχίζεται με το ευχαριστιακό μυστήριο»(8). Έτσι, συντελείται η βιωματική σχέση και κοινωνία Θεού και ανθρώπου που επιφέρει και την ¨κατά χάριν¨ θέωση και χριστοποίηση του τελευταίου. Ο μακαριστός γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ έξοχα παρατηρεί: «Η θαυμαστή αίσθησις της ελεύσεως του Θεού εντός ημών συνοδεύεται μεθ΄ ολοκληρωτικής συμφωνίας νου και καρδίας. Η Θεία αρμονία της πνευματικής ταύτης καταστάσεως είναι ευφροσύνη δια την καρδίαν και φως δια τον νουν. Όλος ο άνθρωπος(σώμα-πνεύμα-καρδιά, και σώμα εισέτι), αισθάνεται την ειρήνην του Θεού, την υπερέχουσαν πάντα νουν. Η ψυχή αναγνωρίζει ότι και η Αγάπη, και το φως και η Ειρήνη καταβαίνουν εκ του Υψίστου»(9).
Εισέτι, οι Πατέρες της Εκκλησίας αναφερόμενοι στην εξέχουσα σπουδαιότητα της αδιαλείπτου προσευχής(10), τονίζουν και τις προϋποθέσεις που συνοδεύουν αυτή. Η προσοχή, κυρίως κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά την προσευχή, η ταπείνωση, η νηστεία, η ειλικρινής συντριβή και μετάνοια, η επιμονή(11), η εγρήγορση και η επαγρύπνηση, η ησυχία(κυρίως εδώ ως τρόπος και πνευματική κατάσταση, ουχί ως τόπος), αποτελούν απαραίτητα εφόδια, προϋποθέσεις ύψιστης και βαρύνουσας σημασίας για να δυνηθεί ο πιστός, αρχικά, να αφουγκραστεί, και, σταδιακά, να βιώσει ότι «η κλήσις του υπερκοσμίου Πατρός ελκύει ημάς. Αισθανόμεθα ότι η πλευρά εκείνη της φύσεως ημών, ήτις φέρεται προς Αυτόν, καθίσταται υπερκόσμια. Ημείς οι ίδιοι είμεθα κτίσματα, αλλά ο Κύριος Ιησούς δια της επί γης εμφανίσεως Αυτού, της διδαχής και του υποδείγματος Αυτού, απεργάζεται ημάς ομοίους προς Αυτόν. Συντελείται εν ημίν η ομοίωσις προς τον Μονογενή Υιόν δια της εν ημίν ενοικήσεως του Αγίου Πνεύματος. Κατά τον τρόπον αυτόν γινόμεθα και ημείς υιοί του Υψίστου»(12).
Η νοερά προσευχή προσελκύει αγιαστικά τη λαμπρότητα της Μεταμόρφωσης και τη διανθίζει σε κάθε κύτταρο και κρουνό της προσωπικής μας οντότητας. Αρχικά, μεταμορφώνει η σχέση του προσευχόμενου με τον υλικό κόσμο που τον περιβάλλει και, ακολούθως, με τους συνανθρώπους του. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η ευχή περιλαμβάνει τις δύο κύριες ¨στιγμές¨ της χριστιανικής λατρευτικής πράξης: τη στιγμή της προσκύνησης, της ενατένισης και δοξολογικής αποδοχής της δόξας του Θεού και της αγαπητικής αναζήτησής Του, και τη στιγμή της μετανοίας, της αίσθησης δηλαδή,  της πλήρους αναξιότητας και της αμαρτίας. «Υπάρχει μία κυκλική κίνηση μέσα στην προσευχή, μία ακολουθία ανάβασης και επιστροφής. Στο πρώτο μισό της προσευχής ανερχόμαστε προς τον Θεό ¨Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού…¨ και κατόπιν, στο δεύτερο μισό, γυρίζουμε στον εαυτό μας με συντριβή ¨…ελέησόν με τον αμαρτωλόν¨. Εκείνοι που έχουν γευθεί το δώρο του πνεύματος έχουν ταυτόχρονα συνείδηση δύο πραγμάτων: από τη μία μεριά της χαράς και της παρηγορίας και απ΄ την άλλη μεριά της ταραχής, του φόβου και του θρήνου. Τέτοια είναι η εσωτερική διαλεκτική της νοεράς προσευχής»(13).
Ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης θέτει ως προϋποθέσεις για προετοιμασία την «αμνησικακίαν και το αποίκιλον»(14), δηλαδή το ανεπιτήδευτο του ύφους. «Το ύφος και το λεκτικό της προσευχής σου ας είναι ανεπιτήδευτο, διότι ο τελώνης και ο άσωτος με έναν μόνο λόγο συμφιλιώθηκαν με τον Θεόν»(15). Εδώ, η ¨αμνησικακία¨ αναφέρεται ευθαρσώς σε ό,τι δυσχεραίνει και εμποδίζει την ¨καθαρή προσευχή¨, δηλαδή, σε κάθε λοιδορία, μέριμνα, θλίψη, οργή, κάθε λογισμό και εχθρική-πειρασμική επιβουλή. Εισέτι, το ¨αποίκιλον¨ δεν αναφέρεται μόνο στην όλη στάση του προσευχόμενου, αλλά και στους λόγους του. Ο καθηγητής Χαράλαμπος Σωτηρόπουλος, σχολιάζοντας τη θέση του συγγραφέα της ¨Κλίμακος¨, παρατηρεί: «Ο Χριστός δεν έχει ανάγκην ωραίων φράσεων, προτάσεων και λόγων κατά την προσευχήν, αλλά απλών λόγων και πολλής προσοχής. Ο Όσιος Ιωάννης αποτρέπει τους ανθρώπους από την πολυλογίαν, τονίζων ότι αυτή οδηγεί πολλάκις αυτούς εις αναζήτησιν λέξεων δια να εκφρασθούν, με αποτέλεσμα να διασπάται ο νους των. Αντ΄ αυτών, προτείνει τα απλά λόγια και την μονολογίαν, τονίζων ότι αυτά ηυχαρίστησαν και ικανοποίησαν τον Θεόν»(16).
Κάθε προσευχή για να οδηγήσει σε ¨κοινωνία¨ με τον Θεό δέον να εμφορείται από συντριβή και ταπείνωση: «Πάσα προσευχή, εν ταπεινότητι και συντριβή καρδίας γινομένη, ανυψούται εις τας υπεράνω ταύτης της γης χώρας, όθεν έπειτα κατέρχεται εφ΄ημάς ως δρόσος ευεργετική, εξομαλίζουσα και ευθείαν ποιούσα ημίν την εις την ουράνιον Πατρίδα άνοδον. Η δε ολιγωρία και λήθη της προσευχής εγκαταλείπει ημάς εις πάσαν την ξηράν και άγονον ματαιότητα της ημετέρας διανοίας, εις πάσαν την στείρωσιν και αφορίαν της πτωχής ημών φύσεως»(17). Η ταπείνωση εδώ, δεν εξαίρεται ως μία απλή αναφορά μιας τυπικής διάταξης της συμπεριφοράς του προσευχόμενου, ούτε αναφέρεται ως μία στείρα και επιδερμική εξωτερική κατάσταση ταπεινοσχημίας ή ταπεινολογίας. Προβάλλει ως βαθύτατη εσωτερική κατάσταση, ως άλλη πνευματοφόρα εμβάθυνση του ανθρώπινου νου στα μεγαλείο της σταυρικής θυσίας του Θεανθρώπου και, ειδικότερα, ως μέθεξη στη Θεία Κένωση του Απολυτρωτικού έργου του Λυτρωτού Κυρίου Ιησού Χριστού. Η ταπείνωση, δηλαδή, θα στέκει και θα μετουσιώνεται, μάλλον δε, αγιαστικά θα μεταμορφώνεται σε αληθινή ταπείνωση μόνο στην περίπτωση που ο πιστός θα συμμετέχει ¨κατά χάριν¨ στην Θεανθρωπότητα του Κυρίου Ιησού Χριστού, στο ποσοστό, δηλαδή, που ποιοτικά θα κοινωνεί στη μεταμορφωτική χάρη της Θείας Του δόξας.
Προς επίρρωσιν των ανωτέρω, ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ συμβουλεύει: «Αν αιχμαλωτισθής την ώρα της προσευχής από λογισμούς, ταπεινώσου και ζήτησε συγχώρησι λέγοντας: ¨Ημάρτησα Κύριε, με το λόγο, το νου, την πράξι και με όλες μου τις αισθήσεις¨»(18). Αυτή η παραδοχή και συντριβή του ανθρώπου ενώπιον της αμαρτωλότητός του μεταποιείται σε μέθεξη στην κοινοτική σύμπνοια του Παρακλήτου, ακριβώς, επειδή ο ίδιος ο Κύριος αναπαύεται σε ταπεινές εξαϋλωμένες καρδιές. Χαρακτηριστικό είναι και το παράδειγμα από το γεροντικό: «Έλεγον οι Γέροντες περί τινός αδελφού, ότι ουδέποτε απέστη του εργοχείρου και η ευχή αυτού αδιαλείπτως ανήρχετο προς τον Θεόν. Ην δε και σφόδρα ταπεινός και ευκατάστατος»(19). Παράλληλα με την ταπείνωση, ο προσευχόμενος ¨ανάγκη εστίν¨ να διακατέχεται από ισχυρή και ακλόνητη πίστη, αγάπη και ελπίδα. «Αγάπη είναι ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει ο Θεός οντολογικά. Η αγάπη συνιστά το Είναι του Θεού»(20), με αποτέλεσμα ο πιστός να υπάρχει οντολογικά ως υπόσταση και ουχί οντικά, ακριβώς, επειδή μετέχει στην κοινωνία της αγάπης του Θεού και στη Ζωοποιό χάρη Του.
Μεγάλη Τεσσαρακοστή! Περίοδος πνευματικής περισυλλογής, συνάντηση Θεού και ανθρώπου. Συχνά, όσες φορές ακολουθούσαμε το μονοπάτι από την Ιερά Μονή του Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους προς το κονάκι του μακαριστού γέροντος Ιωσήφ του Βατοπαιδινού, ο γέροντας δεν παραμελούσε να μας θυμίζει τα λόγια του παπά Εφραίμ του Κατουνακιώτου: «Η ποσότητα της προσευχής θα φέρει και την ποιότητα». «Η ποσότης όμως εις την προσευχήν απαιτεί και πολύν κόπον. Φαίνεται δ΄ότι αυτός ο κόπος δεν αποβαίνει εις μάτην, εάν στηριχθή κανείς εις την άποψιν του Ιωάννου της Κλίμακος, κατά τον οποίον, η πυκνή προσευχή προκαλεί, τρόπον τινά, την εύνοια του Θεού»(21). Και συμπληρώνει εξόχως ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης: «Η προσευχή ως Θεού ομιλία, των αοράτων θεωρία, των επιθυμούντων πληροφορία, των Αγγέλων ομοτιμία, των καλών προκοπή, των κακών ανατροπή, των αμαρτανόντων διόρθωσις, των παρόντων απόλαυσις, των μελλόντων υπόστασις»(22), είναι αναγκαία εκδήλωση και απόδειξη της σχεσιακής συνύπαρξης κτιστού και Ακτίστου. Οι προϋποθέσεις που την περιστοιχίζουν αποτελούν βακτηρία σωτηρίας για τον ίδιο τον προσευχόμενο, καθώς ως άλλη ¨οδός¨ καταδεικνύουν στον άνθρωπο την έννοια της πίστεως, όχι, όμως, ως υπόθεση πως κάτι, ίσως, είναι αλήθεια, αλλά ως τελική αποδοχή ότι «ο έσχατος σκοπός της ενανθρωπίσεως του Λόγου έγκειται ακριβώς εις το να λογοποιήση-χριστοποιήση και θεώση τον άνθρωπον εις όλον το είναι του»(23).
Μεγάλη Τεσσαρακοστή! Περίοδος πνευματικής προετοιμασίας και περισυλλογής. Και θεώρησα ως τον πλέον δόκιμο όρο να κλείνω την παρούσα εισήγησή μου με τα λόγια του μακαριστού γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη, όταν δακρύβρεχτος και ιλαρός στην όψη, πολλές φορές, μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, μάς έλεγε: «Όλα είναι ζωντανά! Νηστεύετε και προσεύχεσθε! Ζει Κύριος ο Θεός».

Παραπομπές

*Εισήγηση που πραγματοποιήθηκε κατά την διάρκεια πνευματικής εσπερίδας στον Ιερό Ναό Αγίας Ειρήνης Γαλατσίου, στις 08/03/2015, με θέμα: «Σαρακοστή: Πορεία προς την Ανάσταση».

1.Το Μέγα Γεροντικόν, τόμος Γ΄, εκδ. Ι.Ησυχαστηρίου ¨Το Γενέσιον της Θεοτόκου¨, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 1997, σελ. 356.
2.Πρβλ., Σωτηρόπουλου Χ., Νηπτικοί Πατέρες των Μέσων Χρόνων, Αθήναι 2000, σελ. 20. Εκτενής αναφορά γίνεται στο Λόγο περί Ασκητικής του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού(PG 90,324). Για την έννοια της αρχεγόνου καταστάσεως του ανθρώπου βλ., σχ., Ξεξάκη Νικολάου, Ορθόδοξος Δογματική Γ΄, Η περί Δημιουργίας διδασκαλία, εκδ. Έννοια, Αθήνα 2006, σελ. 190-197, Τρεμπέλα Π., Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμος Α΄, εκδ. Ζωή, Αθηναι 1959, σελ. 494-499, Ανδρούτσου Χρήστου, Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, Αστήρ, Αθήναι 1956, σελ. 136-145, Παπαδόπουλου Ιωάννου, Επίτομος Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, Αλεξάνδρεια 1932, σελ. 68-74.
3.Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον, εκδ. Νεκ. Παναγόπουλος, Αθήναι 2001, σελ. 181.
4.Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, Κλίμαξ, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 1998, σελ. 387. Ενδεικτικά για τη σημασία της προσευχής βλ., Σαχάρωφ Σωφρονίου(Αρχιμ), Περί Προσευχής, Ι.Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1991, Μπλούμ  Άντονι, Προσευχή και Αγιότητα (μτφρ. Βασ. Αργυριάδης), Εν πλω, Αθήνα 2011, Ware Καλλίστου, (Επισκόπου Διοκλείας), Η δύναμη του Ονόματος, η Προσευχή του Ιησού στην Ορθόδοξη Πνευματικότητα, Ακρίτας, Αθήνα 1983, Λυκούδη Δημητρίου, Η προσευχή ως επικοινωνιακός τρόπος προσέγγισης του Θείου στο χώρο του μεταμοντέρνου κόσμου, Αθήνα 2011.
5.Πρβλ., Λυκούδη Δ.,¨Η δύναμη της προσευχής¨ στο ¨Βίος Αβίωτος¨, Αθήνα 2014, σελ. 128-135.
6.Ευδοκίμωφ Παύλου, Η Ορθοδοξία, Βασ. Ρηγόπουλου, Αθήνα 1972, σελ. 155.
7.Γαλ., β΄ 20.
8.Ευδικίμωφ Π., Η Ορθοδοξία, σελ. 152-153.
9.Σαχάρωφ Σ., Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1992, σελ. 412.
10.Αναφορικά με την ¨ευχή του Ιησού¨ βλ., Ευδοκίμοφ Π., Η Ορθοδοξία, σελ. 136-137, Μωϋσέως Μοναχού, Η κοινωνία της Ερήμου και η ερημία των πόλεων, Τήνος, Αθήνα 1987, σελ. 31-67, Περιπέτειες ενός Προσκυνητού (μτφρ .πρ. Μητροπολίτου Κορινθίας Παντελεήμονα Καρανικόλα), Αστήρ, Αθήναι 1976, A monk of the Eastern Church, On the invocation of the Name of Jesus, The fellowship of St. Alban and St. Sergius, London 1950, Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Αόρατος Πόλεμος, εκδ. Νεκ. Παναγόπουλος, Αθήνα 2002, σελ. 186-190.
11.Σωτηρόπουλου Χ., Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Βίος-Έργα-Διδασκαλία, Αθήναι 2002, σελ. 124-135.
12.Σαχάρωφ Σ., Οψόμεθα τον Θεό καθώς εστί, σελ. 159.
13.Ware Καλλίστου, Η δύναμη του Ονόματος, σελ. 31-32.
14.Αγίου Ιωάννου Σιναΐτου, Κλίμαξ, σελ. 388-390.
15.Αυτόθι, σελ. 388-389.
16.Σωτηρόπουλου Χ., Οι Νηπτικοί Πατέρες περί της κατά Χριστόν τελειώσεως του ανθρώπου, Αθήναι 2004, σελ. 116.
17.Η ισχύς της Προσευχής, περιοδικό ¨Ευαγγελικός Κήρυξ¨, αριθμ. 6, Ιούνιος 1861, σελ. 279.
18.Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ, εκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1998, σελ. 326.
19.Το Μέγα Γεροντικόν, τόμος Γ΄, εκδ. Ι.Η. ¨Το Γενέσιον της Θεοτόκου¨, Πανόραμα Θεσσαλονίκης 1997, σελ. 376.
20.Δεληκωσταντή Κώστα, Το ήθος της Ελευθερίας, Δόμος, Αθήνα 1997, σελ. 73. Αξίζει κανείς να μελετήσει την εξαιρετική ερμηνεία και ανάλυση της οντολογίας της προσωπικότητας σε σχέση με την κοινωνία των προσώπων, του Αθανασίου Μελισσάρη και, κυρίως, τις σελ. 53-83, Melissaris G.A., Personhood Re-examined: Current Perspectives from Orthodox Anthropology and Archetypal Psychology, A Comparison of John Zizioulas and James Hillman, Epektasis, Greece 2002.
21.Σωτηρόπουλου Χ., Οι Νηπτικοί Πατέρες περί της κατά Χριστόν τελειώσεως του ανθρώπου, σελ. 121.
22.Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος Α΄ εις την Προσευχήν, Migne P.G. 44, 1124B.
23.Ware Καλλίστου, Ο Ορθόδοξος δρόμος (μτφρ. Μαρίας Πάσχου), Επτάλοφος, Αθήναι 1984, σελ. 20-21.
24.Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, Αστήρ, Αθήνα 1970, σελ. 37-38.

Ὀρθοδοξία: Ἡ ἐλπίδα τῶν λαῶν τῆς Εὐρώπης




Τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Γεωργίου (Καψάνη), Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους. Στὸ κείμενο αὐτὸ ἐπισημαίνεται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος αὐτοσυνειδησία δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ παρακάμπτωμε τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δὲν ἠμπορεῖ νὰ συναποτελῇ μαζὶ μὲ τὸν Δυτικὸ Χριστιανισμὸ μία ἑνιαία «χριστιανικὴ ταυτότητα», ἀλλὰ ἀντιθέτως μᾶς ὑποχρεώνει νὰ τονίσωμε ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ λησμονημένη ἀπὸ τὴν Εὐρώπη πρωτογενής της Πίστις, ἡ ὁποία πρέπει κάποτε νὰ ἀποτελέσῃ ἐκ νέου τὴν χριστιανική της ταυτότητα.

    Ἡ Ἑνωμένη Εὐρώπη τοῦ 21ου αἰῶνος ἀναζητεῖ τὴν ταυτότητά της. Ἡ «εὐρωπαϊκὴ ταυτότης» δὲν ἀποτελοῦσε ἀντικείμενο σοβαροῦ προβληματισμοῦ, ἐφ᾿ ὅσον τὴν διεμόρφωναν μόνον οἰκονομικοὶ καὶ πολιτικοὶ παράγοντες. Ἀφ᾿ ὅτου ὅμως πολιτισμικοὶ καὶ ἰδίως θρησκευτικοὶ παράγοντες ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν ὑπ᾿ ὄψιν κατὰ τὴν ἀναζήτησί της, ἀναπτύχθηκαν σοβαρὲς συζητήσεις, ἔντονες διαφωνίες καὶ ὀξεῖες διαμάχες γύρω ἀπὸ τὴν ἀναφορὰ ἢ μὴ τοῦ «Εὐρωπαϊκοῦ Συντάγματος» στὴν χριστιανικὴ ταυτότητα τῆς Εὐρώπης. Τί σημαίνει ὅμως «χριστιανικὴ ταυτότης τῆς Εὐρώπης» γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους λαούς μας; Πόσο χριστιανικὴ εἶναι ἡ «χριστιανικὴ ταυτότης τῆς Εὐρώπης»; Ὅσοι καλοπροαίρετα ἀγωνίζονται γιὰ τὴν ἐνίσχυσι τῆς χριστιανικῆς ταυτότητος τῆς Εὐρώπης ὁμιλοῦν συνήθως γι᾿ αὐτὴν ὡσὰν νὰ πρόκειται γιὰ ἕνα ἱστορικὸ δεδομένο ἢ ἕναν κώδικα χριστιανικῶν ἀρχῶν καὶ ἀξιῶν, στὶς ὁποῖες ἠμποροῦν νὰ συγκλίνουν οἱ χριστιανικοὶ λαοὶ μὲ τὴν βοήθεια τῶν οἰκουμενικῶν ἐπαφῶν καὶ διαχριστιανικῶν διαλόγων. Οἱ Χριστιανοὶ τῆς Εὐρώπης ἐπιδιώκουν νὰ τὴν ἐξασφαλίσουν θεσμικά, ἐπειδὴ φοβοῦνται τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ θρησκευτικοῦ ἀποχρωματισμοῦ τῆς ἠπείρου των, τὴν ἀλλοίωσι τῆς χριστιανικῆς της ἰδιοπροσωπίας λόγω τῶν πληθυσμιακῶν μεταβολῶν (μετανάστευσις κ.λπ.) ἢ τὸν ἀποκλεισμὸ τῶν χριστιανικῶν «διεκκλησιαστικῶν» ὀργανισμῶν ἀπὸ τὰ κέντρα λήψεως ἀποφάσεων στὴν Εὐρώπη. Ἀκολουθώντας τὴν ἴδια λογική, καὶ οἱ προτάσεις ἐπισήμων Ὀρθοδόξων ἐκπροσώπων ἐπικεντρώνονται στὴν ἐνίσχυσι μιᾶς θεσμικῆς χριστιανικῆς παρουσίας στὴν Εὐρώπη.
Στὸ κείμενο αὐτὸ ἐπισημαίνεται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος αὐτοσυνειδησία δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ παρακάμπτωμε τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δὲν ἠμπορεῖ νὰ συναποτελῇ μαζὶ μὲ τὸν Δυτικὸ Χριστιανισμὸ μία ἑνιαία «χριστιανικὴ ταυτότητα», ἀλλὰ ἀντιθέτως μᾶς ὑποχρεώνει νὰ τονίσωμε ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ λησμονημένη ἀπὸ τὴν Εὐρώπη πρωτογενής της Πίστις, ἡ ὁποία πρέπει κάποτε νὰ ἀποτελέσῃ ἐκ νέου τὴν χριστιανική της ταυτότητα.
Ζῶντες στὸ περιβάλλον τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ στὴν πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα ποὺ αὐτὸ δημιουργεῖ, ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος κληρονομιά μας δὲν πρέπει νὰ μετρῆται μὲ τὰ μέτρα τοῦ κόσμου τούτου. Τὰ τελευταῖα χρόνια γινόμεθα μάρτυρες τῆς εὐλαβείας καὶ τῆς βαθειᾶς πίστεως τῶν προσκυνητῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πολλοὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἔρχονται μὲ πολὺ κόπο καὶ μὲ μεγάλα ἔξοδα ἀπὸ τὶς ὁμόδοξες χῶρες τῆς Βαλκανικῆς καὶ ἀπὸ τὴν Ρωσσία.
Στὴν συνείδησι ὅλων αὐτῶν τῶν εὐσεβῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἀλλὰ καὶ ὅσων ἐκπροσωποῦν στὴν χώρα τους, ἡ Ὀρθοδοξία δὲν ἔχει συνήθως τὴν ἔννοια, ποὺ τῆς ἀποδίδουν ὅσοι τὴν βλέπουν ἢ τὴν ἀντιμετωπίζουν μὲ ἰδεολογικὰ ἢ κοινωνιολογικὰ κριτήρια, ὅσοι δηλαδὴ συνηθίζουν νὰ βλέπουν στὴν καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολὴ ἀντιδυτικὰ «Ὀρθόδοξα» τόξα παράλληλα πρὸς τὰ μουσουλμανικά, ἢ θεωροῦν τὴν Ὀρθοδοξία ὡς ἐθνικιστικὴ δύναμι τῶν λαῶν ποὺ τὴν ἀσπάζονται. Ὅσο καὶ ἂν οἱ Ὀρθόδοξοι δημιουργοῦμε τέτοιες ἐντυπώσεις, λόγω τῶν προσωπικῶν μας ἀτελειῶν ἢ τῶν συλλογικῶν μας ἀστοχιῶν, ἔχουμε βαθειὰ ριζωμένη στὴν συνείδησί μας τὴν πεποίθησι ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι κάτι πολὺ πιὸ οὐσιαστικό, οὐράνιο, ἀκατάλυτο: εἶναι τὸ ἀνεκτίμητο δῶρο τοῦ ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο, ἡ «ἅπαξ παραδοθεῖσα τοῖς ἁγίοις πίστις» (Ἰούδ. 3), τὴν ὁποία ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας διασῴζει ἀκέραια, χωρὶς αἱρετικὲς παραχαράξεις, καὶ τὴν ὁποία μὲ πολλὲς θυσίες διαφυλάξαμε σὲ δύσκολους καιρούς, προκειμένου νὰ μὴ χάσουμε τὴν ἐλπίδα τῆς αἰωνίου ζωῆς.
Οἱ Ὀρθόδοξοι λαοὶ εἴμαστε ἠλεημένοι ἀπὸ τὸν ἅγιο Θεὸ νὰ φέρωμε τὴν σφραγῖδα τοῦ Ὀρθοδόξου ἁγίου Βαπτίσματος, νὰ κοινωνοῦμε τῆς ἁγίας Ὀρθοδόξου Εὐχαριστίας, νὰ ἀκολουθοῦμε μὲ ταπείνωσι τὴν δογματικὴ διδασκαλία τῶν ἁγίων ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὡς μοναδικὴ ὁδὸ σωτηρίας, καὶ νὰ τηροῦμε «τὴν ἑνότητα τοῦ πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης» (Ἐφ. δ´ 3). Φέρομε ὁμολογουμένως τὴν παρακαταθήκη τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως «ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσι» (Β´ Κορ. δ´ 7), ἐν τούτοις ὅμως αὐτὴ συνιστᾷ Χάριτι Θεοῦ τὸν λόγο «τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος» (Α´ Πέτρ. γ´ 15).
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας δὲν εἶναι ἁπλῶς κιβωτὸς τῆς ἐθνικῆς ἱστορικῆς μας κληρονομιᾶς. Πρωτίστως καὶ κυρίως εἶναι ἡ Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία.
Γιὰ νὰ μὴ χάσουν τὴν ἐλπίδα τῆς ἐν Χριστῷ αἰωνίου σωτηρίας, σὲ ἐποχὲς δύσκολες οἱ Ὀρθόδοξοι λαοὶ τῶν Βαλκανίων διετήρησαν τὴν Ὀρθόδοξο Πίστι τους μὲ τὴν θυσία χιλιάδων νεομαρτύρων, ἀντιστεκόμενοι τόσο στὸν ἐξισλαμισμὸ ὅσο καὶ στὸν ἐξουνιτισμό(1). Γι᾿ αὐτὸ ἡ πρόσφατος, μετὰ τὴν κατάρρευσι τῶν ἀθεϊστικῶν καθεστώτων, ἀναζωπύρωσις τῆς Οὐνίας καὶ ἡ δραστηριότης τῶν νέο-προτεσταντικῶν Ὁμολογιῶν μεταξὺ Ὀρθοδόξων πληθυσμῶν ἀποτελοῦν σοβαρότατες προκλήσεις γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους. Καὶ ὡς τέτοιες πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζωνται, ἐπειδὴ γιὰ μία ἀκόμη φορᾷ θέτουν ὑπὸ διακινδύνευσι τὴν σωτηρία ἁπλοϊκῶν ψυχῶν, «ὑπὲρ ὧν Χριστὸς ἀπέθανε» (πρβλ. Ρωμ. ιδ´ 15).
Στὶς δυτικὲς κοινωνίες ἐξάλλου, τὶς ἐκ παραδόσεως ρωμαιοκαθολικὲς καὶ προτεσταντικές, ὅπου ὑπάρχουν καὶ δραστηριοποιοῦνται Ὀρθόδοξες ἐνορίες, ἡ Ὀρθόδοξος παρουσία πρέπει νὰ εἶναι σεμνὴ μαρτυρία περὶ τοῦ αὐθεντικοῦ Χριστιανισμοῦ, τὸν ὁποῖον στερήθηκαν ἐπὶ αἰῶνες οἱ κοινωνίες αὐτές, λόγω τῶν παπικῶν καὶ προτεσταντικῶν παρεκκλίσεων ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴ Πίστι. Κάθε φορὰ ποὺ ἡ νοσταλγικὴ ἀναζήτησις τῆς ἀνόθευτου χριστιανικῆς Πίστεως κορυφώνεται στὴν ἐπιστροφὴ ἑτεροδόξων Χριστιανῶν στὴν ἀγκάλη τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ὀρθοδόξου, ἐκφράζεται ἡ ἱεραποστολικὴ φύσις τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπιστρέφοντες οἱ ἑτερόδοξοι στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, δὲν ἐγκαταλείπουν μία ἐκκλησία γιὰ νὰ ἀσπασθοῦν μία ἄλλη, ὅπως λανθασμένα θεωρεῖται. Στὴν πραγματικότητα ἀφήνουν ἕνα ἀνθρωποκεντρικὸ ἐκκλησιαστικὸ σχῆμα καὶ ἐπανευρίσκουν τὴν μία καὶ μοναδικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, γίνονται μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐπαναπροσανατολίζονται στὴν πορεία τῆς θεώσεως.
Δυστυχῶς, ἀντίθετη κατεύθυνσι ἀκολουθεῖ ὁ συγκρητιστικὸς Οἰκουμενισμός, τὸν ὁποῖον ἐκφράζουν θεσμικὰ ὄργανα τῆς Οἰκουμενικῆς λεγομένης Κινήσεως καὶ φορεῖς τοῦ παποκεντρικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἐπειδὴ παραθεωροῦν τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησιολογία καὶ ἀκολουθοῦν τὴν προτεσταντικὴ «θεωρία τῶν κλάδων» ἢ τὴν νεωτέρα ρωμαιοκεντρικὴ θεωρία τῶν «ἀδελφῶν ἐκκλησιῶν», θεωροῦν ὅτι ἡ Ἀλήθεια τῆς Ἀποστολικῆς Πίστεως, ἢ μέρος αὐτῆς, διασῴζεται σὲ ὅλες τὶς Χριστιανικὲς ἐκκλησίες καὶ ὁμολογίες. Γι᾿ αὐτὸ κατευθύνουν τὶς προσπάθειές τους στὴν πραγματοποίησι μιᾶς ὁρατῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν, ἀνεξαρτήτως βαθυτέρας ἑνότητος στὴν Πίστι.
Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ ἡ οἰκουμενιστικὴ «θεολογία» ἐξισώνει τὸ Ὀρθόδοξο Βάπτισμα (τριπλῆ κατάδυσι) μὲ τὸ ρωμαιοκαθολικὸ ράντισμα, θεωρεῖ τὴν αἵρεσι τοῦ Filioque δογματικὰ ἰσοδύναμη μὲ τὴν Ὀρθόδοξο διδασκαλία περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ μόνον τοῦ Πατρός, μεθερμηνεύει τὸ πρωτεῖο ἐξουσίας τοῦ Πάπα τῆς Ρώμης ὡς πρωτεῖο διακονίας, ὀνομάζει θεολογούμενον τὴν Ὀρθόδοξο διδασκαλία περὶ διακρίσεως οὐσίας καὶ ἐνεργείας στὸν Θεὸ καὶ περὶ ἀκτίστου θείας Χάριτος, κ.ἄ.
Πρόκειται γιὰ ἕναν ἐπιπόλαιο οἰκουμενισμό, γιὰ τὸν ὁποῖο ἔγραφε εὔστοχα ὁ ἀείμνηστος π. Δημήτριος Στανιλοάε: «Δημιουργεῖται κάθε τόσο, ἀπὸ τὴν μεγάλη ἐπιθυμία γιὰ ἕνωση, ἕνας εὔκολος ἐνθουσιασμός, ποὺ πιστεύει πῶς μπορεῖ μὲ τὴν συναισθηματική του θερμότητα νὰ ρευστοποίηση τὴν πραγματικότητα καὶ νὰ τὴν ξαναπλάση χωρὶς δυσκολία. Δημιουργεῖται ἀκόμα καὶ μία διπλωματικὴ συμβιβαστικὴ νοοτροπία, ποὺ νομίζει πῶς μπορεῖ νὰ συμφιλίωση μὲ ἀμοιβαῖες ὑποχωρήσεις δογματικὲς θέσεις ἢ γενικώτερες καταστάσεις, ποὺ κρατοῦν τὶς ἐκκλησίες χωρισμένες. Οἱ δυὸ αὐτοὶ τρόποι, μὲ τοὺς ὁποίους ἀντιμετωπίζεται -ἢ παραθεωρεῖται- ἡ πραγματικότητα, φανερώνουν μία κάποια ἐλαστικότητα ἢ κάποια σχετικοποίηση τῆς ἀξίας ποὺ ἀποδίδεται σ᾿ ὡρισμένα ἄρθρα πίστεως τῶν ἐκκλησιῶν. Ἡ σχετικοποίηση αὐτὴ ἀντικαθρεφτίζει ἴσως τὴν πολὺ χαμηλὴ σημασία, ποὺ ὡρισμένες χριστιανικὲς ὁμάδες -στὸ σύνολό τους ἢ σ᾿ ὡρισμένους ἀπὸ τοὺς κύκλους τους- δίνουν σ᾿ αὐτὰ τὰ ἄρθρα τῆς πίστεως. Προτείνουν πάνω σ᾿ αὐτά, ἀπὸ ἐνθουσιασμὸ ἢ διπλωματικὴ νοοτροπία, συναλλαγὲς καὶ συμβιβασμούς, ἀκριβῶς γιατί δὲν ἔχουν τίποτα νὰ χάσουν μὲ αὐτὰ ποὺ προτείνουν. Οἱ συμβιβασμοὶ ὅμως αὐτοὶ παρουσιάζουν μεγάλο κίνδυνο γιὰ Ἐκκλησίες, ὅπου τὰ ἀντίστοιχα ἄρθρα ἔχουν σπουδαιότητα πρώτης γραμμῆς. Γιὰ τὶς Ἐκκλησίες αὐτὲς παρόμοιες προτάσεις συναλλαγῆς καὶ συμβιβασμοῦ ἰσοδυναμοῦν μὲ ἀπροκάλυπτες ἐπιθέσεις»(2).
Παραλλήλως οἱ προτεσταντικὲς Ὁμολογίες, οἱ ὁποῖες ἔχουν φθάσει μέχρις ἀρνήσεως θεμελιωδῶν δογμάτων Πίστεως (τῆς ἱστορικότητος τῆς Ἀναστάσεως, τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου κ.ἄ.) καὶ ἀποδοχῆς ἀντιευαγγελικῶν ἠθῶν (γάμος ὁμοφυλοφίλων κ.λπ.), ἐξισώνονται στὰ πάνελ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν μὲ τὶς ἁγιώτατες Τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Ἡ θεωρία τῆς «ἀπομυθεύσεως», ἡ «θεολογία» τοῦ «θανάτου τοῦ Θεοῦ», ἡ χειροτονία γυναικῶν σὲ ἱερατικοὺς βαθμούς, ἡ ἱερολογία γάμου ὁμοφυλοφίλων, ἀναμφίβολα δὲν ἀποτελοῦν στοιχεῖα τῆς χριστιανικῆς μας ταυτότητος.
Ὁ προτεσταντισμὸς περιῆλθε σὲ βαθύτατη κρίσι πίστεως. Ὁ Frank Schaeffer, ὁ ἐπώνυμος ἀμερικανὸς προτεστάντης ποὺ μετὰ ἀπὸ πολυετῆ καὶ σκληρὴ προσωπικὴ ἀναζήτησι ἔγινε Ὀρθόδοξος, στὸ βιβλίο τοῦ Dancing Alone, The Quest for Orthodox Faith in the Age of False Religion, Regina Orthodox Press, Salisburg, USA (σὲ ἑλληνικὴ μετάφρασι μὲ τίτλο: Ἀναζητώντας τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη στὸν αἰῶνα τῶν ψεύτικων θρησκειῶν (2), ἔκδ. Μακρυγιάννη, Κοζάνη 2004), δίνει πολλὰ ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα, ποὺ ἀποκαλύπτουν τὴν ἔκπτωσι τοῦ προτεσταντισμοῦ ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
Προέκτασι καὶ ἀναπόφευκτη συνέπεια τοῦ διαχριστιανικοῦ συγκρητισμοῦ ἀποτελεῖ ὁ διαθρησκειακὸς συγκρητισμός, ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζει δυνατότητα σωτηρίας σὲ ὅσους ἀνήκουν σὲ μία ἀπὸ τὶς μονοθεϊστικὲς θρησκεῖες. Ὀρθόδοξος ἐπίσκοπος ἔγραψε ὅτι «κατὰ βάθος, μία ἐκκλησία καὶ ἕνα τέμενος [τζαμί]... ἀποβλέπουν στὴν ἴδια πνευματικὴ καταξίωση τοῦ ἄνθρωπου»(3). Ὁ διαθρησκειακὸς συγκρητισμὸς δὲν διστάζει ἀκόμη νὰ ἀναγνωρίση σωτηριώδεις ὁδοὺς σὲ ὅλες τὶς θρησκεῖες τοῦ κόσμου(4). Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν ἔγραψε ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἀνάψη κερὶ μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, ὅπως καὶ μπροστὰ στὸ ἄγαλμα μιᾶς ἀπὸ τὶς θεὲς τοῦ Ἰνδουισμοῦ.
Ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι, κληρικοὶ καὶ θεολόγοι ἔχουν δυστυχῶς ἐπηρεασθῆ ἀπὸ τὴν συγκρητιστικὴ αὐτὴ νοοτροπία. Μὲ τὶς θεολογικές τους ἀπόψεις, τὶς ὁποῖες οἱ ἐκκοσμικευμένοι ἄρχοντες καὶ διανοούμενοι συνήθως ἀκούουν καὶ ἀναγνωρίζουν ὡς Ὀρθόδοξες, συντελοῦν ὥστε ἡ νοοτροπία αὐτὴ νὰ ὑπερβῇ τὰ στενὰ ὅρια τῶν προσωπικῶν τοὺς ἀντιλήψεων καὶ νὰ ἀποτελέση «γραμμή» μὲ στόχους καὶ ἐπιδιώξεις. Σὲ αὐτὴ τὴν προοπτικὴ ἡ ἀγάπη, χωρὶς ἀναφορὰ στὴν δογματικὴ ἀλήθεια, καθιερώνεται κριτήριο ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν, ἐνῷ ἡ ἐμμονὴ στὶς παραδοσιακὲς Ὀρθόδοξες θεολογικὲς θέσεις ἀποδοκιμάζεται ὡς μισαλλοδοξία καὶ φονταμενταλισμός.
Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πῶς ἡ οἰκουμενιστικὴ νοοτροπία οἰκοδομεῖ τὸν τύπο μιᾶς κατ᾿ ἐπίφασιν χριστιανικῆς ταυτότητος τῆς Εὐρώπης, εἶναι χαρακτηριστικὲς οἱ «δεσμεύσεις» τῶν ἐκπροσώπων τῶν χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν ποὺ ὑπέγραψαν τὴν Οἰκουμενικὴ Χάρτα στὶς 22 Ἀπριλίου 2001(5).
Ὅμως ἡ «χριστιανική» αὐτὴ ταυτότητα τῆς Εὐρώπης πολὺ ἀπέχει ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ χριστιανικὴ ταυτότητα τῶν εὐρωπαϊκῶν λαῶν. Πρέπει νὰ τονισθῇ μὲ κάθε ἔμφασι ὅτι ἀδικεῖται ἡ Εὐρώπη, ὅταν τῆς προσάπτωμε μία ταυτότητα ποὺ δὲν εἶναι ἀληθινὰ χριστιανικὴ ἀλλὰ μόνο κατ᾿ ἐπίφασι. Ἕνας νοσηρός, ἕνας νοθευμένος, Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι ὁ Χριστιανισμὸς τῶν κατακομβῶν τῆς Ρώμης, τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου Λουγδούνου, τῶν Ὀρθοδόξων μοναχῶν τῆς Σκωτίας καὶ τῆς Ἰρλανδίας, γενικῶς ὁ Χριστιανισμὸς τῆς πρώτης χιλιετίας. Ἕνας νοθευμένος Χριστιανισμὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ προστατεύσῃ τὴν Εὐρώπη ἀπὸ τὴν εἰσβολὴ μὴ χριστιανικῶν ἀντιλήψεων καὶ ἠθῶν στὶς κοινωνίες της.
Εἶναι ἤδη γνωστὸ ὅτι οἱ πολλοὶ Εὐρωπαῖοι κουράσθηκαν ἀπὸ τὸν ξηρὸ ὀρθολογισμό, νοσταλγοῦν τὸν χαμένο μυστικισμό, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀσπάζονται τὸν μουσουλμανισμό, τὸν βουδισμὸ ἢ τὸν ἰνδουισμό, παραδίδονται στὸν ἐσωτερισμὸ ἢ ἐπιδιώκουν μεταφυσικὲς ἐμπειρίες σὲ νεοεποχιτικὰ κινήματα. Ἀναφέρεται ὅτι μόνο στὴν Ἰταλία λειτουργοῦν περὶ τὰ 500 μουσουλμανικὰ τεμένη, ἐνῷ στὴν Γαλλία τὸ 5% τοῦ πληθυσμοῦ εἶναι μουσουλμάνοι.
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία κατέχει τὴν Ἀλήθεια. Στὸ κέντρο τῆς ἔχει τὸν Χριστό. Σὲ αὐτὴν ὅλα εἶναι θεανθρώπινα, γιατί ὅλα προσφερόμενα στὸν Θεάνθρωπο Κύριο χαριτώνονται ἀπὸ τὴν ἄκτιστο Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι᾿ αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ ἀναπαύση τὶς ψυχὲς ποὺ ἀναζητοῦν καλοπροαίρετα τὴν ἐλευθερία τους ἀπὸ τὸν ἀσφυκτικὸ κλοιὸ τοῦ ὀρθολογισμοῦ, τοῦ ἐπιστημονισμοῦ, τοῦ ὑλισμοῦ, τοῦ ἰδεαλισμοῦ, τῆς τεχνοκρατίας. Γι᾿ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ συρθῇ ἡ Ὀρθοδοξία μέσα στὴν συγκρητιστικὴ χοάνη, δὲν πρέπει νὰ χαθῇ ἡ ἐλπὶς τοῦ σύμπαντος κόσμου.
Ὡς Ὀρθόδοξοι ποιμένες καὶ ὡς Ὀρθόδοξοι πιστοὶ ἔχουμε χρέος νὰ διαφυλάξωμε τὴν ἱερὰ παρακαταθήκη τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας. Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν παραγγέλλει στοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ἐφέσου καὶ στοὺς ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας μέχρι σήμερα: «Προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ, ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος» (Πράξ. κ´ 28). Καὶ ὁ ἴδιος στὸν πιστὸ λαὸ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας: «ἀδελφοί, στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις, ἂς ἐδιδάχθητε» (Β´ Θεσ. β´ 15).
Ἡ Γηραιὰ Ἤπειρος στὸν τομέα τῆς Πίστεως ἔχει ἀστοχήσει. Ἡ Νέα Ἐποχὴ ἀπειλεῖ ἀνοικτὰ πλέον τὶς εὐρωπαϊκὲς κοινωνίες μὲ ἀποχριστιανισμό. Δὲν εἶναι παράδοξο. Ἡ Εὐρώπη ἔστρεψε τὰ νῶτα στὸν Χριστό, κάποτε τὸν ἔδιωξε, ὅπως εὔστοχα παρατηροῦν ὁ Ντοστογιέφσκυ στὸν Μέγα Ἱεροεξεταστῆ(6) καὶ ὁ ἅγιος Νικόλαος ἐπίσκοπος Ζίτσης(7).
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ ἐκδηλώση τὸ χάρισμα καὶ τὴν ἀποστολή της, νὰ διακηρύξη στοὺς λαοὺς τῆς Εὐρώπης ὅτι, ἐὰν ὑπάρχη κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ σώσῃ τὴν Εὐρώπη σὲ αὐτὴ τὴν κρίσιμη φάσι τῆς ἱστορίας της, εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Ἂς μὴ στερήσουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μας τὴν δυνατότητα νὰ δώση αὐτὸ τὸ σωτήριο μήνυμα στοὺς λαοὺς τῆς Εὐρώπης, ἐξισώνοντας τὴν Ὀρθόδοξο Πίστι μὲ τὴν αἵρεσι στὴν συγκεχυμένη προοπτικὴ καὶ τὸ ἀσαφὲς ὅραμα τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Μποροῦμε νὰ συντελέσουμε σὲ ἕναν ὑγιῆ, ἀπολύτως Ὀρθόδοξο, Οἰκουμενισμό, ἀποκαλύπτοντας στοὺς ἑτεροδόξους Χριστιανοὺς τὸ Μυστήριο τοῦ Θεανθρώπου καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του, καὶ διακηρύσσοντας μαζὶ μὲ τὸν μακαριστὸ καὶ ὁμολογητὴ Γέροντα Ἰουστίνο Πόποβιτς: «Ἡ ἔξοδος ἀπὸ ὅλα τὰ ἀδιέξοδα, ἀνθρωπιστικά, οἰκουμενιστικά, παπιστικά, εἶναι ὁ ἱστορικὸς Θεάνθρωπος Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ τὸ ἱστορικὸν θεανθρώπινον οἰκοδόμημά Του, ἡ Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας Αὐτὸς εἶναι ἡ αἰωνία Κεφαλὴ καὶ ἡ ὁποία εἶναι τὸ αἰώνιον Αὐτοῦ Σῶμα. Ἡ Ἀποστολική, Ἁγιοπατερική, Ἁγιοπαραδοσιακή, Ἁγιοσυνοδική, Καθολικὴ Ὀρθόδοξος Πίστις εἶναι τὸ φάρμακον τῆς ἀναστάσεως ἀπὸ ὅλας τὰς αἱρέσεις, ὅπως καὶ ἂν αὗται ὀνομάζωνται. Εἰς τελευταίαν ἀνάλυσιν, κάθε αἵρεσις εἶναι ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον καὶ «κατ᾿ ἄνθρωπον»· κάθε μία ἀπὸ αὐτὰς τοποθετεῖ τὸν ἄνθρωπον εἰς τὴν θέσιν τοῦ Θεανθρώπου, ἀντικαθιστᾷ τὸν Θεάνθρωπον διὰ τοῦ ἀνθρώπου. Μὲ τοῦτο ἀρνεῖται καὶ ἀπορρίπτει τὴν Ἐκκλησίαν... Ἡ μόνη σωτηρία ἀπὸ αὐτὸ εἶναι ἡ ἀποστολικὴ θεανθρωπίνη πίστις, δηλαδὴ ὁλικὴ ἐπιστροφὴ εἰς τὴν θεανθρωπίνην ὁδὸν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων. Τοῦτο δὲ σημαίνει ἐπιστροφὴν εἰς τὴν ἄμωμον ὀρθόδοξον πίστιν τῶν καὶ εἰς τὸν Θεάνθρωπον Χριστόν, εἰς τὴν κεχαριτωμένην θεανθρωπίνην ζωὴν τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἰς τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερίαν τῶν... Ἄλλως, χωρὶς τὴν ἀποστολικὴν καὶ ἁγιοπατερικὴν ὁδόν, χωρὶς τὴν ἀποστολικὴν καὶ ἁγιοπατερικὴν ἀκολούθησιν ὄπισθεν τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ εἰς ὅλους τοὺς κόσμους, καὶ τὴν λατρείαν τοῦ μόνου ἀληθινοῦ καὶ Ἀειζώου Θεοῦ, τοῦ Θεανθρώπου καὶ Σωτῆρος Χριστοῦ, εἶναι βέβαιον ὅτι ὁ ἄνθρωπος θὰ καταποντισθῇ εἰς τὴν νεκρὰν θάλασσαν τῆς εὐρωπαϊκῆς πολιτισμένης εἰδωλολατρίας καὶ ἀντὶ τοῦ Ζῶντος καὶ Ἀληθινοῦ Θεοῦ, θὰ λατρεύσῃ τὰ ψευδοείδωλα τοῦ αἰῶνος τούτου, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει σωτηρία, οὔτε ἀνάστασις, οὔτε θέωσις διὰ τὸ θλιμμένον ὄν, τὸ ὀνομαζόμενον ἄνθρωπος(8).

ΠΑΡΑΠΟΜΠΑΙ
(1) Ἀρχιμ. Γεωργίου Καψάνη, Καθηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, «Ἡ Ἐκκλησιολογικὴ Αὐτοσυνειδησία τῶν Ὀρθοδόξων ἀπὸ τῆς Ἁλώσεως μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνος», στὸν συλλογικὸ τόμο «ΕΙΚΟΣΙΠΕΝΤΑΕΤΗΡΙΚΟΝ» (ἀφιέρωμα στὸν Μητροπολίτη Νεαπόλεως καὶ Σταυρουπόλεως κ. Διονύσιο), Θεσσαλονίκη 1999, σ. 124. Βλ. ἐπίσης Ἀθανασίου Γιέφτιτς, ἐπισκόπου Βανάτου (νῦν πρώην Ζαχουμίου καὶ Ἐρζεγοβίνης), «Ἡ Οὐνία ἐναντίον τῆς Σερβικῆς Ὀρθοδοξίας», στὸν συλλογικὸ τόμο «Η ΟΥΝΙΑ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ», ἔκδ. Ἁρμός, Ἀθήναι 1992. Περὶ τῆς δραστηριότητος τῆς Οὐνίας στὴν Τρανσυλβανία, βλ. «30 Βίοι Ρουμάνων Ἁγίων», ἔκδ. Ὀρθοδόξου Κυψέλης, Θεσ/νίκη 1992, σ. 123.
(2) Dimitru Staniloae, «Γιὰ ἕνα Ὀρθόδοξο Οἰκουμενισμό», ἔκδ. Ἄθως, Πειραιεὺς 1976, σ. 19-20.
(3) «Ὀρθοδοξία καὶ Ἰσλάμ», ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου 1997, σ. 16.
(4) Ἔνθ᾿ ἀνωτ., σ. 9-11.
(5) Βλ. Περιοδ. «Ἀπόστολος Βαρνάβας», Λευκωσία Κύπρου, τ.10/2001, σ. 411-423.
(6) Φ. Ντοστογιέβσκη, «Ἀδελφοὶ Καραμάζωφ», ἔκδ. Γκοβόστη, Ἀθήναι, σ. 99-121.
(7) Ἀρχιμ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενισμός», ἔκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 238 καὶ 251-252.
(8) Ἔνθ᾿ ἀνωτ. σ. 256-257.