Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Απ’ όλα μας τα έργα η Προσευχή είναι το πιο σπουδαίο και το πιο Ιερό





Στο χωριό Σεβαστόπολ ο ιεράρχης ρώτησε τους μαθητές ποιες προσευχές γνώριζαν. Επειδή δεν απαντούσαν ικανοποιητικά, τους είπε: «Η προσευχή δεν είναι μάθημα, που το διαβάζουμε μόνο όταν μας το ζητούν. Πάντοτε πρέπει να προσευχόμαστε… Όταν προσεύχεσαι, μιλάς με τον Θεό. Πώς θα Του ζητήσεις κάτι, λοιπόν, αν δεν γνωρίζεις να προσεύχεσαι; Απ’ όλα μας τα έργα η προσευχή είναι το πιο σπουδαίο και το πιο ιερό».
Και αφού νουθέτησε κατάλληλα τα παιδιά, στράφηκε στους γονείς τους:«Να προσέχετε τα παιδιά σας. Να τα συνδέετε με τον Θεό… Αν τα αναθρέψετε “με αγωγή και νουθεσίες σύμφωνες με το θέλημα του Κυρίου” (Εφ. 6:4), και αυτά, μεγαλώνοντας, πάρουν κακό δρόμο, ο Θεός δεν θα σας καταλογίσει ένοχη.
Αν, όμως, δεν τα αναθρέψετε σωστά, θα δώσετε λόγο σ’ Εκείνον για το παραστράτημά τους. Εύκολα ισιώνει κανείς ένα νεαρό δένδρο και δύσκολα ένα γέρικο. Το ίδιο συμβαίνει και με τα παιδιά: Σαν τα δενδράκια, εύκολα μπορεί κανείς να τα στρέφει προς την πλευρά που θέλει, δηλαδή είτε προς το καλό είτε προς το κακό.»
Πολλοί γονείς και κακό παράδειγμα δίνουν στα παιδιά τους και την καλή νουθέτησή τους παραμελούν. Άλλοι, πάλι, δεν τους δίνουν κακό παράδειγμα, αλλά και στο καλό δεν τα παρακινούν. Οι παιδικές ψυχές, καθώς είναι εύπλαστες και καθαρές, τα δέχονται όλα εύκολα και γρήγορα. Μην παύετε, λοιπόν, να τις διαπλάσσετε χριστιανικά, για να μην ντροπιαστείτε και να μην πικραθείτε σ’ αυτή τη ζωή, αλλά και για να μην κατακριθείτε στην άλλη…
Αν προσεύχονταν οι γονείς, θα μάθαιναν να προσεύχονται και τα παιδιά. Φοβηθείτε τον Θεό. “Ολα να τα αρχίζετε και όλα να τα τελειώνετε με προσευχή. Να ζείτε σύμφωνα με το άγιο θέλημα του Κυρίου, που αποκαλύπτεται στο ιερό Ευαγγέλιο.
"Αν θελήσετε να γίνετε πραγματικοί χριστιανοί, θα βρίσκετε χρόνο να διαβάζετε το Ευαγγέλιο, για να μαθαίνετε τον νόμο του Θεού. Τότε επάξια θα λέγεστε χριστιανοί και επάξια θα φοράτε τον σταυρό του Χριστού".

Πηγή: Ηγουμένου Δαμασκηνού (Ορλόφσκι), «Ιερομάρτυς Ανδρόνικος, αρχιεπίσκοπος Πέρμ (1870-1918) – Ένας ασυμβίβαστος Ιεράρχης», Ιερά Μονή Παρακλείτου, Ωρωπός Αττικής 2011.

Το στάδιο των αρετών ηνέωκται

«Το στάδιο των αρετών ηνέωκται…»[1]

  




  Η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι για την ορθόδοξη λατρευτική ζωή, κορυφαία περίοδος του ετήσιου λειτουργικού κύκλου. Με μακρές και κατανυκτικές ακολουθίες η Εκκλησία επιδιώκει να επιτύχει στους πιστούς, την μυστική βίωση και προσέγγιση των σωτηριωδών γεγονότων του Σταυρού και της Ανάστασης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Για το λόγο αυτό, το λειτουργικό ήθος και ο χαρακτήρας των ύμνων της περιόδου αυτής αποτυπώνουν το ιδιαίτερο βίωμα της χαρμολύπης[2]. Επίσης, το περιεχόμενο των ύμνων με τα υψηλά θεολογικά νοήματα, το εύρυθμον και σύντονον του μέλους, δημιουργεί κατάλληλες προϋποθέσεις για ουσιαστική, κατανυκτική και ευσυνείδητη συμμετοχή στις ακολουθίες. Το στάδιο των αρετών άνοιξε, όσοι θέλουν μπορούν να αγωνιστούν τον καλό αγώνα την Μ. Τεσσαρακοστή. Αυτοί που θέλουν αγωνίζονται στην Εκκλησία ελεύθερα, μας λέει το τροπάριο της Μ. Τεσσαρακοστής, διότι ο Χριστός είπε: «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι»[3].
  Η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι ως περίοδος προετοιμασίας και μετανοίας φωνή της συνειδήσεώς μας, η οποία, εσωτερική και ανέκφραστη, είναι προσωπική κρίση. Είναι περίοδος περισυλλογής, προσευχής, νηστείας και μετάνοιας. Αυτή η ευλογημένη περίοδος της Σαρακοστής, μας προετοιμάζει να βιώσουμε με τον Χριστό το Πάθος Του και τέλος να αξιωθούμε να δούμε την Ανάστασή Του όπως ψάλλουμε «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι...». Θα δούμε την Ανάσταση του Χριστού μέσα από την δική μας ανάσταση, την «ανάσταση» της ψυχής, την «ανάσταση» από την αμαρτία στην αγιότητα, μέσω της μετάνοιας.
  Η νηστεία έχει διττό χαρακτήρα. Πρώτον συνίσταται στην σωματική νηστεία, η οποία είναι η αποχή ορισμένων (αρτύσιμων) τροφών, και δεύτερον, στην πνευματική νηστεία, η οποία είναι η "αλλοτρίωσις των κακών" κατά τους αγίους Πατέρες. Είναι η αποχή από την αμαρτία, αποχή από τον κακό εαυτό μας, αποχή από τα πάθη και των εμπαθών επιθυμιών. Η νηστεία χαρακτηρίζεται από τον Μέγα Βασίλειο «παθοκτόνος», δηλ. νέκρωση των παθών και όχι «σωματοκτόνος». Η νηστεία απαλλάσσει από δύο βάρη, την γαστριμαργία και από τα πάθη. Η νηστεία έχει δοθεί ανέκαθεν από τον Θεό. Στον Αδάμ την έδωσε ο Θεός για να εξασκείται η θέλησή του, η ελεύθερη βούληση (αυτεξούσιο).  
  Η αγία Τεσσαρακοστή είναι μία μίμηση της ζωής του Χριστού. Ο Ιησούς, μετά την Βάπτισή Του πήγε στην έρημο και εκεί, «νηστεύσας ημέρας τεσσαράκοντα και νύκτας τεσσαράκοντα ύστερον επείνασεν»[4]. Ο Χριστός ήταν τέλειος άνθρωπος, όπως και τέλειος Θεός και, μέσα Του δεν είχε την αμαρτητική φορά, αλλά χρειαζόταν να μας δώσει τύπο ζωής και πολιτείας εδώ στη γή. Έπρεπε να έχουμε μία εικόνα ασκήσεως μπροστά μας, για να επιτύχουμε του σκοπού μας, που είναι η ένωσή μας με τον Θεό και ο αγιασμός. Κατά την περίοδο αυτή δέχθηκε ο Χριστός και τους πειρασμούς[5] του διαβόλου και, κατά την διάρκεια των πειρασμών Του «άγγελοι διηκόνουν αυτώ»[6]. Ο Χριστός «εκπαιδεύθηκε», τρόπον τινά, στους πειρασμούς με την νηστεία και σε όλους τους πειρασμούς βγήκε νικητής. Το ίδιο βγαίνει νικητής και ο πιστός, ο οποίος αγωνίζεται με την βοήθεια και την χάρη του Χριστού κατά των πειρασμών. Χρειαζόμαστε εκπαίδευση. Η περίοδος της νηστείας, ιδιαίτερα την Μ. Τεσσαρακοστή, είναι μία πνευματική εκπαίδευση του χριστιανού. Μαθαίνει να αγωνίζεται κατά των παθών. Ο Κύριος μας έδειξε τον τρόπο, αφού πρώτα αυτός, ως άνθρωπος, πειράσθηκε από τον πονηρό και τους πειρασμούς του.
  Γιατί παραχωρεί τους πειρασμούς ο Θεός στον άνθρωπο; Για να πληροφορείται ότι είναι ανώτερος απ’ αυτούς. Για να ταπεινώνεται. Για να ασκηθεί και να επιλέξει με ελεύθερη βούληση το καλό και την αγάπη του Θεού. Για να λάβει σαφή πείρα της δωρεάς του Θεού. Άγγελοι Κυρίου στηρίζουν και ενδυναμώνουν την πίστη στον αγώνα τους αγωνιστές. Επίσης, ο διάβολος πείραξε τον Χριστό κατά την περίοδο της νηστείας, όχι μόνο με τον τρόπο αλλά και με τον τόπο. Η μοναξιά και η απομόνωση είναι πολλές φορές όπλα του διαβόλου. Παράδειγμα η Εύα, την οποία πείραξε ο «όφις», όταν ήταν χωρισμένη από τον Αδάμ. Η απομόνωση μερικές φορές, φέρνει την απελπισία, την μονοτονία, την ακηδία (τεμπελιά) και την πείνα. Τότε ο πονηρός παίρνει θάρρος να μας πολεμήσει με πειρασμούς και επιτίθενται εναντίον μας. «Όταν όμως μας δει με τους άλλους αδελφούς μαζί, σεγκεκροτημένους και συγκεντρωμένους, δεν έχει το θάρρος να μας κάνει μεγάλη ζημιά», λέει ο ιερός Χρυσόστομος. Γι’ αυτό να συχνάζουμε και να συμμετέχουμε στην Εκκλησία, στις ιερές και κατανυκτικές ακολουθίες της Μ. Τεσσαρακοστής, ώστε όλοι μαζί να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον και να ενθαρρυνόμαστε, πως στον αγώνα μας δεν είμαστε μόνοι αλλά μαζί μας είναι όλη η Εκκλησία. Επίσης, τονίζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος πως, δεν είναι μεγάλο κατόρθωμα να διέλθουμε τις ημέρες απλώς της νηστείας, αλλά σημασία έχει να διορθώσουμε κάτι από τα ελαττώματά μας και να «πλυθούμε» (διά της μετανοίας) από τα αμαρτήματά μας, «εί διωρθώσαμέν τι των ημετέρων ελαττωμάτων, εί τα αμαρτήματα απενιψάμεθα». Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει, πως η νηστεία είναι και καθάρσιο του εαυτού μας. Ο χριστιανός επιτυγχάνει τη «συννέκρωση» με τον Χριστό, συμμετέχει στη νέκρωση του Χριστού και τα άγια Πάθη Του με την άσκηση μέσα στην Εκκλησία. Όπως ο Κύριος νεκρώνει την σάρκα Του για την σωτηρία του κόσμου, έτσι και οι χριστιανοί νεκρώνουν τα πάθη τους για την δική τους σωτηρία. Ο Χριστός νήστεψε πριν τον πειρασμό, εμείς πριν από το Πάσχα.
  Ο Χριστός μας καλεί να γίνουμε άγιοι, «ότι εγώ», λέει, «άγιος ειμί»[7]. Επιθυμεί ο Κύριος και Πλάστης μας να έχουμε κοινωνία μαζί Του και να γευθούμε την Χάρι Του, να μετάσχουμε δηλαδή της αγιότητάς Του. Η κοινωνία με τον Θεό, είναι ζωή μετάνοιας και αγιότητας, η δε απομάκρυνση απ’ Αυτόν, η αμαρτία, ταυτίζεται κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, με την «κακίαν της καρδίας»[8]. Ο Χριστός δεν είχε την «κακίαν της καρδίας», ούτε πονηριά, διότι δεν είχε αμαρτία. Επειδή ήταν και είναι Θεάνθρωπος. Η αγιότητα, είναι ιδιότητα του Θεού, ο Οποίος είναι ο «προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος», όπως λέμε στην θεία Λειτουργία. Και απαντά το πλήρωμα της Εκκλησίας στην προσφορά ότι, «είς άγιος, είς Κύριος, Ιησούς Χριστός, είς δόξαν Θεού Πατρός», ο «εσθιόμενος  και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων».
  Προϋπόθεση όμως, για να συγχωρήσει τις αμαρτίες μας ο Θεός και να φθάσουμε στην αγιότητα, ιδιαίτερα τώρα που αρχίζουμε τον πνευματικό αγώνα, είναι η συγχώρεση των παραπτωμάτων των αδελφών μας. Στην «επί του όρους ομιλία» Του ο Χριστός λέει: «Εάν δεν συγχωρήσετε τα παραπτώματα των αδελφών σας, ούτε ο ουράνιος Πατέρας θα συγχωρήσει τα δικά σας παραπτώματα»[9]. Εάν εμείς δεν «ξεχρεώνουμε»  τα λίγα σφάλματα των αδελφών μας, ο Θεός θα μας «χρεώσει» τα περισσότερα, τα δικά μας σφάλματα. Όταν έχουμε την καλή διάθεση (προαίρεση) να συγχωρούμε, τότε έρχεται η Χάρις του Θεού. Λέει ένα σοφό ρητό: «Ζωή χωρίς αγάπη (και χωρίς συγχώρεση), είναι δέντρο χωρίς άνθη και καρπούς». Το έργο το πνευματικό γίνεται κρυφά. Κάνε εσύ τον αγώνα σου «έν τω κρυπτώ», με αγάπη, και ο Θεός θα σου το αποδώσει φανερά. Όλα τα πνευματικά ο Θεός τα κάνει κρυφά. Την Ανάσταση του Χριστού την έμαθαν, και βέβαια είδαν τον Χριστό αναστημένο, αλλά κανείς δεν είδε την Ανάσταση εκείνη την στιγμή που έγινε. 
  Στον αγώνα λοιπόν του ανθρώπου να επιτύχει το «καθ’ ομοίωσιν» με τον Θεό, για το οποίο δημιουργήθηκε, δηλαδή την αγιότητα (θέωση), η οποία αποβλέπει αποκλειστικά και μόνο στην σωτηρία του ανθρώπου, η Ορθόδοξη Εκκλησία  «θεοπρεπώς εδογμάτισε» μία περίοδο του έτους, ως περίοδο ιδιαίτερης και εκτενής προσευχής, δέησης και άσκησης, ώστε να κατευναστούν τα πάθη της ψυχής και του σώματος. Είναι η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, την οποία πρέπει να βιώσουμε με προσευχή, νηστεία και μετάνοια[10], ώστε να γευθούμε αληθινά το Πάσχα με όλους τους αγίους, γινόμενοι κι εμείς «άγιοι», διά της ομολογίας ενώπιον Θεού και ανθρώπων ότι είμαστε αμαρτωλοί αλλά μετανοούντες[11]. Πέφτουμε και σηκωνόμαστε, δεν απελπιζόμαστε. Να ομολογήσουμε δηλαδή την ανθρώπινη ατέλεια και αδυναμία μας και την μηδαμινότητά μας ενώπιον του άγιου Θεού. Μετανοώντας και επαναλαμβάνοντας «έν παντί καιρώ και πάση ώρα», αφού έχουμε λάβει  το Άγιο Πνεύμα διά του αγίου βαπτίσματος, ότι «είς άγιος, είς Κύριος, Ιησούς Χριστός, είς δόξαν Θεού Πατρός».
  Ωστόσο, για να μετανοήσουμε, χρειάζεται να έχουμε αυτογνωσία. Δηλαδή, να έχουμε συναίσθηση ότι φταίξαμε απέναντι του Θεού και των ανθρώπων. Βιώνοντας το λάθος μας, αποφασίζουμε να αλλάξουμε τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς. Μετάνοια, έλεγε ο Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός, είναι παύση της αμαρτίας. Ο καρπός της μετάνοιας είναι η ιερά εξομολόγηση και η έλευση της θείας Χάριτος διά μέσω του Ιερέως – Πνευματικού. Όταν αμαρτάνει ο άνθρωπος, υποφέρει όλη η ψυχοσωματική του οντότητα. Νιώθει ο άνθρωπος μοναξιά, δυστυχία. Αποτέλεσμα λοιπόν της αμαρτίας είναι ό, τι νιώθουμε. Επομένως, για να περιοριστεί το κακό, η αμαρτία, χρειάζεται να αλλάξει η εσωτερική μας διάθεση, η προαίρεσή μας κατά τους Πατέρες, να ξαναβρούμε τον στόχο μας και να επιστρέψει η καρδιά, ο νούς και η θέλησή μας στο Θεό. Να ταυτίζεται το θέλημά μας με το θέλημα του Θεού[12]. Κι αυτό, είναι μετάνοια. Η αμαρτία κουράζει, ο Χριστός όμως ξεκουράζει και αναπαύει[13]. Με την μετάνοια ο άνθρωπος, ξαναβρίσκει τον χαμένο του εαυτό (άσωτος) και τη χαμένη κοινωνικότητα, επειδή επανασυνδέεται με την πηγή της ζωής, τον Θεό[14]. Έτσι, πορευόμενοι με την θεία Χάρη, να «πλύνουμε» τις συνειδήσεις «γνώμη αγαθή» διά της μετανοίας, έχοντας την βεβαιότητα ότι οι ουρανοί και η γή και πάντα «τα ορατά και αόρατα», θα καταυγασθούν στο τέλος με το άκτιστο Φώς της Αναστάσεως του Κυρίου.
  Να αγωνιστούμε, λοιπόν, με όλη την ψυχή μας, με αγάπη στο Χριστό, όχι σκυθρωπάζοντες αλλά χαίροντες και αγαλλόμενοι, στο πνευματικό στάδιο των αρετών. Να οπλισθούμε με την λαμπρότητα της αγάπης, την αστραπή της προσευχής και την καθαρότητα της αγνείας. Ακόμη, συμπορευόμενοι με τον Κύριο στα άγια Πάθη Του, προσευχόμενοι σε Αυτόν να μην αδιαφορήσει για μας που κινδυνεύουμε να χωριστούμε απ’ Αυτόν[15], λόγω της αμαρτίας, αλλά να μας αξιώσει να φθάσουμε λαμπροφόροι στην αγία και τριήμερο Ανάστασή Του[16].
  Βλέπουμε πως, η Μεγάλη Τεσσαρακοστή δεν είναι μία περίοδος για να νηστέψουμε μόνο από φαγητά, αλλά για να εξασκούμαστε στην αρετή. Όταν όλα αυτά τα κατορθώσουμε με την Χάρη του Θεού, τότε θα αξιωθούμε να βιώσουμε το Πάσχα με τον Χριστό και διά του Χριστού και, να προσέλθουμε την κύρια ημέρα στην πνευματική τράπεζα, δηλ. στην Θεία Ευχαριστία, προκειμένου να κοινωνήσουμε το άχραντο Σώμα και το τίμιο Αίμα Του. Η προσέλευση στο μυστήριο της ζωής είναι ικανό κίνητρο, για να μας παρακινεί στην πνευματική άσκηση. Με τέτοιες σκέψεις, ας διέλθουμε το «στάδιο των αρετών» της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, για να ωφεληθούμε πολύ, να φθάσουμε στην αγιότητα και «Ανάστασιν Χριστού θεασόμεθα».

Καλή δύναμη στον πνευματικό αγώνα, καλή μετάνοια


Πρεσβύτερος
Γεώργιος Δημητρόπουλος
Πτ. Ανώτατης Εκκλ. Ακαδημίας Αθηνών










[1] Στιχηρόν ιδιόμελον του Τριωδίου, Κυριακή της Τυρινής.
[2] Χαρμολύπη: Ανάμεικτο συναίσθημα χαράς και λύπης. «Αληθινή και όχι ψεύτικη χαρά, νιώθει μόνο όποιος έχει τον Χριστό μέσα του, και είναι ταπεινός, πράος, γεμάτος αγάπη. Αληθινή χαρά έχει μόνο εκείνος που ξαναγεννήθηκε στην αληθινή ζωή του Χριστού. Κι αυτή η αληθινή χαρά βγαίνει από καρδιά που πονά και θλίβεται για τον Χριστό, και βρέχεται από το παρηγορητικό δάκρυ το οποίο δεν το γνωρίζουν οι άλλοι άνθρωποι, κατά τον άγιο λόγο που είπε το στόμα του Κυρίου: «Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. Ε’, 4). Όποιος λυπάται και υποφέρει για τον Χριστό, παίρνει παρηγοριά ουράνια και ειρήνη αθόλωτη. Παράκληση, θα πει παρηγοριά. Γι’ αυτό και το Άγιο Πνεύμα λέγεται Παράκλητος, δηλαδή Παρηγορητής, επειδή όποιος το πάρει, παρηγορείται σε κάθε θλίψη του και βεβαιώνεται και δεν φοβάται τίποτα. Κι αυτή η βεβαιότητα που δέχεται μυστικά, τον κάνει να χαίρεται πνευματικά. Όλα τ’ άλλα που τα λένε χαρές οι άνθρωποι, δεν είναι αληθινές χαρές. Μία είναι η αληθινή χαρά, τούτη η πονεμένη χαρά του Χριστού, που εξαγοράζεται με την θλίψη, γι’ αυτό ο Κύριος την λέει «πεπληρωμένη», δηλ. τέλεια, γεμάτη, αληθινή και σίγουρη. (Ιω. Ιστ’, 25). Και ο άγιος Παύλος στις Επιστολές του λέει πολλά γι’ αυτή την ευλογημένη θλίψη που είναι συμπλεγμένη με την χαρά: «Η λύπη για τον Θεό, λέει, φέρνει αμετάνιωτη μετάνοια για την σωτηρία (δηλ. η λύπη που νιώθει όποιος πιστεύει στον Θεό, κάνει ώστε εκείνος ο άνθρωπος να μετανιώσει και να σωθεί, χωρίς να αλλάξει γνώμη και να γυρίσει πίσω στην αμαρτία), ενώ η λύπη του κόσμου φέρνει τον θάνατο». (Κορ. Β’, ζ’, 10). Γι’ αυτή την πνευματική χαρά που δίνει ο Χριστός σε όσους τον αγαπούν και που βγαίνει από την θλίψη, έγραψαν πολλά και θαυμαστά οι άγιοι Πατέρες. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος τη λέγει Χαροποιόν πένθος και Χαρμολύπη. «Πένθος για τον Θεό, λέει, είναι το να είναι σκυθρωπή η ψυχή σου, και η καρδιά σου να ποθεί να πικραίνεται, και ν’ αποζητά ολοένα αυτό που διψά, και επειδή δεν το βρίσκει, να το κυνηγά με πόνο και να τρέχει ξοπίσω του κλαίγοντας απαρηγόρητα». Και αλλού, «βάστα γερά τη μακάρια τούτη χαρμολύπη και την αγιασμένη κατάνυξη, και μην πάψεις να την εργάζεσαι μέσα σου, ως που να σε κάνει να υψωθείς από τούτον τον κόσμο, και να σε παραστήσει καθαρόν στον Χριστό». Αυτή η ουράνια παρηγοριά, είναι κάποια ανακούφιση και θεϊκή ξαλάφρωση, που παρηγορά την πονεμένη και λυπημένη ψυχή, όπου θλίβεται γιατί χωρίσθηκε από τον Θεό για τις αμαρτίες της. «Κανένα πράγμα δεν ταιριάζει με την ταπεινοφροσύνη, όσο αυτό το χριστιανικό πένθος». «Όποια ενάρετη ζωή κι αν κάνουμε, αν δεν έχουμε καρδιά θλιμμένη και πονεμένη, για μάταιη κι αδιαφόρετη λογαριάζεται», συνεχίζει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Πηγή: Φώτης Κόντογλου, «Η χαρμολύπη, ή το χαροποιόν πένθος». Μυστικά Άνθη και Ελληνική Δημιουργία, τ. 61, σελ. 323-326. Αθήνα 1950.
[3] Μαρκ. 8, 34.
[4]  Ματθ. 4, 2.
[5] Κατά συγκατάβαση (καταδέχθηκε), λένε οι άγιοι Πατέρες, ο Θεάνθρωπος Ιησούς (δέχθηκε) τους πειρασμούς για την σωτηρία του ανθρώπινου γένους. Ο Θεός δεν «πειράζει» αλλά ούτε «πειράζεται». Μόνο «δοκιμάζει» ο Θεός, παιδαγωγικά, από άπειρη αγάπη για την σωτηρία του ανθρώπου.
[6]  Μάρκ. 1, 13.
[7] Α΄ Πετρ. 1, 16.
[8] Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Σχόλια στον ψαλμό οζ’. PG. 913.
[9] Ματθ. 6, 14.
[10] «Δέησιν προσάγοντες και άφεσιν αιτούντες».
[11] «Πίπτοντες και ανιστάμενοι».
[12] Το θέλημα του Θεού είναι απλό: «Πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και είς επίγνωσιν αληθείας ελθείν».
[13] «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Ματθ. 11, 28.
[14] «ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΙΑ», Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Αθήνα 2005. Σελ. 135-139.
[15]  «…μη παρίδης ημάς κινδυνεύοντας την απ᾿ Αυτού διάστασιν…», (Δοξαστικό της Σταυροπροσκυνήσεως).
[16] Ποίημα Θεοδώρου, ακολουθία Δευτέρας Α΄ Εβδομάδος Νηστειών.

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2015

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΦΟΒΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΝΕΩΝ





του Αρχιμ. Μεθοδίου Ντελή
Ηγουμένου Ιεράς Μονής Γηρομερίου


(Απόσπασμα ομιλίας στα παιδιά του κατηχητικού σχολείου του Ι.Ν. Ευαγγελισμού της Θεοτόκου - Ηγουμενίτσα 1.3.2015)

  Πίστη δεν είναι η βεβαιότητα και πεποίθηση που αποκτά ο άνθρωπος από άμεση αντίληψη, να βλέπει με τα μάτια του, να τα πιάνει με τα χέρια του, να τα ακούει με τα αυτιά του κ.τ.λ. Αυτή είναι γνώση, δεν είναι πίστη. Πίστη είναι το να μάθει και να παραδεχθεί γεγονότα και πράγματα που ούτε τα είδε ούτε τα άκουσε ο ίδιος, αλλά οι άλλοι τον πληροφορούν και τον βεβαιώνουν γι’ αυτά. Άλλοι που τα είδαν και τα άκουσαν, τον βεβαιώνουν πως είναι αληθινά. Και επειδή σε αυτούς έχει εμπιστοσύνη, παραδέχεται πως δεν τον ξεγελούν, αλλά του λένε την αλήθεια και ότι τα όσα του εκθέτουν είναι σωστά και αληθινά. Για παράδειγμα, υπάρχει η Ασία και η Αφρική, υπάρχει η Ρώμη και η Νέα Υόρκη, ο Αμαζόνιος ποταμός και το όρος Σινά. Δεν πήγε ο ίδιος εκεί για να τα δει και επομένως, να ξέρει από προσωπική αντίληψη πως υπάρχουν. Είναι βέβαιος όμως, ότι υπάρχουν και δεν αμφιβάλλει καθόλου γι’ αυτά. Δηλαδή πιστεύει. Άλλο παράδειγμα· έγινε η μάχη του Μαραθώνα; Έγινε. Έγινε η Επανάσταση του 1821; Έγινε. Έγιναν οι βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-13 ή ο 2ος Π.Π; Έγιναν και αυτοί. Πώς το ξέρουμε; Λάβαμε μέρος σε αυτούς; Ίσως ελάχιστοι, που ζουν ακόμη. Αλλά σίγουρα όχι όλοι μας. Αμφιβάλλουμε όμως, για το αν έγιναν; Όχι. Όλοι παραδεχόμαστε πως έγιναν. Δηλαδή πιστεύουμε. Πιστεύουμε στις ειδήσεις, τις πληροφορίες και βεβαιώσεις άλλων. Αυτό, λοιπόν, θα πει πίστη. Πεποίθηση που σχηματίζουμε από τις πληροφορίες άλλων.

Αν εξετάσουμε τα όσα ξέρουμε και αποτελούν το σύνολο των γνώσεών μας, θα δούμε πως τα πιο πολλά από αυτά τα γνωρίζουμε, επειδή τα πιστεύουμε. Δεν τα γνωρίζουμε από αυτοψία, αλλά τα πιστεύουμε από μαρτυρίες και την επιβεβαίωση άλλων. Όλη η επίγεια ζωή μας, όλη η γνώση μας και όλη η επιστήμη μας επάνω στην πίστη στηρίζεται. Πόσο δίκαιο είχε ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων που έλεγε, ότι όλα όσα γίνονται σε αυτόν τον κόσμο, γίνονται, διότι όλα τα γεγονότα και τα πράγμα στηρίζονται στην πίστη! Και στον αρχαίο κόσμο έλεγε ο Ρωμαίος φιλόσοφος Σενέκας· «διά τῆς πίστεως ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾷ τήν βεβαιότητα ἐπί τοῦ μεγαλυτέρου μέρους τῶν πραγμάτων». Αλλά και πιο πρόσφατα, ο Αϊνστάιν έλεγε· «χωρίς την πίστη δεν είναι δυνατό να συλλάβουμε την πραγματικότητα με τους θεωρητικούς στοχασμούς μας· χωρίς την πίστη στην εσωτερική αρμονία του κόσμου, δεν είναι δυνατό να υπάρξει επιστήμη». Πιστεύουμε πως στο ταξίδι μας θα πάμε καλά και ταξιδεύουμε. Πιστεύουμε πως με την εγχείρηση που θα κάνουμε θα θεραπευθούμε και δεχόμαστε να εγχειριστούμε. Πιστεύουμε πως το φαγητό που τρώμε δε θα μας βλάψει και το τρώμε. Αν δεν πιστεύαμε πως είναι καλό, δεν θα το βάζαμε στο στόμα μας. Ακόμη και οι σχέσεις με την οικογένειά μας και πολλά άλλα γεγονότα της ζωής μας στην πίστη βασίζονται.

Θρησκευτική πίστη είναι η απόλυτη πεποίθηση και βεβαιότητα που έχουμε, ότι υπάρχουν πρόσωπα και πράγματα, αλλά και ότι έγιναν και θα γίνουν γεγονότα, τα οποία είναι αόρατα, αλλά και ακατάληπτα. Αυτά ούτε με το μάτι ούτε με τη λογική του μπορεί να τα συλλάβει ο άνθρωπος και να τα εννοήσει. Είναι αθέατα και ανεξερεύνητα. Ακόμη, θρησκευτική πίστη είναι η ολόψυχη αποδοχή, η ευλαβής τιμή και η προσκύνηση υπερφυών προσώπων και μυστηρίων. Ρωτά κανείς: τότε πώς τα παραδεχόμαστε και τα προσκυνούμε; Η απάντηση είναι, ότι στηριζόμαστε στην απόλυτη αυθεντία της θείας Αποκαλύψεως, η οποία μας προσφέρει τις θείες αυτές αλήθειες και τις αποδεχόμαστε με όλη μας την ψυχή. Δεν ερευνούμε. Δεν ρωτάμε το πώς και το γιατί, αφού η πίστη δεν είναι ούτε έρευνα ούτε αυτοψία και ψηλάφηση, όπως ζητούσε ο απόστολος Θωμάς, αλλά ανεξέλεγκτη αποδοχή και συγκατάθεση σε όσα μας αποκαλύπτονται. Ο Θεός αποκαλύπτει τα άγνωστα, φανερώνει τα κρυμμένα και εμείς λέμε, Ναι, και ακολουθούμε. Εκείνος που πιστεύει, όχι απλώς παραδέχεται και συμφωνεί με αυτά που πιστεύει, αλλά και τα αισθάνεται υπαρκτά και ολοζώντανα. Αισθάνεται αυτά που δεν βλέπονται, αλλά μόνο νοούνται, ως ορατά και χειροπιαστά, εκείνα που ανήκουν στο μέλλον, ότι είναι τώρα εμπρός του, τα απόντα σαν να είναι παρόντα και τα βλέπει.  Όταν φωτιστεί με το φως της πίστεως ο νους του ανθρώπου, τότε ο άνθρωπος με το φωτισμένο νου του εισέρχεται στον κόσμο των ουρανίων θείων αληθειών, τις οποίες με αυτό το θεϊκό φωτισμό τις βλέπει καθαρά και με ευλάβεια τις προσκυνεί.
Να αναφέρουμε τον ορισμό της Πίστης που δίνει ο απόστολος Παύλος. «Πίστις ἐστίν, ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων». «Πίστη σημαίνει σιγουριά γι’ αυτά που ελπίζουμε και βεβαιότητα γι’ αυτά που δεν βλέπουμε» Αυτό σημαίνει, ότι πίστη είναι απόλυτη βεβαιότητα και ασάλευτη πεποίθηση, ότι εγώ ο πιστός θα απολαύσω στο μέλλον αγαθά τα οποία τώρα δεν υπάρχουν, φαίνεται πως δεν υπάρχουν, αλλά τα ελπίζω, τα περιμένω δηλαδή με ζωντανή ελπίδα, περιμένω να πραγματοποιηθούν και να τα απολαύσω. Τέτοια είναι η ανάσταση των νεκρών, η δεύτερη του Χριστού παρουσία, η μέλλουσα κρίση και ανταπόδοση, η αιώνια ζωή και βασιλεία. Ο Χριστιανός πιστεύει, δηλαδή ελπίζει, πως θα απαλλαγεί από την τυραννία της αμαρτίας, πως θα εξομοιωθεί με το Χριστό, πως θα αναστηθεί εκ νεκρών και θα κληρονομήσει την ουράνια βασιλεία. Ακόμα και σε ζητήματα της επίγειας ζωής. Έχει τη βεβαιότητα, ότι οι υποσχέσεις του Θεού να μας προστατεύει σε κάθε κίνδυνο της ζωής μας και να μας σώζει από πειρασμούς και αμαρτίες, θα πραγματοποιηθούν. Αυτά ως προς τα ελπιζόμενα. Αλλά, πίστη είναι ακόμη και «πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων», πραγμάτων και προσώπων. Το ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο εκ του μηδενός. Γεγονός ανεξέλεγκτο. Και όμως αληθινό το παρουσιάζει η Πίστη. Το ότι ο Σωτήρας μας Χριστός είναι πρόσωπο ιστορικό, που έζησε πάνω στη γη. Ότι γεννήθηκε ως άνθρωπος από την Παναγία Παρθένο. Ότι σταυρώθηκε, ότι αναστήθηκε, ότι αναλήφθηκε στον Ουρανό και ότι θα έλθει πάλι για δεύτερη φορά, για να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς. Αυτά είναι πραγματικότητες, παρ’ ότι δεν φαίνονται. Έπειτα οι Άγγελοι και όλος ο ουράνιος πνευματικός κόσμος, η ψυχή μας κ.ο.κ.. Για το Χριστιανό, αυτά τα μη βλεπόμενα είναι τόσο βέβαια και έχει τόση πληροφορία γι'αυτά, που ίσως δεν θα είχε, εάν τα είχε δει με τα ίδια του τα μάτια. Τα ελπιζόμενα, λοιπόν, γίνονται υπαρκτά και παρόντα. Τα αόρατα και μη βλεπόμενα, γίνονται σαν ορατά και βλεπόμενα και έρχονται σε άμεση επαφή και επικοινωνία με μας, που πιστεύουμε σε αυτά. Η πίστη επομένως, κάνει την γη  ουρανό και την παρούσα ζωή Παράδεισο αληθινό. Έτσι η πίστη μας οδηγεί στο Θεό και στην ουράνια Βασιλεία Του.
Ένας από τους κορυφαίους επιστήμονες της Γενετικής, ο Francis S. Collins (που παρουσίασε από τον Λευκό Οίκο την αποκρυπτογράφηση του D.N.A.), λέει ότι η Πίστη στο Θεό είναι στο D.N.A. μας! Είναι δηλαδή έμφυτη. Όμως, παρόλα ταύτα, δεν πιστεύουν όλοι στο Θεό. Μπορεί μεν ο Θεός να έβαλε μέσα στό D.N.A. του ανθρώπου αυτό το πολύτιμο στοιχείο (Πίστη στο Θεό) όμως παράλληλα του χάρισε και την ελευθερία, ώστε να επιλέγει από μόνος του, αν θα πιστέψει ή όχι, γι' αυτό και δεν πιστεύουν όλοι στον Θεό.
«Η πίστη σου σε έσωσε»! Αυτά ήταν τα λόγια του Χριστού στον άνθρωπο που θεράπευσε. «Σας βεβαιώνω πως, αν έχετε πίστη έστω και σαν κόκκο σιναπιού, θα λέτε σ΄ αυτό το βουνό ‘πήγαινε απ΄ εδώ εκεί’, και θα πηγαίνει. Και τίποτα δε θα είναι αδύνατο για σας» (Ματθ. 17,20). «Μη φροντίζετε για το τι θα φάτε και για το τι θα πιείτε και για το τι θα ντυθείτε. Κοιτάξετε τα πουλιά, μήτε κοπιάζουν, μήτε μαζεύουν, κι’ όμως ο Πατέρας τους ο ουράνιος τα θρέφει. Κοιτάξετε με πόση μεγαλοπρέπεια είναι ντυμένα τα αγριολούλουδα, που κι’ ο ίδιος ο Σολομώντας δεν στολίσθηκε σαν αυτά τα τιποτένια λουλούδια. Λοιπόν, αν για το χορτάρι του χωραφιού, που σήμερα λουλουδίζει κι’ αύριο το καίγουνε στον φούρνο, φροντίζει ο Πατέρας σας που είναι στον ουρανό, ποσό περισσότερο θα φροντίσει για σάς, ολιγόπιστοι;». Αυτά είναι λόγια καθαρά, απλά, σίγουρα, και δείχνουν πώς πρέπει να είναι η βάση και το θεμέλιο της διδασκαλίας του Χριστού.

Η δύναμη της πίστης φαίνεται ότι μπορεί να νικήσει ακόμα και την κατάθλιψη! Νέα έρευνα έδειξε ότι οι άνθρωποι που πιστεύουν σε μια ανώτερη δύναμη ανταποκρίνονται καλύτερα στην ψυχολογική ή ψυχιατρική θεραπεία. Η πίστη δεν συνδέεται μόνο με τη βελτίωση της διάθεσης αλλά και με τη μείωση των επιπέδων κατάθλιψης και της τάσης αυτοτραυματισμού. Προηγούμενες έρευνες έχουν αναδείξει τη δύναμη της προσευχής και στη σωματική υγεία. Όσοι προσεύχονταν αποδείχθηκε ότι είχαν λιγότερες επιπλοκές και χρειάζονταν λιγότερα φάρμακα.
Άπειρα είναι τα παραδείγματα της δύναμης που χαρίζει στον άνθρωπο η πίστη. Ένας 30χρονος τυφλός, παρ΄ όλο που είχε γεννηθεί έτσι, δεν παρέλειπε να ευχαριστεί το Θεό για τις ευλογίες του – ένα ευτυχισμένο γάμο, τα παιδιά του, τους φίλους του και την υπόσχεση της αιώνιας ζωής. «Όταν ο Χριστός με καλέσει κοντά Του,» διαβεβαίωνε, «θα μπορέσω να Τον δω ζωντανό με τα μάτια μου». Η πίστη είχε βοηθήσει τον τυφλό αυτό νέο να αντιμετωπίσει με υπομονή και ψυχική γαλήνη τη σκληρή πραγματικότητα.
Ο πασίγνωστος πλέον λόγω internet, Νικ Βούισιτς από την Αυστραλία, γεννήθηκε χωρίς χέρια και πόδια, όμως με την βαθιά του πίστη στο Θεό και την αποφασιστικότητά του κατάφερε να κερδίσει μια αξιοπρεπέστατη και λαηθινά χαρούμενη ζωή. Έχει εκπληκτική αίσθηση του χιούμορ και ταξιδεύει ανά τον κόσμο δίνοντας έμπνευση και κουράγιο στους ανθρώπους, αποτελώντας πηγή έμπνευσης δύναμης και θάρρους.
Σε κάποια φάση της ζωής μας όλοι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με «βουνά» που φαίνονται αξεπέραστα. Δεν υπάρχει εξαίρεση στον κανόνα αυτό. Τα προβλήματά μας μπορεί να τα έχουν προκαλέσει άλλοι ή συνηθέστερα εμείς οι ίδιοι από κακές επιλογές. Άλλες φορές τις θλίψεις μας προκαλούν γεγονότα πέρα από τον έλεγχό μας - θάνατος, αρρώστια, φυσικές καταστροφές. Η πίστη μας τότε δοκιμάζεται σοβαρά. Συχνά αναρωτιόμαστε αν πράγματι υπάρχει Θεός. Η απόγνωση, η απογοήτευση και η αμφιβολία συσσωρεύονται στην ψυχή μας. Ο καθένας μας πρέπει ν’ αποφασίσει με ποιο τρόπο θ’ αντιμετωπίσει τα “βουνά” που ορθώνονται μπροστά μας. Θα καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια για να τα σκαρφαλώσουμε ή θα εγκαταλείψουμε τον αγώνα; Η ουσία της πίστης είναι η διάθεση να υπηρετήσουμε με εμπιστοσύνη τον Κύριο χωρίς καμιά άλλη εγγύηση. Η ζωή μας δεν είναι αποτέλεσμα απλής σύμπτωσης ή τύχης. Ο Δημιουργός μας έχει ένα σχέδιο για τα πάντα που επιτρέπει να συμβαίνουν στη ζωή μας. Η Αγία Γραφή μας διαβεβαιώνει πως, «Αν αγαπά κανείς το Θεό, Εκείνος κάνει τα πάντα να συντελούν στο καλό του» (Ρωμ. 8,28). Η πίστη πολλές φορές δυναμώνει μέσα από δοκιμασίες. Αν καταφέρουμε να τη διατηρήσουμε όταν η αντοχή μας φτάσει στα όρια, τότε κάτι αναπάντεχο συμβαίνει. Αρχίζουμε ν΄ αντλούμε δύναμη και κουράγιο από μια αστείρευτη πηγή – το Θεό.
Η πίστη είναι μεγάλη εσωτερική δύναμη, το ισχυρό αντίδοτο στα αρνητικά συναισθήματα που παραλύουν τη ζωή μας κι εμποδίζουν την ανάπτυξή μας. Όσοι εγκαταλείπουν την πίστη τους ομολογούν πως έχουν ένα εσωτερικό κενό που τίποτα δεν μπορεί να καλύψει. Όταν έλθουν τα προβλήματα παραλύουν, διαλύονται. Μόνο εκείνοι που έχουν κτίσει τη ζωή τους σε γερά θεμέλια - στον Ιησού Χριστό - μπορούν ν΄ αντέξουν.
Ο Θεός χρησιμοποιεί κάθε πρόβλημα για να μας τραβήξει κοντά Του. Όταν η ζωή μας είναι ρόδινη, η απλή γνώση του Θεού μας είναι αρκετή. Όταν όμως, βρεθούμε αντιμέτωποι με τις πιο σκοτεινές στιγμές της ζωής μας - με πληγωμένη καρδιά, προδομένοι  και χωρίς επιλογή και ελπίδα - μόνο σ΄ Εκείνον μπορούμε να στραφούμε. Έτσι, τα προβλήματα μας γίνονται ευλογία, γιατί μας οδηγούν σε εξάρτηση από το Θεό και όχι από τον εαυτό μας ή τους άλλους.
Κάθε πρόβλημα είναι μια ευκαιρία για τον Χριστιανό να αφήσει τη σκληρότητα και την εγωπάθεια και να βελτιώσει το χαρακτήρα του, γιατί «... οι δοκιμασίες οδηγούν στην υπομονή, και η υπομονή στο δοκιμασμένο χαρακτήρα» (Ρωμ. 5,3).
Όταν βρεθείς αντιμέτωπος με τις σκληρές δοκιμασίες της ζωής, τότε χρειάζεται:
Να θυμάσαι πως το θεϊκό σχέδιο είναι πάντα για το καλό σου. Ο πόνος σου είναι προσωρινός ενώ η ανταμοιβή σου θα είναι αιώνια. Ο Χριστός μας προειδοποίησε πως «ο κόσμος θα σας κάνει να υποφέρετε, αλλά εσείς να έχετε θάρρος, γιατί εγώ έχω νικήσει τον κόσμο» (Ιωάν. 16,33).
Να είσαι πάντα χαρούμενος. Προσπάθησε να αποδεχθείς το πρόβλημα σου ως θέλημα του Θεού.
Αν δεν μπορείς ν’ αλλάξεις τη σκληρή πραγματικότητα, προσπάθησε ν’ αλλάξεις τον τρόπο που την αντιμετωπίζεις. Υπάρχει μια μαγική λέξη: «ωστόσο».
1.      Δεν πέτυχες στις εξετάσεις; Ωστόσο, δεν χάθηκε ο κόσμος. Υπάρχουν πάντα και άλλες ευκαιρίες.
2.      Σε απέλυσαν από τη δουλειά σου; Ωστόσο, ευχαρίστησε το Θεό που σου είχε δώσει μια δουλειά.
3.      Έπεσες θύμα προδοσίας; Ωστόσο, υπάρχουν άλλοι που μπορείς ακόμη να εμπιστεύεσαι.
4.      Έγινε το όνειρό σου στάχτη; Ωστόσο, αν πιστεύεις, ο Θεός σου επιφυλάσσει ένα λαμπρό μέλλον.
5.      Έχασες ένα αγαπημένο σου πρόσωπο; Ωστόσο, ευχαρίστησε το Θεό για τις θαυμάσιες εμπειρίες που ζήσατε μαζί και παρηγορήσου με τη βεβαιότητα, ότι βρίσκεται στα χέρια του Θεού, απαλλαγμένος από κάθε πίκρα και πόνο.
6.      Καταστράφηκες οικονομικά; Ωστόσο ευχαρίστησε το Θεό για την υγεία σου, τα αγαπημένα σου πρόσωπα και όλα τα άλλα αγαθά που έχεις.
7.      Κι αν ακόμη η καρδιά σου σπάει, να ξέρεις πως μπορείς και τότε ακόμη να είσαι ευτυχισμένος.
Να μην τα παρατήσεις. Να έχεις υπομονή και επιμονή. Άφησε τον πόνο σου να βρει διέξοδο - πρέπει να τον νιώσεις για να μπορέσεις τελικά να τον ξεπεράσεις. Χωρίς πίστη είσαι μόνος με τη μοίρα σου. Θα τυραννιέσαι συνέχεια με αναπάντητες ερωτήσεις όπως, «γιατί εγώ;», «γιατί αυτή η αδικία;», «αν είχα κάνει αυτό ή δεν είχα κάνει εκείνο...». Ζήτησε από το Θεό να σου διδάξει τα μαθήματα που θέλει να μάθεις και προχώρησε.
  Αν έχεις πίστη, ο τρόπος που αντιμετωπίζεις κάθε δυσκολία θα αλλάξει ριζικά. Το πρόβλημά σου δεν θα είναι μια αρνητική εμπειρία που σ’ εξουθενώνει ψυχολογικά και σου δημιουργεί ηττοπάθεια. Αντίθετα θα γίνει ευλογία και πηγή θετικής ενέργειας, το κίνητρο για να καταβάλλεις κάθε δυνατή προσπάθεια να το ξεπεράσεις. Τότε το «βουνό» σου θα μετατραπεί σε θαύμα. Η πίστη σου θα σ' έχει βοηθήσει να το μετακινήσεις, γιατί θα γνωρίζεις πως ο Θεός οδηγεί σταθερά τα βήματά σου. Αυτό εννοούσε ο Χριστός όταν είπε πως «με την πίστη τίποτα δεν είναι αδύνατο για σας».
  Λοιπόν, μην απελπίζεσαι. Κράτησε την πίστη σου σταθερή. Αύριο είναι πάντοτε μια καινούρια μέρα.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2015

ΕΝΑ ΥΠΕΡΟΧΟ ΑΡΘΡΟ ΓΙΑ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ





Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι. Είχε εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας. Και τώρα, τριτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής, να που ξαναπαίρνει τον ίδιο δρόμο. Τι τον έκανε να φύγει από την Αθήνα, τη «Βαβυλώνα τη μεγάλη»; Ούτε και ο ίδιος ήξερε.
Πάντως ένα είναι σίγουρο, πως πνιγόταν. Πνιγόταν από τους φίλους, τα μαθήματα, τους γονείς, απ’ όλους. Ένιωθε πως κανείς δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν μπορούσε να γίνει κοινωνός στην αναζήτησή του για πλέρια αλήθεια και γνησιότητα. Κι αυτή ακόμη η χριστιανική του παρέα τον έπνιγε. Όλοι τους ήταν τακτοποιημένοι, όλοι τους είχαν ταμπουρωθεί πίσω από κάποιες συνταγές, κάποιες ρετσέτες σωτηρίας και δεν έλεγαν να κουνηθούν από κει. Μα αυτός… Αυτός ήταν διαφορετικός. 
Δεν βολευόταν σε σχήματα και σε κουτάκια. Ήθελε να βιώσει τον Χριστιανισμό αληθινά, όχι κίβδηλα. Να μπει στο νόημα παρευθύς και όχι να καμαρώνεται τον ευσεβή. Εξάλλου, του φαινόταν τόσο απλοϊκό και ανόητο να υιοθετήσει μια τυποκρατική και ευσεβιστική χριστιανική βιωτή τη στιγμή που η ίδια του η επιστήμη, αλλά και η έμφυτη τάση του γι’ αναζήτηση, για ψάξιμο και ψηλάφηση του αληθινού τον ωθούσε προς μια άλλη ζωή. Μα, πόσο δύσκολο ήταν, Θεέ μου! Πόσο βασανιζόταν! Κάποια στιγμή ένιωσε πως είχε φτάσει στο απροχώρητο. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει…
- Πάω στη γιαγιά μου στα Τρόπαια, φώναξε μια μέρα στο σπίτι και αφήνοντας πίσω του φωνές για μαθήματα και εξετάσεις, μήτε ο ίδιος ξέρει πότε, βρέθηκε στο λεωφορείο. 
Και να που ζύγωνε στο σπίτι της γιαγιάς του. Ντάλα ο ήλιος πάνω από το κεφάλι του κι από παντού να έρχονται χίλιες ευωδιές από την ανοιξιάτικη, αρκαδική φύση. Δεν πρόλαβε όμως ο άμοιρος να ρουφήξει λίγο βουνίσιο αέρα, όταν ακούστηκε η γνώριμη τσιριχτή φωνή της γειτόνισσας: 
- Μαριγώωωω! Τρέξε καλέ, ήρθε ο Αλέκος! Την επόμενη στιγμή είδε να ξεπροβάλλει από το πλινθόκτιστο σπιτάκι η γιαγιά του σκουπίζοντας τα παχουλά της χέρια στην ποδιά της και λέγοντας: 
- Καλώς τον πασά μου, καλώς τον γιόκα μου, καλώς ήρθες, Αλέκο μου! Κι αμέσως βρέθηκε στην αγκαλιά της. Τι ήταν αυτό; Σα να μπήκε σε λιμάνι απάνεμο, σα να του έφυγε όλη η αντάρα του μυαλού του.
Ξαφνικά άδειασε και την αγκάλιασε κι αυτός. 
- Καλώς σε βρήκα, γιαγιά. 
- Κόπιασε, γιε μου, να ξαποστάσεις. 
Μόλις μπήκε στο χαμηλοτάβανο σπιτάκι, τον συνεπήρε η μυρωδιά της σπανακόπιτας και του λιβανιού. 
Σίγουρα η γιαγιά είχε φουρνίσει από το πρωί ακόμη και είχε λιβανίσει το σπίτι τρεις- τέσσερις φορές. 
- Πάλι λιβάνι γιαγιά; 
- Α! Όλα κι όλα, άμα δεν κάνω τα θεοτικά μου τρεις φορές την ημέρα, δεν μπορώ να κοιμηθώ. 
- Και σαν τι λες; 
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Ό,τι λέει η Σύνοψη. 
- Και τα εννοείς; 
- Γιέ μου, αυτά είναι μυστήρια του Θεού, ποιος να τα εννοήσει; Αλλά μη γνοιάζεσαι, σα δεν καταλαβαίνω εγώ, νογά ο Θεός και βλέπει τον κόπο μου, νογά κι ο Διάολος και καίγεται. 
- Χμ, καλά τα λες, είπε συγκαταβατικά. 
- Στάσου, να σου φέρω λίγη σπανακόπιτα, μόλις την έβγαλα από το φούρνο. Κι έφυγε αμέσως για την κουζίνα, το βασίλειό της. Ο Αλέκος έμεινε μόνος του στο καθιστικό. Αισθανόταν άνετα και ζεστά εκεί, μολονότι ήξερε πως, εάν έκανε τη ζωή της γιαγιάς του σε τούτο το χωριό, σίγουρα θα τρελαινόταν. Η καημένη! Δεν ήξερε πολλά γράμματα, αλλά το Ευαγγέλιο δεν έλεγε να το αφήσει από τα χέρια της.
Μέρα – νύχτα το διάβαζε. Όταν λέει «γιαγιά Μαριγώ» του ‘ρχεται πάντα η ίδια εικόνα στο μυαλό: Μια γριούλα παχουλή, με σφιχτοδεμένο κότσο να κάθεται στην πολυθρόνα και να διαβάζει το Ευαγγέλιο ψιθυριστά. Δυστυχώς, η γιαγιά δεν ήξερε τίποτα από Φιλοσοφία. Θυμάται μια φορά που της ανέφερε τον Heidegger. Τον κοίταξε με τρόμο στα μάτια και είπε: 
- Παναγιά μου, οι Γερμανοί, ο Θεός να φυλάει την Ελλάδα μας! Η καημένη ήταν αδαής. Δεν αναζητούσε καμιά αλήθεια. Δεν σκοτιζόταν για καμιά ψυχολογική σχολή. Ο Αλέκος έριξε μια ματιά στον τοίχο, αμέτρητες εικόνες. Η γιαγιά είχε μαζέψει όλους τους Αγίους της οικογένειας. Κι όμως αρκούσε ένας σταυρός. 
- Γιαγιά, τι τις θες τόσες εικόνες; 
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Και πώς θα παρακαλέσω τον Αγιαλέξανδρο, σαν δεν έχω την εικόνα του; Άσε το άλλο, κάθε φορά που γιορτάζει Άγιος με εικόνα, το σπίτι έχει πανηγύρι. Άσε όμως αυτά, πες μου τα δικά σου, παλικάρι μου.
Και τότε, άγνωστο γιατί, ο Αλέκος άνοιξε την καρδιά του όπως δεν την είχε ανοίξει ποτέ, ούτε στον πνευματικό του, ούτε και στους γέροντες στο Άγιον Όρος όπου βρισκόταν συχνά – πυκνά. Της είπε για τις αγωνίες του, τη βασανιστική του πορεία για ανεύρεση της αλήθειας, την προσπάθεια ελευθερώσεως του εαυτού του από τα δεσμά της συμβατικότητας και του ηθικισμού, ώστε να ‘ρθει σε κοινωνία αληθινή με το πρόσωπο του πλησίον. Της είπε ακόμη για την αδυναμία του να σταθεί μπροστά στο Θεό χωρίς τη μάσκα του ευσεβή που τον στοιχειώνει από τα παιδικά του χρόνια. Της είπε, της είπε, της είπε… και τι δεν της είπε. Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Η κυρα-Θοδόσαινα έκανε τον σταυρό της αργά – αργά και είπε: 
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Δεν κατάλαβα γρι. Μπερδεμένα μου τα λες, ματάκια μου. Και θαρρώ πως τα ‘χεις και στο μυαλό σου μπερδεμένα. Ευαγγέλιο διαβάζεις; 
- Ορίστε; 
- Εκκλησία πας; 
- Δεν καταλαβαίνω … 
- Την προσευχή σου την κάμεις; 
- Τι εννοείς, γιαγιά; 
- Τον πλησίον σου τον συντρέχεις; 
- Θαρρώ πως δε με κατάλαβες. 
- Αχ παιδάκι μου, εσύ εννοείς να καταλάβεις πως τα πράγματα του Θεού είναι απλά. Δε χρειάζονται πολλές θεωρίες μήτε αξημέρωτες συζητήσεις. Μονάχα τούτο χρειάζεται, να ξαστερώσεις από τις φιλοσοφίες και να πιαστείς από το ρούχο του Χριστού σαν εκείνη τη γυναίκα στο Ευαγγέλιο, να δεις πως τι λένε… την ξέχασα, δεν πειράζει. Τα άλλα όλα θα τα κανονίσει ο Χριστός. Είναι δικές του δουλειές.
Άσε Τον. Ξέρει τι κάνει. 
Δεν κάθισε πολύ στα Τρόπαια, στο σπίτι της γιαγιάς του. Μια – δυο μέρες. Ήταν αρκετές. Είδε πράγματα που θα τον συνόδευαν για πολύ καιρό. Είδε τη γιαγιά του να κάνει ατελείωτες μετάνοιες. Την είδε να συντρέχει τη χήρα με τα τρία βυζανιάρικα παιδιά. Την είδε να μαζεύει στο σπίτι της κάθε λογής κουρασμένο στρατοκόπο και να αποθέτει στα χέρια των φτωχών ολάκερη τη σύνταξη του μακαρίτη. Την είδε να κοινωνά την Κυριακή και να λάμπει σαν τον ήλιο όλη τη μέρα. 
Μυστήρια του Θεού! Σαν έφυγε με το λεωφορείο για την Αθήνα στριμωγμένος σ” ένα κάθισμα κρατώντας κεφτεδάκια (πεσκέσι της γιαγιάς) σκεφτόταν όσα έζησε τούτες τις λίγες μέρες. Μια μυρωδιά λιβανιού του “ρθε στη μύτη και μια φωνή να του υπενθυμίζει: «Τα πράγματα του Θεού είναι απλά». 
- Λες να 'ναι έτσι; Μνήσθητί μου, Κύριε!

ΠΗΓΗ: ΑΗΔΟΝΙ

Η πρώτη δήλωση Ιεράρχη για την αγιοκατάταξη του Γ. Παϊσίου





Τετάρτη, 14 Ιανουάριος 2015.

Ο Μητροπολίτης Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας, Υπέρτιμος και Έξαρχος Κεντρικής Μακεδονίας, κ. Ιωήλ, στο ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΙΚΟ ΒΗΜΑ για την χθεσινή ιστορική απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου που πέρασε στα δίπτυχα της Ορθόδοξης Εκκλησίας τον Αγιορείτη γέροντα Παΐσιο.

Αναλυτικά η δήλωσή του:

"O Όσιος Παΐσιος με τους υπεράνθρωπους αγώνες του και την αστείρευτη αγάπη του για τον Θεό και τους ανθρώπους απέδειξε, ότι ο Θεός δεν έπαψε να αναδεικνύει αγίους μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Γι᾿ αυτό έβαλε την σφραγίδα του στην εποχή μας, ενέπνευσε και θα συνεχίσει να εμπνέει όσους έρχονται κοντά του. Λειτούργησε και λειτουργεί ως φάρος, που δείχνει τον δρόμο στον συγχυσμένο άνθρωπο της εποχής μας και ως παρηγοριά στον πόνο του. Οι άγιες πρεσβείες του ας σκεπάζουν όλους μας και όλο τον κόσμο".

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

«Η Εκκλησία, Δόξα το Θεό, ακόμη και σήμερα και πάντοτε γεννά αγίους»


Στην αγιοκατάταξη του Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου προχώρησε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Ακολουθεί το επίσημο ανακοινωθέν του Οικουμενικού Πατριαρχείου με το οποίο επιβεβαιώνεται το αποκλειστικό ρεπορτάζ του Πρακτορείου Εκκλησιαστικών Ειδήσεων Romfea.gr.
Συνῆλθεν, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τακτικήν συνεδρίαν αὐτῆς σήμερον, Tρίτην, 13ην Ἰανουαρίου 2015, πρός ἐξέτασιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων θεμάτων.
Κατ᾿ αὐτήν, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος: α) ὁμοφώνως ἀποδεχθεῖσα εἰσήγησιν τῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς ἀνέγραψεν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τόν μοναχόν Παΐσιον Ἁγιορείτην καί β) προτάσει τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, διά ψήφων κανονικῶν ἐξελέξατο παμψηφεί τόν Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτην κ. Εἰρηναῖον Ἀβραμίδην, διακονοῦντα ἐν Παρισίοις, Βοηθόν Ἐπίσκοπον παρά τῷ Σεβασμιωτάτῳ Μητροπολίτῃ Γαλλίας κυρίῳ Ἐμμανουήλ, ὑπό τόν τίτλον τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Ρηγίου.

Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 13ῃ Ἰανουαρίου 2015.


Ο Πρεσβύτερος του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννη Προδρόμου στο Γομοστό Αχαΐας, π. Γεώργιος Δημητρόπουλος με αφορμή την αγιοκατάταξη του Γέροντος Παΐσιου, σημειώνει:
«Μεγάλο γεγονός για την Ορθοδοξία, επίσης δεν είναι τυχαίο η αγιοκατάταξη του Γέροντος Παϊσίου στην συγκεκριμένη δύσκολη συγκυρία της χώρας μας, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και ο Θεός αποκαλύπτεται μέσα από τους αγίους Του, οι οποίοι τον αγάπησαν πολύ αλλά και τον άνθρωπο. Η Εκκλησία, Δόξα το Θεό, ακόμη και σήμερα και πάντοτε γεννά αγίους. Διότι οι άγιοι δεν είναι «τω καιρώ εκείνω» αλλά είναι «έν παντί καιρώ», δηλ πάντοτε! Να έχουμε την ευχή του οσίου Πατρός ημών Παϊσίου του Αγιορείτου και να πρεσβεύει στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, υπέρ ημών των αμαρτωλών».
Πηγή: DytikaNea.gr

Στην ανατολή του νέου έτους

  

  Ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια, είναι ο χρόνος, και ο άνθρωπος προσπάθησε να τον καταλάβει με πολλούς τρόπους. Οι φιλόσοφοι, φιλοσοφικά. Οι μαθηματικοί, μαθηματικά. Οι ψυχολόγοι, ψυχολογικά και οι Άγιοι, αγιοπνευματικά. Οι μόνοι όμως που έζησαν και ζουν βαθειά την έννοια του χρόνου, είναι οι Άγιοι της Εκκλησίας. Και αυτοί μας δείχνουν τον δρόμο του Πνεύματος, τον δρόμο του Χριστού.
  Οι φιλόσοφοι, οι μαθηματικοί, οι ψυχολόγοι κ.α. μπορεί να είπαν σπουδαία πράγματα για το χρόνο, αλλά δεν μπορούν να συλλάβουν το βαθύτερο νόημά του. Οι Άγιοι δεν κάνουν προσπάθεια για να κατανοήσουν το χρόνο, αλλά για να τον ζουν. Διότι, τα μυστήρια βιώνονται και δεν ερμηνεύονται: «οὐ φέρει τό μυστήριο ἔρευναν». Οι Άγιοι και οι πιστοί ζώντας μέσα στην Εκκλησία βρίσκουν το μεγάλο μυστικό, να ζουν το μυστήριο του χρόνου. Πώς; Με το να τον υπερβαίνουν. Ο πιστός, δια των Αγίων Μυστηρίων και της λειτουργικής ζωής, ζει πέρα από το χρόνο και με τη βίωσή του ζει την αιωνιότητα.
  Ο Μέγας Βασίλειος, ο Άγιος που η Εκκλησία μας πρώτο απ’ όλους τιμά την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, υπήρξε και είναι το πρότυπο του ασκητικού ιδεώδους. Οι σκέψεις του Αγίου Βασιλείου περί χρόνου, βοηθούν στο να κατανοήσει ο κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος το μέγεθος αυτού του κορυφαίου δώρου που χάρισε ο Θεός στο πλάσμα Του, προκειμένου να το αξιοποιήσει και να το καλλιεργήσει, με σκοπό τη διαρκή του βελτίωση και την κατά το δυνατόν ομοίωση μαζί Του.
  Οι σκέψεις του Αγίου Βασιλείου περί χρόνου, είναι απάντηση στο πνεύμα του σύγχρονου κόσμου, που διακρίνεται από μια τάση επιμελούς ισοπέδωσης όλων εκείνων των στοιχείων που επιτρέπουν στον άνθρωπο, να γνωρίσει τον εαυτό του και να πλησιάσει τον Θεό. Είναι η απάντηση που διακηρύσσει, ότι ο χρόνος δεν περιορίζεται στα ευτελή και πεπερασμένα όρια αυτής της ζωής, αλλά επεκτείνεται στην αιωνιότητα, για την κατάκτηση της οποίας απαιτούνται αγώνες, εσωτερικές αναμετρήσεις, αλλά και διαρκής αντιπαράθεση με την υλικο-βιοτική αντίληψη της ανθρώπινης ζωής.
  Η πρώτη διάσταση του χρόνου κατά τον Μέγα Βασίλειο, στο περίφημο έργο του «Εις την Εξαήμερον», έχει σχέση με τον Θεό. Ο Θεός, λέει, είναι υπεράνω του χρόνου και ταυτόχρονα είναι εκτός χρόνου, από την άποψη ότι δεν έχει χρονική αρχή και δε θ’ αποκτήσει ποτέ χρονικό τέλος. Χρονική αρχή έχουν όλα τα δημιουργήματα, δεν έχουν όμως όλα, χρονικό τέλος.
  Κάποτε ο Θεός σήμανε την έναρξη του υλικού κόσμου, κάποτε θα σημάνει το τέλος του. Αυτό όμως, αφορά στα υλικά δημιουργήματά Του. Τα πνευματικά δημιουργήματα, όπως οι Άγγελοι και το ηγεμονικό - νοερό μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης, η ψυχή, δεν θα έχουν ποτέ τέλος. Δημιουργήθηκαν, αλλά δεν εξαφανίζονται, δεν πεθαίνουν.
  Η δεύτερη διάσταση του χρόνου, κατά τον Μέγα Βασίλειο, σχετίζεται με την ύλη και την παρούσα ζωή. Ο χρόνος μοιάζει με μία σφαίρα λέει, που κυλά στον κατήφορο και δεν σταματά. Ρέει ακατάπαυστα, αποκαλύπτοντας ότι και όσα σχετίζονται μαζί του, είναι ρέοντα και όχι σταθερά. Σα να ταξιδεύει κανείς με το τραίνο και βλέπει ν’ αποκαλύπτονται μπροστά του διαδοχικά υπέροχα τοπία, τα οποία όμως, δεν είναι σταθερά, εξαφανίζονται πριν καν τα συνειδητοποιήσει αφήνοντας στη θέση τους, άλλα που χάνονται με τη σειρά τους, στο απύθμενο δοχείο του χρόνου, που έχει τη μοναδική δυνατότητα να μετατρέπει αυτοστιγμεί, το παρόν σε παρελθόν.
  Αυτή η διάσταση του χρόνου αποκαλύπτει το χρέος του ανθρώπου που αφορά στην σωστή αξιοποίησή του, προκειμένου αυτός να μην πάει χαμένος. Εκείνος που τον αντιμετωπίζει με αυτή την λογική, κατά τον Μέγα Πατέρα της Εκκλησίας μας, μπορεί ν’ αντεπεξέλθει με σοφία στις θλίψεις και στα προβλήματα της ζωής. Αντιλαμβάνεται, ότι ο χρόνος είναι ευκαιρία εσωτερικής καλλιέργειας και καιρός μετανοίας. Εξαγοράζει τον καιρό του, κατά την προτροπή του Αποστόλου Παύλου, μη αφήνοντας την κάθε στιγμή να χαθεί αναξιοποίητη, για την προσωπική του βελτίωση που συνιστά την απαρχή για τη βελτίωση του κόσμου.
  Η τρίτη παράμετρος του χρόνου, κατά τον Καππαδόκη Άγιο, σχετίζεται με την αιωνιότητα. Ο χρόνος της παρούσης ζωής, είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στο ατελεύτητο της αιωνιότητας. Κι όμως, εμείς οι άνθρωποι αντιμετωπίζουμε το γεγονός εντελώς διαστρεβλωμένο. Δεν καταλαβαίνουμε ότι είμαστε «πάροικοι και παρεπίδημοι» στην γήινη πραγματικότητα, είμαστε περαστικοί, ανέστιοι διαβάτες που πορεύονται προς την πραγματικότητα της αιωνιότητας, γι’ αυτό και κάνουμε το παν για να χτίσουμε και να δημιουργήσουμε σ’ αυτή τη ζωή με τα καλύτερα υλικά, ξοδεύουμε τις δυνάμεις μας στα ευτελή και πεπερασμένα, αγνοώντας τις ανάγκες του «έσω ανθρώπου», της ψυχής που θα ζήσει αιώνια όταν το φθαρτό του σαρκίο πεθάνει.
   Δεν είμαστε πλασμένοι για τη λίγη ζωή. Είμαστε πλασμένοι για την αιωνιότητα. Δεν είμαστε πλασμένοι για τη γη. Είμαστε πλασμένοι για τον ουρανό. Η γη είναι το «φυτώριο». Κάποτε θα «μεταφυτευτούμε» από το φυτώριο, στον κήπο του παραδείσου. Όσοι είναι πιστοί, όσοι έχουν το δένδρο της ζωής τους γεμάτο καρπούς, θα «μεταφυτευτούν» στον ουρανό. «Επειγόμεθα, λέει ο Μέγας Βασίλειος, ίνα έγκαρποι και πλήρεις έργων αγαθών φυτευθέντες εν τω οίκω Κυρίου, εν ταις αυλαίς του Θεού ημών εξανθήσωμεν». (Αρχιμ. Δανιήλ Αεράκης, «Άγιοι μόνον τότε;», σελ. 24).
   Δεν μας έπλασε ο Θεός, απλώς, διότι θέλησε να δείξει ότι έχει την δύναμη να φτιάξει ανθρώπους, δημιουργήματα. Μας έφερε στο «είναι», δηλ. στην ύπαρξη, για να είμαστε όντα, που θα νοιώθουν την ευτυχία Του και θα απολαμβάνουν τον εαυτόν Του. Έπλασε μακάρια πλάσματα και δημιουργήματα, για να ευτυχούν... αιωνίως. Αυτή η αντίληψη του χρόνου, προσφέρει σε όλους μας τη δυνατότητα, και να τον απολαύσουμε σε αυτή τη ζωή, και να τον αξιοποιήσουμε στην προοπτική της αιωνιότητας. Απομένει σ’ εμάς η επιλογή – πρόκληση, η δυσκολότερη ίσως αυτής της ζωής.
  Ο χρόνος που ακολουθεί μετά την Γέννηση του Σωτήρος Χριστού, είναι χρόνος Σωτηρίας. Κατ' επέκταση τα έτη αθροιστικά (αφού κάθε έτος εορτάζουμε την Γέννηση του Σωτήρος) είναι χρόνια Σωτήρια, δηλαδή χρόνια αφιερωμένα και συνδεδεμένα μ’ Εκείνον. Όταν ακούμε την φράση Σωτήριον Έτος, το προσλαμβάνουμε, και υποκειμενικά και αντικειμενικά. Υποκειμενικά, διότι ο κάθε ένας από εμάς θα κάνει αγώνα (το συγκεκριμένο έτος αλλά και κάθε Σωτήριο έτος), για την προσωπική Σωτηρία και Λύτρωση. Αντικειμενικά, διότι με την Γέννηση του Χριστού και εν συνεχεία με την Σταύρωση και Ανάστασή Του, μας δόθηκε αντικειμενικά η δυνατότητα της Σωτηρίας σε κάθε άνθρωπο, που θα ενταχθεί με την βάπτισή του στην Εκκλησία, και που ελεύθερα και ειλικρινά θα παλέψει για να αλλάξει μαζί με την αλλαγή του χρόνου και τον εαυτό του από οτιδήποτε τον απομακρύνει από την αγάπη του Θεού, δηλαδή την φθορά της αμαρτίας.
  Με την Γέννηση του Χριστού, την Βάπτιση, την Σταύρωση, και την Ανάσταση, για τον πιστό, είναι γεγονότα που τα ζει ως παρόντα σε κάθε στιγμή. Ψάλλουμε την εορτή των Χριστουγέννων, «Χριστός γεννάται δοξάσατε...», σήμερα γεννάται, δεν λέμε γεννήθηκε τω καιρώ εκείνω. Άρα, μέσα στην Εκκλησία, ζούμε τα παρελθόντα και τα μελλοντικά, στα παρόντα, με την Θεία Λειτουργία. Κάποιες τομές μέσα στο ιστορικό χρόνο που τον αγκαλιάζει και τον κάνει αιωνιότητα. Όλα όσα αφορούν τον Χριστό και την Εκκλησία έχουν ένα υπερχρονικό χαρακτήρα – ο Χριστός χθες και σήμερα και αύριο, είναι ο Ίδιος, αναλλοίωτος και υπερχρονικός.
 Το νόημα των Χριστουγέννων είναι, ότι τελικά ο Θεός κάνει τρία πράγματα: Εγχρονίζεται (εισέρχεται στον χρόνο), εγχωρείται (εισέρχεται στον χώρο) και ενανθρωπίζεται (επιλέγει να εισχωρήσει στην ιστορία και στον κόσμο ως άνθρωπος). Θα μπορούσε να επιλέξει άλλο τρόπο για να εκφράσει την παρουσία Του. Ο Θεός δεν παρεμβαίνει, αλλά ο Ίδιος μπαίνει στην ιστορία, στον χώρο, στον χρόνο, στον κόσμο, ενδύεται την ανθρώπινη φύση για να μπορέσει ο άνθρωπος να βγει από τον χώρο και τον χρόνο, να εξέλθει από τον κόσμο, να απελευθερωθεί από τους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης του. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να κάνει τον άνθρωπο θεό, να τον μπολιάσει με θεοειδή στοιχεία. Να φαντασθούμε ένα άνθρωπο που ζεί τα επέκεινα από τον χρόνο, το αιώνιο, τα έξω από τον χώρο, το άπειρο, και τα πέραν από τους περιορισμούς των ανθρώπινων αδυναμιών, το τέλειο, το άγιο! Αυτή την έν Χριστώ ζωή, βιώνουν οι άγιοι εδώ στην γή. Ζούν μέσα στον κόσμο και ταυτόχρονα πέραν του κόσμου, την ζωή του Θεού, στον πνευματικό κόσμο. Επειδή ζούν την αλήθεια, ευκολότερα εισχωρούν στην γνώση του Θεού (θεογνωσία). Αυτό κάνει η πνευματική ζωή. Η πνευματική ζωή δεν σημαίνει απλώς ηθική ζωή, σημαίνει απελευθέρωση από τα πάσης φύσεως δεσμά (πάθη). Σημαίνει εκτόξευση και ταχύτητα διαφυγής στην σφαίρα του θείου.
 Ωστόσο, οι άνθρωποι είμαστε μικροί και πεπερασμένοι. Όμως, έτσι φαινόμαστε! Μπορούμε να μην είμαστε, να γίνουμε θεόμορφοι, αιώνιοι και άπειροι. Αυτή είναι η δυνατότητά μας και ο σκοπός της ύπαρξής μας, γι' αυτό και η Εκκλησία δεν υποστέλλει το μήνυμά της. Μιλά για αγιότητα, για μετά θάνατον κατάσταση, για οικείωση με τον Θεό, για αξιοποίηση από τον άνθρωπο των δυνάμεων του Θεού, δηλ. για ζωή ατελεύτητη, αιώνια με τον Θεό διά του Ιησού Χριστού. Εμείς δυστυχώς, αυτά τα αγνοούμε. Η έπαρση της επιστήμης μας κάνει να αρκούμαστε μόνο στα του φυσικού κόσμου και στα της λογικής. Για την επιστήμη ο θάνατος σημαίνει τέλος. Για την Εκκλησία και με τον Χριστό, ο θάνατος σημαίνει πέρασμα, όχι στην άλλη ζωή, αλλά στην όντως ζωή. Σημαίνει νέα αρχή. Μοιάζει σαν την γέννηση, την έξοδο από την μήτρα της μητέρας, από την εμβρυική κατάσταση στο φώς του κόσμου. Ο Χριστός στον θάνατο δίνει παρηγοριά και ελπίδα. Δίνει στον πόνο αντοχή. Κάνει τον θάνατο ζωή, μεταμορφώνει το τέλος σε αρχή. 
  Έτσι, αν υποτεθεί ότι η αρχή του χρόνου σηματοδοτεί την εποχή που κάνουμε τον απολογισμό μας, «απολογισμό ψυχής», μπορούμε να πούμε ότι η αρχή του έτους είναι συμβατική. Διότι τέτοιες αρχές υπάρχουν πολλές. Ο χρόνος όμως έχει αρχή, αλλά δεν έχει τέλος. Το ίδιο και ο κάθε άνθρωπος. Αυτό είναι το σημαντικό. Αντικρίζουμε την αρχή μας με τον σεβασμό της ύπαρξης και το μέλλον με το δέος της άληκτης προοπτικής, της αιωνιότητας. Το κάθε έτος και η κάθε στιγμή, μόνο τότε αξίζουν, όταν παραπέμπουν στον μέλλοντα αιώνα. Όταν φωτίζεται και διαποτίζεται η ζωή μας, απ' την ζωή του Χριστού.
  Συνεπώς, η χρονικότητα υπερβαίνεται με την αιωνιότητα, αρκεί να μπει μέσα στο χρόνο το στοιχείο της αιωνιότητας, ο Θεός. Και ο Θεός είναι αγάπη. Να ποιό είναι το μυστικό που μπορεί να μετατρέψει το χρόνο σε αιωνιότητα. Χωρίς την αγάπη, δεν υπάρχει Χριστός. Χωρίς αγάπη ο άνθρωπος είναι ξηρός, ένα νούμερο. Όποιος αγαπά είναι πάντα επίκαιρος, όπως ο Χριστός και οι Άγιοί του, διότι «ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκλείπει». Αιώνες τώρα, ο Μέγας Βασίλειος, που αναφέραμε και πιο πάνω, είναι και μένει αιώνιος. Επίσης, μας δίνει τις πιο αληθινές απαντήσεις σε όλα τα θέματα. Μας λέει: «Θέλετε να είστε πάντα νέοι; Έχετε αγάπη». Θέλετε να είστε ευτυχείς και να ζήσετε αιώνια; Αγαπάτε. Αντί λοιπόν της συμβατικής ευχής «καλή χρονιά» ή «χρόνια πολλά», ας ευχηθούμε εις εαυτούς και αλλήλους: Ν' αγαπάμε βαθειά και αληθινά για να ζήσουμε αιώνια. Μόνο οι σχέσεις της αληθινής αγάπης μας, περνάνε από την χρονικότητα στην αιωνιότητα.
   Ό αγώνας μας, είναι ενάντια στους εχθρούς της αιωνιότητας και της αθανασίας μας. Αυτοί είναι: οι α­μαρτίες μας, τα πάθη μας, οι πόθοι μας, τα πνευματικά της πονηρίας (Έφ. 6, 12). Κάθε αμαρτία, κλέβει και λί­γη από την αιωνιότητά μας και απονεκρώνει την αθα­νασία μας. Η φιλία με την αμαρτία είναι έχθρα με τον Θεό, έχθρα με τον Κύριο Ιησού Χρι­στό.
    O μεγαλύτερος δάσκαλος της ζωής είναι η πείρα, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά το καταστάλαγμα αυτού που πέρασε. Και αναρωτιόμαστε, αλήθεια είμαστε ικανοποιημένοι από το χρόνο που πέρασε; Βρήκαμε, πετύχαμε αυτό που ζητούσαμε; Όλο αυτό το χρόνο με το περπάτημα, με τις προσπάθειές μας, νιώθαμε πως βρισκόμασταν στο σωστό δρόμο και, μερικές φορές είχαμε την βεβαιότητα ότι ήταν ο μοναδικός. Μη βιαστούμε λοιπόν να τον διαγράψουμε και να πούμε, πέρασε. Να σκεφτούμε καλά και να ζυγίσουμε την ζωή μας.  Ύστερα να σκεφτούμε, ένας καινούργιος χρόνος έρχεται. Έχει το μυστήριο του αγνώστου. Με τη φαντασία μας τον βλέπουμε ρόδινο, ελκυστικό. Όλα θα πάνε καλά, αυτό άλλωστε το νόημα έχουν οι ευχές που δίνουμε. Να βλέπουμε την ζωή με αισιοδοξία, "γαντζωμένοι" πάντα στην Πρόνοια του Θεού. 
   Θυμόμαστε πως και πέρυσι την πρωτοχρονιά, τις ίδιες σκέψεις κάναμε και περίπου τις ίδιες ευχές δώσαμε. Αν λοιπόν περπατάμε στον ίδιο δρόμο, μπορεί η ζωή να το επαληθεύσει, τα ίδια αποτελέσματα θα έχουμε, την ίδια κατάληξη. Και βέβαια, αν δεν ήμασταν ευχαριστημένοι τον περασμένο χρόνο, γιατί πονέσαμε, χάσαμε, απελπιστήκαμε, οφείλεται στο ότι ζήσαμε αγνοώντας τον Κύριο του χρόνου, που είναι ο Ιησούς Χριστός. Λοιπόν, μη περιμένουμε τούτο το καινούργιο χρόνο, τα πράγματα να πάνε καλύτερα από τον προηγούμενο, αν εμείς πρώτα δεν αλλάξουμε, αν δεν μετανοήσουμε. Άσχετα με τις ευχές που κάνουμε και δεχόμαστε. Τα ίδια και τα ίδια. Ωστόσο, το βέβαιο είναι ότι εμείς πρέπει ν' αλλάξουμε.
  Επιπλέον, χωρίς εμείς να το θέλουμε, κάποιος πήρε το "μολύβι" και τράβηξε μια γραμμούλα πάνω στα χρόνια που κουβαλάμε επάνω μας. Όσο πάει και γεμίζει το σακούλι και θα ‘ρθει μια στιγμή που δεν θα παίρνει άλλο. Οι γραμμούλες θα τελειώσουν που σημαίνει ότι θα έχουμε φτάσει στο τέρμα. Ίσως πέρυσι δεν θελήσαμε να σκεφτούμε αυτό το τέρμα, αλλά ούτε και το σπουδαιότερο, για το μετά το τέρμα. Το αγνοήσαμε, γιατί παρασυρθήκαμε απ΄ τις ευχές, από το ελκυστικό και ρόδινο μέλλον. Είναι όμως αυτό πολύ επικίνδυνο πνευματικά. Να προσέξουμε μάλιστα, πως ερχόμαστε στο καινούργιο χρόνο. Πόλεμοι σε διάφορα μέρη της γης. Άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα. Σεισμοί, τυφώνες, πλημμύρες, εγκληματικότητα και ανασφάλεια θάβουν χιλιάδες ανθρώπους. Και, θα ευχηθούμε λοιπόν οι άνθρωποι, καθώς θα φεύγει ο παλαιός χρόνος για να ‘ρθει ο καινούργιος, «χρόνια πολλά και του χρόνου», και θα εννοούμε τί; Τα ίδια πάλι;
  Σήμερα, όλοι μας σοκαρισμένοι από την βίαιη κοινωνικο - οικονομική κρίση, κρίση αξιών, αλλά πρωτίστως πνευματική κρίση, νοιώθουμε να ακροβατούμε σε τεντωμένο σχοινί, με μεγαλύτερη την αμφιβολία, ότι δεν θα περάσουμε «απέναντι». Κοιτάμε και βλέπουμε το βλέμμα ενός πανίσχυρου εχθρού, έτοιμου να μας κατασπαράξει και νοιώθουμε τελείως ανυπεράσπιστοι. Η σωτηρία της χώρας και της κοινωνίας μας, έγκειται στην υποστήριξη και την συμμετοχή όλων μας, στην αισιοδοξία και την αλληλεγγύη. Ο ελληνικός λαός είναι «πλούσιος» στην αλληλεγγύη και στο φιλότιμο, κι αυτό το έδειξε έμπρακτα, που μας συγκινεί όλους, τις μέρες της κρίσης. Πως βοηθούσαν ο ένας τον άλλον, με οποιοδήποτε τρόπο. Άλλος με οικονομική στήριξη (από το υστέρημά του), άλλος δίνοντας τα φάρμακα που δεν τα χρειαζόταν, άλλος με εθελοντική εργασία στα συσσίτια της Εκκλησίας και των Δήμων της χώρας. Ο ΧΡΟΝΟΣ, είναι ο πιο πολύτιμος θησαυρός που έχουμε, γιατί είναι περιορισμένος. Μπορούμε να δημιουργήσουμε χρήμα, αλλά όχι περισσότερο χρόνο. Όταν όμως αφιερώνουμε χρόνο σ’ ένα πρόσωπο, του παραχωρούμε ένα μέρος από τη ζωή μας, που ποτέ δεν θα μπορέσουμε να αναπληρώσουμε.
   Η ελπίδα που πρέπει να έχουμε όλοι, προκειμένου να ξεπεραστεί κάθε είδους δυσκολία και κάθε εμπόδιο στην ζωή μας, και έν προκειμένω στο νέο έτος που ανατέλλει, είναι στο πρόσωπο του Χριστού. Η Εκκλησία ζει την ελπίδα καθημερινά στο Πανάγιο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού. Αυτή η Χάρις του Χριστού, μας σκεπάζει όλους στον καθημερινό αγώνα μας. Στον καινούργιο χρόνο πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε πολλά πράγματα. Για να περάσουμε «απέναντι», προϋποθέτει βαθιά αλλαγή στη σκέψη μας και στην κρίση μας, να μετανοήσουμε, ώστε να ζυγιστούμε καλύτερα πάνω στο σχοινί για να είμαστε ασφαλείς και να μην μας πάρει από κάτω. Έχουμε τώρα την ευκαιρία να βγάλουμε από την ναφθαλίνη τους δικούς μας ξεχασμένους θεσμούς, αξίες και αρχές με επίκεντρο τον Θεάνθρωπο Χριστό. Γιατί, όταν αγαπούμε τον Χριστό, αγαπούμε ταυτόχρονα και τον άνθρωπο, τον πλησίον, οποιοσδήποτε κι αν είναι αυτός. «Είδες τον αδελφό σου (άνθρωπο), είδες τον Θεό σου», κατά το Πατερικό.
  Λίγο πριν κοιμηθεί τον αιώνιο ύπνο, ένας μοναχός ζήτησε να γραφεί πάνω στον τάφο του, το εξής επίγραμμα: «Μοναχός Χ. Ετών 80, ζήσας έτη 3». Τα τρία χρόνια της ζωής του, ήταν τα τρία τελευταία έτη του βίου του, όταν του δωρίθηκε η υπαρξιακή βίωση της παν-αγάπης του Χριστού.... Αυτό το   βίωμα, να έχουμε όλοι τούτη την νέα χρονιά. Το βίωμα της Αγάπης του Χριστού, το βίωμα της θείας Χάρης Του.
  Είμαστε παιδιά του Θεού και δεν γνωρίζουμε ποιός είναι ο Θεός μας. Έχουμε Ουράνιο Πατέρα και δεν τον γνωρίζουμε στην πραγματικότητα. Τον πιστεύουμε ότι είναι Πατέρας μας, αλλά η καρδιά δεν το ομολογεί, δεν το έχει γευθεί, τα ψυχικά μάτια δεν τον έχουν δει αυτόν τον Πατέρα. Αν βλέπαμε ποιόν Πατέρα έχουμε, αν Τον είχαμε γνωρίσει, σαν τρελοί θα φωνάζαμε, από μια απέραντη ευτυχία για ένα εύρημα μέγιστης αξίας. Είμαστε παιδιά ενός «φοβερού» Πατέρα, υπό την έννοια ότι αυτός ο Πατέρας, είναι φοβερός στον πλούτο και στα χαρίσματα. Όσο κανείς επιχειρεί να μιλήσει γι` αυτόν τον Πατέρα, χάνει τα λόγια του. Όπως πλησιάζει ένα φως κι όσο το πλησιάζει, τα μάτια του θαμπώνουν, τυφλώνονται από το φως και δεν βλέπει τίποτε, έτσι ακριβώς, όσο πλησιάζει κανείς τον Θεό, χάνει πλέον τα λόγια του, δεν μπορεί να μιλήσει γι` Αυτόν.
Όμως, εμείς χάσαμε τον προορισμό μας με την παρακοή που του κάναμε, και φθάσαμε να παραγνωρίσουμε τελείως τον φυσικό Πατέρα και να αγαπούμε τόσα άλλα πλάσματα, πράγματα ή την κτίση, και τον Θεό να μη Τον αγαπούμε καθόλου. Εάν αγαπούσαμε τον Θεό, θα φυλάγαμε τις εντολές Τoυ και επομένως θα είμαστε ενωμένοι μαζί Του. Είναι μεγάλη δυστυχία να έχουμε έναν τέτοιον Πατέρα, κι εμείς να βρισκόμαστε σε τόση πνευματική φτώχεια, σε τόση ψυχική και πνευματική δυστυχία, να μη νοιώθουμε την αγάπη Του και την ευτυχία Του.
   Το νέο έτος και, ο χρόνος γενικά, είναι αφενός μεν ευλογία του Θεού και αφετέρου δε μία ευκαιρία μετανοίας. Ο χρόνος που μας χαρίζει ο Θεός είναι πολύτιμος πνευματικά. Να αξιοποιούμε τον χρόνο μας πνευματικά, όπως έκαναν και οι άγιοι. Και όχι να τον σπαταλούμε σε διάφορες βιοτικές μέριμνες και ανούσιες ενασχολήσεις. Γι' αυτό, τον χρόνο πρέπει να τον εκμεταλλευτούμε όσο καλύτερα στην ζωή μας, με πνευματική ανάταση, δηλ. να γίνουμε όχι απλώς καλύτεροι άνθρωποι το νέο έτος, αλλά άγιοι, αναγεννημένοι έν Χριστώ άνθρωποι. Βέβαια, αυτό επιτυγχάνεται πάντα με την Χάρη του Θεού πρωτίστως, και με την συνέργεια, όσο το δυνατόν, των ανθρωπίνων δυνάμεών μας.
  Με αυτές τις σκέψεις, εύχομαι ολόψυχα, το νέο έτος 2015, να είναι ελπιδοφόρο, ευλογημένο και σωτήριο. Γεμάτο υγεία, χαρά και αγάπη σε όλο τον κόσμο. Και κατά τον Μέγα Βασίλειο, ο Άγιος Θεός να μας χαρίζει, "αντί των φθαρτών τ' άφθαρτα, αντί των επιγείων τα επουράνια και αντί των προσκαίρων, τα αιώνια αγαθά". (Ευχή από την Θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου). Με την Χάρη του Ενανθρωπήσαντος Κυρίου Ιησού Χριστού.


Πρεσβύτερος
Γεώργιος Δημητρόπουλος